Supreme Court allows appeal against bank judgment due to lack of legal basis regarding set-off declaration timing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the portion of the appeal challenging third parties not involved in the original trial but allowed the main appeal against the bank's judgment. The appellant argued the lower court failed to determine if a set-off declaration legally reached the debtor before an assignment notice, creating a legal basis defect. The court found the lower court's reasoning ambiguous on this critical timing issue and thus annulled the contested decision for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286a, 290, 291, 558, 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is admissible against a third party only if they were parties to the original suit, but a judgment lacking a legal basis regarding the timing of a set-off declaration must be annulled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1411 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Πολιτική Δικονομία. Αναίρεση. Βιαία διακοπή δίκης λόγω θανάτου αναιρεσείοντος. Στην έννομη σχέση της δίκης υπεισέρχεται ο κληρονόμος του αναιρεσείοντος, ο οποίος δικαιούται ή εξαναγκάζεται σε επανάληψη αυτής (άρθρα 286 α', 290, 291 ΚΠολΔ). Ο ειδικός διάδοχος μπορεί να ασκήσει μόνο παρέμβαση υπέρ του κληρονόμου, δεν δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη. Ανακοπή κατά δήλωσης τρίτου (άρθρο 986 ΚΠολΔ ). Απόσβεση απαίτησης με συμψηφισμό. Η μονομερής δήλωση συμψηφισμού αποκτά νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της δήλωσης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον χρόνο περιέλευσης της δήλωσης συμψηφισμού στον λήπτη. Αναιρεί κατά παραδοχή λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Αριθμός 1411/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Μίστρας και δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 10-8-2009 και την βιαία διακοπή της δίκης συνεχίζει ως ειδικός διάδοχος ο Δ. Τ. του Ν., κάτοικος ..., ο οποίος παραστάθηκε με αυτόν τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Π. Φ., κατοίκου ... και 3. Ι. Δ., κατοίκου .... Η δε πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, οι δε 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-8-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6159/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2222/2006 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-8-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 24-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά των Π. Φ. και Ι. Δ., καθόσον αυτοί δεν ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2222/2006 απόφαση του Εφετείου ... (άρθρο 558 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.
Εξ άλλου, με τις παρ. 1 έως 3 της διάταξης του άρθρου 225 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: 1) Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, 2) Η μεταβίβαση του επίδικου δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη.
Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση, 3) Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο δικαίωμα δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 εδ. α' και 287 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της κατ' αναίρεση δίκης, αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως.
Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος αυτού, ο οποίος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης, (Α.Π 870/2006 ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 291 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικος του μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί προσκαλώντας τον για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου.
Μπορούν να κοινοποιήσουν την πρόσκληση και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή θεωρώντας ότι αυτή επήλθε. Από το συνδυασμό των προαναφερθέντων διατάξεων προκύπτει ότι εκείνος ο οποίος στη διάρκεια της αναιρετικής δίκης κατέστη ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομα του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη, που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και την πρόοδο της δίκης.
Εάν δε ενεργήσει τέτοιες πράξεις αυτές είναι άκυρες και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 159 παρ. 1 και 160 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1028/2010, 870/2006, 152/2000, 76/1980, 871/1978). Σε περίπτωση θανάτου του αναιρεσείοντος ο ειδικός διάδοχος αυτού δεν νομιμοποιείται να επαναλάβει τη δίκη, αλλά δικαιούται μόνο να παρέμβει υπέρ του κληρονόμου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο διαδίκου, ο οποίος και μόνο υπεισέρχεται στην έννομη σχέση της δίκης και υπέρ αυτού επήλθε η διακοπή της δίκης, νομιμοποιούμενος να επαναλάβει ή να εξαναγκασθεί από τον αντίδικο του να επαναλάβει τη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων και εφεσίβλητος Α. Μ. άσκησε την από 15-8-2006 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2222/2006 αποφάσεως του Εφετείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η από 15-8-2003 ανακοπή του κατά της αρνητικής δήλωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, στα χέρια της οποίας είχε επιβάλλει κατάσχεση απαίτησης οφειλέτη του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Εμφανίσθηκε, όμως, ο Δ. Τ. του Ν., ο οποίος δήλωσε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά ότι ο αναιρεσείων αποβίωσε στις 10-8-2009 και ότι μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης και πριν από το θάνατο του εκχώρησε σ' αυτόν κάθε δικαίωμα του από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ειδικός δε διάδικος του αναιρεσείοντος συνεχίζει στη θέση εκείνου τη δίκη.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν με τη δήλωση αυτή ο Δ. Τ. δεν μπορεί να προσλάβει στη δίκη την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου ως ειδικός διάδοχος του αναιρεσείοντος. Μπορούσε να ασκήσει μόνο παρέμβαση υπέρ του κληρονόμου του αναιρεσείοντος, ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται να επαναλάβει τη δίκη και κλήθηκε προς τούτο από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα κατά τα κατωτέρω.
Επομένως, η δήλωση του Δ. Τ. είναι άκυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη ΕΤΕ προκύπτουν τα εξής : 1) Ο αναιρεσείων Α. Μ. απεβίωσε στις 10-8-2009 (βλ. 232/10-8-2009 Πράξη Ληξιάρχου ... ), 2) δεν δημοσιεύτηκε διαθήκη του (βλ.6454/2009 πιστοποιητικό του Γραμματέα Πρωτοδικείου ...), 3) ο αποθανών κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγο του Θ.
Μ. και τα τέκνα του Β., Ν. και Ν., από τους οποίους οι τρεις πρώτοι αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του Α. Μ. (βλ. 226, 227, 228/8-9-2009 εκθέσεις του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ...), 4) οι Ν. Μ. και Ε. Ν. αποποιήθηκαν για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας τους Μ. Ν. την μετά την αποποίηση της Ν. Μ. επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά του Α.
Μ. (βλ. 234/16-9-2009 έκθεση του ίδιου Γραμματέα), 5) οι Σ. Ρ. και Β. Μ. αποποιήθηκαν για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Α. Ρ. την μετά την αποποίηση της Β. Μ. επαχθείσα σ'αυτόν κληρονομιά του Α. Μ. (βλ. 235/16-9-2009 έκθεση του ίδιου Γραμματέα), 6) ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτές Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκαν το αρμόδιο Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και της 137/7-4-2011 βεβαίωσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκαν με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στον Ν.
Μ., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος Α. Μ., καλούμενο προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (βλ. 6636/29-3-2010 και 922° Γ /13-4-2011 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή ... Α. Κ.). Επομένως, νομίμως η αναιρεσίβλητη κάλεσε τον μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αναιρεσείοντος Ν.
Μ. να επαναλάβει τη διακοπείσα δίκη, αφού είχε παρέλθει η κατά νόμο προθεσμία αποποίησης απ' αυτόν της κληρονομιάς (άρθρα 286 α', 291, 292 του ΚΠολΔ). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο Ν. Μ. δεν εμφανίστηκε ούτε παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 Α.Κ. "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 167 Α.Κ., η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί. Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι η δήλωση περί συμψηφισμού αμοιβαίων απαιτήσεων αποκτά νομική ενέργεια και επιφέρει απόσβεση των απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν αφότου η περί αυτού δήλωση του ενός των μερών περιέλθει στον άλλον.
Υιοθετεί δηλαδή ο Αστικός Κώδικας τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως, κατά την οποία η δήλωση θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει τη νομική ενέργεια της όχι απλώς από την αποτύπωση της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως), ούτε αναγκαίως από τη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την παραλαβή της απ' αυτόν.
Κατά την έννοια δε της παραλαβής, η δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε σε αυτόν, προς τον οποίον απευθύνεται (παραλήπτη), όταν διαβιβάστηκε κατά τρόπο που αυτός μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση εγκαίρως, οπότε η δήλωση θεωρείται ότι έγινε εγκαίρως, ασχέτως αν από λόγους που τον αφορούν καθυστέρησε ο τελευταίος να λάβει γνώση (Α.Π. 1263/1996).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 984 ΚΠολΔ και 449 Α.Κ. προκύπτει ότι επί κατασχέσεως απαιτήσεως στα χέρια τρίτου ο τελευταίος μπορεί να προτείνει μετά την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του καθού η κατάσχεση που είχε γεννηθεί πριν την κατάσχεση, είτε με τη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ είτε πριν απ' αυτήν.
Αντίθετα, αν η δήλωση του τρίτου προς συμψηφισμό είχε περιέλθει στον δανειστή του- καθού η κατάσχεση- πριν επιβληθεί η κατάσχεση της απαίτησης στα χέρια του τρίτου, η απαίτηση κατά του τρίτου αποσβέσθηκε και ο τρίτος έχει παύσει να είναι οφειλέτης πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, με συνέπεια η τελευταία να είναι χωρίς αντικείμενο.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής : "Η καθής η ανακοπή Τράπεζα δυνάμει συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό .../6-4-1983 και .../25-5-1983 που είχαν καταρτισθεί μεταξύ αυτής ως δανείστριας και της εταιρείας ΠΡΟΦΛΟΡ Φ. - ΛΥΟΜΕΝΕΣ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΕΣ ΟΙΚΙΕΣ ΕΠΕ ως πιστούχο εταιρεία είχε παράσχει σ' αυτήν πίστωση ποσού 1.000.000 δραχμών και 10.000.000 δραχμών αντιστοίχως το ποσό των οποίων αυξήθηκε όσον αφορά την πρώτη σύμβαση πιστώσεως κατά το ποσό των 3.500.000 δραχμών με την .../125/25-8-83 πρόσθετη πράξη και κατά το ποσό των δραχμών 500.000 δραχμών με την .../2/22-6-1988 πρόσθετη πράξη και όσον αφορά τη δεύτερη σύμβαση αυξήθηκε κατά το ποσό των 13.000.000 δραχμών με την .../1/9-5-86 πρόθεση πράξη, κατά το ποσό των 10.000.000 δραχμών με την .../2/23-1-1987 πρόσθετη πράξη, κατά το ποσό των 15.000.000 δραχμών με την .../1-11-1989 πρόσθετη πράξη και κατά το ποσό των δραχμών 22.000.000 δρχ.
με την .../4-2-91 πρόσθετη πράξη. Ως εγγυητής στις πιο πάνω συμβάσεις είχε συμβληθεί μεταξύ άλλων και ο νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας ενώ είχαν τηρηθεί για την εξυπηρέτηση των συμβάσεων αυτών οι υπ' αριθμούς ..., ..., ..., ..., ... και ... λογαριασμοί. Κλείσθηκαν οι λογαριασμοί αυτοί από την πιστώτρια Τράπεζα που κατήγγειλε τις άνω συμβάσεις πιστώσεως και για το χρέος της πιστούχου εταιρείας από αυτές το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων είχε αναγνωρισθεί από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Π.
Φ. επιδίωξε η Τράπεζα και εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η .../1992 διάταξη πληρωμής που υποχρέωσε την πιστούχο εταιρεία και τους εγγυητές μεταξύ των οποίων και τον Π. Φ. να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των δραχμών 71.617.325 νομιμότοκα από 5/12/1991 καθώς και 1.240.000 δραχμές για δικαστικά έξοδα.
Η άνω διαταγή πληρωμής κοινοποιήθηκε στον Π. Φ. και δεν ασκήθηκε κατ' αυτής ανακοπή εκ μέρους του.... Την 2/5/2003 προς ικανοποίηση μέρους απαιτήσεως της Τράπεζας από την οφειλή του Π. Φ. που ήταν σε οριστική καθυστέρηση και προερχόταν από τις άνω συμβάσεις πιστώσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μεταξύ της καθής η ανακοπή Τράπεζας και της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας στις οποίες αυτός ενεχόταν ως εγγυητής και είχε επιδικαστεί τελεσίδικα με την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής έγινε από την Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων Λ.
της καθής συμψηφισμός με ανταπαίτηση του Π. Φ. κατά της Τράπεζας και ειδικότερα με χρέωση του λογαριασμού καταθέσεων που ετηρείτο στο κατάστημα Π. Σ. Λ. ... επί της οδού ... και δικαιούχος του οποίου ήταν ο άνω οφειλέτης της με το ποσό των ευρώ 142.943.... Η καθής η ανακοπή Τράπεζα μέσω της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Λ.
απέστειλε την από 2/5/2003 επιστολή μέσω ΕΛΤΑ ως συστημένη υπό στοιχεία κωδικό αριθμό ... με απόδειξη παραλαβής με παραλήπτη τον Π. Φ. στην .... Με αυτή δήλωνε ότι συμψήφιζε μέρος από 142.943 ευρώ της απαίτησης της που είχε κατά του Π. Φ. από την πιο πάνω διαταγή πληρωμής με απαίτηση του τελευταίου κατά της Τράπεζας από τον λογαριασμό του Νο ...
που ετηρείτο στο κατάστημα της Π. Σ. Λ. με συνέπεια να περιορισθεί το υπόλοιπο του άνω λογαριασμού του δικαιούχου σε 0,26 ευρώ και ότι ο συμψηφισμός έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 440 και 441 του Α.Κ. καθώς και ότι το ποσό που συμψηφιζόταν θα καταλογιζόταν στην οφειλή του σύμφωνα με το άρθρο 423 Α.Κ. Από την προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτοκόλλου ...
βεβαίωση του Κεντρικού Ταχυδρομικού Γραφείου ... προκύπτει ότι η άνω συστημένη επιστολή ... με απόδειξη παραλαβής με αποστολέα την καθής η ανακοπή Τράπεζα Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων Λ. παρελήφθη στις 20-5-2003 από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του παραλήπτη Φ. Α.. Προηγουμένως στις 16/5/2003 ο Π. Φ. μέσω του καταστήματος της καθής Τράπεζας στην ...
έκανε ανάληψη ποσού 5.000 ευρώ από τον λογαριασμό αυτόν καταθέσεων του οποίου ήταν δικαιούχος και ετηρείτο στο παραπάνω κατάστημα της ίδιας Τράπεζας στη ... όπως κατέθεσε ο εξετασθείς ως μάρτυρας υπάλληλος της καθής που διευκρίνισε ότι το ποσό που ανέλαβε την ημέρα εκείνη από τον άνω λογαριασμό ο δικαιούχος αυτού περιλαμβανόταν σε ποσό 6.000 ευρώ το οποίο είχε καταθέσει νωρίτερα προ δεκαημέρου από τρίτον στον λογαριασμό.
Κατά τον ίδιο μάρτυρα ο Π. Φ. την ημέρα που ανέλαβε το ποσό των 5.000 ευρώ από τον άνω λογαριασμό καταθέσεων του που ετηρείτο στο προαναφερθέν κατάστημα της καθής η ανακοπή στη ... διαπίστωσε ότι έλειπαν τα χρήματα που είχαν προηγουμένως εισπραχθεί από αυτόν τον λογαριασμό του από την Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων της καθής στη ....
Όπως ανέφερε περαιτέρω ο άνω μάρτυς ο Π. Φ. όταν διαπίστωσε τη χρέωση του λογαριασμού του εκείνου από την Τράπεζα με το ποσό των 142.945 ευρώ που αφαιρέθηκαν από τον λογαριασμό του διαμαρτυρήθηκε και την ίδια ημέρα ή την επομένη τηλεφώνησε στον διευθυντή της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων της καθής στη ... και έμαθε από αυτόν για τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί η υπηρεσία αυτής της Τράπεζας στη ...
και ότι είχε προβεί σε συμψηφισμό της κατ' αυτού απαιτήσεως της. Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης επί της οποίας σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 Α.Κ. είχαν εφαρμογή αφ' ενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 και η Τράπεζα έχει την κυριότητα των κατατεθειμένων χρημάτων αφ' ετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 Α.Κ.
που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας αν απαιτεί το πράγμα ο παρακαταθέτης οφείλει να το αποδώσει και αν δεν παρήλθε η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του. Κατά τα άρθρα 440, 441 Α.Κ. ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες.
Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο και είναι διαπλαστική μονομερής δικαιοπραξία απευθυντέα προς τον δανειστή της κυρίας απαιτήσεως που περιέχει διάθεση της ανταπαιτήσεως. Η πρόταση του συμψηφισμού έχει ουσιαστικό χαρακτήρα χωρίς να συνδέεται υποχρεωτικά με ενδεχόμενη εκκρεμοδικία των απαιτήσεων και είναι δυνατό να προταθεί και εξωδίκως.
Επιφέρει δε αυτός απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Κατά την έννοια των άνω διατάξεων το δικαίωμα προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που οι δύο αντίθετες απαιτήσεις οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.
Με την πρόταση αυτού που είναι αδιάφορο πότε θα γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις εφόσον διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο εξαλείφονται αναδρομικώς από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν ...Στις μονομερείς απευθυντέες δηλώσεις βουλήσεως, στις οποίες ανήκει και αυτή περί συμψηφισμού αμοιβαίων απαιτήσεων όσο καλύπτονται, η συντέλεση τους κατ' άρθρο 167 Α.Κ.
επέρχεται με την εξωτερίκευση της βούλησης αλλά ο νόμος για την νομική ενέργεια τους απαιτεί για την έναρξη της, κατά παραδοχή της θεωρίας της λήψεως, την περιέλευση της δήλωσης που πρέπει να γίνει κατά τον προσήκοντα τρόπο στο λήπτη της δήλωσης (Α.Π. 1263/1996). Η επιστολή με τη δήλωση της καθής Τράπεζας με την οποία ενημέρωνε τον παραλήπτη αυτής Π.
Φ. για τον γενόμενο συμψηφισμό από 2/5/2003 ανταπαιτήσεως της Τράπεζας προς την απαίτηση του επί του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού καταθέσεων που ετηρείτο στο όνομα του σε υποκατάστημα της Τραπέζης στη ... δεν χρειαζόταν περισσότερο από τρεις έως τέσσερις ημέρες για να φθάσει στο ταχυδρομικό γραφείο ΕΛΤΑ στην ....
Από την παραλαβή της άνω συστημένης επιστολής από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του παραλήπτη από το ταχυδρομικό γραφείο ... στις 20/5/2003 έπεται ότι είχε ειδοποιηθεί από το γραφείο αυτό ο παραλήπτης της άνω συστημένης επιστολής προηγουμένως να μεταβεί να την παραλάβει από το άνω ταχυδρομικό γραφείο του τόπου προορισμού της.
Ο δικαιούχος του υπολοίπου του λογαριασμού ταμιευτηρίου που ετηρείτο στο υποκατάστημα της καθής η ανακοπή στη ... ενημερώθηκε στις 16/5/2003 όταν μετέβη στο υποκατάστημα της καθής στην ... και ανέλαβε από τον άνω λογαριασμό το ποσό των 5.000 ευρώ για την κίνηση του λογαριασμού του από 2/5/2003 έως 16/5/2003 όπως καταχωρήθηκε στο βιβλιάριο καταθέσεων που κατείχε και εφ' όσον εγνώριζε ότι η καθής Τράπεζα είχε ανταπαίτηση εναντίον για την οποία είχε εκδοθεί και σε βάρος του διαταγή πληρωμής που δεν είχε ικανοποιηθεί παρά την αναγκαστική εκτέλεση που προηγήθηκε;
αντιλήφθηκε από τότε που ολοκληρώθηκε σε πρωινή ώρα της 16-5-2003 η συναλλαγή για την ανάληψη των 5.000 ευρώ ότι προκειμένου να ικανοποιηθεί εκείνη η ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση της Τράπεζας που είχε χρεωθεί από 2/5/2003 ο λογαριασμός του Ταμιευτηρίου με το ποσό των 142.943 ευρώ αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό του με ενέργειες υπηρεσιών της καθής.
Για τον λόγο αυτόν άλλωστε επικοινώνησε ο άνω οφειλέτης της καθής και δικαιούχος του υπολοίπου αυτού του λογαριασμού με τον διευθυντή της ειδικής μονάδας καθυστερήσεων της καθής και διαμαρτυρήθηκε. Η αναγγελία εκχωρήσεως του ποσού των ευρώ 142.943,26 από το υπόλοιπο του άνω τραπεζικού λογαριασμού του Π.
Φ. προς τον Ι. Δ. έγινε από τον τελευταίο με την από 16/5/2003 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στο υπό κωδικό αριθμό ... υποκατάστημα της καθής στη ... από τον δικαστικό επιμελητή Πρωτοδικείου Λ. Γ. Π. όπως προκύπτει από προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της επιδοθείσης εξωδίκου δηλώσεως με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για την ημεροχρονολογία και ώρα επιδόσεως.
Την ώρα που έγινε η επίδοση αυτή είχαν λήξει οι συναλλαγές των τραπεζών με τους πελάτες των αφού η 16/5/2003 κατά το σε χρήση ημερολόγιο ήταν Παρασκευή. Νόμιμα επομένως γνωστοποιήθηκε από την καθής ατύπως την 16/5/2003 σε πρωινή ώρα συναλλαγών στον δικαιούχο του άνω λογαριασμού ταμιευτηρίου Π. Φ. ο συμψηφισμός προς απαίτηση του επί του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού Ταμιευτηρίου που τηρούσε στο άνω υποκατάστημα της στη ...
ανταπαιτήσεως της ομοειδούς και ληξιπρόθεσμης γνωστής στον άνω δικαιούχο και επήλθε έτσι απόσβεση των εκατέρωθεν άνω χρηματικών απαιτήσεων αφότου συνυπήρξαν πριν από την απόκτηση εκ μέρους του οφειλέτη του ανακόπτοντος Ι. Δ. οποιουδήποτε δικαιώματος επί του πιστωτικού υπολοίπου του άνω λογαριασμού ταμιευτηρίου μέχρι του ποσού των ευρώ 142.943,26 με την επακολουθήσασα την 14.00 της 16/5/2003 κατ' άρθρο 460 Α.Κ.
αναγγελία προς την καθής Τράπεζα της εκχωρήσεως εκ μέρους του Π. Φ. προς αυτόν του άνω ποσού από τον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό ...... και ανεξάρτητα από το αν στις 20/5/2003 μετέβη και παρέλαβε από το ταχυδρομικό γραφείο ΕΛΤΑ στην ... αντιπρόσωπος του Π. Φ. τη συστημένη επιστολή με την οποία ενημέρωνε αυτόν η Τράπεζα για τον από 2/5/2003 συμψηφισμό ανταπαιτήσεως της με το έως 142.943 ευρώ πιστωτικό υπόλοιπο του άνω λογαριασμού ταμιευτηρίου αυτού που ετηρείτο στο υποκατάστημα της στη ....
Ο Ι. Δ. ενημερώθηκε με την από 12/6/2003 εξώδικη απάντηση της Τράπεζας ότι εστερείτο έννομων συνεπειών η γενόμενη αναγγελία του λόγω του προηγηθέντος συμψηφισμού του ποσού που αναφερόταν στην εξώδικη από 16/5/2003 δήλωση που είχε υποβάλει ως εκδοχέας με ισόποση ανταπαίτηση της Τράπεζας κατά του δικαιούχου του λογαριασμού που απέρρεε από τελεσίδικο τίτλο.
Ο ανακόπτων στη συνέχεια με βάση την από 12/4/2003 σύμβαση δανείου μεταξύ αυτού και του Π. Φ. υπό την εγγύηση του Ι. Δ. που κατετέθη σε αντίγραφο στη Δ.Ο.Υ. ... την 30/6/2003 και την από 1/5/2003 σύμβαση εκχωρήσεως από τον άνω πρωτοφειλέτη του στον εγγυητή του από το δάνειο χρέους ποσού έως 150.000 ευρώ από τον άνω λογαριασμό του που ετηρείτο στο υποκατάστημα της καθής Τράπεζας στη ...
ζήτησε και εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ... η ... διάταξη πληρωμής με την οποία διατάσσονταν αυτοί σε ολόκληρον να του καταβάλουν για κεφάλαιο το ποσό των ευρώ 150.000 νομιμότοκα από 26/4/2003 πλέον 4.425 ευρώ για δικαστικά έξοδα και κοινοποίησε σ' αυτούς αντίγραφο εξ απογράφου της άνω διαταγής με επιταγή προς πληρωμή (βλ. ...
έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Θ. Κ. και ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ... Α. Σ.). Περαιτέρω ο ανακόπτων λόγω μη συμμορφώσεως των καθών η άνω διαταγή πληρωμής ως οφειλετών του ποσού των 159.815 ευρώ συνολικά που τους επέταξε να του καταβάλουν με βάση αυτήν προχώρησε στην επιβολή κατασχέσεως εις χείρας της καθής η ανακοπή ως τρίτης του ποσού των 142.923,26 ευρώ από τον ......
λογαριασμό του Π. Φ. στο υποκατάστημα της στη ... λόγω εκχωρήσεως της αντιστοίχου απαιτήσεως αυτού κατά της Τράπεζας στον Ι. Δ. και επέταξε την καθής Τράπεζα να μη καταβάλει το άνω ποσό στον τελευταίο αλλά στον ίδιο τον ανακόπτοντα δυνάμει του από 21-7-2003 κατασχετηρίου εγγράφου εις χείρας τρίτου που κοινοποιήθηκε στην καθής στο κατάστημα της στη ...
στις 22-7-2003 από τον προαναφερθέντα δικαστικό επιμελητή. Δεν υπήρχε όμως αυτή η απαίτηση του οφειλέτη του ανακόπτοντος Ι. Δ. κατά το χρόνο που έγινε η κατάσχεση της εις χείρας της καθής η ανακοπή ως τρίτης και υπό την άποψη που έχει ήδη επικρατήσει ότι με τις διατάξεις για το απόρρητο των καταθέσεων σε ελληνικές τράπεζες (άρθρα 1, 2 παρ. 1, 2 και 3 του ν.δ. 1059/1971 όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση των με το άρθρο 27 παρ. 1 ν. 1868/1989 και το άρθρο 25 παρ. 3 ν. 2214/1994) δεν θεσπίζεται και το ακατάσχετο των απαιτήσεων από τις καταθέσεις αυτές αλλά εφαρμόζεται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ.
που προαναφέρθηκαν επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου διαδικασία και παρέχεται δυνατότητα στους δανειστές του δικαιούχου λογαριασμού καταθέσεως σε Τράπεζα κατάσχεσης εις χείρας της Τραπέζης ως τρίτης και ότι η τελευταία έχει υποχρέωση να προβεί σε δήλωση του άρθρου 985 χωρίς να προσκρούει τούτο στις διατάξεις περί Τραπεζικού απορρήτου (Α.Π. 358/2004 Α.Π.
ολομ. 19/2001, Α.Π. 1915/1999 ). Λόγω της προηγηθείσης της εκχωρήσεως στον οφειλέτη του ανακόπτοντος της απαιτήσεως από το πιστωτικό υπόλοιπο του άνω λογαριασμού καταθέσεως ταμιευτηρίου προτάσεως παραδεκτώς σε συμψηφισμό έναντι του δικαιούχου αυτής Π. Φ. μέρους της κατ' αυτού ανταπαιτήσεως της Τράπεζας από 142.943 ευρώ και της εξοφλήσεως στη συνέχεια εκ μέρους του αυτού αρχικού δικαιούχου του άνω λογαριασμού με ανάληψη του ποσού που είχε απομείνει στις 19/5/2003, πριν από την επιβολή εκ μέρους του ανακόπτοντος της κατασχέσεως μέχρι του ποσού 142.923,26 ευρώ από τον λογαριασμό εκείνο εις χείρας της καθής ως τρίτης, όπως κατέθεσε ο εξετασθείς πρωτοδικως μάρτυς, είχε παύσει η καθής η ανακοπή Τράπεζα να είναι οφειλέτης του ποσού που ως πιστωτικό υπόλοιπο υπήρχε στον άνω τηρούμενο στο υπ' αριθμ. ...
κατάστημα της στη ... τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου πριν την κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης του αναφερόμενου στο από 21-7-2003 κατασχετήριο έγγραφο αναφερομένου από τον ανακόπτοντα ποσού. Κατόπιν αυτών η καθής η ανακοπή νομίμως προέβη δια εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου της ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λ.
κατά το άρθρο 985 Κ.Πολ.Δικ. στην υπ' αριθμό εκθέσεως ... δήλωση τρίτου με αρνητικό περιεχόμενο. Δηλώθηκε ειδικότερα από την εμφανισθείσα εκπρόσωπο της καθής ότι για την επιβληθείσα από τον ανακόπτοντα με βάση το κοινοποιηθέν την 22-7-2003 κατασχετήριο αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της στο Υποκατάστημα Λ.
για το ποσό των 142.943,26 ευρώ δυνάμει της ... διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... μετά από την έρευνα που έγινε προέκυψε ότι επ' ονόματι του Π. Φ. δεν υπήρχε σ' αυτή λογαριασμός καταθέσεως ή άλλη απαίτηση κατ' αυτού και ότι ο αναφερόμενος στο κατασχετήριο λογαριασμός εξοφλήθηκε ολοσχερώς και ότι δεν υφίστατο στο κατάστημα της στη ...
η κατασχεθείσα απαίτηση. Υπό τα περιστατικά που αποδείχθηκαν ήταν ειλικρινής η άνω δήλωση της καθής Τράπεζας ως τρίτης και δεν υπήρχε η απαίτηση που κατασχέθηκε. Έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου που έκρινε αντίθετα και αντί να απορρίψει την ανακοπή υποχρέωσε στη συνέχεια την καθής η ανακοπή να καταβάλει στον ανακόπτοντα το ποσό των 142.923,26 ευρώ. ".
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την ανακοπή και απέρριψε ως αβάσιμη την εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ ανακοπή του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 440, 441 και 167 του Α.Κ.
Τούτο δε, διότι αφενός δέχεται ενδοιαστικά ότι η από 2-5-2003 δήλωση της αναιρεσίβλητης περί συμψηφισμού της κατ' αυτής απαίτησης του Π. Φ. με την κατ' αυτού ανταπαίτησή της περιήλθε στον Π. Φ. πριν από την παραλαβή απ' αυτόν στις 20-5-2003 της σχετικής επιστολής της αναιρεσίβλητης, είτε στις 16-5-2003 είτε στις 17-5-2003, όταν αυτός τηλεφώνησε στον διευθυντή της Ειδικής Μονάδος Καθυστερήσεων της αναιρεσίβλητης στη ...
και πληροφορήθηκε ότι τα χρήματα που διαπίστωσε στις 16-5-2003 ότι έλλειπαν από το λογαριασμό του συμψηφίστηκαν με την κατ' αυτού απαίτηση της Τράπεζας και αφετέρου δέχεται σε άλλο σημείο ότι ατύπως την 16-5-2003 και σε πρωινή ώρα γνωστοποιήθηκε από την αναιρεσίβλητη στον άνω δανειστή της ο συμψηφισμός, πριν από την απόκτηση εκ μέρους του Ι.
Δ. οποιουδήποτε δικαιώματος επί του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού του Π. Φ. με την αναγγελία την 14.00 ώρα της 16-5-2003 της εκχώρησης της απαίτησης του στον καθού η κατάσχεση Ι. Δ.. Από τις αιτιολογίες αυτές δεν καθίσταται σαφές αν το Εφετείο δέχθηκε ότι η δήλωση συμψηφισμού της Τράπεζας περιήλθε στον δανειστή της Π.
Φ. στις 16-5-2003 και πριν την αναγγελία της εκχώρησης, οπότε είχε αποσβεσθεί πράγματι η εκχωρηθείσα απαίτηση, όπως ισχυρίζεται η Τράπεζα ή στις 17-5-2003, μετά δηλαδή την αναγγελία της εκχώρησης, οπότε η απαίτηση του Π. Φ. είχε περιέλθει στον Ι. Δ. και δεν υπήρχε έδαφος συμψηφισμού, εντεύθεν δε η κατασχεθείσα απαίτηση του ανακόπτοντος κατά του Ι.
Δ. υπήρχε στα χέρια της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο της κατάσχεσης (22-7-2003), όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων-αναιρεσείων. Περαιτέρω, το Εφετείο με την παραδοχή ότι, εφόσον η από 2-5-2003 επιστολή που περιείχε τη δήλωση συμψηφισμού δεν χρειαζόταν περισσότερο από 3-4 ημέρες για να φθάσει στο ταχυδρομικό γραφείο της ..., από το οποίο την παρέλαβε στις 20-5-2003 εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του παραλήπτη, έπεται ότι είχε ειδοποιηθεί προηγουμένως ο παραλήπτης για την παραλαβή της επιστολής, φαίνεται να δέχεται ότι η περί συμψηφισμού δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε στον καθού η κατάσχεση από τότε που αυτός είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση της επιστολής και από υπαιτιότητα του δεν έλαβε, χωρίς, όμως, να προσδιορίζει πότε ταχυδρομήθηκε η επιστολή ούτε αν η ειδοποίηση για παραλαβή της επιστολής περιήλθε στον Π, Φ.
πριν ή μετά την αναγγελία της εκχώρησης. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-8-2006 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2222/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των Π. Φ. και Ι. Δ..
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2222/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ