Legislator Case Law & Legislation
1411/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal errors or document contents.

Case Number 1411/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant raised five grounds of appeal, including alleged violations of evidence rules and failure to consider specific documents, but the court found them insufficient. The court ruled that the appeal was rejected because the grounds were too vague, lacking specific details on the legal errors or the content of the cited documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly and concisely state the legal error to allow the appellate court to determine if it falls under Article 559, otherwise it is rejected as indefinite.

Keywords

AI generated
appeal grounds legal error specification indefinite appeal evidence rules document content civil procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1411 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1411/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μάρκο Γεωργακάκη και Παναγιώτη Σπηλιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία "..... ΟΕ" που εδρεύει στο ....., που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ......., 3......., και 4. ....... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ανδρεάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1993 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1693/1995, 57/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 2294/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-5-2000 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 13-2-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη συνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό από το αναιρετήριο να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη παραβίαση, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που ελλείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή τις προτάσεις.

Γενικά για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να αναφέρονται και τα στοιχεία που, κατά νόμο, θεμελιώνουν αυτόν. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου (559 αρ. 1) πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που φέρεται ως παραβιασθείσα και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, με πληρότητα και όχι με επιλεκτική, αποσπασματική επιλογή.

Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ιδίου κώδικα προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει, πλην των παραπάνω, να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται ποίες επί πλέον αιτιολογίες δεν έχει η προσβαλλόμενη απόφαση και σε τι συνίσταται η αντίφαση.

Και στις δύο δε περιπτώσεις των λόγων αυτών αναίρεσης, πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι υποβλήθηκε στο δικαστήριο σχετικός ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, για την αντιμετώπιση του οποίου το δικαστήριο υπέπεσε στις από του λόγους αυτούς παραβιάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και έκτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση αντιστοίχως παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο τις αιτιάσεις, ότι με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση αυτού, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων και ακυρώθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής:

α) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 150, 151 και 154 ΑΚ (1ος λόγος) και β) με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την έφεση αυτού και δέχτηκε την ανακοπή των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη (6ος λόγος). Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στην αίτηση του, με πληρότητα και σαφήνεια, τις παραδοχές του εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό ανελέγκτως δέχτηκε ως αποδειχθέντα, και υπό τα οποία συντελέστηκαν οι με τους λόγους αυτούς αποδιδόμενες στο εφετείο πλημμέλειες.

Το ορισμένο, ή αόριστο της αγωγής ή ανακοπής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν τα αίτημα αυτής, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα καίτοι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναίρεσης.

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής ή ανακοπής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις, αλλά και από εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ιδίου κώδικα, πρέπει να προτείνεται νομίμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρεται στο εφετείο, δεν αρκεί δε απλώς επίκληση ότι η αγωγή είναι αόριστη αλλά πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες ελλείψεις σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη στήριξη του ασκουμένου δικαιώματος, εξ αιτίας των οποίων ελλείψεων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, αποδίδει, κατ' εκτίμηση, στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι τις συναλλαγματικές με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής τις αποδέχτηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εταιρίας και τις τριτεγγυήθηκε η τέταρτη, λόγω απειλών από τον αναιρεσείοντα εκδότη αυτών, ακόμη και εναντίον της σωματικής του ακεραιότητας, και ακολούθως να επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής και για το λόγο αυτό, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, διότι ο σχετικός λόγος ανακοπής ήταν αόριστος αφού "ούτε στην ανακοπή των αντιδίκων ούτε στις προτάσεις του Πρωτόδικου ούτε και του εφετείου περιείχετο κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η δι' απειλής πραγματοποιηθείσα δήλωση βουλήσεως των σχετικά με το από 2.12.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό και τις ένδικες συναλλαγματικές ούτε και αίτημα είχαν για ακύρωση του συμφωνητικού και των συναλλαγματικών" (δεύτερος λόγος).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προς μεν το πρώτο μέρος του, που αποδίδει στο εφετείο παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στην αίτηση του, ότι προέβαλε στο πρωτοβάθμιο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο με λόγο έφεσης ισχυρισμό περί αοριστίας του λόγου αυτού της ανακοπής, καθορίζοντας το νόμιμο τρόπο που τον προέβαλε στο πρωτοβάθμιο και τον επανέφερε στο δευτεροβάθμιο και αναφέροντας τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως τα επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας προς απόκρουση της ανακοπής των αντιδίκων του, ως προς δε το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο εφετείο παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 9, διότι δεν αναφέρει ότι προέβαλε στο εφετείο με λόγο έφεσης σχετικό ισχυρισμό κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχτηκε τα ίδια και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμή.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, νοούνται και οι λόγοι ανακοπής (ενστάσεις) κατά διαταγής πληρωμής, οι οποίοι πρέπει να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο δικόγραφο της ανακοπής ή προσθέτων λόγων, και οι οποίοι αναφέρονται είτε στην έλλειψη των κατά νόμο (άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ) διαδικαστικών προϋποθέσεων προς έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε στην ύπαρξη της απαίτησης για την πληρωμή της οποίας εκδόθηκε η διαταγή.

Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής, καθένας των οποίων στηρίζει το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής, οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, ο δε καθού η ανακοπή μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε προβάλλοντας αντενστάσεις (Ολ.ΑΠ 10/1997), αν δε το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη νόμιμο, αόριστο ή απαραδέκτως προταθέντα λόγο ανακοπής, και ακυρώνει για το λόγο αυτό τη διαταγή πληρωμής, υποπίπτει στην από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ.

α' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται ως μη προταθέντες και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης από την προαναφερόμενη διάταξη, διότι το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, αφενός μεν τα φερόμενα ως ληφθέντα υπόψη από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον ισχυρισμό, αφετέρου δε να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, να καθορίζεται δηλαδή αν ο ισχυρισμός δεν προτάθηκε καθόλου ή ήταν αόριστος ή προτάθηκε κατά τρόπο απαράδεκτο.

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 643, 644 και 645 ΚΠολΔ όπως αυτά ίσχυαν και εφαρμόζονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, πριν δηλαδή την τροποποίηση των δύο πρώτων και την κατάργηση του τρίτου με το άρθρο 6 παρ. 12 ν. 2479/971 συνάγεται, ότι οι προβληθέντες με την ανακοπή ή δικόγραφο προσθέτων λόγων λόγοι ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση πιστωτικό τίτλο, οι οποίοι δεν αποδεικνύονται εγγράφως ή με ομολογία, παραπέμπονται με την δεχόμενη ή απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση, σε ιδιαίτερη συζήτηση, εισάγονται δε στο δικαστήριο της παραπομπής με κλήση οποιουδήποτε διαδίκου.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι αντικείμενο της δίκης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, είναι όλοι οι λόγοι της ανακοπής, καθένας των οποίων, αν είναι νόμιμος και παραδεκτός, θεμελιώνει την ανακοπή και οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης, στηρίζει δε το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής, με την προϋπόθεση ότι δεν απορρίφθηκαν από το δικαστήριο που δίκασε την ανακοπή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης αληθώς από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί και ερευνήσει, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγο ανακοπής, ότι τις συναλλαγματικές υπέγραψε ως αποδέκτης η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εταιρίας και η τέταρτη αναιρεσίβλητη ως τριτεγγυήτρια, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους ανακόπτοντες, διότι με την παραπεμπτική σε ιδιαίτερη συζήτηση των ανεκκαθάριστων ισχυρισμών απόφαση, ο λόγος αυτός ανακοπής, δεν παραπέμφθηκε στο δικαστήριο της παραπομπής, οι δε ανακόπτοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι ο ισχυρισμός αυτός εκ παραδρομής δεν ερευνήθηκε από το δικαστήριο που απέρριψε την ανακοπή και παρέπεμψε τους ανεκκαθάριστους ισχυρισμούς σε ιδιαιτέρα συζήτηση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατ'αμφότερα τα σκέλη του, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 1.693/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία παραπέμφθηκαν οι ισχυρισμοί σε ιδιαίτερη συζήτηση, το δικαστήριο εκείνο δεν εξέτασε και δεν απέρριψε λόγο ανακοπής, ότι οι συναλλαγματικές είχαν υπογραφεί από την αποδέκτρια και την τριτεγγυήτρια λόγω απειλής αυτών από τον εκδότη των συναλλαγματικών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 11 περ. γ', 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 453, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, όπως κατά το άρθρο 339 είναι και τα έγγραφα και η ομολογία, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν αυτή γίνεται είτε με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά στις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένα σημεία των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, όπου γίνεται σαφής επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ.

ΑΠ 14/2005) Το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Τέλος πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, με τον τέταρτο δε λόγο, κατ'επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 12, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ειδικότερα με τον προαναφερόμενο τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων διότι α) οι ανακόπτοντες "στο περιεχόμενο της ανακοπής τους ομολογούν ότι οφείλουν 5.000.000 δρχ. και στο σημείωμα τους κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναστολής πρότειναν να παράσχουν εγγυοδοσία για το ως άνω ποσό" και β) παρά το νόμο δεν συνήγαγε ομολογία από την μη ειδική αμφισβήτηση των ανακοπτόντων.

Ο τέταρτος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προς το πρώτο μεν σκέλος του ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμό περί ομολογίας των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, ως αβάσιμος, διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι από την μη ειδική αμφισβήτηση συνάγεται ομολογία, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι 1) ο αναιρεσείων δεν εκθέτει, ότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, επικαλέστηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου, ή με αναφορά με αυτές σε συγκεκριμένα σημεία των προτάσεών του προηγουμένων συζητήσεων, όπου γίνονταν σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων αυτών, επικαλούμενος αορίστως ότι "τα αποδεικτικά αυτά μέσα προσκομίσαμε και επικαλεστήκαμε" 2) αναφέρει αορίστως ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη....

γ) "αντίγραφα έξι βεβαιώσεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών από τα οποία προκύπτει κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα αγορά πλήθους πολυτελών και πανάκριβων αυτοκινήτων" δ) "αντίγραφο του πίνακα κατατάξεως και πράξεως καταβολής αναγγελθέντος πιστωτού από τα οποία προκύπτει ότι κατά της κατατάξεως μου δεν ασκήθηκε αντίρρηση και έλαβα ποσό 4.500.000 δρχ.

περίπου" ε) "τις καταθέσεις των στον πταισματοδίκη Αθηνών" χωρίς να προκύπτει η ταυτότητα των παραπάνω εγγράφων και ειδικότερα η αρχή που εξέδωσε αυτά και η χρονολογία τους. Ως προς τα παραπάνω δε αυτά έγγραφα αλλά και τα υπό στοιχεία α και β του λόγου αυτού αναίρεσης, ήτοι το υπ' αριθμ. 30.11.1992 ιδιόχειρο σημείωμα του ......

και το αντίγραφο του υπ' αριθμ. 26.420/1990 συμβολαίου συμβολαιογράφου Μαραθώνα Γεωργίου Παυλή, ο αναιρεσείων δεν εκθέτει το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών εκ του οποίου να προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά ήσαν χρήσιμα προς ανταπόδειξη των λόγων ανακοπής, και ότι οι συναλλαγματικές με βάση τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής υπογράφτηκαν από την αποδέκτρια και τριτεγγυήτρια λόγω απειλών του εκδότη τους αναιρεσείοντος.

Επομένως πρέπει ν'απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2000 αίτηση του ...... για αναίρεση της |2.294/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ