Supreme Court dismisses appeal for failure to cite facts and violation of res judicata rule.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court ignored a res judicata claim and misapplied contract law regarding interest waivers. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to cite the specific factual basis for the res judicata claim and did not provide sufficient details on the contract law violation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 para. b of the Code of Civil Procedure; Art. 281 of the Civil Code: An appeal based on the non-consideration of matters or violation of substantive law rules is inadmissible if the appellant fails to cite the specific factual basis or critical assumptions required for effective appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1411 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1411/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία-Τζίνα Καρυμπάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "......'' που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κουμουτσάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6084/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5717/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 82-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.β του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο Α) η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως προβληθέντα και επαναφερθέντα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ισχυρισμό της περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, λόγω δεδικασμένου, πηγάζοντος από την υπ' αριθμ. 8175/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε, υπόψη τον με λόγο έφεσης επαναφερθέντα ως άνω ενώπιον του ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Επειδή, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για την στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα" η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.
β του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος όμως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν προς στήριξή του, ακολούθως τον απέρριψε ως αβάσιμο, διότι έκρινε ότι τα περιστατικά αυτά δεν θεμελιώνουν την επικαλούμενη κατάχρηση δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο (υπό στοιχείο Β') λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 559 αριθ. 8 (περ. β) του ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα πραγματικά περιστατικά που αυτή επικαλέσθηκε και αναφέρονται στο αναιρετήριο προς στήριξη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να ζητήσει τόκους επί κεφαλαίου των τόκων υπερημερίας που είχε προβάλλει προς απόκρουση της αγωγής της τελευταίας.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων δικογράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας διότι έκρινε ότι τα επικαλούμενα προς στήριξη της ένστασης αυτής πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι από το έτος 1994, που ασκήθηκε η κύρια από 28/7/1994 αγωγή, μέχρι το έτος 2004 που ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή, παρήλθε διάστημα δέκα περίπου ετών χωρίς η ενάγουσα να επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση του δικαιώματός της και χωρίς να επιφυλαχθεί για την άσκησή του, δεν θεμελιώνουν τον περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμό, χωρίς την επίκληση και απόδειξη και άλλων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι διαμορφώθηκε κατάσταση τέτοια, η ανατροπή της οποίας θα επιφέρει στον υπόχρεο επαχθείς ζημίες.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την εν λόγω ένσταση και ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης (υπό στοιχείο Β) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος (πρώτος υπό στοιχείο Β') λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια επίσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εγκείμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποσβέσεως και σιωπηράς παραίτησης της αναιρεσιβλήτου του δικαιώματός της για τόκους επί των τόκων, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 296 § 1 την ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται, ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός με τον περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους και η συμφωνία καταρτίσθηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους, δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μεγαλύτερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους.
Αίτημα της αγωγής με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει τον ανατοκισμό (Ολ. ΑΠ 10/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των τόκων, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η επιδίωξή της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα προηγούμενα άρθρα. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι τόκοι της υπερημερίας, οφειλόμενοι από της οχλήσεως (άρθρα 340, 345 ΑΚ), η εν λόγω δε βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου έχουν παραχθεί αυτοί (τόκοι) και κατά το οποίο ο δικαιούχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τους ζητήσει.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 268 ΑΚ κάθε αξίωση, που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπάγεται σε συντομότερη παραγραφή. Αξιώσεις όμως παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή. Η νέα όμως αυτή εικοσαετής παραγραφή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προϋποθέτει την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.
ΑΠ 28/2003, ΑΠ 504/2004). Οσάκις όμως πρόκειται περί περιοδικής παροχής, όπως είναι η περί τόκων τοιαύτη, εφόσον κατά την τελεσιδικία της απόφαση που τη βεβαιώνει δεν είναι απαιτητή, ως καθιστάμενη μεταγενεστέρως ληξιπρόθεσμη, η περί αυτής αξίωση κατ' εξαίρεση του καθιερωμένου στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των με τελεσίδικη απόφαση βεβαιωθεισών απαιτήσεων υπόκειται στην από το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ προβλεπόμενη βραχυπρόθεσμη παραγραφή, η οποία αρχίζει (άρθρο 253 ΑΚ) μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου έγινε απαιτητή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της επικαλούμενη ότι οι επιδικασθέντες με την 8175/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε βάρος της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) τόκοι υπερημερίας επί του από 73358,32 € κεφαλαίου, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της από 28-7-1994 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, μέχρι την άσκηση της παρούσας (ένδικης αγωγής) ανέρχονται στο ποσό των 141.045,69 ευρώ, ζήτησε την καταψήφιση της τελευταίας στην καταβολή προς αυτή τόκων επί του ως άνω κεφαλαίου των τόκων από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την εξόφληση.
Προς αντίκρουση της εις άνω αγωγής, η εναγομένη προέβαλε την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης ισχυριζόμενη ότι από την επίδοση της αρχικής αγωγής που έγινε στις 5-8-1994, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (27-2-2004) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την επαναφερθείσα ενώπιόν του με λόγο έφεσης εκ μέρους της εναγομένης ως άνω ένσταση παραγραφής απέρριψε ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι "οι μεν παραχθέντες, με βάση την τελεσίδικη 8175/2003 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, τόκοι του κεφαλαίου την 73.358,2 € για το από την ως άνω επίδοση της αγωγής και μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης αυτής χρονικό διάστημα υπόκεινται, εφόσον δεν συμπληρώθηκε εν τω μεταξύ η κατά τα άνω πενταετής παραγραφή λόγω των διαδοχικών διακοπών αυτής με την έκδοση επί της ως άνω αγωγής των αναφερομένων ειδικότερα στην αναιρεσιβαλλόμενη ως δικαστικών αποφάσεων στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία αρχομένη από την έναρξη της τελεσιδικίας (2003) δεν έχει συμπληρωθεί, οι δε μετ' αυτήν (τελεσιδικία) τόκοι αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μικρότερο της πενταετίας από την τελεσιδικία της παραπάνω απόφασης (2003) μέχρι την επίδοση της κρινόμενης (2004), οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 250 εδ. 15 ΑΚ, ενώ η περί ανατοκισμού ένδικη αξίωση έχει ως γενεσιουργό αιτία την συμφωνία ανατοκισμού ή την επίδοση της σχετικής αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 27-2-2004 και επομένως από το τέλος του έτους αυτού μέχρι σήμερα δεν έχει παρέλθει πενταετία".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 296 παρ. 1, 250 αρ. 15, 251 και 263 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και ο τ' αντίθετα υποστηρίζων πρώτος (υπό στοιχείο Γ) λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με το να δεχθεί τ' ανωτέρω το Εφετείο έλαβε υπόψη του προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό ότι δεν μπορούν να ζητηθούν τόκοι πέραν της πενταετίας και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και συνεπώς απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, ως εφεσίβλητο με τις έγγραφες, προτάσεις του και με αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών του (240 Κ.Πολ.Δ), ως εκκαλούντα δε με λόγο έφεσης ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Επομένως ο πρώτος (υπό στοιχείο Δ' ) λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της ότι εσφαλμένα επιδικάσθηκαν τόκοι και επί του ποσού των 28.811,28 € το οποίο αποτελεί παρακρατηθέντα φόρο και όχι τόκο, επί του οποίου και μόνον δύναται να επιδικασθούν νέοι τόκοι είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός, που στηρίζει τον άνω λόγο αναιρέσεως, επαναφέρθηκε στο Εφετείο από την ηττηθείσα αναιρεσείουσα και εκκαλούσα με λόγο έφεσης ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής απ' αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτική αυτής ένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε κατά την κύρια αιτιολογία του, ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης περί επιδικάσεως τόκων επί του κεφαλαίου των τόκων, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 8175/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 73.358,32 Ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, διότι δεν είχε καταχθεί προς διάγνωση στο δικαστήριο εκείνο.
Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης της αγωγικής αξίωσής της περί ανατοκισμού, δεχθέν ότι από την με επίκληση προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ..... επιταγή της αναιρεσείουσας, ποσού 193.157,02 Ευρώ, την οποία παρέλαβε για λογαριασμό της τελευταίας ο πληρεξούσιός της δικηγόρος Αναστ.
Κουμουτσάρης, προκύπτει ότι η παραλαβή της επιταγής αυτής (με την οποία εξοφλήθη το επιδικασθέν με την υπ' αριθμ. 8175/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιδικασθέν ποσό) από τον εν λόγω πληρεξούσιο δικηγόρο έγινε υπό την διατυπωθείσα ιδιοχείρως "Επιφύλαξη όλων των δικαιωμάτων της εντολέως του" στα οποία ασφαλώς και συμπεριλαμβάνεται και το με την ένδικη αγωγή ασκούμενο δικαίωμα ανατοκισμού.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης της αγωγικής αξίωσής της περί ανατοκισμού. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα της μη απόδειξης των περί παραιτήσεως γεγονότων.
Ειδικότερα, οι παραδοχές αυτές δεν αντιφάσκουν με την προηγηθείσα περί ελλείψεως δεδικασμένου λόγω μη κάταρξης στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8175/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, της αγωγικής αξίωσης, για την επάρκεια δε της άνω αιτιολογίας αρκούσε η στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορά ότι στην γενόμενη κατά την είσπραξη εκ μέρους του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης του επιδικασθέντος με την ανωτέρω δικαστική απόφαση ποσού επιφύλαξη "όλων"των δικαιωμάτων της εντολέως του περιλαμβάνονταν και το με την ένδικη αγωγή ασκούμενο δικαίωμα ανατοκισμού.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αντίθετος δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι δυνατό να έχει ω περιεχόμενο α)την αιτίαση ότι η αγωγή (αναπαραγωγή, ένσταση κλπ) επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως νόμιμη ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β)την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η αγωγή (ανταγωγή, ένσταση κλπ) να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής (ανταγωγή, ένσταση κλπ) που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη αυτής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ απέρριψε την εκ του άρθρου αυτού προταθείσα ένστασή της ως μη νόμιμη. Δεν αναφέρεται όμως για την πληρότητα του λόγου αυτού το ιστορικό της ένστασης ήτοι τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά επικαλέσθηκε πρωτοδίκως και επανέφερε στο Εφετείο με λόγο έφεσης η αναιρεσείουσα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της ως νόμω αβάσιμης συνιστά ή όχι παραβίαση της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2007 αίτηση του ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", για αναίρεση της 5717/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ