Legislator Case Law & Legislation
1411/2014 AI generated

Supreme Court reverses lower court for allowing state to acquire ownership of state-owned land via special possession.

Case Number 1411/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the Court of Appeal's dismissal of the State's appeal, ruling that the lower court incorrectly denied the State's claim to ownership of land it held under special possession. The State argued that the lower court misinterpreted the 1833 Royal Decree by excluding its ability to acquire ownership of such lands, while the State contended the land was state property prior to private titles. The Court held that the lower court violated substantive law by failing to recognize the State's right to acquire ownership under the specific decree, thus remanding the case for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1-3 of the Ottoman Law of 7 Ramadan 1274; Article 1 of Royal Decree of 3/15-12-1833: The State may acquire ownership of lands it possesses under special possession if they were state property at the time the decree took effect and were not owned by private individuals.

Keywords

AI generated
state ownership special possession Ottoman land law Royal Decree 1833 land classification state land property acquisition

Cited Legislation

AI generated
Articles 1-3 of the Ottoman Law of 7 Ramadan 1274
Article 1 of Royal Decree of 3/15-12-1833
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1411 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1411/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατίνα - Μαρία Στεφάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 21/3/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 12/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της από 21/3/2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 83/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων τη κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο, Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζοντος πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαίωμα πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμενοι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".

Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Πάρος σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος. (ΑΠ 1/2013 οπ). Περαιτέρω για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10-7-1837 "περί διοικήσεως κτημάτων, με το οποίο ορίστηκε "ότι όλα τα παρ' ιδιωτών ή μόνο τούτων δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ...ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".

Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδεσπότων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν β.ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.

Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.

Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Ακόμα επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ.

χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.

και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.

Τα αυτά ίσχυαν και επί των ελών και βαλτωδών γαιών, που σύμφωνα με το Β.Δ. 18 της 30-11-1833 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών" ανήκαν μεν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και διοικούνταν και διαχειρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, δεν αποτελούσαν δε πράγματα εκτός συναλλαγής και ήταν συνεπώς επιτρεπτή, κατά τα άνω εκτεθέντα και σ' αυτά η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία.

Παραπέρα κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 12-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.

Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. KΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ'/1880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένεντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων.

Εξάλλου επί συμπληρωθείσης ως άνω μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσης κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού Κωδικός", και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.

ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 της επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κωδικός" με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, καθώς και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε σχετικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί της κτήσεως από αυτό της κυριότητας επί του επιδίκου ως λιβαδικής έκτασης, τα εξής: "Τα επίδικα ακίνητα αποτελούνται από δύο αγροτεμάχια που βρίσκονται στη θέση "..." της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Αγκαιριάς του Δήμου Πάρου.

Έχουν προκύψει από την διαίρεση άλλοτε ενιαίας, μείζονος εκτάσεως (περίπου 27.240 τ.μ.) και εμφαίνονται με, τα διακριτικά στοιχεία [1] - [2] και με πράσινη περιγράμμιση στο από 8-8-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Ρ., το οποίο προσαρτάται στην υπ' αρ. πρωτ: 4536/03 13-5.2004 πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Ν.

Κυκλάδων: Τα επίδικα ακίνητα προσδιορίζονται κατά εμβαδόν και όρια ως εξής στο προαναφερόμενο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα. Το πρώτο εξ αυτών με αρ. [1] έχει εμβαδόν 15.110 τ.μ. και περιμετρικά στοιχεία [Γ'-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Θ-Ι-Π-Ρ-Γ'], συνορεύει δε, βόρεια επί πλευράς Γ'-Δ μήκους 128,60 μ. με ιδιοκτησία Α. Λ., βορειοανατολικά επί πλευράς Δ-Ε μήκους 55,20 μ.

με ιδιοκτησία Γ. Λ., ανατολικά επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 66,50 μ. με ιδιοκτησία Γ. Ρ., νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ζ-Η-Θ-Θ'-Ι συνολικού μήκους 82 μ με ιδιοκτησία Γ. Ρ. και εν μέρει με αγροτικό μονοπάτι κυμαινόμενου πλάτους 2,00-2,50μ, νότια επί πλευράς Ι-Π μήκους 54,00μ. με το υπόλοιπο τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου (αγροτεμαχίου) και επί πλευράς Π-Ρ μήκους 20,50μ με ιδιοκτησία Α.

Ρ. και δυτικά επί πλευράς Ρ-Γ' μήκους 108,50 μ. με αγροτικό δρόμο πλάτους 4,00 μ. Το δεύτερο εξ αυτών με αρ. [2] έχει εμβαδόν 7.020 τ.μ. και περιμετρικά στοιχεία [Α-Β-Γ-Τ-Σ-Α] συνορεύει δε, βόρεια επί συνεχόμενων πλευρών Α-Β-Γ συνολικού μήκους 85,30 μ. με ιδιοκτησία Α. Λ., νότια επί πλευράς Τ-Σ μήκους 56,00 μ. και ανατολικά επί πλευράς Τ-Γ μήκους 99,50 μ.

με τον αγροτικό δρόμο πλάτους 4,00 μ. και δυτικά επί πλευράς Α-Σ μήκους 93,20 μ. με ιδιοκτησία Π. Ρ.. Τα ως άνω ακίνητα τα οποία ανέκαθεν, και μάλιστα 100 και πλέον έτη πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής αποτελούσαν τμήματα μιας μεγαλύτερης περίφρακτης με σταθερή ξηρολιθοδομή εκτάσεως, είχαν περιέλθει (ως ενιαίο ακίνητο) στη κυριότητα του πατέρα του ενάγοντα Ε.

Ν. Χ., δυνάμει του υπ' αρ. ... δωρητηρίου εν ζωή συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πάρου Θεοδώρου Κονταράτου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Πριν από τον Ε. Χ. η κυριότητα της ίδιας ως άνω εκτάσεως ανήκε στον πατέρα εκείνου και πάππο του ενάγοντος Ν. Ε. Χ., ο οποίος την είχε αποκτήσει με τα υπ' αρ.... και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια των τότε συμβολαιογράφων Πάρου Δ.

Πολυμερόπουλου και Φ. Σουρρή, που μεταγράφηκαν νόμιμα, από τους Η. Σ., Ι. Σ. και τα τέκνα του τελευταίου. Ο πατέρας του ενάγοντα Ε. Χ.ς απεβίωσε στις 15-6-1945, αφήνοντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, αυτόν (ενάγοντα) σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαίρετου και την σύζυγό του Μ. Π., το γένος Γ. Ρ., σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου.

Στη συνέχεια ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα του, με την υπ' αρ.... δήλωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Δημητρίου Κονδύλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ η μητέρα του και σύζυγος του κληρονομουμένου, μολονότι δεν προέβη στη σύνταξη αποδοχής κληρονομίας και στη μεταγραφή αυτής, κατέστη κυρία του υπολοίπου 1/4 εξ αδιαιρέτου της περιουσίας του τελευταίου, κατόπιν της αναμίξεώς της σ' αυτή (κληρονομία), δοθέντος του πριν την έναρξης ισχύος του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ισχύοντος νομικού καθεστώτος.

Ακολούθως η Μ. Π. κατέλιπε στον ενάγοντα υιό της με την από 3-5-1969 ιδιόγραφη διαθήκη της, το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου της μεγαλύτερης ενιαίας εδαφικής εκτάσεως από την οποία κατόπιν του διαχωρισμού τους με μονοπάτι είχαν ήδη από του έτους 1960 προκύψει τα προπεριγραφόμενα δύο επίδικα ακίνητα. Την εν λόγω κληρονομιά της μητέρας του ο ενάγων μετά τον επισυμβάντα εν έτει 17-6-1969 θάνατό της και κατόπιν της δημοσιεύσεως της παραπάνω διαθήκης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ' αρ. 2576/16.3.2003 πρακτικό και της κηρύξεώς της κυρίας με την υπ' αρ. 966/16.5.2003 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, αποδέχθηκε με την υπ' αρ. 59451672003 δήλωση αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Σταυροπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Σε όλους τους προαναφερόμενους και προσκομιζόμενους από τον ενάγοντα κτητικούς κυριότητας νόμιμους τίτλους, η εδαφική έκταση των πάλαι ποτέ συνεχόμενων και ήδη διαχωριζόμενων μεταξύ τους δύο επίδικων ακινήτων, χαρακτηρίζεται όσον αφορά το ανωτέρω με αρ. [2] περιγραφόμενο ακίνητο ως άμπελος, που καλλιεργείτο πριν τον πόλεμο και τη γερμανοϊταλική κατοχή των ετών 1941-1944 με άμπελο, όσον δε αφορά το ανωτέρω επίσης περιγραφόμενο με άρ [1] ακίνητο, ως βοσκότοπος που περιείχε βουστάσια.

Τόσον ο ενάγων όσον και οι πριν από αυτόν ανωτέρω κατά σειρά μνημονευόμενοι κύριοι του μεγαλύτερου ακινήτου, δυνάμει του προαναφερόμενου για τον καθένα τους νόμιμου κτητικού κυριότητας τίτλου νέμονταν αδιαλείπτως σε ενιαία έκταση αμφότερα τα επίδικα, ασκώντας επ' αυτών, με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν αλλότρια δικαιώματα, τις στη συνέχεια παρατιθέμενες εμφανείς υλικές και προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις, διανοία κυρίου, δηλαδή με τη θέληση του απόλυτου εξουσιασμού τους και χωρίς να ενοχληθούν από κάποιον.

Συγκεκριμένα οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και αυτός ο ίδιος καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1917 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (2006), δηλαδή επί 90 περίπου συναπτά έτη ασκούσαν αρχικά επί του ενιαίου ακινήτου και έπειτα επί των δύο επιδίκων ακινήτων τις αρμόζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία τους, πράξεις, όπως εκείνες της επίβλεψής τους, της κατασκευής και της συντηρήσεως της περιφράξεως τους (ξηρολιθιάς), της αποτύπωσής τους σε τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, της δήλωσής τους στην αρμόδια φορολογική αρχή, της διαδοχικής (ενιαίας) μεταβίβασής τους, καθώς επίσης της χρησιμοποίησής τους για την καλλιέργεια αμπέλου (ειδικότερα του ανωτέρω περιγραφόμενου με αρ.[2]) και για τη βόσκηση και την εκτροφή ζώων εντός αυτών ποιμνίων (ειδικότερα του επίσης ανωτέρω περιγραφόμενου με [1]), διότι τούτο δεν ήταν εντελώς βραχώδες αλλά έφερε και σποραδική βλάστηση.

Επομένως, ο ενάγων κατέστη κύριος των επίδικων εδαφικών εκτάσεων των 15.110 και των 7.020 τ.μ: (προπεριγραφόμενων αντιστοίχως με αρ.[1] και [2]), όχι μόνον με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, δηλαδή της μεταβίβασής τους για ορισμένη αιτία με δημόσιο έγγραφο και μεταγραφή (ΑΚ 369, 974, 1034, 1192 αρ.1, 1194, 1198), αλλά και με πρωτότυπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν της προσμέτρησής της με τα ίδια προσόντα νομής του άμεσου, δικαιοπαρόχου του (ΑΚ 974, 976,1041, 1042, 1045, 1051).

Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εναγόμενο και εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την υπό εξέταση έφεσή του και όσον αφορά τον προβαλλόμενο πρώτο λόγο αυτής για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τη βασιμότητα των αντίστοιχων ιστορικών θεμελιώσεων της ένδικης αγωγής τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα.

Με την προσκομιζόμενη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με αρ.πρωτ. 1281/2.10.03 έκθεση αυτοψίας του δασοπόνου Θ, Ν. και του δυνάμει αυτής συνταχθέντος με αρ.πρωτ. 4536/03/13-5-2004 εγγράφου της Διεύθυνσης Δασών του Νομού Κυκλάδων, τούτο αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντα επί των δύο ανωτέρω ακινήτων, χαρακτηρίζοντας τούτα ως δασικές, άλλως χορτολιβαδικές εκτάσεις, που εμπίπτουν στις περιπτώσεις των άρθρων 3 παρ.

παρ. 2 και 6 περ.α' και γ', 4 παρ.παρ. 1 (ε) και 2 (δ) του ν. 998/79 (όπως τροπ. με τον ν.3208/03). Οι προβληθέντες στην πρωτοβάθμια δίκη και θεμελιωτικοί των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου και πέμπτου λόγων εφέσεως για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και πλημμελή των αποδείξεων εκτίμηση, αυτοτελείς ισχυρισμοί του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου

περί της ιδίας αυτού κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, διότι αποτελούσαν αδέσποτα κτήματα, εξ αιτίας της ανυπαρξίας οποιουδήποτε ιδιωτικού δικαιώματος επ' αυτών, διότι αποτελούσαν δασικές άλλως χορτολιβαδικές εκτάσεις και διότι κατελήφθησαν και δημεύθηκαν κατά τη διάρκεια του περί ανεξαρτησίας αγώνα, ως ιδιοκτησία του Οθωμανικού Κράτους και συνεπώς ήταν ανεπίδεκτα νομής και μάλιστα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθ' ότι δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος 30ετής συνεχής των επιδίκων νομή διανοία κυρίου και με καλή πίστη έως τις 12.9.1915, το βάρος αποδείξεων των οποίων ισχυρισμών (περί της με τους ως άνω νόμιμους τρόπους κτήσεως της κυριότητάς του σε ακίνητα των νήσων του Αιγαίου) φέρει το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο (αρθρ. 62 ν. 998/1979), τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι με τις εξής αιτιολογίες.

Όπως συνάγεται από τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 3-22/1-2-1830. "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 1/7 (19-6) 1830 της από 3-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν ως εθνική γη (δικαιώματι πολέμου) οι ακόλουθες γαίες της ηπειρωτικής Ελλάδος: (α) Οι εξουσιαζόμενες, πριν από την επανάσταση, από το Σουλτάνο εκτάσεις, (β) οι εκτάσεις που ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, πλην δημευθείσες, ήτοι καταληφθείσες και κατεχόμενες στρατιωτικά από το Ελληνικό Έθνος κατά την 3-2-1830, (γ) οι ανήκουσες σε ιδιώτες Οθωμανούς, πλην εγκαταλειφθείσες και μη δεσποζόμενες ατό αυτούς κατά την 3-2-1830, εφόσον την εγκατάλειψή τους επακολούθησε η κατάληψή τους από το Ελληνικό Δημόσιο και (δ) οι μη κατειλημμένες μέχρι την 21-7-1837 εκτάσεις, ως αδέσποτες δυνάμει του άρθρου 15 του νόμου "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων".

Προκειμένου όμως περί γαιών κείμενων στα νησιά των Κυκλάδων δεν ισχύουν τα ανωτέρω διότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, οι Κυκλάδες "κατά το σύνολο αποτελούντο εξ ιδιωτικών γαιών καθαράς ιδιοκτησίας". Και τούτο διότι τα νησιά αυτά υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία, όχι δικαιώματι πολέμου, αλλά ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στο Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7 Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Συνεπώς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έχοντας το ανωτέρω υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, μη προσκομίζοντας κάποιο στοιχείο για την επί των επιδίκων ακινήτων κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους, δεν αποδεικνύει την εκ μέρους του επικαλούμενη με τον ως άνω τρόπο περιέλευση της κυριότητας τούτων σ'αυτό ώστε να δύναται να ισχυρισθεί έναντι αυτού ο ενάγων νομή έκτακτης 30ετούς χρησικτησίας συμπληρωθείσας έως τις 11.9.1915 και συνεπώς να μπορεί να προβάλλει δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων με βάση την συγκεκριμένη και μόνον δικαιοπαραγωγική αιτία.

Περαιτέρω και σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. 12-12-1833 "όλα τα λειβάδια, δια την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις να παρουσίαση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το Δημόσιον". Από τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως σαφώς προκύπτει ότι η εφαρμογή της, αναγκαίως προϋποθέτει την κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους (επί των επιδίκων ακινήτων) κατά τους χρόνους πριν τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, διότι μόνο υπό καθεστώς τέτοιας κυριότητας μπορεί να γίνει λόγος για "ταπί", δηλαδή έγγραφο με το οποίο παρεχόταν στον ιδιώτη δικαίωμα εξουσιάσεως επί δημοσίων γαιών κατά το άρθρο 3 του οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν.

Όπως όμως έχει αναφερθεί, τέτοια κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους στη Πάρο δεν υπήρχε ώστε να θεμελιώνεται κυριότητά του επί των κειμένων σε νήσο

των Κυκλάδων επιδίκων ακινήτων και χωρίς το εναγόμενο να προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο περί του αντιθέτου, όπως προαναφέρθηκε. Ακόμη περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι οι επίδικες εκτάσεις ήταν αείποτε αδέσποτες ή κατέστησαν σε κάποια χρονική στιγμή αδέσποτες, είτε δηλαδή πριν τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους είτε μετά.

Ότι δηλαδή πριν την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους, οπότε ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 "περί γαιών") παρότι δεν συνέτρεξε κάποιος από τους αναφερόμενους λόγους τα επίδικα ακίνητα δεν καλλιεργήθηκαν από τον κύριό τους απευθείας ή με εκμίσθωση επί τρία συνεχή έτη ώστε να καταστούν (τα εν λόγω ακίνητα) διαθέσιμα. 'Η ότι μετά την απελευθέρωση υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου η επί των επιδίκων ακινήτων νομή εγκαταλείφθηκε από τον κύριό τους με τον σκοπό της παραιτήσεως του από το εν λόγω δικαίωμα και χωρίς την πρόθεση της μεταβίβασής τους σε τρίτο.

Η έστω ότι μετά την έναρξη ισχύος (23.2.1946) του Αστικού Κώδικα έλαβε χώρα παραίτηση του κυρίου των υπόψη ακινήτων από την επ' αυτών κυριότητα με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή (ΑΚ 972) ή ότι τούτα θεωρήθηκαν εγκαταλειμμένα και περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο κατ' άρθρο 34 παρ.8 του α.ν. 1539/1938 με τη σύνταξη πρωτοκόλλου κατάληψης και την παρέλευση δεκαετίας και δεδομένου ότι, πλην των άλλων αποδεικνύεται ότι τις επίδικες εδαφικές εκτάσεις τουλάχιστον από του έτους 1917 τις δέσποζαν διανοία κυρίου οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος.

Τέλος και εν όψει των προαναφερόμενων αποδεικτικών παραδοχών για την εκ μέρους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του συνεχή και αδιακώλυτη νομή των επιδίκων ακινήτων διανοία κυρίου με καλή πίστη και με βάση τους προαναφερόμενους κατά ατομική περίπτωση νόμιμους τίτλους, επί 90 περίπου συνεχή έτη πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής ευθέως και εκ του πράγματος αποκλείεται οποιουδήποτε επ' αυτών διακατοχική πράξη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής και ενόψει του ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί αυτήν όμοια, κατέληξε στην κατ' ουσίαν απόρριψη της από 31-10-2007 έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 115/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του Β.Δ. της 3/15-12-1833, καθόσον απέκλεισε τη δυνατότητα κτήσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου επί λειβαδιών ή βοσκοτόπων, τα οποία αυτό κατείχε στις Κυκλάδες κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος και δεν ανήκαν μέχρι τότε σε ιδιώτες, προσδίδοντας στις διατάξεις αυτές έννοια την οποία αυτές δεν είχαν.

Εξάλλου το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, ένεκα ανυπαρξίας αιτιολογιών που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ως προς τους ισχυρισμούς (ενστάσεις) του εναγομένου περί του ότι απέκτησε, επιπλέον την κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως και περί του ότι η εν λόγω έκταση είναι δάσος και ήταν δασική έκταση πριν την έναρξη της ισχύος του από 16-11-1836 β.δ/τος, αλλά και ως προς τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί κτήσεως της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του και του ιδίου επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον δέχθηκε με ανεπαρκή αιτιολογία ότι πρόκειται αναμφισβήτητα περί ιδιωτικών εκτάσεων που νεμόταν ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοι του με τίτλους κυριότητας τα υπ' αρ. ...

και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια της τότε συμβολαιογράφου Πάρου Δ. Πολυμερόπουλου και Φ. Σουρρή, χωρίς να κάνει διάκριση α) σε ποίο ανήκε η κυριότητα των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων πριν την κατάρτιση των προαναφερομένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και β) ποία η μορφολογική κατάσταση αυτών (ήταν τμήματα δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης ή πρόκειται περί τμημάτων ιδιωτικής γαίας καθαρής ιδιοκτησίας).

Επομένως οι δύο (2) από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 πα. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που νικά βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν.3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 83/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους απ' αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ