Legislator Case Law & Legislation
1410/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate council ruling rejecting retrial request due to lack of legal basis.

Case Number 1410/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Appellate Council of Nafplion, which had rejected her request for a retrial. The appellant argued for an erroneous application of substantive criminal law and a lack of detailed reasoning, but the court found these claims unfounded. The court held that the lower court's decision was based on established legal principles regarding the identity of crimes and the finality of judgments, rendering the retrial request inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484 § 1 lit. d, 525 § 5, 578 § 1 of the Code of Criminal Procedure; An appeal against an appellate council ruling is inadmissible if the ruling is based on established legal principles regarding the identity of crimes and the finality of judgments, and lacks grounds for retrial.

Keywords

AI generated
appellate council ruling retrial request rejection substantive criminal law identity of crimes finality of judgments inadmissible appeal legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 484 § 1 lit. d of the Code of Criminal Procedure
Article 525 § 5 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 § 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1410 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1410/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Νικόλαο Βεργιτσάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2020, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της Ν. Β. του Δ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 4/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.

Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.2.2020 αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 439/2020. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, με αριθμό 124/11-6-2020, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 529, 484 και 485 ΚΠΔ, την από 24.2.2020 αίτηση της Ν.

Β. του Δ., κατοίκου ... , για αναίρεση του με αριθμό 4/4.2.2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε η από 11.6.2018 αίτηση της παραπάνω για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας σε βάρος της, που περαιώθηκε με την με αριθμό 796/12.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, και εκθέτω τα ακόλουθα:

Κατά του ως άνω βουλεύματος, που εκδόθηκε στις 4.2.2020, η Ν. Β. στις 24.2.2020 δήλωσε προς τον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας ότι ασκεί την υπό κρίση αναίρεση για τους λόγους που αναφέρονται και αναπτύσσονται σ' αυτήν, συνταγείσας της σχετικής εκθέσεως. Η εν λόγω αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο κατά βουλεύματος υποκειμένου στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο και γενικότερα σύμφωνα με τα άρθρα 462 περίπτ.

β, 464 , 466, 473§2, 474, 484, 485 και 529 ΚΠΔ . και είναι παραδεκτή. Η αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, αιτιάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων σ' αυτήν ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Λόγο αναίρεσης του βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484§1 β ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου , οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με την με αριθμό 796/12.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, καταστάσα αμετάκλητη μετά την απόρριψη ως απαράδεκτης της ασκηθείσας κατ' αυτής εφέσεως , η αιτούσα καταδικάστηκε , ερήμην, ως υπαίτια μη συμμόρφωσης στην με αριθμό 34/7.8.2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, πλημμέλημα που τελέστηκε στις 29.4.2013 στο ...

σε βάρος του Ν. Ν., και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών μετατραπείσα σε χρηματική προς 5 Ευρω ημερησίως. Με το με αριθμό 50/25.7.2018 βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου απέρριψε την από 11.6.2018 αίτηση της Ν. Β. για επανάληψη της ως άνω διαδικασίας . Κατά του εν λόγω βουλεύματος η καταδικασθείσα άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή εν μέρει με την με αριθμό 1478/8.3.2019 απόφαση του Αρείου Πάγου , που παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση προκειμένου να δικαστεί το σκέλος της από 11.6.2018 αίτησης της Ν.

Β. για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 796/12.5.2017 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, επί του οποίου το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου είχε παραλείψει να αποφανθεί. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής του Αρείου Πάγου το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου επιλήφθηκε εκ νέου της από 11.6.2018 αιτήσεως επανάληψης διαδικασίας, ως προς το προαναφερθέν σκέλος της, την οποία απέρριψε στην ουσία της με το με αριθμό 4/4.2.2020 βούλευμά του με το εξής σκεπτικό: "....

η αιτούσα στηρίζει την κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας αφενός στο ότι αν εμφανιζόταν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 796/2017 απόφαση, θα αρνούνταν την κατηγορία και θα επισήμανε το γεγονός ότι η 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, την οποία φερόταν ότι παραβίασε, ουδέποτε της επιδόθηκε και δη με επιταγή προς εκτέλεση και αφετέρου στο ότι μετά την καταδίκη της αυτή εκδόθηκε η ανωτέρω 1301/18.5.2018 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία αθωώθηκε για την παραβίαση της ίδιας δικαστικής απόφασης, καθότι ουδέποτε έλαβε γνώση της παραπάνω απόφασης, αφού ουδέποτε της επιδόθηκε και δεν στοιχειοθετείται το υποκειμενικό στοιχείο της πρόθεσης προς μη συμμόρφωση στο διατακτικό της απόφασης . " Πρωτίστως δεν προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ. , διότι με την επίκληση της ανωτέρω αθωωτικής απόφασης ως νέο στοιχείο, με τον ισχυρισμό ότι δεν της είχε επιδοθεί η παραπάνω απόφαση και άρα δεν είχε λάβει γνώση αυτής, επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, αφού το ότι το Δικαστήριο, παρότι φέρεται, με βάση το αποδεικτικό υλικό, να μην διαπίστωσε ότι η 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων της είχε επιδοθεί με επιταγή , κατά τη διάταξη του άρθρου 700 § 1 Κ.Π.Δ. .

προέβη στην καταδίκη της. Ο λόγος όμως αυτός ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 232Α Π. Κ , η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. 1 Κ.Π.Δ. λόγο για άσκηση αναίρεσης, αφού, χωρίς την επίδοση της απόφασης αυτής, δεν θεμελιώνεται η αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 232 Α Π.Κ. (βλ.

Α.Π. 447/2016 και Α.Π. 2060/2010 οπ. Π. ), στοιχείο που το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει για να κρίνει αν θεμελιώνεται η πράξη αυτή, παρά την απουσία της αιτούσας. Η αίτηση δε επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ' αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία. Πέραν των ανωτέρω , από την εν λόγω αθωωτική απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 7.8.2012, δεν καθίσταται βέβαιο και ότι κατά τον μεταγενέστερο χρόνο ( 29.4.2013), που τελέστηκε η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε με την 796/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, επίσης δεν της είχε επιδοθεί με επιταγή η με αριθμό 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η αθωωτική απόφαση, λόγω προφανώς παραδρομής κατά την σύνταξη του οικείου κατηγορητηρίο, αφορούσε χρόνο ( 15.6.2012 ) που ακόμη δεν είχε δημοσιευθεί η εν λόγω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων περί ρύθμισης κατάστασης.

Εκ περισσού δε σημειώνεται ότι η αιτούσα επέλεξε να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο παρότι είχε κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ενώ συνδέει την ύπαρξη της ως άνω αθωωτικής απόφασης με αποδεικτικό στοιχείο ( την μη επίδοση της απόφασης ), που, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης, γνώριζε η ίδια . Περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται ούτε η περίπτωση του άρθρου 525 § 1 περ. 4 Κ.Π.Δ. (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4620/2019), αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη, για να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη πρέπει η πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, για την οποία εκδόθηκαν τόσο η καταδικαστική όσο και η αθωωτική απόφαση, πρέπει να είναι η αυτή, νοουμένη ως idemfactum και όχι ως idemcrimen, αφού η ταυτότητα αναφέρεται στο ιστορικό γεγονός και όχι στο νομικό χαρακτηρισμό .

Στην προκειμένη περίπτωση με την ανωτέρω απόφαση κηρύχθηκε αθώα για παραβίαση της παραπάνω δικαστικής απόφασης, που φέρεται ότι είχε τελέσει σε προγενέστερο χρόνο ( 15.6.2012 ) και μάλιστα πριν την έκδοση της απόφασης, σε έτερο τόπο, με διάφορα πραγματικά περιστατικά, κατά τα προαναφερόμενα. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο αυτό (15.6.2012) η κατηγορουμένη δεν είχε λάβει γνώση της με αριθμό 34/2012 απόφασης, δημοσιευθείσας στις 7.8.2012, αφού η αναφερόμενη στα αναγνωστέα έγγραφα ....6.2012 έκθεση επίδοσης αναφέρεται στην επίδοση στην κατηγορουμένη αίτησης για προσωρινή ρύθμιση κατάστασης και σχετικής προσωρινής διαταγής και όχι στην επίδοση της ως άνω απόφασης ".

Κατά του με αριθμό 4/4.2.2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου η Ν. Β. άσκησε την υπό κρίση αναίρεση υποστηρίζοντας ότι εσφαλμένα ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε " η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 525 § 1 περ. 2 και 5 Κ.Π.Δ. καθώς και του άρθρου 232 Α Π.Κ. " καθώς και ότι παραβιάστηκε το δεδικασμένο της με αριθμό 1301/18.5.2018 τελεσίδικης και αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας και συγκεκριμένα ότι 1] "Κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης η προσβαλλομένη 4/2020 απόφαση δέχεται ότι ο λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ.

ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 232 Α Π. Κ. στοιχείο που το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει για να κρίνει αν θεμελιώνεται η πράξη αυτή παρά την απουσία της αιτούσας, δηλαδή αν η 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων που φερόταν ότι παραβίασε η κατηγορουμένη (αναιρεσείουσα) είχε προηγουμένως με επιταγή προς εκτέλεση επιδοθεί εις αυτή ....

Η απόφαση 1301/2018 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας αποτελεί νέο - άγνωστο στους δικαστές που καταδίκασαν την αναιρεσείουσα γεγονός ή απόδειξη κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ. και καθιστά φανερό ότι καταδικάστηκε ενώ ήταν αθώα ... ". Η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι την τελευταία αυτή απόφαση μόνο η ίδια θα μπορούσε να έχει γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο που εξέδωσε ερήμην της την με αριθμό 796/2017 απόφαση , αν βεβαίως είχε εμφανιστεί ενώπιον του 2) "Κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης η προσβαλλομένη 4/2020 απόφαση δέχεται ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε η περίπτωση του άρθρου 525 § 1 περ. 5 Κ.Π.Δ.

αφού με την ανωτέρω 1301/2018 αθωωτική απόφαση φέρεται ότι η αναιρεσείουσα είχε τελέσει την παραβίαση της 34/2012 απόφασης σε προγενέστερο χρόνο (15.6.2012) και μάλιστα πρίν την έκδοση της απόφασης (34/2012), σε έτερο τόπο, στην Καλαμάτα, με διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ενώ η καταδικαστική 796/2017 απόφαση αφορά πραγματικά περιστατικά με χρόνο τέλεσης στις 29.4.2013 στο Άργος καθότι η ταυτότητα αναφέρεται στο ιστορικό γεγονός και όχι στο νομικό χαρακτηρισμό.

Έσφαλε η προσβαλλόμενη 4/2020 απόφαση διότι η ταυτότητα της παράβασης του άρθρου 232 Α Π. Κ. αφορά την παραβίαση της ίδιας 34/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων με μηνυτή τον ίδιο φερόμενο ως παθόντα Ν. Ν. και κατηγορουμένη την ίδια την αναιρεσείουσα και στην προκειμένη περίπτωση είναι τελείως αδιάφορο αν η μία φερόμενη πράξη έλαβε χώρα στην Καλαμάτα στις 15.6.2012 (1301/2018 αθωωτική απόφαση ) και η άλλη φερόμενη πράξη έλαβε χώρα στο Άργος στις 29.4.2013 ( 796/2017 καταδικαστική απόφαση).

Και τούτο διότι ευθύς εξ αρχής δεν στοιχειοθετείται το υποκειμενικό στοιχείο της πρόθεσης προς μη συμμόρφωση στο διατακτικό δικαστικής απόφασης, αφού ουδέποτε της επιδόθηκε με επιταγή προς εκτέλεση, γεγονός που επισημαίνει στην αίτησή της για επανάληψη της διαδικασίας και επεσήμανε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προφορικά και με κατατεθέν υπόμνημά της".

Τα προβαλλόμενα όμως από την αναιρεσείουσα ως άνω λεπτομερώς προεκτεθέντα αφορούν, εφόσον πρόκειται για επανάληψη διαδικασίας, αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων του άρθρου 525 §§ 1περ. 2 και 5 Κ.Π.Δ. και ως εκ τούτου δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, καθόσον ο προβλεπόμενος από το άρθρο 484 § 1 β Κ.Π.Δ.

λόγος αναιρέσεως αφορά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και όχι δικονομικών. Περαιτέρω, επικουρικά , με όσα ως άνω δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 525 Κ.Π.Δ., η δε εκ προφανούς παραδρομής μη ορθή αναγραφή στη σελίδα 18 σειρά 11 του επίδικου βουλεύματος της ημερομηνίας εκδόσεως της με αριθμό 1301/18.5.2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας ουδόλως θίγει την ουσιαστική αιτιολογία απόρριψης της αιτήσεως επανάληψης διαδικασίας .

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 Κ.Π.Δ., αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο, και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.

Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα της πράξης υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία, κριθείσα με την προηγουμένη απόφαση .

Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη , κριθείσα με την προηγουμένη απόφαση , όταν δηλαδή η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα αυτά περιστατικά , ήτοι τα ίδια κατά χρόνο και τόπο τέλεσης ιστορικά γεγονότα από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής και η προηγουμένη που έχει ήδη κριθεί.

Η με αριθμό 1301/18.5.2018 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας αφορά μη συμμόρφωση στην διάταξη της με αριθμό 34/7.8.2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων , τελεσθείσα στην Καλαμάτα στις 15.6.2012 από την αναιρεσείουσα , η οποία κηρύχθηκε αθώα με το σκεπτικό ότι αφενός μεν δεν είχε λάβει γνώση της μεταγενέστερα της εν λόγω ημερομηνίας εκδοθείσας ως άνω αποφάσεως και αφετέρου ότι δεν στοιχειοθετείτο το υποκειμενικό στοιχείο της πρόθεσης προς μη συμμόρφωση.

Επομένως σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει ταυτότητα με το τελεσθέν στο Αργός στις 29.4.2013 αδίκημα για το οποίο εκδόθηκε η με αριθμό 796/12.5.2017 προγενέστερη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου ώστε να επικαλεστεί κανείς την συνδρομή δεδικασμένου με οποιαδήποτε μορφή, όπως το ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ( άρθρο 525 § 5 Κ.Π.Δ. ).

Κατά τα λοιπά οι εκτιθέμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται κατά την αναιρεσείουσα αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Συμβούλιο, είναι απαράδεκτες, ως αφορώσες την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του , την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης.

Κατ' ακολουθία τούτων ουδείς βάσιμος λόγος αναιρέσεως του με αριθμό 4/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου συντρέχει και συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να απορριφθεί η από 24.2.2020 αίτηση της Ν. Β. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμό 4/4.2.2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου , με το οποίο απορρίφθηκε η από 11.6.2018 αίτηση της παραπάνω για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας σε βάρος της , που περαιώθηκε με την με αριθμό 796/12.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου Να καταδικαστεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστασία Δημητριάδου.".

Αφού άκουσε

τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 24-2-2020 με αρ. εκθ. Κατάθεσης του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας 3/24/2/2020 αίτηση αναίρεσης της Ν. Β. του Δ., κατά του υπ` αριθμ. 4/15-1-2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε η από 11-6-2018 αίτηση της παραπάνω, για την υπέρ αυτής επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περαιώθηκε με την με αριθμό 796/12.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 484 παρ.1 και 485 του Κ.Ποιν.Δ.). Γι` αυτό, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω, χωρίς να παρακωλύεται η συζήτηση της υπόθεσης από την απουσία της μη κληθείσας αναιρεσείουσας, καθόσον πρόκειται για προσβαλλόμενο βούλευμα, που δεν είναι αναγκαία η κλήτευση της τελευταίας (άρθρο 485 παρ.1 εδ. β`, σε συνδυασμό με άρθρο 310 παρ.2 Κ. Ποιν.Δ.).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του Ν.Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την 1η-7-2019, "η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός, που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (περ.2).

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει μετά την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες από μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν όμως, να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Επίσης, για τον προαναφερθέντα λόγο, δεν είναι νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και οι παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κυρία διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Νέο γεγονός κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν αποτελεί το περιεχόμενο ουσιαστικού ποινικού νόμου, έστω και αν αυτός ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, ούτε τα αναφερόμενα στο τμήμα εκείνο του δικανικού συλλογισμού που αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της οικείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Γιατί το μέρος αυτό, όταν είναι εσφαλμένο, ελέγχεται με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως για τον αναιρετικό λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ. Είναι δε τέλος ανεπίτρεπτη σε κάθε περίπτωση, μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει μετά την αμετάκλητη καταδίκη ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της σε βάρος του κατηγορίας.

Εξάλλου, από τη διάταξη της §5, σαφώς προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη επακολουθήσει, για την ίδια πράξη, αθωωτική απόφαση, αναγκαία καθίσταται, προς άρση της αβεβαιότητας από την ύπαρξη δύο αντιφατικών αποφάσεων, η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο και για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει αναγκαίως να ακυρωθούν και οι δύο αποφάσεις.

Όμως, για να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη η πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, για την οποία εκδόθηκαν τόσο η καταδικαστική όσο και η αθωωτική απόφαση, πρέπει να είναι η αυτή, νοούμενη ως idemfactom και όχι ως idemcrimen, αφού η ταυτότητα αναφέρεται στο ιστορικό γεγονός και όχι στο νομικό χαρακτηρισμό (Α.Π. 991/2017.

Τέλος, αμφότερες οι συγκρουόμενες αποφάσεις (καταδικαστική και αθωωτική) πρέπει να είναι αμετάκλητες κατά την έννοια του άρθρου 546 του ΚΠοινΔ, δηλαδή να μην επιτρέπεται εναντίον τους η άσκηση κανενός ενδίκου μέσου ή το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο να μην ασκήθηκε μέσα στην νόμιμη προθεσμία ή να ασκήθηκε εμπρόθεσμα και να απορρίφθηκε (Α.Π. 516/2013).

Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του, κατά το άρθρο 529 παρ.1 Κ.Π.Δ, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ίδιου Κώδικα, αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υπάρχει, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων, κατά τα ως άνω, γεγονότων και αποδείξεων.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται γενικώς τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ούτε χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστικό Συμβούλιο, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είχαν τεθεί υπό την κρίση του και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 Κ.Π.Δ., αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί, ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός.

Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν, α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.

Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα της πράξης υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία, κριθείσα με την προηγουμένη απόφαση .

Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κριθείσα με την προηγουμένη απόφαση, όταν δηλαδή η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα αυτά περιστατικά , ήτοι τα ίδια κατά χρόνο και τόπο τέλεσης ιστορικά γεγονότα από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής και η προηγουμένη που έχει ήδη κριθεί.

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου με την υπ'αριθμό 796/12.5.2017 απόφαση του, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη ως απαράδεκτης της ασκηθείσας κατ' αυτής εφέσεως, η αιτούσα καταδικάστηκε ερήμην, ως υπαίτια μη συμμόρφωσης στην με αριθμό 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, πλημμέλημα που τελέστηκε στις 29-4-2013 στο ...

σε βάρος του Ν. Ν. και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οχτώ (8) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 5,00 Ευρώ ημερησίως. Tο υπ' αριθ. 50/2018 βούλευμά του Συμβούλιου Εφετών Ναυπλίου απέρριψε την από 11-6-2018 αίτηση της Ν. Β. για επανάληψη της ως άνω διαδικασίας. Κατά του εν λόγω βουλεύματος η ως άνω καταδικασθείσα άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή εν μέρει με την υπ' αριθμό 1478/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση, προκειμένου να δικαστεί το σκέλος της από 11-6-2018 αίτησης της Ν.

Β. για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμό 796/2017 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, επί του οποίου το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου είχε παραλείψει να αποφανθεί. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής του Αρείου Πάγου, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου μετά από παραπομπή, επιλήφθηκε εκ νέου της από 11-6-2018 ως άνω αιτήσεως επανάληψης διαδικασίας, ως προς το προαναφερθέν σκέλος της, την οποία απέρριψε στην ουσία της με το υπ'αριθ. 4/4.2.2020 προσβαλλόμενο βούλευμά του, το οποίο για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τ'ακόλουθα: "Η αιτούσα με την υπ'αριθμ. 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), που δημοσιεύθηκε στις 07.08.2012, υποχρεώθηκε προσωρινά να απέχει από την εκτόξευση απειλών και ύβρεων κατά των Ν.

Ν., Δ. συζ. Ν. Ν. και των ανήλικων τέκνων τους. Με την υπ' αριθμ.796/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, που δημοσιεύτηκε στις 12.05.2017, η αιτούσα κηρύχθηκε ένοχη για παράβαση του άρθρου 232Α Π.Κ. και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών. Ειδικότερα με την ως άνω απόφαση η αιτούσα καταδικάσθηκε για το ότι :" ..., την 29-4-2013, στο ..., με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία υποχρεώνεται σε παράλειψη ή σε ανοχή πράξης, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του.

Συγκεκριμένα δεν συμμορφώθηκε με την 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, η οποία υποχρέωνε την κατηγορούμενη να απέχει από την εκτόξευση απειλών και ύβρεων κατά του Ν. Ν. και την 29-4-2013, παραβίασε το διατακτικό της ως άνω απόφασης, δηλαδή δια τηλεφωνικών κλήσεων, απείλησε αυτόν λέγοντάς του "ξέρω ότι είσαι στο Ναύπλιο και κατευθύνεσαι προς την Ε.Ο.

Κορίνθου - Τριπόλεως, πρόσεξε μην έρθεις από την σήραγγα του Αρτεμισίου, γιατί θα σε περιμένουμε εκεί με τον γαμπρό μου, θα σε σκοτώσουμε και θα σε φιλήσουνε τα παιδιά σου νεκροπεθαμένο" και στη συνέχεια τον εξύβρισε λέγοντάς του "είσαι πούστης, είσαι γαμημένος, το μουνί της μάνας σου" και "θα σου γαμήσουμε την Παναγία" χωρίς να έχει προς τούτο δικαίωμα σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση.".

Από το περιεχόμενο της απόφασης αυτής προκύπτει ότι, κατά την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης, η κατηγορούμενη και ήδη αιτούσα δεν είχε εμφανισθεί ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου καίτοι είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Αναγνώσθηκαν δε η έκθεση ένορκης εξέτασης Α. Μ., η 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων και η έκθεση ένορκης εξέτασης του απολιπόμενου μάρτυρα Ν.

Ν.. Η αιτούσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την 389/27.11.2017 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 371/4-5-2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναίρεσης και συνεπώς η υπ' αριθμ.796/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου έχει καταστεί αμετάκλητη.

Η αιτούσα με την υπ' αριθμ. 1301/2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, που δημοσιεύθηκε στις 18.05.2018 και έχει καταστεί αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώα για την πράξη παράβασης του άρθρου 232Α Π.Κ. . Ειδικότερα, κηρύχθηκε αθώα για το ότι: "Στην ..., στις 15.06.2012, με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του.

Συγκεκριμένα με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με το διατακτικό της με αριθμό 34/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποία υποχρεώθηκε να απέχει από την εκτόξευση απειλών και ύβρεων μεταξύ άλλων και κατά του νυν εγκαλούντος Ν. Ν. και καλώντας τον στο τηλέφωνο τον απείλησε με τις φράσεις "το ένα μάθημα το πήρες εχθές το βράδυ από τον ανεψιό μου το άλλο από εμάς σήμερα και να πας αμέσως να ανακαλέσεις τα ασφαλιστικά μέτρα και τις μηνύσεις που έχεις κάνει εναντίον μας.".

Όπως προεκτέθηκε, η αιτούσα στηρίζει την κρινόμενη αίτηση επανάληψη της διαδικασίας αφενός στο ότι αν εμφανιζόταν στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, που εξέδωσε την υπ' αριθμ.796/2017 απόφαση , θα αρνούνταν την κατηγορία και θα επισήμανε το γεγονός ότι η 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, την οποία φερόταν ότι παραβίασε, ουδέποτε της επιδόθηκε και δη με επιταγή προς εκτέλεση και αφετέρου στο ότι μετά την καταδίκη της αυτή εκδόθηκε η ανωτέρω 1301/18.05.2018 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία αθωώθηκε για την παραβίαση της ίδιας δικαστικής απόφασης, καθότι ουδέποτε έλαβε γνώση της παραπάνω απόφασης, αφού ουδέποτε της επιδόθηκε και δεν στοιχειοθετείται το υποκειμενικό στοιχείο της πρόθεσης προς μη συμμόρφωση στο διατακτικό της απόφασης.

Πρωτίστως, δεν προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 525 §1 περ.2 Κ.Π.Δ., διότι με την επίκληση της ανωτέρω αθωωτικής απόφασης ως νέο στοιχείο, με τον ισχυρισμό ότι δεν της είχε επιδοθεί η παραπάνω απόφαση και άρα δεν είχε λάβει γνώση αυτής, επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού το ότι το Δικαστήριο, παρότι φέρεται, με βάση τα αποδεικτικό υλικό, να μην διαπίστωσε ότι η 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων της είχε επιδοθεί με επιταγή, κατά τη διάταξη του άρθρου 700§ 1 Κ.Π.Δ., προέβη στην καταδίκη της.

Ο λόγος όμως αυτός ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 232Α Π.Κ., η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο για άσκηση αναίρεσης, αφού, χωρίς την επίδοση της απόφασης αυτής, δεν θεμελιώνεται η αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 232α Π.Κ. (βλ.

ΑΠ 447/2016 και ΑΠ 2060/2010 οπ. π.), στοιχείο που το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει για να κρίνει αν θεμελιώνεται η πράξη αυτή, παρά την απουσία της αιτούσας. Η αίτηση δε επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Πέραν των ανωτέρω, από την εν λόγω αθωωτική απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 07.08.2012, δεν καθίσταται βέβαιο και ότι κατά τον μεταγενέστερο χρόνο (29.04.2013), που τελέστηκε η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε με την 796/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, επίσης δεν της είχε επιδοθεί με επιταγή η με αριθμό 34/2012 απόφαση τους Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η αθωωτική απόφαση, λόγω, προφανώς, παραδρομής κατά την σύνταξη του οικείου κατηγορητηρίου αφορούσε χρόνο (15.06.2012), που ακόμη δεν είχε δημοσιευθεί η εν λόγω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων περί ρύθμισης κατάστασης.

Εκ περισσού δε σημειώνεται ότι η αιτούσα επέλεξε να μην εμφανισθεί στο Δικαστήριο, παρότι είχε κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ενώ συνδέει την ύπαρξη της ως άνω αθωωτικής απόφασης με αποδεικτικό στοιχείο (την μη επίδοση της απόφασης), που ,σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης, γνώριζε η ίδια. Περαιτέρω, δεν στοιχειοθετείται ούτε η περίπτωση του άρθρου 525 §1 περ. 4 ΚΠΔ (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4620/2019), αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη, για να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη, πρέπει η πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, για την οποία εκδόθηκαν τόσο η καταδικαστική όσο και η αθωωτική απόφαση, πρέπει να είναι η αυτή, νοούμενη ως idemfactum και όχι ως idemcrimen, αφού η ταυτότητα αναφέρεται στο ιστορικό γεγονός και όχι στο νομικό χαρακτηρισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω απόφαση κηρύχθηκε αθώα για παραβίαση της παραπάνω της δικαστικής απόφασης, που φέρεται ότι είχε τελέσει σε προγενέστερο χρόνο (15.06.2012) και μάλιστα πριν την έκδοση της απόφασης σε έτερο τόπο, με διάφορα πραγματικά περιστατικά, κατά τα προαναφερόμενα. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας δέχθηκε ότι κατά το χρόνο αυτό (15.00.2012) η κατηγορούμενη δεν είχε λάβει γνώση της με αριθμό 34/2012 απόφασης, δημοσιευθείσας στις 07.08.2012, αφού η αναφερόμενη στα αναγνωστέα έγγραφα .../14.06.2012 έκθεση επίδοσης αναφέρεται στην επίδοση στην κατηγορούμενη αίτησης για προσωρινή ρύθμισης κατάστασης και σχετικής προσωρινής διαταγής και όχι στην επίδοση της ως άνω απόφασης.

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση περί επανάληψης της διαδικασίας που περαιώθηκε με την υπ' αριθμ.796/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει με το ν. 4620/2019), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό του παρόντος.".

V. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αναιρέσεως, προβάλλεται η πλημμέλεια, (κατά πιστή αντιγραφή) ότι: 1) Διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης η προσβαλλόμενη 4/2020 απόφαση δέχεται ότι ο λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ. ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 232Α'του Π.Κ., στοιχείο που το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει για να κρίνει αν θεμελιώνεται η πράξη αυτή παρά την απουσία της αιτούσας, δηλαδή αν η υπ'αριθ. 34/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων που φερόταν ότι παραβίασε η κατηγορουμένη (αναιρεσείουσα) είχε προηγουμένως με επιταγή προς εκτέλεση επιδοθεί εις αυτή Η απόφαση 1301/2018 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, αποτελεί νέο - άγνωστο στους δικαστές που καταδίκασαν την αναιρεσείουσα, γεγονός ή απόδειξη κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ.

και καθιστά φανερό ότι καταδικάστηκε ενώ ήταν αθώα". Επισημαίνει η αναιρεσείουσα ότι την τελευταία αυτή απόφαση μόνο η ίδια θα μπορούσε να έχει γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο που εξέδωσε ερήμην της την με αριθμό 796/2017 απόφαση , αν βεβαίως είχε εμφανιστεί ενώπιον του και 2) ... Κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δέχεται ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε η περίπτωση του άρθρου 525 § 1 περ. 4 Κ.Π.Δ., (Ήδη περ. 5) αφού με την ανωτέρω 1301/2018 αθωωτική απόφαση φέρεται ότι η αναιρεσείουσα είχε τελέσει την παραβίαση της 34/2012 απόφασης σε προγενέστερο χρόνο (15.6.2012) και μάλιστα πριν την έκδοση της απόφασης (34/2012), σε έτερο τόπο, στην Καλαμάτα, με διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ενώ η καταδικαστική 796/2017 απόφαση αφορά πραγματικά περιστατικά με χρόνο τέλεσης στις 29.4.2013 στο Άργος, καθότι η ταυτότητα αναφέρεται στο ιστορικό γεγονός και όχι στο νομικό χαρακτηρισμό.

Έσφαλε η προσβαλλόμενη 4/2020 απόφαση διότι η ταυτότητα της παράβασης του άρθρου 232 Α'του Π.Κ. αφορά την παραβίαση της ίδιας 34/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων με μηνυτή τον ίδιο φερόμενο ως παθόντα Ν. Ν. και κατηγορουμένη την ίδια την αναιρεσείουσα και στην προκειμένη περίπτωση είναι τελείως αδιάφορο αν η μία φερόμενη πράξη έλαβε χώρα στην Καλαμάτα στις 15.6.2012 (1301/2018 αθωωτική απόφαση) και η άλλη φερόμενη πράξη έλαβε χώρα στο Άργος στις 29.4.2013 796/2017 καταδικαστική απόφαση).

Και τούτο διότι ευθύς εξ αρχής δεν στοιχειοθετείται το υποκειμενικό στοιχείο της πρόθεσης προς μη συμμόρφωση στο διατακτικό δικαστικής απόφασης, αφού ουδέποτε της επιδόθηκε με επιταγή προς εκτέλεση, γεγονός που επισημαίνει στην αίτησή της για επανάληψη της διαδικασίας και επεσήμανε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προφορικά και με κατατεθέν υπόμνημά της".

Τα προβαλλόμενα όμως από την αναιρεσείουσα ως άνω λεπτομερώς προεκτεθέντα, αφορούν, εφόσον πρόκειται για επανάληψη διαδικασίας, αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων του άρθρου 525 §§ 1περ. 2 και 5 Κ.Π.Δ. και ως εκ τούτου δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, καθόσον τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν προβλέπεται από το άρθρο 484 του ίδιου κώδικα για δικονομικές διατάξεις, όπως είναι οι εν λόγω προδιαληφθείσες, η παραβίαση των οποίων θα συνιστά λόγο αναιρέσεως, είτε για απόλυση ακυρότητα, είτε για παραβίαση δεδικασμένου είτε για παράνομη απόρριψη της έφεσης κατά βουλεύματος ως απαράδεκτης, είτε τέλος για υπέρβαση εξουσίας, περί των οποίων δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω (ΑΠ1515/2013).

Επομένως, ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 525 παρ.1 περ. 2 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του, την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια αλλά και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, και περιέχει τους συλλογισμούς και τις σκέψεις που θεμελιώνουν, την απορριπτική, της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, κρίση του.

Ειδικότερα με σαφήνεια αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι, η με αριθμό 1301/18.5.2018 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, αφορά μη συμμόρφωση στην διάταξη της υπ'αριθ. 34/7.8.2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων , τελεσθείσα στην Καλαμάτα στις 15-6-2012 από την αναιρεσείουσα, η οποία κηρύχθηκε αθώα με το σκεπτικό ότι, αφενός μεν δεν είχε λάβει γνώση της μεταγενέστερα της εν λόγω ημερομηνίας εκδοθείσας ως άνω αποφάσεως και αφετέρου ότι δεν στοιχειοθετείτο το υποκειμενικό στοιχείο της πρόθεσης προς μη συμμόρφωση.

Επομένως και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει ταυτότητα με το τελεσθέν στο Αργος στις 29-4-2013 αδίκημα για το οποίο εκδόθηκε η με αριθμό 796/12.5.2017 προγενέστερη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, ώστε να επικαλεστεί κανείς την συνδρομή δεδικασμένου με οποιαδήποτε μορφή, όπως το ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση (άρθρο 525 § 5 Κ.Π.Δ.).

Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος, κατ' εκτίμηση, σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το προσβαλλόμενο βούλευμα πλήττεται για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.

Τέλος, οι λοιπές εκτιθέμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται κατά την αναιρεσείουσα αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Συμβούλιο, είναι απαράδεκτες, ως αφορώσες την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, με τις οποίες το Συμβούλιο ήχθη στην άνω απορριπτική κρίση του, που όμως δεν εμπίπτουν σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, στην έννοια του λόγου επαναλήψεως της διαδικασίας που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 του ΚΠΔ, αφού με αυτές επιχειρεί η αναιρεσείουσα, να υπάρξει μετά την αμετάκλητη καταδίκη ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της σε βάρος της κατηγορίας και να πλήξει, με την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, το προσβαλλόμενο βούλευμα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ), κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 24-2-2020 με αρ. εκθ. καταθ. Του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας 3/24/2/2020 αίτηση της Ν. Β. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμό 4/4.2.2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.

Και

Επιβάλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα τα οποία καθορίζει στα διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2020.

Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ