Legislator Case Law & Legislation
1410/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment for lack of contradictory reasoning.

Case Number 1410/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of First Instance's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the appellate court contradicted itself by accepting the employer's claim of unpaid wages while simultaneously rejecting the employee's claim of voluntary resignation. The court held that these arguments did not constitute a valid ground for appeal under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure because they merely challenged the factual evaluation of evidence, which is within the free discretion of the appellate court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) KPolD; Art. 561(1) KPolD: An appeal based on contradictory reasoning is inadmissible if the alleged contradictions concern the factual evaluation of evidence and the weighing of proof, which falls within the free discretion of the appellate court and is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning appellate review labor dispute evidence evaluation free discretion Code of Civil Procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) KPolD
Art. 561(1) KPolD
Art. 340 KPolD
Art. 176, 183, 189(1), 191(2) KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1410 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1410/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ζιάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Τ. του Ι., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αυγουστή, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 5-1-2018 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1135/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1143/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 17-6-2022 με αριθμ.καταθ. 4782/529/20-6-2022, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1143/8-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί α) της 16-7-2018 με αριθμ.καταθ.72244/4926/20-7-2018 έφεσης του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου και β) της από 11-11-2019 με αριθμ.

καταθ.100052/7913/15-11-2019 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθ. 1135/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία. Με την τελευταία απόφαση είχαν συνεκδικαστεί η από 30-3-2017 με αριθμ.526047 /758/2017 αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου και η από 5-1-2018 με αριθμ.

καταθ.930/31/2018 ανταγωγή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, είχε απορριφθεί η ανταγωγή και είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις, απέρριψε κατ'ουσία την δεύτερη τούτων και κατά παραδοχή της πρώτης έφεσης, του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε δικάσει επί της ανωτέρω, από 30-3-2017 με αριθμ.καταθ. ...

αγωγής του. Ακολούθως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της άνω αγωγής, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 31-1-2017 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, τον υποχρέωσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και επιδίκασε στον τελευταίο, για επιδόματα εορτών και αδείας, υπερεργασία, υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση, εργασία τις Κυριακές και αργίες και αποζημίωση λόγω στέρησης ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης, του χρονικού διαστήματος από 29-8-2014 έως και 31-1-2017, και για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-2-2017 έως 30-11-2017, το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των (16.637,35+15.979,38=) 32.616,73 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (8-3-2022) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (20-6-2022), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 28.1/4.2.1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α` 35) ορίζεται ότι τα φορτηγά αυτοκίνητα, από την άποψη εφαρμογής του παρόντος, διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α`, Β`, Γ`), από τις οποίες, η κατηγορία Α` περιλαμβάνει τα μη εξυπηρετούντα ορισμένο εργοδότη φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία), η Β` κατηγορία τα φορτηγά αυτοκίνητα των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π.

που εξυπηρετούν έκτακτες ανάγκες των δικτύων των εταιρειών αυτών και η κατηγορία Γ` τα φορτηγά αυτοκίνητα των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως, τα φορτηγά λατομείων, ορυχείων και μεταλλείων, ως και τα φορτηγά της κατηγορίας Β' που δεν εξυπηρετούν έκτακτες ανάγκες των δικτύων των εν λόγω εταιρειών.

Με τη διάταξη του άρθρου 2 περ. γ του πιο πάνω Β.Δ/τος ορίζεται ότι η απασχόληση των οδηγών και των βοηθών αυτών των φορτηγών αυτοκινήτων Γ` κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 48 ώρες εβδομαδιαίως και τις 8 ώρες ημερησίως, υπέρβαση δε του κατά το άρθρο αυτό προβλεπομένου ανωτάτου ορίου επιτρέπεται κατά το άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος μόνο καθ` ό μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας.

Κατά δε το άρθρο μόνο παρ.4 του Β.Δ/τος 882/1961 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των άρθρων 2 και 3 του Β.Δ/ τος της 28.1/4.2.1938" (ΦΕΚ Α 224), υπέρβαση του πιο πάνω ημερησίου ωραρίου επιτρέπεται ωσαύτως και λόγω συσσώρευσης εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέραν δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ` ανώτατο όριο (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1412/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 498/2016, ΑΠ 132/2015).

Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι της γενικής ρύθμισης του άρθρου 3 του ΝΔ/τος 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση [όπως στην προκειμένη περίπτωση οι όροι του άρθρου 3 του Β.Δ/τος 28.1/4.2.1938 ή του άρθρου μόνου του Β.Δ/τος 882/1961], συνιστά παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή.

Με το άρθρο 3 της 12/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων πάσης φύσεως κλπ, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984 (ΦΕΚ Β 182), ο χρόνος εργασίας των οδηγών των ως άνω αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/1985 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κλπ (αριθ.

κατάθ. Υπουρ. Εργασίας 16071/2.7.1985, πράξη καταθ. Ειρην. Αθηνών 84/24.7.1985 και ανακ. κατάθ. Υπ. Εργ. 16973/29.7.1985), που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29/11/1985) με την ΥΑ 19533/1985 (ΦΕΚ Β 720) καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε συνεχόμενων εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων. Ήδη με το άρθρο 6 της από 26-2-1975 ε.γ.σ.σ.ε που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11400/1975 (ΦΕΚ Β 269) και στη συνέχεια κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.133/1975 για τις επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, επιτράπηκε η υπέρβαση του ανωτάτου ορίου της ημερήσιας απασχόλησης (8ώρου) κατά μία ώρα κάθε ημέρα, και δη μέχρι τη συμπλήρωση 9ώρου εργασίας ημερησίως, χωρίς η υπέρβαση αυτή να συνιστά υπερωρία.

Το ως άνω σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δεν μεταβάλλεται σε σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και αν ακόμη ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος ή και την Κυριακή, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 593/2021, ΑΠ 313/2010).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α 210/19.8.2005) με έναρξη ισχύος 1.10.2005 (άρθρο 15 Ν. 3385/2005) και όπως οι παράγραφοι 1,3 και 5 αντικαταστάθηκαν και πάλι με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) με έναρξη ισχύος 15-7-2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο [πριν την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 5 του ως άνω άρθρου (4) και της προσθήκης παραγράφου 6 σ' αυτό με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021)] ορίζονται τα εξής : "1.

Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.

Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).

Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό(60%).4.Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5.

Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)". Από, δε, το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα (9 ώρες ημερησίως) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ, δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης.

Για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), ο εργαζόμενος δικαιούται το "καταβαλλόμενο" ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι για κάθε ώρα "κατ' εξαίρεση" υπερωρίας (παράνομης υπερωρίας), ως άνω, ο εργαζόμενος δικαιούται "αποζημίωση", ευθέως από το νόμο (χωρίς πλέον να συνδέεται η ως άνω απαίτηση με αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως όριζε προηγουμένως η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 435/1976, βλ.

ΑΠ 232/2018, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 671/2016), ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80% (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 822/2020). Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β15) που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του νόμου 28/1944, όπως αυτή συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε με την υπ' αριθμ. 25325/1951 κοινή απόφαση των ίδιων υπουργών (ΦΕΚ Β 86), οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν νυκτερινή εργασία, δηλαδή εργασία από τις 22.00 έως τις 06.00, είτε καθ'όλο το διάστημα της νύκτας, είτε κατά ορισμένο τμήμα του, δικαιούνται να λαμβάνουν επιπλέον των κανονικών αποδοχών τους και προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου τους.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 εδ. 4 και 216 § 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1289/2020, ΑΠ 104/2020, ΑΠ 1004/2017). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1289/2020, ΑΠ 104/2020, ΑΠ 83/2019). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με το λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).

Τέλος, σύμφωνα με τα παραπάνω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση (ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία), θα πρέπει ν' αναφέρεται η εργασιακή σχέση, οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1003/2018) και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και ημερήσιας απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποια περίπτωση υπέρβασης του συμβατικού ή του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλαδή υπερεργασία, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, ή κατ' εξαίρεση υπερωρία, ενόψει και του ως άνω διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης του νομίμου ωραρίου (ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 684/2017, ΑΠ 53/2015).

Ειδικότερα επί μισθωτών απασχολουμένων σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, εφόσον στην αγωγή αυτών με αντικείμενο την καταβολή αμοιβής για υπερεργασιακή ή υπερωριακή απασχόληση διαλαμβάνεται ότι αυτοί απασχολήθηκαν επί πλέον του συμβατικού ή του νομίμου ωραρίου αντίστοιχα κατά τις αναφερόμενες και προσδιοριζόμενες ημερολογιακά στην αγωγή ημέρες και για τις ώρες που αναγράφονται και αντιστοιχούν σε κάθε συγκεκριμένη ημέρα απασχόλησης, η τυχόν (εσφαλμένη) από αυτούς συναρίθμηση και των ωρών εργασίας κατά τα Σάββατα (ως έκτης ημέρας απασχόλησης) ή κατά τις Κυριακές για την εύρεση του συνολικού αριθμού ωρών υπερεργασιακής ή υπερωριακής απασχόλησης, δεν καθιστά εκ του λόγου αυτού αόριστη την αγωγή κατά το σχετικό κεφάλαιο, αφού τόσο η υπερεργασιακή όσο και η υπερωριακή απασχόληση προκύπτουν από τις ώρες εργασίας του μισθωτού κατά το αντίστοιχο πενθήμερο ή την αντίστοιχη ημέρα που προσδιορίζονται ημερολογιακά (ΑΠ 1153/2017, ΑΠ 1371/2009) σε συνδυασμό με τη χρήση του οικείου ημερολογίου, από το οποίο προκύπτει ποίες από τις ημερολογιακά αναγραφόμενες στην αγωγή ημέρες είναι Σάββατα ή Κυριακές, προκειμένου οι αντίστοιχες ώρες απασχόλησης κατά τις ημέρες αυτές ν' αφαιρεθούν για τον υπολογισμό των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης για την εύρεση των ωρών υπερεργασίας ή των ωρών ημερήσιας απασχόλησης για την εύρεση της υπερωρίας και κατά συνέπεια είναι δυνατός με βάση το περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου ο υπολογισμός των αντίστοιχων αξιώσεων.

Μάλιστα, εάν στην αγωγή διαλαμβάνεται ισχυρισμός ότι αυτοί απασχολήθηκαν όλες τις ώρες του συμβατικά οριζομένου ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως και πλέον αυτών, πραγματοποιώντας υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση και τούτο ήθελε προκύψει από τις αποδείξεις, τότε για τις πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης (οπότε δεν προκύπτει ζήτημα ανισομερούς κατανομής των ωρών εργασίας της αντίστοιχης εβδομάδας και μη συμπλήρωσης του εβδομαδιαίου ωραρίου των 40 ωρών), οι ως άνω μισθωτοί θα δικαιούνται αμοιβής για υπερεργασία μίας (1) ώρας ημερησίως ήτοι για την 9η ώρα απασχόλησης (και μέχρι πέντε (5) ώρες εβδομαδιαίως για τους απασχολούμενους επί πενθήμερο) και αμοιβής για (νόμιμη ή παράνομη - κατ' εξαίρεση υπερωρία) για τις ώρες απασχόλησης πέραν των 9 ωρών την αντίστοιχη ημέρα (τις καθημερινές) και για τις ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών τα Σάββατα (ως έκτης ημέρας απασχόλησης) ή τις Κυριακές.

Όταν ζητούνται και προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τη διάρκεια της νύκτα, εκτός της σύμβασης εργασίας, του συμβατικού ή νόμιμου μισθού, που απαιτούνται για την εξεύρεση του ωρομισθίου, πρέπει να αναφέρονται και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η οφειλή του εργοδότη από την παροχή της νυχτερινής εργασίας, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 667/2019) και ειδικότερα, ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας που παρείχε ο εργαζόμενος σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (από ώρες 22.00 μ.μ έως 06.00 π.μ) Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή του αντιδίκου του, παρά τον περί του αντιθέτου προβληθέντα ισχυρισμό του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή και αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της, επικαλούμενος ειδικότερα ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και συνακόλουθα απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζητεί την επιδίκαση, μεταξύ άλλων, προσαυξήσεις νυχτερινής εργασίας, χωρίς προσδιορισμό των ημερών και ωρών της νυχτερινής εργασίας του και με διάκριση τούτων κατά τις Κυριακές, ως και αμοιβή με προσαυξήσεις για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, χωρίς να προσδιορίζει την εβδομαδιαία και της ημερήσια εργασίας του, αντίστοιχα, και συνολικά, χωρίς διάκριση των εργασίμων ημερών, ή των έκτων ημερών υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας ή των Κυριακών.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 30-3-2017 με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε ότι με την από 29-8-2014 αρχικά άτυπη και ακολούθως από τις 3-3-2015 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο ως οδηγός των αναφερόμενων φορτηγών αυτοκινήτων Γ' κατηγορίας για τη μεταφορά αγροτικών κυρίως προϊόντων υγρής μορφής (λάδι, γάλα, κρασί, μελάσα), έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών 761,90 ευρώ, απασχολούμενος από Δευτέρα μέχρι και Σάββατο, με ημερήσιο ωράριο από 9.00 π.μ., έως τις 15.40 μ.μ., δηλαδή για 40 ώρες εβδομαδιαίως.

Ότι από την κατάρτιση της σύμβασης αυτής και μέχρι τη λύση της στις 31-1-2017, κατόπιν άκυρης καταγγελίας του εναγομένου, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, με την ανωτέρω ειδικότητά του εργάστηκε (και) α) κατά τις αναφερόμενες συγκεκριμένες και ημερολογιακά προσδιοριζόμενες ημέρες, με διάκρισή τους κατά τα επιμέρους χρονικά διαστήματα, από 29-8-2014 έως 31-12-2014, από 1-1-2015 έως 31-12-2015, και από 1-1-2016 έως 31-1-2017 και ανά μήνα, με το αναφερόμενο ωράριο για κάθε μία από τις ημέρες αυτές, προσδιοριζόμενο τούτο περαιτέρω και κατά το χρόνο έναρξης και λήξης του, και πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας με βάση τα ανωτέρω τις εκτιθέμενες στο δικόγραφο, κατά τους υπολογισμούς του, ώρες υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης και β) κατά τις αναφερόμενες συγκεκριμένες ημερολογιακά προσδιοριζόμενες ημέρες εργάστηκε κατά τη διάρκεια της νύκτας, μεταξύ των ωρών από 22.00- 06.00, χωρίς να του καταβληθούν για την, κατά τα ανωτέρω, παρασχεθείσα υπερεργασιακή, υπερωριακή και νυχτερινή εργασία του, οι νόμιμες αμοιβές, αποζημιώσεις και προσαυξήσεις.

Ότι για τις ανωτέρω αιτίες (υπερεργασία, υπερωριακή εργασία και νυχτερινή εργασία) ο εναγόμενος του οφείλει τα αναφερόμενα για κάθε μία τούτων και αναλυτικά προσδιοριζόμενα, με βάση το ωρομίσθιό του και τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις, και κατά τους δικούς του υπολογισμούς, ύψους 1.441,24 ευρώ, 8.450,16 ευρώ, και 624,72 ευρώ, αντίστοιχα.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, επικαλούμενος την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τις ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό των επιμέρους συγκεκριμένων αγωγικών κονδυλίων, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των (1.441,24+8.450,16=) 9.891,40 ευρώ, για την υπερεργασιακή και υπερωριακή του απασχόληση και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το ποσό των 624,72 ευρώ για την εργασία του κατά τη διάρκεια της νύκτας, νομιμοτόκως.

Με την υπ' αριθμ. 1135/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η άνω αγωγή συνεκδικάστηκε με την από 5-1-2018 ανταγωγή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος-που απορρίφθηκε στο σύνολό της- και κατά το προαναφερόμενο μέρος της, που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, (η αγωγή) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Κατά της ανωτέρω απόφασης, για το μέρος αυτό της αγωγής που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, άσκησε την από 16-7-2018 έφεσή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, η οποία, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1143/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, συνεκδικάστηκε με την από 11-11-2019 αντίθετη έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

Ο τελευταίος ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητος, αμυνόμενος κατά της έφεσης του αντιδίκου του, που ζητούσε την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής του κατά το μέρος τούτο (τρίτος λόγος της από 16-7-2018 έφεσης του ενάγοντος), αλλά και με διαλαμβανόμενο στη δίκη του έφεση ισχυρισμό, επικαλέστηκε αοριστία των εν λόγω αγωγικών αξιώσεων.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη, και ακολούθως νόμιμη και κατ'ουσία βάσιμη, εν μέρει, την αγωγή ως προς την αιτούμενη αμοιβή, αποζημίωση και προσαυξήσεις για την υπερεργασία του, την υπερωριακή απασχόληση και την εργασία του κατά τη διάρκεια της νύκτας το επίδικο χρονικό διάστημα.

Κρίνοντας το Εφετείο ορισμένη την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως προς τις άνω αξιώσεις του με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ούτε αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της και ειδικότερα οι προαναφερόμενες διατάξεις. Και τούτο διότι σαφώς εκτίθεται στην αγωγή, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, οι όροι της για το χρόνο εργασίας του ενάγοντος, ο μηνιαίος (μικτός) μισθός του για τον υπολογισμό του ωρομισθίου του, η χρονική διάρκεια της απασχόλησής του και μάλιστα με αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης αυτής, ανά ημέρα, και μάλιστα ημερολογιακά προσδιοριζόμενη, εντός των συγκεκριμένων χρονικών διαστημάτων και ανά μήνα, και συνακόλουθα προκύπτει η διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησής του, με διάκριση της κάθε ημέρας εργασίας εντός της εβδομάδας, και όχι συλλήβδην για όλες τις ημέρες, καθημερινές, Σαββάτου και Κυριακών, όπως θεωρεί ο αναιρεσείων, και περαιτέρω αναφέρεται η πέραν του οκταώρου ημερήσια εργασία του και η διάρκεια της νυχτερινής εργασίας του, τις συγκεκριμένα αναφερόμενες και επίσης ημερολογιακά προσδιοριζόμενες ημέρες του επιδίκου χρονικού διαστήματος.

Η ανωτέρω περιγραφή με συγκεκριμένο τρόπο του περιεχόμενου των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις ανωτέρω αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και η σαφής αναφορά των αναγκαίων προσδιοριστικών τους στοιχείων, ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ "σαφή έκθεση των γεγονότων που ....δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης" και "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς" και με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις προαναφερόμενες διατάξεις σκοπός, ώστε να δύναται το μεν δικαστήριο να ελέγξει τη νομική βασιμότητα των αξιώσεων αυτών, στον δε εναγόμενο-αναιρεσείοντα να αμυνθεί ικανοποιητικά.

Και ναι μεν οι ημέρες των Σαββάτων και των Κυριακών δεν συναριθμούνται στις ώρες εργασίας του πενθημέρου συστήματος εβδομαδιαίας εργασίας για την εύρεση των ωρών υπερεργασίας, πλην όμως κατά τα ήδη προεκτεθέντα οι ημέρες εργασίας του αναιρεσίβλητου προσδιορίζονται ημερολογιακά στην αγωγή, όπως και οι αντιστοιχούσες κάθε ημέρα ώρες συνολικής απασχόλησης αυτού (πέραν της συμπλήρωσης κατά τα λοιπά του συμβατικού του ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως), με συνέπεια με τη χρήση του οικείου ημερολογίου να είναι δυνατός ο υπολογισμός των σχετικών αξιώσεων.

Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας ορισμένη την αγωγή ως προς τις αξιώσεις αυτές του ήδη αναιρεσίβλητου δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συνακόλουθα ο ερευνώμενος πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 353, 648 και 656 του ΑΚ, ως και εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι στην περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για οιονδήποτε λόγο, όπως είναι και οι περιπτώσεις εκείνες που η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς να τηρηθούν οι από το άρθρο 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν.2556/1997, νόμιμες διατυπώσεις (έγγραφος τύπος, καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του τελευταίου και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού (ΑΠ 1470/2022, ΑΠ 1325/2020, ΑΠ 725/2020).

Η οφειλόμενη δε νόμιμη αποζημίωση, υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ.2 του Ν.2112/1920 και 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυόμενου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 759/2023, ΑΠ 839/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους-αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 509/2022, ΑΠ 1094/2022, ΑΠ 764/2021, ΑΠ 50/2020).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από το αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, δεχόμενο τον λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου περί λύσης της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την από 31.1.2017 καταγγελία του και συνακόλουθα την ακυρότητα αυτής την οποία αναγνώρισε, υποχρεώνοντάς τον μετά ταύτα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αντιδίκου του και επιδικάζοντας σε αυτόν μισθούς υπερημερίας, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε (των άρθρων 349, 350, 353, 648 και 656 του ΑΚ σε συνδ.

με τις ΑΚ 174 και 180, και 4 παρ. 2 του Ν.2556/1997), με αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών για το κρίσιμο ζήτημα της λύσης της σύμβασης εργασίας με άκυρη καταγγελία του και τα συνδεόμενα με αυτή αγωγικά αιτήματα, και ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος αυτό.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (κατ'αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι δυνάμει της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις 28-8-2014, και όπως αυτή μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων το επίδικο χρονικό διάστημα, από τις 28-8-2014 μέχρι τη λύση της σύμβασης αυτής στις 31-1-2017, όφειλε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο από την παρασχεθείσα εργασία του, ως οδηγός των φορτηγών του, το συνολικό ποσό των (32.616,73-7.901,70=) 24.714,03 ευρώ, για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2014, 2015, 2016, υπερεργασία, υπερωριακή και νυχτερινή απασχόληση, εργασία τις Κυριακές και αργίες και αποζημίωση λόγω στέρησης ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης.

Κατά το μέρος δε που αφορά τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας δεν εξελίχθηκε ομαλά. Συγκεκριμένα, στις 31-1-2017, ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, ο οποίος παρέλαβε το βυτίο που οδηγούσε από τον χώρο στον Ασπρόπυργο πραγματοποίησε τοπικά δρομολόγια (..., λιμάνι Πειραιά, Κόρινθο για πλύσιμο του αυτοκινήτου) και κατ'εντολή του εναγόμενου-εφεσίβλητου-εκκαλούντα ακολούθησε εν συνεχεία προγραμματισμένο δρομολόγιο προς την Πάτρα με περαιτέρω προορισμό την Ιταλία, με φορτίο της εταιρείας ...

S.A., το οποίο έπρεπε να παραδοθεί την επόμενη, την 1-2-2017, δηλαδή, στην εταιρεία ... στο Monteriggioni. Επειδή δε, παρ'ότι ζήτησε επανειλημμένα να του καταβληθεί στον τραπεζικό του λογαριασμό ο μισθός του για τον μήνα εκείνο (Ιανουάριο) και δεν του καταβλήθηκε αυθημερόν, ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος αποφάσισε να μην συνεχίσει το ταξίδι προς Ιταλία και αποβίβασε το φορτηγό από το πλοίο με το οποίο επρόκειτο να ταξιδέψει και το οποίο βρισκόταν ακόμα σε αναμονή.

Ενώ, λοιπόν, ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος επέστρεφε με το φορτηγό του στην Αθήνα, κατόπιν επικοινωνίας του με τον γιο του εναγομένου-εφεσίβλητου-εκκαλούντα, ο τελευταίος του ζήτησε να επιστρέψει στην Πάτρα, να αφήσει σε πάρκινγκ το έμφορτο βυτίο και να γυρίσει στην Αθήνα με τον τράκτορα. Τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο, κατά την επιστροφή του στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο χώρο φύλαξης των οχημάτων της επιχείρησης του εναγομένου-εφεσίβλητου-εκκαλούντα στον Ασπρόπυργο, τον ανέμενε ο Γ.

Μ., υπάλληλος και αυτός της επιχείρησης του τελευταίου. Όπως ο εν λόγω διάδικος (εναγόμενος-εφεσίβλητος-εκκαλών) υποστήριξε πρωτοδίκως και επανέλαβε στα πλαίσια της παρούσας δίκης, ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, κατά την άφιξή του στον Ασπρόπυργο πήρε τα πράγματά του από το αυτοκίνητο και αιφνιδιαστικά, παρουσία του κατονομαζόμενου ως άνω υπαλλήλου (Γ.Μ.), αποχώρησε οικειοθελώς λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: "Τα 'σπασα με το Β.

και φεύγω. Δεν μπορώ να δουλέψω πλέον εδώ, τώρα θα τους δείξω εγώ". Παράλληλα, ο εναγόμενος-εφεσίβλητος-εκκαλών ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα λόγω της μη έγκαιρης μεταφοράς του φορτίου στην Ιταλία, η οποία πραγματοποιήθηκε εν τέλει με καθυστέρηση δύο ημερών, την 3-2, αντί της προγραμματισμένης 1-2-2017.

Προς επίρρωση των ισχυρισμών αυτών ο εναγόμενος-εφεσίβλητος-εκκαλών επικαλέστηκε και προσκόμισε την από 30-1-2017 διεθνή φορτωτική, ενώ σχετικά με τα ανωτέρω κατέθεσε ο Γ. Μ., ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Πλην όμως, η κατάθεση του τελευταίου δεν κρίνεται πειστική.

Κι αυτό, διότι, εάν πράγματι ευσταθούσε ο ισχυρισμός αυτού, ότι ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος ήθελε να αποχωρήσει από την επιχείρησή του (εναγομένου-εφεσίβλητου-εκκαλούντα), ο συγκεκριμένος διάδικος (ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος), που διέθετε κλειδί για την πρόσβασή του στον περιφραγμένο χώρο του Ασπροπύργου, θα το έπραττε με δική του πρωτοβουλία, αφήνοντας το αυτοκίνητο που οδηγούσε στον παραπάνω χώρο και παραδίδοντας τα κλειδιά (τόσο του αυτοκινήτου, όσο και της εισόδου στη μάντρα) την επόμενη ημέρα στον ίδιο (εναγόμενο-εφεσίβλητο-εκκαλούντα) ή σε πρόσωπο που αυτός θα του υποδείκνυε, χωρίς την παρουσία του συγκεκριμένου μάρτυρα, ο οποίος δεν είχε κανένα προφανή λόγο να παραβρίσκεται κατά τον ως άνω χρόνο, παρά μόνο κατόπιν εντολής του εναγόμενου-εφεσίβλητου-εκκαλούντα, που έχοντας λόγο να προβεί στην καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας, εξαιτίας της επιδειχθείσας αντισυμβατικής συμπεριφοράς από πλευράς αυτού (ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητου) (ακύρωση προγραμματισμένου δρομολογίου και πρόκληση καθυστέρησης στην έγκαιρη παράδοση του φορτίου), είχε ζητήσει από τον παραπάνω αναφερόμενο μάρτυρα να τον αναμείνει, περί τις24.00 μ.μ.

της 31-1-2007, προκειμένου να αφαιρεθούν από τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο το αυτοκίνητο της επιχείρησης, τα κλειδιά καθώς και τα έγγραφά του (ταχογράφο, βιβλία δρομολογίων, κάρτα δρομολογίων) και να παραδοθούν σ'αυτόν (ως άνω μάρτυρα) για λογαριασμό του (εναγομένου-εφεσίβλητου-εκκαλούντα), στερώντας του, έτσι, ουσιαστικά, τη δυνατότητα να απασχοληθεί στην επιχείρησή του στο μέλλον.

Αντιθέτως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος εκδήλωσε τέτοια πρόθεση (να παραδώσει, δηλαδή, με δική του πρωτοβουλία τα κλειδιά του φορτηγού, της εισόδου της μάντρας καθώς και τα συνοδευτικά του φορτηγού έγγραφα του μάρτυρα Γ. Μ.) ούτε και ότι είχε λόγο να αποχωρήσει οικειοθελώς από την επιχείρηση του εναγόμενου-εφεσίβλητου-εκκαλούντα.

Παρ'ότι, δηλαδή, ο συγκεκριμένος διάδικος (ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος) ενήργησε κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα αντισυμβατικά-δεδομένου ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθού του για τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2017, την 1.2.2017, όπως δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αντί της 31.1.2017, η οποία (καθυστέρηση) ούτε σημαντική, ούτε κακόβουλη ήταν, δεν μπορεί αντικειμενικά να δικαιολογήσει την ενέργειά του να ακυρώσει το προγραμματισμένο ως άνω δρομολόγιο και να παραβεί, έτσι, την εντολή του εργοδότη του-η ενέργεια αυτή, από μόνη της, δεν συνιστά εκδήλωση βούλησης οικειοθελούς αποχώρησης εκ μέρους του ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητου.

Την έλλειψη δε τέτοιας πρόθεσης εκ μέρους του ενισχύουν τόσο η ομαλή, μέχρι πρότινος, συνεργασία του με τον εναγόμενο-εφεσίβλητο-εκκαλούντα όσο και οι εν γένει συνθήκες, καθώς και ο ίδιος (ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος) στις 31.1.2017 προσήλθε κανονικά στην εργασία του και πραγματοποίησε προηγουμένως τοπικά δρομολόγια προτού συνεχίσει το προγραμματισμένο δρομολόγιο προς Πάτρα με περαιτέρω προορισμό την Ιταλία-για το μόνο δε που ενημέρωσε τον γιο του εργοδότη του αργότερα, ήταν το ότι αυτός (ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος) ακύρωσε το ταξίδι (για τον προαναφερόμενο λόγο) αποβιβάζοντας το φορτηγό από το πλοίο.

Εξάλλου, δεν εξηγείται βάσει ποιας λογικής ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος, ο οποίος είχε αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις ως έγγαμος και εργαζόταν από διετίας και πλέον στην εν λόγω επιχείρηση, θα επέλεγε την ανεργία με όσα δυσμενή αποτελέσματα αυτή συνεπάγεται-όπως δηλαδή, αποδεικνύεται, ο συγκεκριμένος διάδικος παραμένει έκτοτε άνεργος.

Από τα παραπάνω προκύπτει, επομένως, ότι η κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες συνταχθείσα από 1.2.2017 δήλωση περί οικειοθελούς αποχώρησης αυτού (ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητου) δεν επάγεται έννομες συνέπειες, αλλά ότι, ο εργοδότης του, αποκρούοντας από τότε τις προσφερόμενες εκ μέρους του υπηρεσίες, κατήγγειλε ο ίδιος τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, όπως βασίμως ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος υποστηρίζει.

Στην ανωτέρω δε ενέργεια του ο εναγόμενος-εφεσίβλητος-εκκαλών προέβη χωρίς παράλληλα να του επιδώσει έγγραφο προς το σκοπό αυτό και χωρίς παράλληλα να του καταβάλει τη νόμιμη οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσής του. Η γενόμενη, όμως, κατά τα ανωτέρω καταγγελία τυγχάνει, για το λόγο αυτό άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο.

Ο τελευταίος, εμμένοντας στ'αυτή επέλεξε το δικαίωμά του να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας. Εφόσον, δηλαδή, με την αγωγή του, ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος επικαλέστηκε και αποδεικνύει τη γενόμενη άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η καταγγελία αυτή υποδηλώνει την άρνηση του εναγομένου-εφεσίβλητου-εκκαλούντα να δεχθεί στο μέλλον τις προσφερόμενες από τον απολυθέντα ενάγοντα υπηρεσίες.

Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος-εφεσίβλητος-εκκαλών, που κατέστη υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας του τελευταίου, που απολύθηκε άκυρα, υποχρεούται να του καταβάλει τις οικείες αποδοχές. Σαν μισθός δε, του οφείλεται το ποσό που ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος θα ελάμβανε συνήθως, εάν ο εναγόμενος-εφεσίβλητος-εκκαλών δεν αρνιόταν να δεχθεί την εργασία του [...].

Κατόπιν, λοιπόν αυτής (άκυρης ως άνω καταγγελίας) ο τελευταίος όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 1.7.2017 μέχρι τις 30.11.2010, κατά μερική παραδοχή του οικείου αγωγικού αιτήματος, το ποσό των [(761,90 ευρώ Χ 10 μήνες=) 7.619 ευρώ, καθώς και αναλογία επιδόματος δώρου εορτών Πάσχα του έτους 2017 (89 ημερολογιακές ημέρες δώρου εορτών Πάσχα του έτους 2017 μέχρι 30.4.2017:8=11,13 Χ (761,90:2=) 380,95 Χ 1/15=25,40 =282,70=] 7.901,7 ευρώ. [....].

Στη συγκεκριμένα περίπτωση, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της από 31.1.2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητου, πρέπει [...] να διαταχθεί η εκ νέου πρόσληψη και πραγματική απασχόληση αυτού από τον εναγόμενο-εφεσίβλητο-εκκαλούντα, κατά παραδοχή και του αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο έκρινε διαφορετικά, απορρίπτοντας στη συνέχεια τα συνδεόμενα με την επικληθείσα άκυρη απόλυση αγωγικά αιτήματα α) της αναγνώρισης της ακυρότητας της γενόμενης από 31.1.2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητου, β) της καταβολής σ'αυτόν του παραπάνω αιτηθέντος ποσού ως μισθούς υπερημερίας του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος και γ) της υποχρέωσης επαναπασχόλησης του εν λόγω διαδίκου εκ μέρους του εναγομένου-εφεσίβλητου-εκκαλούντος εργοδότη του, έσφαλε, όπως βασίμως υποστηρίζει ο πρώτος με τον σχετικό (έβδομο) λόγω της πρώτης έφεσής του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή του έβδομου λόγου της έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δέχθηκε την αγωγή του ως προς το κεφάλαιο της λύσης της ένδικης σύμβασης με την από 31-1-2017 καταγγελίας του αντιδίκου του και τα συνδεόμενα με αυτή αγωγικά αιτήματα και συγκεκριμένα αναγνώρισε την καταγγελία αυτή ως άκυρη, υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και επιδίκασε στον τελευταίο (εκτός από το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 24.714,03 ευρώ που έκρινε ως οφειλόμενο μέχρι τότε, και) μισθούς υπερημερίας του επόμενου χρονικού διαστήματος, από 1-2-2017 έως 30-11-2017, ποσού 7.901,70 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 349, 350, 353, 648 και 656 του ΑΚ σε συνδ. με τις ΑΚ 174 και 180, και 4 παρ. 2 του Ν.2556/1997, με αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της λύσης της μεταξύ των διαδίκων ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την από 31-1-2017 άκυρη καταγγελία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εργοδότη, λόγω μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων (του έγγραφου τύπου και της καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης), την αναγνώριση της ακυρότητας της, την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για απασχόληση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και την επιδίκαση στον τελευταίο μισθών υπερημερίας.

Αντίθετα, εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, στις εν λόγω διατάξεις.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: α) η ένδικη, από 28-8-2014 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, λύθηκε με την από 31-1-2017 καταγγελία του εναγομένου ήδη αναιρείοντος εργοδότη και δεν λύθηκε με οικειοθελή αποχώρηση του αναιρεσίβλητου από την εργασία του β) η καταγγελία αυτή είναι άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και μη καταβολής της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης στον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο, του οποίου τις προσφερόμενες υπηρεσίες, ως οδηγού των φορτηγών του, αντέκρουσε ο καταγγέλων αναιρεσείων εργοδότης το χρονικό διάστημα από 1-2-2017 έως 30-11-2017 γ) το διάστημα αυτό που παρέμεινε ο ενάγων-αναιρεσίβλητος άνεργος, ο αναιρεσείων, ως υπερήμερος εργοδότης, του οφείλει τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε, με μηνιαίο μισθό 761,90 ευρώ, συνολικού ποσού 7.901,70 ευρώ, και επίσης οφείλει να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του στην επιχείρησή του.

Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προσδιορίζονται με επάρκεια και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες τα στοιχεία που συνιστούν, το προσδιοριζόμενο από τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, των οποίων το πραγματικό καλύπτεται πλήρως από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, της βασιμότητας της αγωγής ως προς τα προαναφερόμενα κεφάλαιά της.

Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τις λοιπές προβαλλόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του ο αναιρεσείων αποδίδει την ίδια πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος αντιφατικές αιτιολογίες της ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της λύσης της ένδικης σύμβασης με τη δική του καταγγελία και όχι με την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος από την εργασία του, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, διότι, το Εφετείο, αντιφατικά, δέχθηκε α) το μεν ότι η ένδικη εργασιακή σχέση δεν εξελισσόταν ομαλά λόγω των οφειλομένων εκ μέρους του αμοιβών του αντιδίκου του για παρασχεθείσα εργασία του, το δε ότι η εργασιακή τους σχέση εξελισσόταν ομαλά την ημέρα της καταγγελίας πριν από αυτή β) το μεν ότι ο εργοδότης δεν μπορούσε να κρατήσει στην επιχείρησή του έναν ζημιογόνο εργαζόμενο, το δε ότι ο εργαζόμενος μπορούσε να παραμείνει στην επιχείρηση ενός ζημιογόνου εργοδότη, και τέλος διότι αντίθετα με τη λογική δέχθηκε ότι η διένεξη μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του δεν ήταν ικανή και πρόσφορη να προκαλέσει την οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του, ενώ κατά την κοινή πείρα και τη λογική οι διενέξεις μπορούν να προκαλέσουν ακόμη και κακουργήματα (ανθρωποκτονίες), περαιτέρω δε εσφαλμένως εκτίμησε ως μη πειστική για το ανωτέρω ζήτημα την κατάθεση του αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα Γ.Μ..

Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος δεν ιδρύουν τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, καθόσον αφορούν σε πραγματικά επιχειρήματα του ιδίου του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου για τις υφιστάμενες συνθήκες και τις σχέσεις των διαδίκων κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά από την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, που δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού του πορίσματος για τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού της λύσης της ένδικης σύμβασης με καταγγελία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επομένως αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του ικανές να ελεγχθούν αναιρετικά για αντιφατικότητα, στα πλαίσια του εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Υπό την επίφαση δε συνδρομής του αναιρετικού αυτού λόγου με τις άνω αιτιάσεις απαραδέκτως πλήττεται, κατ'άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, ως και η εκτίμηση της αξιοπιστίας και η στάθμιση των αποδεικτικών μέσων από Δικαστήριο, που είναι ελεύθερη (αρθ.340 ΚΠολΔ) και αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, (αρθ.176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.

του 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2022 και με αριθ. καταθ. 4782/529/20-6-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1143/8-3-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ