Legislator Case Law & Legislation
1410/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of reasoning and failure to examine merits of civil claim.

Case Number 1410/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's decision regarding a salary dispute. The appellant argued the lower court violated substantive law and failed to examine the merits of the claim, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal lacked necessary specificity regarding prior judgments and that the lower court correctly rejected the claim as legally unfounded without needing a substantive examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(a) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law requires specific reference to prior judgments or factual assumptions, and an appeal for lack of reasoning is inadmissible when the lower court rejects a claim as legally unfounded without examining the merits.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation lack of reasoning res judicata merits examination legal unfoundedness civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 7(1) of Law 1876/1990
Art. 19(1) of Law 1876/1990
Art. 6(1) of the ESDA

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 28/1998
Supreme Court 1909/2007
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1410 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1410/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγαθή Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1337/2002 μη οριστική, 222/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1231/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 2-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο: α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (Ολ.

Α.Π. 28/1998, Α.Π. 1909/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο κατά τα πρώτα σκέλη τους λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων:

α) των άρθρων 7 παρ. 1 και 19 παρ. 1 ν. 1876/1990 (πρώτος λόγος), β) των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (δεύτερος λόγος) και γ) 16 παρ. 1 και 2 ν. 435/1976, 2 ν. 1766/1988, 4 της από 10-3-1989 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 680 Α.Κ., 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 10 ν. 1876/1990, 1 των από 18-5-1998 και από 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 2 παρ. 3 ν. 201/1975, 10 παρ. 1 και 4 ν. 2470/1997 και 3 της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

της ΠΟΕΔΗΝ (τρίτος λόγος), των οποίων διατάξεων παραθέτει ερμηνεία, απέρριψε την αγωγή του. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας αφού ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή τους δεν εκθέτει αν η αγωγή του απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη ούτε παραθέτει, στην περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη το περιεχόμενο αυτής, στην περίπτωση δε που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη τις παραδοχές της προσβαλλομένης.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. Α.Π. 25/2003).

Συνεπώς δεν είναι πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ. Α.Π. 3/1997). Εξ άλλου ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 25/2003). Τέλος για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός (πράγμα), ο οποίος προτάθηκε και δεν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 99/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του και δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι απέρριψε την αγωγή του, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο:

α) "κατ’ αγνόησιν των προταθέντων υπ’ εμού δια της Εφέσεως, της Αγωγής μου και των ενώπιον του Μον. Πρωτ. κι Εφετείου Αθηνών προτάσεών μου" (πρώτος λόγος) και β) "κατ’ αγνόησιν των προταθέντων υπ’ εμού δια της Αγωγής, της Εφέσεως και των ενώπιον του Εφετείου Αθηνών Προτάσεών μου σχετικώς: (1) με τον από 1-7-1988 αποκλεισμόν της εφαρμογής επ’ εμού του μισθολογικού καθεστώτος της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

της ΠΟΕΔΗΝ, (2) την εφαρμογήν επ’ εμού του προηγουμένου αυτής μισθολογικού καθεστώτος της 42/81 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς κλπ βάσει της υπ’ αριθμ. ...-6-1993 Αποφάσεως του Δ.Σ. του αντιδίκου, του δεδικασμενου των υπ’ αριθμ. 7922/91 και 471/97 Αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και της υπ’ αριθ. .../16-5-1990 εγκυκλίου του κ.

Υπουργού των Οικονομικών και (3) με την δημιουργίαν εις εμέ νόμιμης προσδοκίας ν’ αμείβωμαι βάσει του προηγουμένου της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικού καθεστώτος της 42/81 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς κλπ" (δεύτερος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ειδικότερα: α) ο πρώτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί (πράγματα) που προτάθηκαν και παρά ταύτα δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο και β) ο δεύτερος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα κατά την προπαρατεθείσα έννοια αλλά νομικά επιχειρήματα.

Επί πλέον οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου που απορρέει από τις 7922/1991 και 471/1997 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο ίδιο το αναιρετήριο κατά την ανάπτυξη του πρώτου κατά το τρίτο σκέλος του λόγου αναίρεσης, για τον οποίο θα γίνει λόγος στην επόμενη σκέψη, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου ελήφθη υπόψη από το εφετείο και απορρίφθηκε.

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι σύμφωνα με το νόμο αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας (Α.Π. 135/2016).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου (Α.Π. 929/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "...όλως αντιφατικώς και ασαφώς εδέχθη ότι, "το από τις με αριθμούς 7922/1991 και 471/1997 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών παραγόμενο δεδικασμένο περί του δικαιώματός μου ν’ αμείβωμαι βάσει του προηγουμένου της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικού καθεστώτος της υπ’ αριθμ. 42/1981 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς κλπ και όχι βάσει του δημοσιοϋπαλληλικού μισθολογίου των Ν. 1505/84, 1810/88 κλπ, και να λαμβάνω ως βασικόν μισθόν τον βασικόν μισθόν των εκάστοτε ισχυουσών Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. εις τα οποίας παραπέμπει ρητώς το μισθολογικόν καθεστώς της 42/81 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιώς κλπ για τον καθορισμόν του (βασικού μισθού), δεν ισχύει για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-12-1999 έως 21-3-2001, για το οποίο, ζητώ τις επίδικες διαφορές βάσει του κατωτάτου βασικού μισθού των από 18-5-1998 και 23-5-2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. γιατί από της ισχύος καθεμιάς από αυτές μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς, με συνέπεια οι ανωτέρω εκδοθείσες εφετειακές αποφάσεις, που έκριναν με βάση άλλο νομικό καθεστώς να μη αποτελούν δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά γιατί κατά το άρθρο 3 παρ. 1 της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε., που ισχύει από 1-7-1988 καταργήθηκαν όλα τα αιτούμενα επιδόματα του προηγούμενου καθεστώτος και οι αποδοχές μου ρυθμίζονται εφεξής από τις διατάξεις του Ν. 1505/84, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988 για το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, καθόσον η διάταξη του άρθρου 9 της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

έχει την έννοια ότι οι απασχολούμενοι στα νοσοκομεία διατηρούν για τυχόν υπέρτερες αποδοχές του παλαιού νομικού καθεστώτος για όσο χρόνο οι αποδοχές αυτές θα είναι υπέρτερες και δεν έχει την έννοια ότι εξακολουθεί το παλαιό καθεστώς αμοιβής των εργαζομένων στα νοσοκομεία" και απέρριψε τους 1ον και 2ον λόγους της από 3-8-2005 Εφέσεώς μου κατά του αντιδίκου, και της 222/05 Αποφάσεως του Μονoμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ, εάν ορθώς ηρμήνευε και δεν παρεβίαζε τας διατάξεις ταύτας και εάν ορθώς εξετίμα την Έφεσιν, τας 7922/1991 και 471/97 Αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, τας εφ’ ων αι Αποφάσεις αύται Αγωγάς μου, την υπό κρίσιν Αγωγήν μου και τα εκατέρωθεν προταθέντα, θα εδέχετο ότι, το προταθέν δεδικασμένον της Αποφάσεως ταύτης σχετικώς: "(1) με το δικαίωμά μου ν’ αμείβωμαι βάσει του προηγουμένου της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.

της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικού καθεστώτος της 42/81 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς κλπ και όχι βάσει του μισθολογικού καθεστώτος των Ν. 1505/84, 1810/88 κλπ, και να λαμβάνω ως βασικόν μισθόν τον κατώτατον βασικόν μισθόν ιδιωτ. Υπαλλήλου των εκάστοτε ισχυουσών Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και (2) με την μη μεταβολήν του μισθολογικού μου καθεστώτος υπό των εκάστοτε ισχυουσών Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.", υφίσταται και για τας ενδίκους αξιώσεις μου του από 1-11-1999 - 21-3-2001 χρονικού διαστήματος και θα έκανε δεκτήν την από 3-8-2005 Έφεσίν μου καθ’ ολοκληρίαν...".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτόν με σαφήνεια το αντικείμενο των δικών που προηγήθηκαν, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτές με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. Α.Π. 3/1997, 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο απέρριψε αναιτιολογήτως τα αναφερόμενα αιτήματα της αγωγής του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε στο σύνολό της ως μη νόμιμη, ενώ σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως για το παραδεκτό του ανωτέρω λόγου αναίρεσης απαιτείται ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να μην καταδικασθεί όμως ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω ελλείψεως σχετικού αιτήματος του τελευταίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 1231/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Αυγούστου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ