Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific violated laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's property ownership decision. The appellant argued the judgment lacked legal basis and contained contradictory reasoning, but the court rejected these claims as inadmissible. The court found the appeal grounds too vague to review and noted the appellant failed to cite the specific laws violated, while also stating the appeal touched upon the final evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to cite specific violated laws, or if they challenge the final evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1410 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1410/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ξ. Χ. του Μ. και Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παληό που ανακάλεσε την από 21-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Λ. του Φ. Φ. και Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντανάκα που ανακάλεσε την από 21-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 913/2007, 2475/2011 μη οριστικές, 731/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1566/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων Ε. Λ. με την απευθυνόμενη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από18/11/2005 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του, ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) κτήσεως κυριότητας, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του επίδικου ακινήτου(αγροτεμαχίου), 750 τ.μ.
που βρίσκεται στη ... και να υποχρεωθεί η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα Ξ. Χ., η οποία το κατέλαβε το Νοέμβριο του έτους 2001, να του το αποδώσει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν, η αριθμ. 913/2007 απόφαση του άνω Δικαστηρίου που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η 2475/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που ανέβαλε τη συζήτηση και διέταξε τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης.
Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την αριθμ. 731/2018 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή, αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επίδικου ακινήτου εκτάσεως 693, 18 τ.μ. και υποχρέωσε την εναγομένη να του το αποδώσει, απορρίπτοντας τις ενστάσεις παραγραφής και ιδίας κυριότητας της εναγομένης.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 7/3/2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αριθμ. 1566/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Ήδη, κατά της απόφασης αυτής, η εκκαλούσα -εναγομένη άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπό κρίση αναίρεση, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α.1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 1249/1982 απαγορεύεται οποιαδήποτε ενέργεια ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων σε αγωγή ή αίτηση ή σε κάθε ένδικο μέσο που αφορούν ακίνητο, ή εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτό, χωρίς να έχει επιδοθεί αντίγραφο στον οικονομικό έφορο που είναι αρμόδιος για τη φορολογία της ακίνητης περιουσίας του διαδίκου που είναι υπόχρεος σε φόρο κατά το άρθρο 20 του νόμου αυτού.
Ως συνέπεια της παράλειψης αυτής προβλεπόταν η αναστολή της δίκης, μέχρι να διενεργηθεί η σχετική επίδοση. Με το άρθρο όμως 37 του ν. 2065/1992 καταργήθηκαν από το οικονομικό έτος 1993 οι διατάξεις των άρθρων 19 έως και 36 του ν. 1249/1982. Έτσι στις καταργηθείσες διατάξεις περιλαμβάνεται και η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 του ν. 1249/1982. 2.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο, η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 1249/ 1982, καθόσον αν και δέχθηκε ότι η ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή δεν επιδόθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ, δεν ανέστειλε την πρόοδο της δίκης, μέχρι να διενεργηθεί η σχετική επίδοση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 33 του ν. 1249/1982.
Ο λόγος αυτός εναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 33 του ν. 1249/ 1982 είχε ήδη καταργηθεί κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης υπόθεσης, με το άρθρο 37 του ν. 2065/1992 (ΑΠ1986/2008) . Β.1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχές της καθ' ύλην αρμοδιότητος ή αναρμοδιότητος αυτού του ιδίου. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.ΑΠ3/1991, ΑΠ30/1995, ΑΠ1591/2007).
Σε αυτήν την τελευταία περίπτωση δεν ιδρύεται ούτε ο από τον αριθ. 1, ή από τον αριθ.19, του ως άνω άρθρου 559 λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της εκ μέρους του ίδιου δικαστηρίου ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου (ΑΠ1477/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατά ένα μέρος, λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι εσφαλμένως το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν δέχθηκε την καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η προβαλλόμενη, όμως, αυτή αιτίαση, μη αναφερόμενη σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικώς με την δική του αρμοδιότητα, δεν συνιστά, κατά τα προεκτιθέμενα, λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε από άλλο αριθμό του άρθρου αυτού, και είναι απαράδεκτη(ΑΠ558/2019). 2. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται, για να είναι ακριβής η περιγραφή του ακινήτου, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και ο προσανατολισμός των πλευρών του κατά τρόπον ώστε να μπορεί αυτό να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, έστω και αν δεν αναφέρεται το μήκος των πλευρών του σε μέτρα ή το εμβαδόν του, εάν δε το ακίνητο φέρεται ότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, θα πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς τα όρια που το διαχωρίζουν από τη μεγαλύτερη έκταση, ώστε να προκύπτει ποιο συγκεκριμένο τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης καταλαμβάνει το επίδικο τμήμα.
Η περιγραφή του ακινήτου δεν μπορεί να συμπληρώνεται με την παραπομπή σε άλλο έγγραφο, όπως σχεδιάγραμμα στο οποίο αποτυπώνεται το ακίνητο, εκτός αν το έγγραφο έχει ενσωματωθεί στην αγωγή, κατά τρόπον ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της (ΑΠ812/2018, ΑΠ619/2014, ΑΠ1186/2014). 3. Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις(του διατακτικού) και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους.
Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ13/1995, ΑΠ188/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της ένδικης από 18/11/1005 διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, το οποίο, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, το επίδικο ακίνητο προσδιορίζεται πλήρως κατά θέση, έκταση, πλευρικές διαστάσεις, εμβαδόν και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, και δεν στερήθηκε έτσι της δυνατότητας η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα να αντιτάξει άμυνα, με την επισήμανση ότι, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, γίνεται αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο για την αξία του επιδίκου(σελ.6η), αν και η παράλειψη του προαιρετικού αυτού στοιχείου της αγωγής δεν επιφέρει ακυρότητα ή αοριστία του αγωγικού δικογράφου, αλλά εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει για την αξία του αντικειμένου της δίκης βάσει της διάταξης του άρθρου 8 ΚΠολΔ (ΑΠ116/2016, ΑΠ558/2019).
Επίσης, περιγραφή του μείζονος ακινήτου τμήμα του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, αποτελεί το επίδικο, δεν απαιτείτο, καθόσον οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι τούτο (επίδικο) φέρεται, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ως αυτοτελές ακίνητο και όχι ως τμήμα μείζονος ακινήτου, ώστε ο ενάγων, για την πληρότητα της αγωγής του, να υποχρεούται να προσδιορίσει την ακριβή θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο .
Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή του ενάγοντος και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - εναγομένης περί ποσοτικής αοριστίας αυτής, από τη μη ακριβή περιγραφή του επιδίκου, τον οποίο είχε παραδεκτώς προβάλλει πρωτοδίκως, ως εναγομένη προς απόκρουση αυτής και επανέφερε στη δευτεροβάθμια δίκη, ως εκκαλούσα με λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή και οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άνω από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή μη κηρύξεως απαραδέκτου, αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμοι.
Η αναιρεσείουσα, στον ίδιο ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, πέραν των αιτιάσεων, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κρίθηκε παραπάνω, επικαλείται, όλως αορίστως και συνεπώς απαραδέκτως την παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, αναφορά, πλην του παραπάνω αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πραγματικών περιστατικών, που να στοιχειοθετούν την οικεία αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, τις φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της αναιρεσιβαλλομένης, σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος, καθόσον αντιφατικές διατάξεις δεν διαλαμβάνονται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της.
Επίσης, η αναιρεσείουσα, στον ίδιο ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης, επικαλείται, την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, προβάλοντας έλλειψη αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη της ένστασής της περί αοριστίας της αγωγής. Ο λόγος αυτός, ως προς την αιτίαση αυτή, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., που είναι διάταξη δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού και δεν ελέγχεται αναιρετικά η προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον επικαλούμενο λόγο (ΑΠ812/2018).
Συνεπώς, οι 2ος, 3ος και 4ος αναιρετικοί λόγοι είναι στο σύνολό τους, απορριπτέοι.
Γ.1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδάφιο γ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν.2915/2001 από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), που, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Έτσι, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία της υπόθεσης και λαμβάνονται υπόψη μόνο αν σωρευτικά συντρέχουν και οι δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή, να έχουν συνταχθεί 1) πριν από την ημέρα της δικασίμου της υπόθεσης του αντίστοιχου δικαστηρίου στο οποίο προσκομίζονται και 2) να έχουν ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτές.
Δεν αρκεί, όμως, η βεβαίωση στην ένορκη βεβαίωση (από το συμβολαιογράφο) περί νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου, δεδομένου ότι η κλήτευση και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στο Δικαστήριο, αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης που αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παράγει πλήρη απόδειξη και όχι από την ένορκη βεβαίωση αυτή καθεαυτή.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομότυπης ή μη νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ30/2002, Ολ. ΑΠ2/2008) και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της σχετικής βεβαίωσης του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επί έφεσης κατ' απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε με διαδικασία στην οποία έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει, λαμβάνονται μεν υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, όπως έγγραφα άκυρα (μη χαρτοσημασμένα ή μη επικυρωμένα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους), όχι όμως και έγγραφα ανυπόστατα, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη ή χωρίς νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου(ΑΠ736/2016). 2.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ793/2015), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ42/2002).
Εξάλλου, ο λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ694/2009). 3.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι, παραμόρφωση εγγράφου, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ224/2020, ΑΠ695/2008, ΑΠ112/2008). Κατά την έννοια του άνω άρθρου, δεν συνιστούν έγγραφα εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ823/2021, ΑΠ620/2014) Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικουρικά δε την από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία βάσιμο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου, στην παραδοχή της οποίας κατέληξε, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών πραγματογνωμόνων Α.
Ν. και Π. Σ., άλλως παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους . Ο ανωτέρω λόγος, ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και <<.....
τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών πραγματογνωμόνων Α. Ν. και Π. Σ.>>, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις πιο πάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που, η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, κάνοντας, μάλιστα, ειδική αναφορά στο περιεχόμενό τους (σελ 14η και 17η), ο ίδιος δε ως άνω λόγος ως προς τη δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, οι κατά το άρθρο 387 Κ.Πολ.Δικ.
εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν συνιστούν έγγραφο αλλά αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο(άρθρο 339. Κ.Πολ.Δικ.), και ως εκ τούτου η προσβαλλομένη δεν πλήττεται με τον ερευνώμενο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικό λόγο(ΑΠ581/2017, ΑΠ42/2014). Σε κάθε δε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα των άνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, για τα πράγματα κρίση.
Συνεπώς ο πέμπτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον όγδοο αναιρετικό λόγο προσάπτει στο Εφετείο, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι δεν έλαβε καθόλου υπόψη του (και) τις αριθμ. 7112 και 7113/15-12-2016 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν, με επιμέλειά της, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Αγγελικής Τσαλπατούρου, επειδή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2ΚΠολΔ προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου της αναιρεσιβλήτου των δύο ημερών, ενώ έπρεπε να τις εκτιμήσει ως δικαστικά τεκμήρια.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, ενόψει των ανέλεγκτων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, επειδή η κλήτευση του αντιδίκου της αναιρεσιβλήτου δεν έγινε εντός της νόμιμης ως άνω προθεσμίας των δύο ημερών, πριν από τη λήψη τους, αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον ένατο, κατ' ορθή αρίθμηση και όχι όγδοο, όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο, αναιρετικό λόγο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ίδια ως άνω πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αποδίδει στην προσβαλλομένη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 12/11/1981 εγγράφου του Δασαρχείου … , που νόμιμα με επίκληση είχε προσκομίσει.
Ο ανωτέρω λόγος είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν, δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, που δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ778/2021, ΑΠ1076/2012, ΑΠ399/2011).
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του, σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, δικαστικές πραγματογνωμοσύνες, εξώδικες γνωμοδοτήσεις, εκθέσεις φωτοερμηνείας, συμβολαιογραφικά και άλλα έγγραφα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τα διάδικα μέρη, από τα οποία προέκυψε ότι το όμορο ακίνητο της αναιρεσείουσας -εναγομένης έχει έκταση 1781, 17 τ.μ. (σελ.17η) και όχι 2000τ.μ., όπως αυτή αβασίμως ισχυριζόταν.
Δ.1. Από τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 271, 272 και 1094 ΑΚ προκύπτει ότι η διεκδικητική αγωγή, ως αξίωση που απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή. Η παραγραφή αρχίζει από τη συνιστώσα την προσβολή του δικαιώματος, με τη δημιουργία καταστάσεως που αντιτίθεται σ' αυτό, κατάληψη του πράγματος από κάποιον τρίτο, από της οποίας γεννάται η αξίωση και είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, επέρχεται δε προσμετρουμένου επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, υπέρ του καθολικού ή ειδικού διαδόχου του χρόνου της επί του πράγματος νομής του δικαιοπαρόχου του με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του επί μια εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής του προσβολέως και αν η κατοχή ή η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητας με χρησικτησία Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, δικαιούται ο υπόχρεος να προβάλλει την ένσταση παραγραφής και να αρνηθεί την απόδοση του διεκδικουμένου πράγματος, χωρίς όμως η παραγραφή αυτή να επιφέρει απόσβεση της κυριότητας που εξακολουθεί να παραμένει στο δικαιούχο, εκτός εάν συντρέχουν στο πρόσωπο του εναγομένου και οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας(ΑΠ387/2014, ΑΠ1104/2014, ΑΠ1562/2007, ΑΠ1247/2007). 2.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ1/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 731/20188 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την ένδικη από 18/11/2005 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περί παραγραφής της αγωγής της εναγομένης.
Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την εν λόγω ένσταση δέχθηκε ότι: <<αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέλαβε αυθαίρετα την ιδιοκτησία του ενάγοντος, η οποία δεν περιεχόταν στο δικό της τίτλο κτήσης και αρχικά το δυτικό τμήμα αυτής με περίφραξή του και συγκεκριμένα από το έτος 1977 ή το 1978 μέχρι το έτος 1987, χωρίς έκτοτε να προβεί σε κάποια άλλη πράξη νομής εντός του επιδίκου .
Στη συνέχεια, κατά το έτος 2001 προέβη και πάλι σε κατάληψη του συνόλου της ιδιοκτησίας του ενάγοντος με την κατασκευή νέας σταθερής περίφραξης, με αποτέλεσμα τα δύο ακίνητα να εμφανίζονται έκτοτε ως ένα ενιαίο ακίνητο, αρχόμενο από την οδό ... και εκτεινόμενο μέχρι την οδό .... Επομένως, η προβληθείσα από την εναγομένη, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ένσταση παραγραφής του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος την οποία επαναφέρει με το σχετικό λόγο της έφεσής της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη>>.
Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι, δηλαδή, η κατάληψη του επιδίκου υλοποιήθηκε- ολοκληρώθηκε το έτος 2001 και ότι έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, κατ' έτος 2005, δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής, 20ετία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 271, 272 και 1094 ΑΚ.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον έκτο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Ε.1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για την πληρότητα του άνω λόγου πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ823/2021, ΑΠ120/2017), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ2/2013, ΟλΑΠ20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ20/2005).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ1265/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έβδομο αναιρετικό λόγο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες . Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και, μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, έτσι, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του, εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, και επί πλέον δεν διαλαμβάνονται, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου και όχι της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο, παρά μόνο, όλως, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές αυτής.
Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/06/2016 αίτηση για αναίρεση της 1566/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ