Legislator Case Law & Legislation
1410/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment in insolvency proceedings, remanding case for retrial.

Case Number 1410/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding insolvency proceedings. The appellant, a former employee of the insolvent bank, argued that his wage claims were invalidly dismissed because he failed to file them with the liquidator during the statutory period. The court held that the appeal was admissible and meritorious because the appellant's claims were subject to verification by the liquidator, which was suspended by the ongoing enforcement proceedings. Consequently, the court set aside the lower court's decision and remanded the case for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 92, 25 of the Bankruptcy Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a creditor's claim is subject to verification by the liquidator in insolvency proceedings, and such verification is suspended by enforcement actions, a final judgment dismissing the claim may be appealed if the creditor failed to file the claim with the liquidator within the prescribed time limit.

Keywords

AI generated
insolvency proceedings bankruptcy verification enforcement suspension wage claims appeal admissibility remand for retrial creditor rights

Cited Legislation

AI generated
Article 92 of the Code of Civil Procedure
Article 25 of the Bankruptcy Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1410 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1410/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Β. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βυτινιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως Ειδικός Εκκαθαριστής της υπό ειδική εκκαθάριση τεθείσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Χαλιάσου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2277/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 25-6-2021 (αριθμ. καταθ. 663/25-6-2021) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με αριθμό 2277/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 19-6-2019 έφεση του ανακόπτοντος- αναιρεσείοντος κατά της καθής η ανακοπή - αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, "...", ειδικής εκκαθαρίστριας, της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία, "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", κατά της με αριθμό 197/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, η από 26-7-2017 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της άνω αναιρεσίβλητης, με την οποία ο τελευταίος, επικαλούμενος: α) Ότι υπήρξε υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, με τη με αριθμό …/27-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, και πιστωτής αυτής, για απαιτήσεις του, που αφορούν διαφορές αποδοχών του, λόγω της καταχρηστικής παράλειψης προαγωγής του, από το βαθμό του Τμηματάρχη που κατείχε, στο βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά τις αναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις.

β) Ότι για τις αξιώσεις του αυτές, από την παράλειψη προαγωγής του, άσκησε αγωγή κατά της Αγροτικής Τράπεζας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί το άνω δικαίωμά του και να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει τις διαφορές αποδοχών μεταξύ των δύο βαθμών, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1456/2016 απόφαση του τελευταίου δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, λόγω της ανάκλησης της άδειας της καθής.

γ) Ότι τις απαιτήσεις του δεν ανήγγειλε ενώπιον της άνω ειδικής εκκαθαρίστριας της εργοδότιδάς του. Και, ότι δ) ότι οι εργασίες της εκκαθάρισης βρίσκονται στο στάδιο εκδίκασης των αντιρρήσεων στο πτωχευτικό δικαστήριο, ζήτησε να αναγνωριστεί το άνω δικαίωμά του και να επαληθευτούν οι απαιτήσεις του. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 42/2020).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 42/2020).

Περαιτέρω, με την ταυτόσημη προς το καταργηθέν, άρθρο 68 ν. 3601/2007, διάταξη του άρθρου 145 ν. 4261/2014, ορίζονται τα ακόλουθα: ''1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α 94) και του άρθρου 142 του παρόντος νόμου, α) Πιστωτικό Ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση, ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος .......

γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ...., δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.

Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ......''. Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ταυτόσημης προς την παραπάνω εξουσιοδότητη του άρθρου 68 παρ. 2 ν. 3601/2007 απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4-11-2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β, 2498/4-11-2011, ορίζεται ότι: ''Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρθρου 68 παρ. 2 ν. 3601/2007.

Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα.

Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Ακολούθως, με τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ) ορίζεται ότι, ''1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους.

Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες''.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η αναιρεσίβλητη, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση, αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.

Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού, ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθάρισης και της πτώχευσης συνιστάμενου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής ικανοποίηση αποκλειστικά δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού, αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης αρ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 145 ν. 4261/2014, μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα, οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το ως άνω άρθρο εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση του άρθρου 68 του ν. 3601/2007 εγκριθέντα Κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ (ΑΠ 822/2015), η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτώχευσης, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση, εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ), απαγγελλομένης της απόλυτης ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων.

Οι πιστωτές της εκκαθάρισης ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτώχευσης, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης, εφαρμοζόμενη επί της εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ, και επομένως ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθάρισης) θεωρούνται εκείνοι που διατηρούν κατά το χρόνο θέσης του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθάρισης, υπαρκτή, γεννημένη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 1101/2021).

Κατ' ακολουθία αυτών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρίας, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη.

Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα, αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται ως άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του ιδρύματος, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.

Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών της εκκαθάρισης επί ενδίκως εγερθεισών αξιώσεών τους, απαγορεύεται. Η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. σε βάρος της τραπεζικής εταιρείας, αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση δε που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη την συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας.

Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες, παρά τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση, διαδικαστικές πράξεις. Κατά την ορθότερη άποψη το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το άρθρο 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη, είτε την συνέχιση της διαδικασίας, είτε τη συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων.

Εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου, με βάση την ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1 (ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 822/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 της προανα-φερόμενης απόφασης (Κανονισμού) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στη συνεδρίαση 21/2/4-11-2011, ο ειδικός εκκαθαριστής καλεί εντός δέκα (10) ημερών από τον ορισμό του, τους πιστωτές του ιδρύματος να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους.

Η πρόσκληση αυτή δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και, εφόσον αφορά πιστωτικό ίδρυμα, μία φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες, σε πέντε ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων δύο τουλάχιστον εκδίδονται στην έδρα του πιστωτικού ιδρύματος και μία είναι οικονομική.

Εφόσον η ανωτέρω πρόσκληση αφορά χρηματοδοτικό ίδρυμα δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, εκ των οποίων μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα του χρηματοδοτικού ιδρύματος και μια είναι οικονομική. Ατομική ενημέρωση των πιστωτών δεν χωρεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 του νόμου 3458/2006 (ΦΕΚ Α 94).

Οι πιστωτές αναγγέλλονται εντός μηνός από την τελευταία δημοσίευση της πρόσκλησης σύμφωνα με το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο. Η αναγγελία γίνεται εγγράφως στον ειδικό εκκαθαριστή, έχει το περιεχόμενο που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 91 του Πτωχευτικού Κώδικα και συνοδεύεται από τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση ... (παρ. 1).

Η επαλήθευση των απαιτήσεων που δεν αναγγέλθηκαν εμπρόθεσμα μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο με ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Πτωχευτικού Κώδικα (παρ. 3). Σύμφωνα με το τελευταίο άρθρο (92 ΠτΚ), οι πιστωτές του πτωχού που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το Πτωχευτικό Δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 54 ΠτΚ, ήτοι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Η ως άνω ανακοπή, η οποία μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την τελευταία διανομή, στρέφεται κατά του συνδίκου της πτώχευσης, ενώ καλείται στη σχετική δίκη και η επιτροπή των πιστωτών, εφόσον αυτή έχει συγκροτηθεί. Με την ανακοπή αυτή ο Πτωχευτικός Κώδικας επαναφέρει την κατά τις διατάξεις του άρθρου 596 ΕμπΝ δυνατότητα ανακοπής των πιστωτών, που απώλεσαν την προθεσμία αναγγελίας.

Αντικείμενο δε της ανακοπής είναι η εξέλεγξη και όχι η επιδίκαση της απαίτησης (ΑΠ 1177/2007). Δεν απαγορεύεται, όμως, το δικαστήριο το οποίο εκδικάζει την κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα ανακοπή του πιστωτή (που δεν ανήγγειλε την απαίτησή του μέσα στη νόμιμη προθεσμία προς επαλήθευση αυτής από το πτωχευτικό δικαστήριο ώστε να συμμετάσχει στη διανομή) να λάβει υπόψη ως τεκμήριο για τη βασιμότητα της απαίτησης οριστική δικαστική απόφαση που εκδόθηκε κατά του πιστωτικού ιδρύματος πριν από τη θέση του σε ειδική εκκαθάριση και δεν κατέστη τελεσίδικη γιατί η κατ` αυτής έφεση ανεστάλη κατά τα ανωτέρω (ως ατομικό καταδιωκτικό μέτρο).

Μία τέτοια απόφαση, άλλωστε, θα μπορούσε να προσκομισθεί κατά το άρθρο 3 παρ. 1 της προαναφερόμενης απόφασης (Κανονισμού) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στη συνεδρίαση 21/2/4-11-2011 και ενώπιον του ειδικού εκκαθαριστή, αν ο πιστωτής είχε αναγγείλει εμπρόθεσμα την απαίτησή του, ως έγγραφο αποδεικτικό αυτής (ΑΠ 33/2020, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 822/2015).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 101, 102, 104 παρ. 2, 106 παρ. 3 και 107 του από 13-9-1968 Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 226698/1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 389/2-4-1973 τ. Β) και κυρώθηκε με το άρθρο 1 του νδ/τος 213/1973 (ΦΕΚ Α 270) και ως εκ τούτου επέχει ισχύ νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, οι προαγωγές στους βαθμούς του Διευθυντή και του Υποδιευθυντή ενεργούνται κατ' απόλυτη εκλογή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ύστερα από πρόταση του Διοικητή της.

Ως προακτέος κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζεται ο υπάλληλος που έχει διακριθεί μεταξύ των συναδέλφων του για το χαρακτήρα και το ήθος του και έχει επιδείξει σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον και έχει παράσχει με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και το ζήλο του εξαιρετικές υπηρεσίες.

Το Διοικητικό Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσης του λαμβάνει υπόψη: α) τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του κρινομένου υπαλλήλου, β) τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, γ) την προσωπική γνώση και τις ασφαλείς πληροφορίες των μελών του και δ) κάθε, κατά την κρίση του, χρήσιμο στοιχείο ή έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ουσιαστική περί προαγωγών κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, που λειτουργεί, για την προαγωγή ή την παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ως εργοδοτικό όργανο, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, για προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ.

Κατά ταύτα, η παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ο οποίος καταφανώς υπερτερούσε, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, άλλου προαχθέντος, έστω και ενός, ομοιόβαθμου συναδέλφου του, συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, και κατά συνέπεια είναι παράνομη και, επομένως, άκυρη κατά τα άρθρα 174, 180 του ΑΚ (ΑΠ 164/2013, ΑΠ 76/2011, ΑΠ 1726/2010, ΑΠ 1321/2010, ΑΠ 1166/2007).

Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος, που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή (και) προς αναγνώριση του δικαιώματος του προαγωγής στον επόμενο βαθμό (άρθρα 68, 70 του ΚΠολΔ), οπότε, με την τελεσιδικία της απόφασης, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε, αυτοδικαίως, από του χρόνου στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 - ΦΕΚ Α 250 (ΑΠ 1390/2019, ΑΠ 1321/2010, ΑΠ 184/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι, το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεσή του, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη της ανακοπής του ως μη νόμιμης, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 68 του ν. 3601/2006, (ήδη άρθρου 145 ν. 4261/2014), 92 του ΠτΚ και του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων, καθόσον δέχθηκε εσφαλμένα ότι οι φερόμενες με την ένδικη ανακοπή προς επαλήθευση απαιτήσεις του, από διαφορές αποδοχών (λόγω της παράλειψής του στις προαγωγές), για τις οποίες είχε ασκήσει αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη, με την 1456/2016 απόφαση του τελευταίου δικαστηρίου, λόγω της, εν τω μεταξύ θέσης της εργοδότιδάς του εταιρίας, υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, δεν υπάγονται στη διαδικασία της εξέλεγξης των πιστώσεων (επαλήθευσης), ως μη γεγενημένες, εφόσον δεν έχει προηγουμένως αναγνωριστεί τελεσίδικα η καταχρηστικότητα της παράλειψής του από τις ιστορούμενες προαγωγικές κρίσεις, ενώ πράγματι σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, οι απαιτήσεις του αυτές, μετά την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της άνω εργοδότιδάς του εταιρίας (πιστωτικού ιδρύματος), ούσες ανέγγυες, ικανοποιούνται από την περιουσία της, προνομιακά κατά το στάδιο της κατάταξης, με τη διαδικασία της εξέλεγξης των πιστώσεων (επαλήθευσης).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, με τις ακόλουθες, αναφορικά με το κρίσιμο, για την έκβαση της δίκης, ως άνω ζήτημα, παραδοχές: "Σύμφωνα µε τα εκτιθέµενα στη προδιαληφθείσα νοµική σκέψη, αντικείµενο της ανακοπής του άρθρου 92 ΠτΚ, που εφαρµόζεται και στην ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα µε τον ως άνω κανονισμό που τη διέπει, είναι η εξέλεγξη απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών (εν προκειμένω πιστωτών του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος), δηλαδή η- µε αντιπαραβολή των εγγράφων του πιστωτή προς τα βιβλία και λοιπά έγγραφα του οφειλέτη- επαλήθευση χρηµατικών ενοχικών απαιτήσεων, γεννηµένων και δικαστικώς επιδιώξιµων κατά την κήρυξη της πτώχευσης (εν προκειμένω, κατά τη θέση του πτωχευτικού ιδρύματος σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης).

Στην κρινόµενη περίπτωση, οι φερόμενες προς επαλήθευση απαιτήσεις από διαφορές αποδοχών, δεν φέρουν τον παραπάνω χαρακτήρα, παραμένουν, μάλιστα, απροσδιόριστες κατά το ύψος τους, δεδομένου ότι εκκρεμεί ο απαιτούμενος κατά νόµο δικαστικός προσδιορισμός τους. Συγκεκριµένα, ο ανακόπτων διώκει µε την υπό κρίση ανακοπή του, την επαλήθευση, στα χρέη της ειδικής εκκαθάρισης της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, απαιτήσεών του από διαφορές αποδοχών, μεταξύ των βαθμών Τμηµατάρχη και Υποδιευθυντή, επειδή η τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση εργοδότρια τράπεζα και ειδικότερα το αρμόδιο προαγωγικό της όργανο, παρέλειψε την προαγωγή του στο βαθµό του Υποδιευθυντή, παράνομα κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, καθώς υπερείχε, όπως εκθέτει, των συναδέλφων του, που προήχθησαν.

Εκθέτει μάλιστα ότι του οφείλονται οι εν λόγω διαφορές αποδοχών από 11/4/2005, άλλως από τις αναφερόμενες στην ανακοπή προαγωγικές κρίσεις που ακολούθησαν, γι αυτό ζητεί την επαλήθευση του ποσού των 51.264,63 ευρώ, άλλως των ποσών που αντιστοιχούν σε διαφορές αποδοχών από μεταγενέστερες ημερομηνίες. Περαιτέρω και για τις προβλεπόμενες σε κανονισμούς νομοθετικής ισχύος προαγωγές, όπως η ένδικη, θεσπίζεται δικαίωµα προαγωγής και αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη, που πηγάζουν από τη μεταξύ τους σύμβαση και τον κανονισμό, που τη συμπληρώνει.

Παράλληλα, όµως, ο εργοδότης, κατά τις προαγωγές, µε τα αρμόδια ?ργανά του, ασκεί δικαίωµα επιλογής των υπερεχόντων, μεταξύ αυτών που συγκεντρώνουν τα προς κρίση απαιτούμενα προσόντα για την κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων, το δε ως άνω δικαίωµα επιλογής αποτελεί επιµέρους έκφραση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη.

Από τα παραπάνω παρέπεται ότι η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου είναι κατ? αρχήν δυνατή, ελέγχεται, όµως, από τα δικαστήρια η άσκηση του δικαιώματος επιλογής του εργοδότη για τυχόν παράβαση της απαγόρευσης του αρθρ. 281 ΑΚ, δηλαδή για προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης (ΑΠ ....). Περαιτέρω, εφόσον συντρέχει τέτοιου είδους υπέρβαση, η κατά τα ανωτέρω παράνομη παράλειψη προαγωγής θεωρείται σα να µην έγινε, κατ? άρθρ. 174, 180 ΑΚ και παρέχει στον εργαζόμενο την αξίωση να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του, κατ? άρθρο 70 ΚΠολΔ, οπότε, µε την τελεσιδικία της απόφασης, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως απ? το χρόνο στον οποίο έπρεπε να συντελεστεί, κατ' άρθρο 12 παρ. 1 ν. 1082/1980 (.......).

Περαιτέρω, ο ανακόπτων σύμφωνα µε τα εκτιθέµενα στην ανακοπή και έστω αυτά αληθή, έχει ασκήσει την από 10/10/2010 (αριθμ. καταθ. 179268/6025/2010) αγωγή κατά της εργοδότριας Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στην οποία εκθέτει ότι η παράλειψη προαγωγής του είναι παράνομη, επειδή έγινε κατά προφανή υπέρβαση της καλής πίστης (ΑΚ 281), ζητεί, δε, να αναγνωριστεί (ΚΠολΔ 70) ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθµό του ?ποδιευθυντή από 11/4/2005, άλλως από τις ημερομηνίες των επόμενων προαγωγικών κρίσεων και να υποχρεωθεί η εναγοµένη (Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος) να του καταβάλει διαφορές αποδοχών μεταξύ των βαθμών Τμηµατάρχη και Υποδιευθυντή, ποσού 51.264,63 ευρώ, άλλως ποσών αντιστοιχούντων σε μικρότερα χρονικά διαστήµατα, που ξεκινούν από τις επακολουθούσες προαγωγές.

Η αγωγή του αυτή συζητήθηκε και εκκρεμεί η έκδοση οριστικής απόφασης, καθώς η υπ' αριθµ. 1456/2016 απόφαση, που εκδόθηκε µετά τη συζήτηση της αγωγής κατά τη δικάσιµο της 29ης/9/2015, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, λόγω της εν τω μεταξύ θέσης της εναγοµένης εργοδότριας εταιρίας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.

Συνεπώς, ενόψει του ότι δεν έχει αναγνωριστεί δικαστικά ?τι η εργοδότρια τράπεζα έπρεπε να προάγει τον ανακόπτοντα από το βαθµό του Τμηματάρχη στο βαθµό του Υποδιευθυντή σε συγκεκριμένη ημερομηνία, δεν έχει γεννηθεί ορισμένη απαίτηση του ανακόπτοντος, δικαστικά επιδιώξιµη, που να επαληθεύεται, σύμφωνα µε το νόµο, στα χρέη της ειδικής εκκαθάρισης της παραπάνω τράπεζας.

Με άλλα λόγια, οι φερόµενες προς επαλήθευση, µε την υπό κρίση ανακοπή, απαιτήσεις του ανακόπτοντα από διαφορές αποδοχών, τις οποίες εκτός των άλλων ουδόλως εξειδικεύει και αναλύει αλλά τις αναφέρει µόνον εν συνόλω στο αιτητικό αυτής (ανακοπής), δεν έχουν ακόµα γεννηθεί, εφόσον δεν έχει προηγουμένως αναγνωριστεί τελεσίδικα η καταχρηστικότητα της παράλειψής του, από τις ιστορούµενες προαγωγικές κρίσεις, ενώ, αντικείµενο της προκειµένης δίκης δεν δύναται να είναι οποιαδήποτε τέτοια αναγνώριση ή επιδίκαση, σύμφωνα µε όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νοµική σκέψη.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγοντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο µε την εκκαλουµένη απόφασή του απέρριψε την ανακοπή, ορθά το νόµο εφάρμοσε, τα δε αντίθετα αναφερόμενα από τον εκκαλούντα µε τους λόγους εφέσεώς του, περί εσφαλµένης ερμηνείας και εφαρµογής των προαναφεροµένων διατάξεων, είναι αβάσιµα και απορριπτέα, απορριπτοµένης και αυτής της ίδιας της έφεσης στο σύνολό της''.

Δέχθηκε έτσι, το Εφετείο, ότι οι με την ένδικη ανακοπή, φερόμενες προς επαλήθευση απαιτήσεις του αναιρεσείοντος κατά της τεθείσας σε εκκαθάριση, εργοδότιδάς του, Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, δεν υπάγονται στη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων, διότι κατά το χρόνο που η τελευταία τέθηκε σε εκκαθάριση, ο αναιρεσείων δεν διατηρούσε γεγενημένη απαίτηση από διαφορές αποδοχών, δικαστικά επιδιώξιμη κατ' αυτής, δυνάμενη να επαληθευτεί στα χρέη της ειδικής εκκαθάρισης, εφόσον δεν είχε προηγουμένως αναγνωριστεί τελεσίδικα η καταχρηστικότητα της παράλειψής του από τις ιστορούµενες προαγωγικές κρίσεις, καθώς επί της αγωγής, που αυτός είχε ασκήσει για τις πιο πάνω απαιτήσεις του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε εκδοθεί η υπ' αριθµ. 1456/2016 απόφαση του τελευταίου δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της (αγωγής), λόγω της εν τω μεταξύ θέσης της εναγοµένης εργοδότριας εταιρίας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.

Κατόπιν δε αυτών απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο αναιρεσείων α) Είχε πράγματι την ιδιότητα του πιστωτή της εκκαθάρισης για τις άνω απαιτήσεις του, οι οποίες ανάγονταν σε χρόνο προηγούμενο της θέσης της εργοδότιδάς του, Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε εκκαθάριση.

β) Οι απαιτήσεις του αυτές, μετά τη θέση της τελευταίας, υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, καταλαμβάνονται από την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών της, σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο 25 του ΠτΚ, αιτία, άλλωστε, για την οποία η συζήτηση της αγωγής, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών γι' αυτές, κηρύχθηκε απαράδεκτη, με την πιο πάνω, με αριθµό 1456/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

γ) Λόγω δε της άνω αναστολής των καταδιωκτικών μέτρων, ο ανακόπτων, ως πιστωτής της τεθείσας υπό εκκαθάριση τραπεζικής εταιρίας, οφείλει να ακολουθήσει τη διαδικασία της επαλήθευσης (εξέλεγξης) των απαιτήσεών του, ενώπιον του ειδικού εκκαθαριστή. δ) Στο πλαίσιο αυτο, άσκησε την ένδικη ανακοπή, κατ' άρθρο 92 του ΠτΚ, με την οποία επικαλούμενος την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, καθώς και ότι δεν ανήγγειλε εντός προβλεπόμενης προθεσμίας τις απαιτήσεις του και δεν είχε λάβει χώρα η τελευταία διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης της περιουσίας της ανωτέρω τραπεζικής εταιρίας, ζήτησε την επαλήθευση των απαιτήσεών του αυτών, που σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ταυτίζονται με εκείνες που διεκδίκησε με την άνω αγωγή του, η συζήτηση της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη, με την 1456/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω της, εν τω μεταξύ θέσης της εργοδότριας του εταιρίας, υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.

ε) Η αιτούμενη επαλήθευση, δεν εμποδίζεται από τη δίκη που ανοίχθηκε με την παραπάνω αγωγή, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα από τη θέση της τραπεζικής εταιρίας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης αναστέλλονται τα εναντίον της ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών της, οι δε τελευταίοι, μεταξύ των οποίων ο ανακόπτων, οφείλουν να ακολουθήσουν τη διαδικασία της επαλήθευσης (εξέλεγξης) των απαιτήσεών τους κατ' αυτής, όπως και πράττει ο ανακόπτων με την ένδικη ανακοπή του ο οποίος, με βάση την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ρηθεισών ουσιαστικών διατάξεων εκδοθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, θα στερείτο της δυνατότητας δικαστικής επιδίωξης της ένδικης απαίτησής του.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτός, ως και ουσιαστικά βάσιμος, ο παραπάνω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των προβαλλομένων λοιπών αιτιάσεων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 2277/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, στον ίδιο.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ