Supreme Court allows appeal against divorce property judgment due to unclear evidence on spousal gift of funds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a second-instance judgment regarding property division after divorce. The appellant argued that the respondent had withdrawn funds from a joint account without authorization, while the respondent claimed the withdrawal was justified by the deceased husband's illness and a prior agreement to share half the savings. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to determine whether the deceased husband explicitly gifted half his share to the respondent, leaving the withdrawal's legal basis unproven.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must reverse a judgment if the lower court fails to establish the specific legal basis for a party's withdrawal from joint funds, such as a confirmed gift from the co-owner, when the withdrawal exceeds the party's own share.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1410 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1410/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθού η κλήση: Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρίστιππο Μαστρογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ανθίμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2013 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-10-2013 αίτησή της και τους από 23-9-2014 πρόσθετους λόγους. Μετά από ματαίωση της προκείμενης υπόθεσης στις 26-1-2015, η υπόθεση επαναφέρεται εκ νέου προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου με την από 5-3-2015 κλήση του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερου κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτου λόγων του αναιρετηρίου, καθώς και του δεύτερου των προσθέτων λόγων, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσείουσα, με την από 31-7-2008 αγωγή της, επικαλούμενη ότι μεταξύ αυτής, του αποβιώσαντος το έτος 2003 συζύγου της και του εναγομένου είχε ανοιχθεί κοινός τραπεζικός λογαριασμός με χρήματα αποκλειστικά δικά της και του κληρονομηθέντος απ' αυτήν συζύγου της, ενώ το όνομα του εναγομένου, αδελφού του συζύγου της, τέθηκε στον λογαριασμό προκειμένου να μπορεί να κάνει κατ' εντολή τους και για λογαριασμό τους αναλήψεις, και ότι ο εναγόμενος μετά το θάνατο του συζύγου της ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό χωρίς την εντολή της και χωρίς κανένα δικαίωμα το ποσό των 88.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ήμισυ σχεδόν των καταθέσεων, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει το ανωτέρω ποσό με βάση την εσωτερική από τον κοινό λογαριασμό σχέση τους, επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικότερα με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αγωγή έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της με την υπ' αριθ. 32/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 108/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοιχτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ' αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον ή τους άλλους, δηλαδή τους δικαιούχους που δεν ανέλαβαν, οι οποίοι από το νόμο πλέον αποκτούν απαίτηση έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το τμήμα της κατάθεσης που του αναλογεί με βάση τον αριθμό των συνδικαιούχων, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".
Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις λοιπές προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ' αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Τέτοια σχέση μπορεί να είναι και δωρεά, η οποία μάλιστα μπορεί να συσταθεί και χωρίς την τήρηση του συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεδομένου ότι η δωρεά συντελείται με την κατάθεση των χρημάτων εκείνου που τα καταθέτει (δωρητού) στην Τράπεζα σε κοινό λογαριασμό άλλων (δωρεοδόχων), που έχουν τη δυνατότητα αναλήψεως όποτε θελήσουν (ΑΚ 498 παρ. 2), και έτσι πραγματοποιείται και ο σκοπός, που επέβαλε την τήρηση του τύπου, δηλαδή ωριμότητα της σκέψεως.
Τα παραπάνω δεν μεταβάλλονται από το γεγονός ότι ο δωρεοδόχος είναι συγχρόνως και δικαιούχος του κοινού λογαριασμού. Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο απ' αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο, ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια (Α.Π.712/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα-εφεσίβλητη το έτος 1988, τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Σ. Κ. του Γ. και εγκαταστάθηκε με το σύζυγό της στην ..., όπου διατηρούσαν ένα παντοπωλείο, λειτουργώντας και εκμεταλλευόμενοι τούτο από κοινού. Από το γάμο τους δεν απέκτησαν τέκνα.
Στην τράπεζα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ (Υποκ/μα Λευκάδας) διατηρούσε με το σύζυγό της, τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό (συνδικαιούχοι αυτή και ο σύζυγός της), τον οποίο τροφοδοτούσαν με τις αποταμιεύσεις τους, οι οποίες προέρχονταν από τη λειτουργία του ανωτέρω παντοπωλείου. Τον Μάϊο 2003, ο σύζυγός της προσβλήθηκε από καρκίνο, σε καλπάζουσα μορφή και παρέμεινε κατάκοιτος.
Λόγω της σωματικής αδυναμίας του χρειαζόταν τη διαρκή φροντίδα της ενάγουσας, τόσο για τις προσωπικές καθημερινές ανάγκες του, αλλά και ενόψει της ψυχικής ταλαιπωρίας και των αρνητικών συναισθημάτων που βίωνε εξαιτίας της νόσου. Ο ανωτέρω κοινός λογαριασμός, τον Αύγουστο του έτους 2003, είχε φτάσει στο ποσό των 155.302,30 €, όταν αποφάσισε, από κοινού με το σύζυγό της, να μεταφέρουν τα χρήματά τους σε άλλη Τράπεζα.
Πράγματι, την 12.8.2003, μετέφεραν όλο, σχεδόν το ποσό της κατάθεσης 150.000 €, από την προαναφερθείσα Τράπεζα στο Υποκ/μα Λευκάδας της Τράπεζας Πειραιώς, ανοίγοντας προς το σκοπό αυτό τον υπ' αριθ. ΕUR ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Στο λογαριασμό αυτό, το ζευγάρι συμπεριέλαβε, συνδικαιούχο και τον εναγόμενο-εκκαλούντα, αδελφό του συζύγου της.
Δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα εικονική (κατά το φαινόμενο μόνο) η συμφωνία αυτή (του κοινού λογαριασμού) και ότι υπήρξε ιδιαίτερη συμφωνία-εντολή για το ποσό της κατάθεσης με αποκλειστικό δικαιούχο την ενάγουσα. Ωθήθηκε δε το ζευγάρι στην ενέργεια αυτή από το γεγονός ότι η κατάσταση της υγείας του συζύγου της ενάγουσας ήταν άσχημη και δεν θα μπορούσε αυτή να ανταποκριθεί - ενάγουσα-μελλοντικά σε συναλλαγές με την Τράπεζα, προς κάλυψη έκτακτων αναγκών.
Σ' αυτή την περίπτωση θα αρκούσε ένα συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς τον εκκαλούντα και ήταν περιττός ο κοινός λογαριασμός. Ρητή η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Π. Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κυρίως του Δ. Κ. στην ένορκη βεβαίωση "εκείνο που ξέρω είναι ότι ο Σ. βάζοντας τον αδελφό του στο λογαριασμό το έκανε για να αποδοθεί μεταξύ τους δικαιοσύνη, αφού στα αποταμιευμένα χρήματα υπήρχε η εισφορά του Ν.
από όλα τα χρόνια συνεργασίας. Όλα αυτά τα γνωρίζω γιατί το καλοκαίρι του 2003 που αρρώστησε από καρκίνο ο Σ., τον επισκεπτόμουνα σχεδόν σε καθημερινή βάση τις ημέρες που ήμουνα στο χωριό και μου εκμυστηρευόταν όλες τις σκέψεις του για τα προσωπικά του θέματα. Επειδή μου είχε εμπιστοσύνη μου είχε πει ότι τακτοποίησε τη σύζυγό του Μ.
και άφησε και από τα χρήματα που υπήρχανε τα μισά στον αδελφό του τον Κ., ότι δηλαδή τον έβαλε συνδικαιούχο στον λογαριασμό που είχαν στην τράπεζα Πειραιώς". Άλλωστε η ενάγουσα μπορούσε να συναλλαγεί, όπως αυτό έπραξε καταθέτοντας 5.000 ευρώ στο λογαριασμό, μετά θάνατο του συζύγου της. Επίσης, υπήρχε και άλλος κοινός λογαριασμός στο όνομα των συζύγων στην Άλφα Τράπεζα από 5.000 ευρώ, για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών.
Αποδεικνύεται επίσης ότι ποσό 10.000 ευρώ κατατέθηκε από τον εκκαλούντα στον ένδικο λογαριασμό από οικονομίες του πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν δεν είχε δικαίωμα στον λογαριασμό. Αυτός- εκκαλών, δύο έτη περίπου μετά το θάνατο του αδερφού του, στις 12.9.2005, προσήλθε στην οφειλέτρια Τράπεζα και προέβη, χωρίς τη χρήση του σχετικού βιβλιαρίου σε ανάληψη του μισού σχεδόν ποσού της καταθέσεως, η οποία είχε στο μεταξύ ανέλθει στο πόσο των 177.912,87 €, αναλαμβάνοντας το ποσό των 88.000 €, όπως είχε δικαίωμα (άρθρο 493 ΑΚ).
Επομένως, η ανάληψη από αυτόν (λογαριασμό) του ποσού των 88.000 € ήταν νόμιμη, καθόσον η ενάγουσα δεν απέδειξε το αντίθετο (εικονική η συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών κατά το άνοιγμα του ένδικου κοινού λογαριασμού, ως προς τη συμμετοχή του εκκαλούντος)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα της εσωτερικής σχέσεως μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού και του δικαιώματος του εναγομένου να αναλάβει από τον λογαριασμό αυτόν το ποσό των 88.000 ευρώ, εν μέρει σαφείς και εν μέρει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν στην τελευταία περίπτωση ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 Ν. 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.
Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, την παραβίαση των οποίων, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, επικαλείται η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, είναι σαφής και επαρκής η αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι από τη συνδέουσα μεταξύ αυτής, του συζύγου της και του εναγομένου εσωτερική σχέση ο εναγόμενος ουδέν ποσό εδικαιούτο επί της καταθέσεως, καθόσον, κατά την επικαλούμενη από την ενάγουσα συμφωνία τους, ο εναγόμενος τέθηκε στον λογαριασμό ως συνδικαιούχος λόγω ασθένειας του συζύγου της και προκειμένου, αν παρίστατο ανάγκη, να μπορεί να προβαίνει κατ' εντολή τους και για λογαριασμό τους στην ανάληψη χρημάτων από την τράπεζα.
Η παραδοχή του Εφετείου ότι "...Ωθήθηκε δε το ζευγάρι στην ενέργεια αυτή από το γεγονός ότι η κατάσταση της υγείας του συζύγου της ενάγουσας ήταν άσχημη και δεν θα μπορούσε αυτή (ενάγουσα) να ανταποκριθεί μελλοντικά σε συναλλαγές με την τράπεζα, προς κάλυψη εκτάκτων αναγκών...", παρά την άτεχνη διατύπωσή της, αποτελεί συνέχεια της προηγουμένης φράσεως "δεν αποδεικνύεται εικονική η συμφωνία αυτή (του κοινού λογαριασμού) και ότι υπήρξε ιδιαίτερη συμφωνία-εντολή για το ποσό της κατάθεσης με αποκλειστικό δικαιούχο την ενάγουσα", με την οποία αποτελεί μια νοηματική ενότητα και έχει την προφανή έννοια ότι δεν απεδείχθη ότι η ενάγουσα και ο σύζυγός της έθεσαν συνδικαιούχο στον λογαριασμό τους τον εναγόμενο λόγω του ότι η κατάσταση της υγείας του συζύγου της ενάγουσας ήταν άσχημη και δεν θα μπορούσε αυτή (ενάγουσα) να ανταποκριθεί μελλοντικά σε συναλλαγές με την τράπεζα, προς κάλυψη εκτάκτων αναγκών, έννοια που συμπορεύεται με την εν συνεχεία παραδοχή ότι "...Σ 'αυτή την περίπτωση (αν υπήρχε τέτοια ανάγκη) θα αρκούσε ένα πληρεξούσιο προς τον εκκαλούντα και ήταν περιττός ο κοινός λογαριασμός...".
Κατά το μέρος αυτό οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι του κύριου δικογράφου και δεύτερος του δικογράφου προσθέτων λόγων αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, ενώ παραθέτει ως περιεχόμενο της καταθέσεως μάρτυρος του εναγομένου το εξής κείμενο "εκείνο που ξέρω είναι ότι ο Σ.
βάζοντας τον αδελφό του στο λογαριασμό το έκανε για να αποδοθεί μεταξύ τους δικαιοσύνη, αφού στα αποταμιευμένα χρήματα υπήρχε η εισφορά του Ν. από όλα τα χρόνια συνεργασίας. Όλα αυτά τα γνωρίζω γιατί το καλοκαίρι του 2003 που αρρώστησε από καρκίνο ο Σ., τον επισκεπτόμουνα σχεδόν σε καθημερινή βάση τις ημέρες που ήμουνα στο χωριό και μου εκμυστηρευόταν όλες τις σκέψεις του για τα προσωπικά του θέματα.
Επειδή μου είχε εμπιστοσύνη μου είχε πει ότι τακτοποίησε τη σύζυγό του Μ. και άφησε και από τα χρήματα που υπήρχανε τα μισά στον αδελφό του τον Κ., ότι δηλαδή τον έβαλε συνδικαιούχο στον λογαριασμό που είχαν στην τράπεζα Πειραιώς", δεν διευκρινίζει αν από την ως άνω κατάθεση ή από άλλα στοιχεία συνάγει το πόρισμα ότι ο αποβιώσας και συνδικαιούχος του λογαριασμού σύζυγος της ενάγουσας δώρισε το εξ 1/2 μερίδιό του επί της καταθέσεως στον εναγόμενο αδελφό του, ώστε ο τελευταίος να δικαιούται με βάση την εσωτερική σχέση στην ανάληψη του ημίσεως της καταθέσεως.
Επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτος λόγοι του κύριου αναιρετηρίου και δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, αφού η αίτηση γίνεται δεκτή (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 ΚΠολΔ του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 108/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.