Legislator Case Law & Legislation
1410/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract withdrawal penalty validity under Article 398 of the Civil Code.

Case Number 1410/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a car sales contract dispute. The appellant argued that the withdrawal from the contract was invalid because the penalty for breach was not paid simultaneously, citing Article 398 of the Civil Code. The court held that the withdrawal was valid and binding because the penalty was not paid at the time of withdrawal, and the buyer had not successfully contested the withdrawal without delay.

Legislator headnote

AI generated

Articles 398 and 401 of the Civil Code; A withdrawal from a contract is invalid if made without simultaneous payment of the penalty and the other party rejects it for this reason, otherwise the withdrawal remains valid and binding.

Keywords

AI generated
contract withdrawal penalty for breach Article 398 Civil Code simultaneous payment validity of withdrawal contract law breach of contract

Cited Legislation

AI generated
Article 398 of the Civil Code
Article 401 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1410 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1410/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριάδνη Νούκα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κωστή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-7-2005 και 17-1-2006 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1023/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 25713/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 17-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 25713/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 15-12-2008 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 1023/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Mε αυτή αφενός μεν είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η από 12-7-2005 αγωγή του αναιρεσίβλητου, αφετέρου δε είχε γίνει δεκτή και στην ουσία της η από 19-1-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος.

Το Πρωτοδικείο, αφού εξαφάνισε την απόφασή του διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί των δύο αγωγών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει ποσόν 7.747,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο ως ποινή μεταμέλειας λόγω υπαναχωρήσεως από σύμβαση πωλήσεως.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της. Κατά το άρθρο 398 ΑΚ: Αν ο ένας από τους συμβαλλομένους επιφύλαξε στον εαυτό του την υπαναχώρηση έναντι καταβολής ποινής, η υπαναχώρηση είναι ανίσχυρη εφόσον έγινε χωρίς σύγχρονη καταβολή της ποινής και ο άλλος την απέκρουσε για το λόγο αυτό χωρίς υπαίτια καθυστέρηση".

Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει την επίδραση της μη σύγχρονης καταβολής της ποινής στο κύρος της υπαναχωρήσεως, όταν, προς εξισορρόπηση των μειονεκτημάτων που επέρχονται από την υπαναχώρηση για τον αντισυμβαλλόμενο, η επιφύλαξη του δικαιώματος αυτού έγινε με την καταβολή ποινής μεταμέλειας εκ μέρους του υπαναχωρούντος.

Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η ποινή μεταμέλειας πρέπει να καταβάλλεται συγχρόνως με την άσκηση της υπαναχωρήσεως. Η σύγχρονη καταβολή της ποινής δεν αποτελεί ωστόσο προϋπόθεση του κύρους της υπαναχωρήσεως, ώστε τα έννομα αποτελέσματα αυτής παράγονται κατ' αρχήν και επί μη σύγχρονης καταβολής της ποινής.

Παρέχεται όμως στην περίπτωση αυτή η δυνατότητα στον άλλον να καταστήσει ανίσχυρη την υπαναχώρηση που ασκήθηκε, αποκρούοντάς την χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, οπότε αναβιώνουν οι πρωτογενείς αξιώσεις που είχαν αποσβεσθεί. Αν η υπαναχώρηση αποκρούσθηκε χωρίς υπαίτια καθυστέρηση για τον παραπάνω λόγο, δεν αποσβένυται το σχετικό δικαίωμα, αλλά μπορεί τούτο να ασκηθεί και πάλι εγκύρως, συνοδευόμενο τώρα από σύγχρονη καταβολή της ποινής.

Αν η υπαναχώρηση που ασκήθηκε χωρίς σύγχρονη καταβολή της ποινής δεν αποκρούσθηκε εγκαίρως από τον άλλο, παραμένει ισχυρή, παράγει όμως για τον υπαναχωρήσαντα την υποχρέωση καταβολής της ποινής. Ο άλλος μπορεί οποτεδήποτε και μέχρι συμπληρώσεως του χρόνου της παραγραφής να την απαιτήσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 401 ΑΚ: ''Αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι η παροχή πρέπει να εκπληρωθεί αποκλειστικά σε ορισμένο χρόνο ή αποκλειστικά μέσα σε ορισμένη προθεσμία, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει για μόνη την καθυστέρηση, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του οφειλέτη.

Αν ο δανειστής προτιμά την απαίτηση της παροχής, οφείλει να το ανακοινώσει αμέσως στον οφειλέτη, αλλιώς δεν έχει την απαίτηση αυτή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εκ μέρους των μερών πρόσδοση ακριβόχρονου χαρακτήρα στη σύμβαση έχει σε περίπτωση αμφιβολίας την έννοια ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερήσει την εκπλήρωση της παροχής του δικαίωμα συμβατικής υπαναχωρήσεως, περαιτέρω δε ότι ο δανειστής χάνει την προς εκπλήρωση της παροχής αξίωση, πλην αν αμέσως ανακοινώσει στον οφειλέτη την εμμονή του σ' αυτήν.

Για την εφαρμογή της προκειμένης διατάξεως δεν απαιτείται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη, αφού ρητώς ορίζεται ότι το προς υπαναχώρηση δικαίωμα του δανειστή γενιέται από μόνη την καθυστέρηση ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα του οφειλέτη. Δεν παρέχεται πάντως το δικαίωμα υπαναχωρήσεως στο δανειστή, αν η καθυστέρηση οφείλεται σε πταίσμα αυτού του ίδιου ή των προσώπων, για τη συμπεριφορά των οποίων ευθύνεται αυτός κατ' άρθρα 330 και 334 ΑΚ.

Με τους δύο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, επικαλείται ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε: α) τη διάταξη του άρθρου 398 ΑΚ, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή της, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι υπαναχώρησε αυτός από τη σύμβαση πωλήσεως, χωρίς καμιά περαιτέρω παραδοχή από εκείνες που απαιτούνται για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως, και β) τη διάταξη του άρθρου 401 ΑΚ, την οποία και δεν εφάρμοσε, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά που κάλυπταν το πραγματικό της, και συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ότι ο αγοραστής επιθυμούσε να παραλάβει το προς πώληση αυτοκίνητο το αργότερο έως την 31-12-2003, ο δε πωλητής δήλωσε ότι ήταν σε θέση να του το προμηθεύσει έως την ως άνω ημερομηνία, στη συνέχεια δέχθηκε ότι αυτός κλήθηκε στις αρχές Ιανουαρίου 2004 και μετέβη στο κατάστημά του, οπότε και αρνήθηκε να παραλάβει το εν λόγω αυτοκίνητο, ασκώντας το δικαίωμα υπαναχωρήσεως, και ότι κατόπιν τούτου θα έπρεπε να εφαρμόσει την πιο πάνω διάταξη και να δεχθεί ότι ο αγοραστής άσκησε νόμιμα το δικαίωμα υπαναχωρήσεως λόγω καθυστερήσεως του πωλητή να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση σε ορισμένο και ρητά συνομολογημένο χρόνο, και ότι για το λόγο αυτό επήλθε απαλλαγή του από την καταβολή του τιμήματος πωλήσεως αλλά και της ποινής μεταμέλειας.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Ενόψει του ότι ο αγοραστής επιθυμούσε να παραλάβει το ως άνω αυτοκίνητο ... το αργότερο έως την 31-12-2003, ο δε πωλητής τού δήλωσε ότι ήταν σε θέση να του το προμηθεύσει έως την ως άνω ημερομηνία, καθώς θα μπορούσε να το φέρει οδικώς από τη …, τα διάδικα μέρη σύναψαν το από 20-12-2003 συμφωνητικό παραγγελίας, σύμφωνα με το οποίο το πωληθέν αυτοκίνητο μάρκας BMW, 2.200 κυβικών, τύπου 520i/2,2 lit, συμφωνήθηκε να φέρει αρχικά ως εξοπλισμό, ασημί χρώμα ...

Με βάση δε τον ανωτέρω αρχικά συμφωνηθέντα εξοπλισμό η τιμή ορίστηκε στο ποσόν των 63.000 ευρώ. ... Κατόπιν τούτου, τα διάδικα μέρη προέβησαν σε τροποποίηση της ως άνω αρχικής παραγγελίας, και ειδικότερα διαγράφηκαν από αυτήν ... ενώ ταυτόχρονα προστέθηκε ως επιπλέον εξοπλισμός ... η δε τιμή του αυτοκινήτου μειώθηκε και συμφωνήθηκε να ανέλθει στο ποσόν των 61.650 ευρώ. ...

Σύμφωνα με τους ... μεταξύ των διαδίκων όρους, σε περίπτωση που ο αγοραστής δεν θα προσερχόταν στο κατάστημα του πωλητή εντός επτά ημερών για να παραλάβει το αφιχθέν αυτοκίνητο, τότε η προκαταβολή θα παρέμενε στον πωλητή ως ποινική ρήτρα, η δε προκαταβολή έπρεπε να είναι μεγαλύτερη του 15% της αξίας του αυτοκινήτου, εάν όμως είχε δοθεί προκαταβολή μικρότερη του 15% της αξίας του αυτοκινήτου, ο πωλητής είχε το δικαίωμα σε περίπτωση υπαναχώρησης του αγοραστή από τη σύμβαση, να αναζητήσει και το υπόλοιπο ποσό μέχρι του ως άνω ποσοστού (15%) επί της αξίας του πωληθέντος.

Σε εκτέλεση των ως άνω συμφωνηθέντων ο Ι. Μ. εκπλήρωσε πλήρως τις ... συμβατικές του υποχρεώσεις ... Όταν όμως στις αρχές Ιανουαρίου 2004 ο Π. Μ. μετέβη στο κατάστημα του Ι. Μ., αρνήθηκε να παραλάβει το πωληθέν αυτοκίνητο, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν αυτό που είχε παραγγείλει. Ο ισχυρισμός αυτός του Π. Μ., που αποτελεί και το περιεχόμενο της ...

αντίθετης αγωγής του, ..., με αποτέλεσμα η μη εκτέλεση της συμβάσεως να οφείλεται σε υπαίτια συμπεριφορά του τελευταίου (πωλητή) δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα ... αποδείχθηκε ότι ο Π. Μ. επέλεξε το πωλούμενο αυτοκίνητο να έχει τον παραπάνω εξοπλισμό, όπως αυτός συμφωνήθηκε με το ως άνω τροποποιηθέν στη συνέχεια συμφωνητικό παραγγελίας, μετά από σχετικές διαπραγματεύσεις, που έλαβαν χώρα μεταξύ των διαδίκων μερών, ...

Συνεπώς, το αυτοκίνητο που προσφέρθηκε να παραδώσει ο Ι. Μ. στον Π. Μ. ήταν το ίδιο με εκείνο για το οποίο είχαν συμφωνήσει, ήτοι έφερε όλο τον ανωτέρω συμφωνηθέντα εξοπλισμό, οι δε ως άνω προβολείς ΧΕΝΟΝ αυτού θα τοποθετούνταν από τον ως άνω πωλητή στην επιχείρησή του και κατά την παραλαβή αυτού από τον αγοραστή.

Συνεπώς, μετά την άρνηση του Π. Μ. να παραλάβει το πωλούμενο αυτοκίνητο και την ακόλουθη υπαναχώρηση αυτού από την ένδικη σύμβαση, -όπως και ο ίδιος συνομολογεί-, η οποία όμως έλαβε χώρα, σε αντίθεση με τα όσα ο ίδιος ισχυρίζεται, χωρίς να υπάρχει νόμιμος προς τούτο λόγος, καθώς το πωλούμενο αυτοκίνητο έφερε τον συμφωνηθέντα εξοπλισμό και ήταν αυτό που είχε παραγγείλει, οφείλει με βάση τους ως άνω συνομολογηθέντες μεταξύ αυτού και του Ι.

Μ. όρους, να καταβάλει στον τελευταίο, το υπόλοιπο ποσό της προκαταβολής από εκείνο που του είχε καταβάλει (1.500 ευρώ), ήτοι το ποσόν των 7.747,50 ευρώ (61.650 τιμή αυτοκινήτου Χ 15% της αξίας αυτού = 9.247,50 ευρώ - 1.500 ευρώ). Το δε ποσό αυτό ο παραπάνω εναγόμενος (Π. Μ.) οφείλει να το καταβάλει στον ενάγοντα Ι. Μ. με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της με ίδιο περιεχόμενο και αίτημα ...

προηγούμενης αγωγής του τελευταίου από την οποία παραιτήθηκε, ήτοι από την 23-3-2004, ... καθώς η 8-1-2004 δεν αποτελεί δήλη συμφωνηθείσα ημέρα καταβολής του εν λόγω ποσού, ούτε δε ο ως άνω επικαλείται ότι κατά την ημερομηνία αυτή (8-1-2004) όχλησε τον εναγόμενο Π. Μ. προς καταβολή αυτού". Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων διένεξη από τη σύμβαση πωλήσεως ενός αυτοκινήτου BMW δεν ήταν για το χρόνο παραδόσεως τούτου στον αγοραστή, -δεν ήταν άλλωστε στοιχείο της αγωγής του συναπτόμενο με το αίτημα για επιστροφή του αρραβώνα-, αλλά για το αν το αυτοκίνητο που τον κάλεσε ο πωλητής να παραλάβει στις αρχές Ιανουαρίου 2004 ήταν το ίδιο με εκείνο για το οποίο είχαν συμφωνήσει.

Δεν τέθηκε δε από πλευράς αγοραστή ζήτημα υπαναχώρησης εκ της συμβάσεως λόγω καθυστερήσεως του πωλητή να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση σε ορισμένο και ρητά συνομολογημένο χρόνο, αλλά ότι το πωλούμενο αυτοκίνητο δεν ήταν αυτό που είχε παραγγείλει. Τον ισχυρισμό του αυτόν απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας ως αβάσιμο, και για τον λόγο αυτό τον υποχρέωσε να καταβάλει, λόγω της υπαναχωρήσεώς του από την σύμβαση, τη συμφωνημένη ποινή μεταμέλειας.

Δέχθηκε δε περαιτέρω το Δικαστήριο ότι η υπαναχώρηση αυτή έγινε, χωρίς να υπάρχει νόμιμος προς τούτο λόγος, καθώς το πωλούμενο αυτοκίνητο έφερε τον συμφωνηθέντα εξοπλισμό και ήταν αυτό που είχε παραγγείλει, δεν ήταν δε απαραίτητο να αναφέρονται περαιτέρω παραδοχές, όπως αυτές που επικαλείται ο αναιρεσείων, και συγκεκριμένα, ότι ταυτόχρονα με την υπαναχώρηση προσφέρθηκε να καταβάλει ή κατέβαλε το συμφωνημένο επιτίμιο μεταμέλειας, ή ότι ο αναιρεσίβλητος απέκρουσε ή όχι την υπαναχώρηση.

Ειδικότερα, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ασκήθηκε η υπαναχώρηση από μέρους του αγοραστή και ενόψει του ότι κανείς δεν επικαλέσθηκε ότι υπήρξε σύγχρονη καταβολή της ποινής, ούτε ότι αποκρούσθηκε η υπαναχώρηση χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από τον άλλο, το κύρος της παρέμεινε σε ισχύ και παρήγαγε για τον υπαναχωρήσαντα την υποχρέωση καταβολής της ποινής, την οποία και μπορούσε ο αντίδικός του οποτεδήποτε και μέχρι συμπληρώσεως του χρόνου της παραγραφής να την απαιτήσει, όπως και έπραξε με την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 398 και 401 ΑΚ και κατόπιν τούτου και οι δύο λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ως ηττώμενος (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2011 αίτηση του Π. Μ. για αναίρεση της 25713/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ