Supreme Court dismisses appeal against insurance company's compensation award for moral damages in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the First Instance Court of Thessaloniki regarding a traffic accident claim. The appellant argued that the awarded compensation for moral damages was disproportionately low compared to similar cases, while the insurance company contended the amount was legally justified. The court ruled that the lower court did not violate the principle of proportionality or exceed its discretionary power, as the award was based on the victim's age, disability, and contributory negligence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591 and 614 of the Code of Civil Procedure; Article 931 of the Civil Code: The Supreme Court reviews appeals to ensure lower courts do not violate legal principles or exceed discretionary limits when determining compensation for moral damages in tort cases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 140 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 140/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Eurolife ERB ΑΕΓΑ" και ήδη "Eurolife FFH ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο - Νικηφόρο Πετσατώδη, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάστηκε με την από 6-10-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/2018 εν μέρει οριστική και 267/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1148/2021 μη οριστική και 453/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-4-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-4-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1222/117/28-4-2023 ) αίτηση, για την αναίρεση της υπ'αριθμ. 453/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από σύμβαση ασφάλισης αυτού ( άρθρα 591 και 614 αριθ.1,6 Κ.Πολ.Δ.), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ.1β,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή ( άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού Δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019). Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για την ζημία, που προκαλείται κατά την λειτουργία του αυτοκινήτου κατ' άρθρον 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019).
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018).
Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ.1 του Ν. 2.696/1999, "οι πεζοί υποχρεούνται να χρησιμοποιούν τα πεζοδρόμια ή τα ειδικά για αυτούς ερείσματα. Κατ'εξαίρεση , μπορούν να χρησιμοποιούν το οδόστρωμα αφού λάβουν τις αναγκαίες προφυλάξεις...".
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την 453/2023 (προσβαλλόμενη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 8η -8-2016 και περί ώρα 23.50' ο ενάγων,( ήδη αναιρεσείων ) Π.
Χ., κινούνταν πεζός σε ανώνυμη κοινοτική οδό στον οικισμό Σ.Σ. Μουριών Νομού Κιλκίς με κατεύθυνση προς Κρητικά στο ύψος του παλιού Αστυνομικού Τμήματος Σταθμού Μουριών, επί του οδοστρώματος της οδού και πλησίον (δίπλα) του πεζοδρομίου, συνοδευόμενος από τους Ι. Μ. του Σ. και Ν.-Ε. Τ. του Π., αμφότεροι οι οποίοι βάδιζαν πάνω στο πεζοδρόμιο.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο α' εναγόμενος, Ο. Μ., οδηγώντας το με αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της β' εναγόμενης, T. (Τ.) P. (Π.), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους υλικές ζημιές στη γ' εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "EUROLIFE ERB Α.Ε.Γ.Α.", (ήδη αναιρεσίβλητη) κινούνταν επί της ανωτέρω οδού με κατεύθυνση ομοίως προς Κρητικά.
Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, στο δε προαναφερθέν σημείο της το οδόστρωμα έχει πλάτος 8 μ., υπάρχει πεζοδρόμιο, πλάτους 2 μ. στην πλευρά που κινούνταν ο ενάγων, η κατάσταση του οδοστρώματος κατά τον ως άνω χρόνο ήταν υγρή, λόγω βροχόπτωσης, επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού νύχτας με τεχνητό φωτισμό, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ/ώρα, λόγω του χαρακτήρα της περιοχής ως κατοικημένης, όπως όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από τη σχετικά συνταχθείσα από 9-8-2016 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος.
Καθώς, όμως, πλησίαζε στο σημείο που κινούνταν ο ενάγων, ο εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου, κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, απώλεσε τον έλεγχό του, εισήλθε στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κατεύθυνσης της οδού, στο άκρο του οποίου κινούνταν -κατά τα προεκτεθέντα- ο ενάγων και επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του σχήματός του στο πίσω μέρος του σώματος του πεζού, ο οποίος αρχικά ανασηκώθηκε και, συνεπεία της μεταφοράς ορμής από το αυτοκίνητο στον ίδιο, προσέκρουσε αρχικά στο καπό του οχήματος και στη συνέχεια κινήθηκε προς τον ανεμοθώρακα αυτού.
Ακολούθως, λόγω της αιφνίδιας τροχοπέδησης και μείωσης της ταχύτητας του αυτοκινήτου, αποκολλήθηκε από αυτό με φορά προς τα έξω, δηλαδή προς την κατεύθυνση του οχήματος, και έπεσε με ορμή στο πεζοδρόμιο, με συνέπεια να υποστεί κάταγμα του άνω άκρου του βραχιονίου οστού, ανοικτά τραύματα κνήμης, κάταγμα των οστών του σπλαχνικού και προσωπικού κρανίου και επισκληρίδια αιμορραγία.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, η πρόκληση του επίδικου ατυχήματος οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα του α' εναγόμενου (οδηγού του αυτοκινήτου) και του ενάγοντος (πεζού), αμφότεροι οι οποίοι κατά την κίνησή τους στο οδόστρωμα δεν κατέβαλαν την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια, την οποία όφειλαν ως συνετοί και ευσυνείδητοι χρήστες της οδού να καταβάλουν, με βάση την κοινή -κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων- πείρα και τη λογική, και την οποία (προσοχή και επιμέλεια) μπορούσαν να καταβάλουν, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών τους καταστάσεων και ικανοτήτων, προκειμένου να αποφύγουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που επήλθε και βρίσκεται σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη τους.
Ειδικότερα, η αμέλεια του πεζού, Π. Χ. (ενάγοντος), συνίσταται στο ότι δεν συμπεριφέρθηκε όπως οι κανόνες οδικής συμπεριφοράς επιβάλλουν και πλέον συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρ. 12§1 και 38§1 ΚΟΚ, αντίθετα επέδειξε απερισκεψία και έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, και δεν χρησιμοποίησε το πεζοδρόμιο, όπως όφειλε, αλλά το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, ενώ ήταν δυνατή και δεν εμποδιζόταν η κίνησή του στο πεζοδρόμιο και δεν υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 38 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).
Το γεγονός ότι ο ενάγων κατά τον χρόνο της σύγκρουσης δεν βάδιζε στο πεζοδρόμιο, αλλά πλησίον αυτού και εντός του οδοστρώματος, προκύπτει τόσο από την ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε με επιμέλειά του όσο και από τη χωρίς όρκο εξέταση του ιδίου. Εξάλλου, από το πλάτος του πεζοδρομίου (2 μ.) προκύπτει ευχερώς ότι ήταν δυνατόν σε αυτόν να κάνει χρήση του, βαδίζοντας παράλληλα και ομόρροπα με τα άτομα που τον συνόδευαν, παρά τα όσα αβάσιμα υποστηρίζει περί του αντιθέτου, σημειωτέου σε κάθε περίπτωση ότι η επιθυμία του να βαδίζει δίπλα στους συνοδοιπόρους του και να συνομιλεί μαζί τους δεν αποτελεί λόγο που να δικαιολογεί την κίνησή του εντός του οδοστρώματος, δυσχεραίνοντας την πορεία των επ' αυτού κινούμενων οχημάτων και ενδεχομένως εκθέτοντας σε κίνδυνο την κυκλοφορία.
Καθόσον δε τα άλλα δύο άτομα, που κινούνταν επί του πεζοδρομίου, δεν βρέθηκαν στην πορεία του ζημιογόνου οχήματος και, ως εκ τούτου, δεν τραυματίστηκαν κατά το επίδικο ατύχημα, κρίνεται ότι, εάν και ο πεζός Π. Χ. επιδείκνυε παρόμοια συμπεριφορά, θα είχε αποφύγει τη σύγκρουση ή, τουλάχιστον, θα είχε περιορίσει τις βλαβερές για τον ίδιο συνέπειές της, ως εκ τούτου δε συντέλεσε και αυτός, κατά τα ανωτέρω, με την αμελή συμπεριφορά του στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, η αμέλεια του οδηγού, Ο. Μ. (α' εναγόμενου), συνίσταται κατ' αρχάς στο ότι δεν φρόντισε να προσαρμόσει την ταχύτητα του οχήματός του στις επικρατούσες συνθήκες του οδοστρώματος (βροχόπτωση, νύχτα με τεχνητό φωτισμό, διέλευση από κατοικημένη περιοχή) και να οδηγεί αποφεύγοντας κάθε συμπεριφορά που ενδεχομένως εξέθετε σε κίνδυνο ή δημιουργούσε εμπόδια στην κυκλοφορία, ασκώντας τον έλεγχο του οχήματός του και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρ. 12§1,16§§1 και 4,19§§1, 2, 3 και 42§1 Ν. 2696/1999).
Αντίθετα, πέραν του ότι δεν συμμορφώθηκε με τις παραπάνω υποχρεώσεις του και κινούνταν με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, οδηγούσε και υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με αποτέλεσμα να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας που προοριζόταν για τα αντίθετα με την κατεύθυνσή του κινούμενα επί της οδού οχήματα, να μην αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση του πεζού στο οδόστρωμα και να επιπέσει σε αυτόν.
Πράγματι, μολονότι η ταχύτητα που είχε αναπτύξει το ζημιογόνο όχημα δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί επακριβώς από το αποδεικτικό υλικό, το Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα, με βάση, κυρίως, την κατά την πορεία του ως άνω αυτοκινήτου παράσυρση του πεζού με σφοδρότητα, που οδήγησε στον σοβαρό τραυματισμό του.
Η ανωτέρω ταχύτητα κρίνεται υπερβολική για τις επικρατούσες στον χρόνο και τον τόπο του ατυχήματος συνθήκες, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, ήταν νύχτα και υπήρχε, βέβαια, τεχνητός φωτισμός στην πορεία του ανωτέρω οδηγού, ωστόσο επικρατούσε βροχόπτωση, δηλαδή περιστάσεις που, συνδυαζόμενες αντικειμενικά αυξάνουν την επικινδυνότητα της κυκλοφορίας στις οδούς και, συνακόλουθα, επιτείνουν την υποχρέωση των οδηγών να ρυθμίσουν την ταχύτητα των οχημάτων τους, μειώνοντάς την ανάλογα.
Επιπλέον, κατά τον επιγενόμενο έλεγχο αλκοόλης στον παραπάνω οδηγό διαπιστώθηκε ότι αυτός τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθόσον κατά την εξέτασή του με συσκευή αλκοολομέτρου βρέθηκε ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό του 0,46 ml ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και 0,43 ml ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά τη δεύτερη μέτρηση, με βάση δε τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα, όπως αυτές ανωτέρω περιγράφηκαν, σχηματίζεται δικανική βεβαιότητα περί του ότι η διαπιστωθείσα στον οργανισμό του εναγόμενου οδηγού ποσότητα οινοπνεύματος πέραν των επιτρεπόμενων από τον νόμο ορίων επέδρασε αιτιωδώς στην πρόκλησή του ατυχήματος.
Τούτο, διότι περιόρισε την ικανότητα του οδηγού για έλεγχο τού οχήματος που οδηγούσε και αντίληψη των συνθηκών κυκλοφορίας, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι το ατύχημα έλαβε χώρα σε σημείο του οδοστρώματος που απέχει ελάχιστα από το πεζοδρόμιο και αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος, δηλαδή στη λωρίδα κυκλοφορίας που προοριζόταν για τα αντιθέτως κινούμενα επί της οδού οχήματα.
Ακόμη, αναστέλλοντας τα αντανακλαστικά του, περιόρισε σημαντικά και τη δυνατότητα αυτού (οδηγού) να αντιδρά σε αναφαινόμενα επί του οδοστρώματος εμπόδια, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την προαναφερόμενη κίνηση του πεζού, ο οποίος κινούνταν μεν επί του οδοστρώματος και στο αριστερό σε σχέση με την πορεία του οδηγού άκρο αυτού, πλην όμως σε ευθεία και ανεμπόδιστης κίνησης του αυτοκινήτου οδό και με ικανοποιητικό τεχνητό φωτισμό, ως εκ τούτου δε η πορεία του ήταν ευκρινής και διαγνώσιμη κατά κατεύθυνση.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, δηλαδή, ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος αποστέρησε εαυτόν από τη δυνατότητα και τον απαιτούμενο χρόνο να αντιδράσει εγκαίρως και επαρκώς με τη διενέργεια έγκαιρης τροχοπέδησης ή αποφευκτικού ελιγμού και να αποτρέψει το επίδικο ατύχημα ή να περιορίσει τα αποτελέσματα του, υφισταμένης για το λόγο αυτό αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων οδηγητικής του συμπεριφοράς και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος, ενώ απότοκη συνέπεια των προαναφερόμενων ενεργειών και παραλείψεών του, οι οποίες ευθέως και εκ του πράγματος συγκροτούν στην κρινόμενη ατομική περίπτωση την εκ μέρους του μη επίδειξη της οφειλόμενης κατά τα ανωτέρω επιμέλειας και προσοχής, που -κατ' αντικειμενική κρίση- ήταν επιβεβλημένες με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, σε συνδυασμό με τους ανωτέρω νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που τηρούνται στις συναλλαγές, την κοινή λογική και πείρα, και τις οποίες κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός στη θέση του α' εναγόμενου θα κατέβαλλε (άρθρ. 330 ΑΚ και 28 ΠΚ), ήταν και το να μην προβεί ο τελευταίος έγκαιρα στη χρήση της πέδης ή έστω σε διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού, διαμέσου του ελεύθερου χώρου του οδοστρώματος, που επαρκούσε προς τούτο.
Στο σημείο αυτό πρέπει να ειπωθεί ότι οι εναγόμενοι υποστηρίζουν πως ο πρώτος από αυτούς κινούνταν στο μέσο της οδού και ότι ο πεζός ενάγων, βαδίζοντας εντός του οδοστρώματος, επιχείρησε αιφνίδια να την διασχίσει κάθετα, ωστόσο οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, πλην των όσων ανέφερε ο ίδιος ο α' εναγόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξεταζόμενος χωρίς όρκο, αντίθετα αναιρούνται πλήρως από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου του αυτόπτη μάρτυρα Ι.
Μ., ο οποίος επιβεβαίωσε όσα ανέφερε ο ενάγων εξεταζόμενος και αυτός χωρίς όρκο. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιθέμενων, οι παραβάσεις τόσο του πεζού - ενάγοντος όσο και του οδηγού - α' εναγόμενου, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν, συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και οδηγούν σε επιμερισμό της υπαιτιότητας αυτών σε ποσοστό 30% για τον πεζό και 70% για τον α' εναγόμενο - οδηγό, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω πράξεων και παραλείψεων τους, κατά μερική παραδοχή ως βάσιμης από ουσιαστική άποψη της ένστασης συνυπαιτιότητας που προτάθηκε από τους εναγόμενους για τον πεζό, συνιστάμενης στα πραγματικά εκείνα περιστατικά που συνθέτουν την ανωτέρω αμέλειά του και την παραβίαση από την πλευρά του των διατάξεων των άρθρ. 12§1 και 38§1 του ΚΟΚ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με αμφότερες τις εκκαλούμενες αποφάσεις του (με αριθ. 259/31-8-2018 εν μέρει οριστική και με αριθ. 267/13-9-2019 οριστική) κατέληξε στις ίδιες κρίσεις αναφορικά με το ζήτημα του καταμερισμού της συγκλίνουσας υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος, δεν έσφαλε, αντίθετα ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου υποστηριζόμενων με τον πρώτο λόγο αμφοτέρων των εφέσεων.".
Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και τον επελθόντα κατ'αυτό τραυματισμό του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, είναι ο πρώτος εναγόμενος Ο. Μ. ,οδηγός του ασφαλισμένου στην τρίτη εναγόμενη, ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε., αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 70%, καθώς και ο τραυματισθείς πεζός ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Π. Χ., κατά ποσοστό 30%, απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση του τελευταίου και, αφού δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση της τρίτης εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, εξαφάνισε την εκκληθείσα, υπ'αριθμ. 259/2018 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που είχε κρίνει ομοίως ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού Ο.
Μ., καθώς και του ενάγοντος πεζού, δίκασε επί της ουσίας την από 10-7-2017 αγωγή έκανε αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και επιδίκασε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά στον αναιρεσείοντα ,για αποζημίωση, πρόσθετη χρηματική παροχή κατ'άρθρο 931 ΑΚ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 εδ.
β', 297, 298 του ΑΚ και αυτές του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση και καθ'όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη συνυπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και του τραυματισθέντος πεζού, της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος διαλαμβάνονται με λεπτομέρεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία θεμελιώνεται η αμελής συμπεριφορά των ανωτέρω (πεζού και οδηγού), η οποία:
α) για μεν τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου ,συνίσταται στο ότι αυτός κινούμενος επί της διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση ανώνυμης κοινοτικής οδού στον οικισμό Σ.Σ. Μουριών Νομού Κιλκίς, με πλάτος οδοστρώματος 8μ., στην οποία υπάρχει πεζοδρόμιο, πλάτους 2μ, καθώς πλησίαζε στο σημείο που βάδιζε πεζός ο ενάγων, οδηγώντας το όχημά του με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κατεύθυνσης της οδού, στο άκρο του οποίου κινούνταν, ο ενάγων και επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του σχήματός του στο πίσω μέρος του σώματος του πεζού, ο οποίος αρχικά ανασηκώθηκε και, συνεπεία της μεταφοράς ορμής από το αυτοκίνητο στον ίδιο, προσέκρουσε αρχικά στο καπό του οχήματος και στη συνέχεια κινήθηκε προς τον ανεμοθώρακα αυτού.
Ακολούθως, λόγω της αιφνίδιας τροχοπέδησης και μείωσης της ταχύτητας του αυτοκινήτου, αποκολλήθηκε από αυτό με φορά προς τα έξω, δηλαδή προς την κατεύθυνση του οχήματος, και έπεσε με ορμή στο πεζοδρόμιο, με συνέπεια τον τραυματισμό του. Και β) για τον πεζό η οποία συνίσταται στο ότι κινούνταν πεζός στην ανώνυμη κοινοτική οδό στον οικισμό Σ.Σ.
Μουριών Νομού Κιλκίς με κατεύθυνση προς Κρητικά, επί του οδοστρώματος της οδού και όχι επί του πεζοδρομίου συνοδευόμενος από τους Ι. Μ. του Σ. και Ν. Τ. του Π., οι οποίοι αμφότεροι βάδιζαν στο πεζοδρόμιο. Επίσης , το Εφετείο σχετικά με την συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) ,τόσο του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου, όσο και του πεζού -αναιρεσείοντος, διέλαβε ότι:
α) η αμέλεια του πεζού, Π. Χ. (ενάγοντος), συνίσταται στο ότι δεν συμπεριφέρθηκε όπως οι κανόνες οδικής συμπεριφοράς επιβάλλουν και πλέον συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρ. 12§1 και 38§1 ΚΟΚ, αλλά αντίθετα επέδειξε απερισκεψία και έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, και δεν χρησιμοποίησε το πεζοδρόμιο, όπως όφειλε, αλλά το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού, ενώ ήταν δυνατή και δεν εμποδιζόταν η κίνησή του στο πεζοδρόμιο και δεν υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 38 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).
Ότι από το πλάτος του πεζοδρομίου (2 μ.) προκύπτει ευχερώς ότι ήταν δυνατόν σε αυτόν να κάνει χρήση του, βαδίζοντας παράλληλα και ομόρροπα με τα άτομα που τον συνόδευαν. Και β) ότι η αμέλεια του οδηγού, Ο. Μ. (α' εναγόμενου), συνίσταται κατ' αρχάς στο ότι δεν φρόντισε να προσαρμόσει την ταχύτητα του οχήματός του στις επικρατούσες συνθήκες του οδοστρώματος (βροχόπτωση, νύχτα με τεχνητό φωτισμό, διέλευση από κατοικημένη περιοχή) και να οδηγεί αποφεύγοντας κάθε συμπεριφορά που ενδεχομένως εξέθετε σε κίνδυνο ή δημιουργούσε εμπόδια στην κυκλοφορία, ασκώντας τον έλεγχο του οχήματός του και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρ. 12§1,16§§1 και 4,19§§1, 2, 3 και 42§1 Ν. 2696/1999).
Αντίθετα, πέραν του ότι δεν συμμορφώθηκε με τις παραπάνω υποχρεώσεις του και κινούνταν με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, οδηγούσε και υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με αποτέλεσμα να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας που προοριζόταν για τα αντίθετα με την κατεύθυνσή του κινούμενα επί της οδού οχήματα, να μην αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση του πεζού στο οδόστρωμα και να επιπέσει σε αυτόν.
Τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος περί συντρέχουσας αμέλειας του ανωτέρω οδηγού και του πεζού ,που κατά αιτιώδη συνάφεια οδήγησε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ενώ και η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν ,δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίφαση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με την συνυπαιτιότητα του πεζού διότι : α) αφενός μεν δέχεται ότι ο πεζός εκινείτο επί του οδοστρώματος χωρίς να εμποδίζει την κίνηση των οχημάτων, ταυτόχρονα δέχεται ότι η βάδιση αυτού (πεζού) επί του οδοστρώματος δυσχέραινε την πορεία των οχημάτων και ενδεχομένως εξέθετε σε κίνδυνο την κυκλοφορία, β) ότι ενώ δέχεται ότι εάν ο πεζός δεν επεδείκνυε αμελή συμπεριφορά κινούμενος επί του οδοδτρώματος, αλλά βάδιζε επί του πεζοδρομίου ,όπως βάδιζαν και οι άλλοι δύο πεζοί με τους οποίους βάδιζε μαζί, θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα, αμέσως μετά δέχεται ότι εάν βάδιζε επί του πεζοδρομίου θα είχε τουλάχιστον περιορίσει τις επιζήμιες συνέπειες και γ) ότι δεν προσδιορίζει την τελική θέση του οχήματος, αν δηλαδή αυτό μετά την παράσυρση του πεζού ακινητοποιήθηκε επί του οδοστρώματος ή κατέληξε επί του πεζοδρομίου, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι η προσβαλλόμενη αιτιολογεί τα απαιτούμενα στοιχεία, για τη στοιχειοθέτηση της συνυπαιτιότητας του οδηγού της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του αναιρεσείοντος πεζού.
Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προβαλλόμενων πλημμελειών της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την συνυπαιτιότητα του ως άνω οδηγού αλλά και του πεζού.
Συνεπώς όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1α,β' και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του ΑΚ και του ν. 2696/1999 [Κ.Ο.Κ.] με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και απαράδεκτες κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας.
Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 9/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932), είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "εύλογου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο".
Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ. ΑΠ 9/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.
Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Και τούτο διότι προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Κατά συνέπεια, γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Συνεπώς, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του. Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών ( ΑΠ 254/2023, ΑΠ 980/2023,ΑΠ 790/2022, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ' αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας πρόσθετης, από το άρθρο 931 του Α.Κ., χρηματικής παροχής, πρέπει, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ( ΑΠ 980/2023, ΑΠ 790/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019).
Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, σχετικά με τα κεφάλαια που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, και δη του προσδιορισμού των επιδικασθέντων στον ήδη αναιρεσείοντα ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και για πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' άρθρ. 931 Α.Κ., δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: "Όπως αποδείχτηκε επίσης, αμέσως μετά τον τραυματισμό του ο ενάγων διακομίσθηκε στο Γ.Ν.
Κιλκίς και, ακολούθως, στο Γ.Ν. Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΠΟΥ", όπου νοσηλεύθηκε διαδοχικά στην Α' Χειρουργική Κλινική από 9-8-2016, στη Β' Ορθοπεδική Κλινική από 11-8-2016 και στην Πλαστική Χειρουργική Κλινική από 19-8-2016, έχοντας υποστεί, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ατύχημα που μόλις περιγράφηκε, κάκωση κεφαλής, κάταγμα αριστερού κροταφικού και βρεγματικού οστού θόλου του κρανίου, εκτεινόμενο έως το μαστοειδές, επισκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά κροταφικά, κεφαλαιμάτωμα αριστερά βρεγματικά, υποδόριο εμφύσημα αριστερού πρόσθιου θωρακικού τοιχώματος, υποκλειδίου και μασχαλιαίας περιοχής, ανοιχτό συντριπτικό κάταγμα αριστερού βραχιονίου οστού και εκτεταμένο έλλειμμα (μαλακών μορίων μηρού, ιγνυακού βόθρου (οπίσθια επιφάνεια κατά γόνυ άρθρωσης) και γαστροκνημιαίας.
Την 11η -8-2016 και αφού σταθεροποιήθηκε η κατάστασή του, υποβλήθηκε σε ανοιχτή ανάταξη και ακινητοποίηση του συντριπτικού κατάγματος του αριστερού βραχιονίου οστού με εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες, ενώ τη 19η-8-2016 μεταφέρθηκε στην Κλινική Πλαστικής Χειρουργικής για τον χειρουργικό καθαρισμό και την αποκατάσταση του ελλείμματος των μαλακών μορίων, το οποίο έφερε στην περιοχή του μηρού, του ιγνυακού βόθρου και της γαστροκνημιαίας, με την εφαρμογή αυτόλογης μεταμόσχευσης δέρματος μερικού πάχους, δηλαδή δέρματος που αφαιρείται από περιοχή του σώματος του ίδιου του παθόντος και τοποθετείται στην περιοχή του ελλείμματος.
Την 1η 9-2016 έλαβε εξιτήριο και στις 22-9-2016 και 6-12-2016 υποβλήθηκε σε επανεξέταση και διαπιστώθηκε ότι εξακολουθούσε να υφίσταται διαταραχή των κινήσεων απαγωγής, έκτασης και στροφής του αριστερού άνω άκρου του, ενώ το κάταγμα του βραχιονίου βρισκόταν ακόμη σε κατάσταση επούλωσης, παρότι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών από τον τραυματισμό του, δηλαδή δεν είχε πωρωθεί πλήρως.
Την 22α-12-2016, κατά την τρίτη επανεξέτασή του στο Γ.Ν. Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", αναγνωρίστηκε αστοχία υλικού, συγκεκριμένα θραύση μίας από τις βίδες που είχαν τοποθετηθεί για την ακινητοποίηση του συντριπτικού κατάγματος του βραχιονίου οστού (περιφερικότερης βίδας στο άνω πέρας της πλάκας), εξέλιξη στην ανάρρωση του ενάγοντος που είχε ως αποτέλεσμα αφενός τη συνεχιζόμενη συμπτωματολογία του με αδυναμία άρσης βάρους, άλγος και ευαισθησία αριστερού άνω άκρου, καθώς και δυσκαμψία των αρθρώσεων εκατέρωθεν του βραχιονίου οστού (αγκώνας και ώμος), και αφετέρου την πλημμελή πώρωση του κατάγματος, δηλαδή αδυναμία επούλωσής του και δημιουργία ψευδάρθρωσης, κατόπιν δε τούτων ο ενάγων υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση και αντικατάσταση των υλικών (αφαίρεση της πλάκας και των βιδών και τοποθέτηση ενδομυελικής ήλωσης).
Στη συνέχεια την 5η-5-2017 εισήχθη στη Γ.Κ. Θεσσαλονίκης "EUROMEDICA", όπου υποβλήθηκε σε αναθεώρηση της οστεοσύνθεσης με αφαίρεση της πλάκας και την τοποθέτηση ενδομυελικής ήλωσης με χρήση μοσχευμάτων, ενώ, κατά την εξέτασή του από την επιτροπή του ΚΕ.Π.Α., διαπιστώθηκε ποσοστό αναπηρίας 67% κατά ιατρική πρόβλεψη μέχρι την 31-12-2017, λόγω των προαναφερθεισών επιπτώσεων του τραυματισμού του και δη του ελλείμματος δέρματος στην περιοχή της αριστερής ιγνυακής κοιλότητας και της σύστοιχης γαστροκνημιαίας, της καθυστερημένης πώρωσης του κατάγματος του αριστερού βραχιονίου και της θραύσης της οστεοσύνθεσης.
Σε επανέλεγχο που υποβλήθηκε από νευρολόγο την 7η-2-2018, λόγω άλγους και συνεχιζόμενης αδυναμίας κίνησης του αριστερού άνω άκρου του (ανάταξη και απαγωγή), διαπιστώθηκε ατροφία δικέφαλου και μειωμένο αντανακλαστικό δικέφαλου, ενώ παρουσίαζε σημαντική αδυναμία (3/5) στις καμπτικές κινήσεις του βραχίονα, στον δε ηλεκτροφυσιολογικό έλεγχο στον οποίο υποβλήθηκε αναγνωρίστηκε μόνιμη ωλένια νευροπάθεια στην περιοχή του αριστερού αγκώνα.
Η νευρολογική βλάβη, συνεπεία του συντριπτικού ανοιχτού κατάγματος βραχιονίου που υπέστη ο ενάγων, με την επακόλουθη διαταραχή λειτουργίας του ωλένιου νεύρου, αποτελεί πλέον, σύμφωνα με την από 23-2- 2018 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ειδικού ιατροδικαστή Δ. Γ., μόνιμη νευρολογική βλάβη, χωρίς πιθανότητα βελτίωσης.
Ακόμη, αναφορικά με την αποκατάσταση του ελλείμματος των μαλακών μορίων, που έφερε στην περιοχή του μηρού, του ιγνυακού βόθρου και της γαστροκνημιαίας, παρατηρήθηκε ανάπτυξη υπερτροφικών ουλών και χολοειδών ουλών στα όρια και στα ενδιάμεσα των μοσχευμάτων, όπως επίσης και στη δότρια περιοχή, οι οποίες, πέραν του αισθητικού προβλήματος, είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσουν λειτουργικά προβλήματα στην αριστερή κατά γόνυ άρθρωση.
Τέλος, κατόπιν της με αριθ. 1148/29-6-2021 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου και της διαταχθείσας με αυτήν ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ο ενάγων εξετάστηκε από τους ορισθέντες πραγματογνώμονες ιατρούς Ι. Α., νευροχειρουργό, και Ι. Α., ορθοπεδικό, και αυτοί συνέταξαν και κατέθεσαν αντίστοιχα τις με αριθ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις τους, στις οποίες γνωμοδοτούν αιτιολογημένα αναφορικά με τα ερωτήματα που τους τέθηκαν.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη με αριθ. ...-2022 έκθεση του Ι. Α., ο Π. Χ. εξετάστηκε την 1η -12-2021 στο γραφείο του και διαπιστώθηκε α) ατροφία δικέφαλου και δελτοειδούς μυών, όπως και ύπαρξη ουλών στην περιοχή του αριστερού βραχιονίου και άνω τμήματος του αριστερού ημιθωρακίου, λόγω χειρουργικών επεμβάσεων από τους ορθοπεδικούς, β) ατροφία τετρακέφαλου και γαστροκνήμιου μυών, έλλειμμα μαλακών μορίων μηρού, ιγνυακού βόθρου και γαστροκνημίας του αριστερού κάτω άκρου, όπως και ουλές στην ίδια περιοχή, λόγω των χειρουργικών επεμβάσεων από τους πλαστικούς χειρουργούς, ενώ από νευρολογική άποψη ο παθών αναφέρει κρίσεις αναίτιων κεφαλαλγιών σε τακτά διαστήματα (κάθε 2-3 ημέρες), όπως και έντονες κεφαλαλγίες σε στιγμές στρεσαρίσματος, ζάλη (σχεδόν καθημερινά), που επιδεινώνεται με τις ατροφικές και καμπτικές κινήσεις της κεφαλής, διαταραχές ύπνου, αλλαγή συμπεριφοράς (όπως αναφέρει και η αδερφή του), και η λεπτομερής νευρολογική του εξέταση ανέδειξε α)για το αριστερό άνω άκρο ί.
αδυναμία των κινήσεων ανάτασης (μέχρι το ύψος του ώμου), έκτασης και στροφής (3- /5), ii. αγκύλωση κατ' ώμο άρθρωσης, iii. αδυναμία άκρας χείρας (κάμψη - σύλληψη και έκταση των δακτύλων) με αδυναμία συγκράτησης αντικειμένων (3-/5), iν. αισθητικές διαταραχές τύπου περιφερικής πολυνευροπάθειας (επιβεβαιωμένο με πρόσφατο νευροφυσιολογικό έλεγχο) και β) για το αριστερό κάτω άκρο i.
αδυναμία πέλματος (ιδίως στην έκταση), ii. αδυναμία πλήρους ανύψωσης του άκρου (μέχρι 75 μοίρες αντί των 90 μοιρών) και iiί. αισθητικές διαταραχές από το γόνατο και κάτω τύπου περιφερικής πολυνευροπάθειας (επιβεβαιωμένο με πρόσφατο νευροφυσιολογικό έλεγχο). Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο πραγματογνώμων ιατρός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από νευρολογική άποψη "ο Π.
Χ., συνεπεία τροχαίου ατυχήματος (παράσυρση από διερχόμενο όχημα), υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ανοιχτό συντριπτικό κάταγμα αριστερού βραχιονίου οστού και εκτεταμένο έλλειμμα μαλακών μορίων μηρού, ιγνυακού βόθρου και γαστροκνημίας αριστερού κάτω άκρου στις 08/08/2016. Τώρα υπολειμματικά έχει μεταδιασεισικό σύνδρομο, ψυχικές διαταραχές (λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή), αδυναμία αριστερού άνω άκρου (3-/5) με πολυνευροπάθεια περιφερικού τύπου (επιβεβαιωμένο με πρόσφατο νευροφυσιολογικό έλεγχο), αδυναμία δεξιού κάτω άκρου (4+/5) με πολυνευροπάθεια περιφερικού τύπου.
Λόγω του ότι έχουν περάσει πάνω από πέντε χρόνια από το ατύχημα, οι βλάβες που έχει ο Π. Χ. θεωρούνται μόνιμες, με το ποσοστό αναπηρίας να ανέρχεται στο 80% (συμψηφισμός ψυχικών διαταραχών και σωματικών βλαβών). Δεν δύναται να εργαστεί και όλη αυτή η κατάσταση επιδρά σημαντικά στην άσκηση της βιοποριστικής και κοινωνικής δραστηριότητάς του".
Εξάλλου, σύμφωνα με τη με αριθ. ...-2022 έκθεση του Ι. Α., όσον αφορά την κλινική εικόνα του, ο ενάγων κατά τον χρόνο εξέτασής του από αυτόν (10-1-2022) παρουσίαζε από ορθοπεδική άποψη α) σοβαρού βαθμού δυσκαμψία του αριστερού ώμου, κυρίως στις ατροφικές κινήσεις και την απαγωγή, β) υπαισθησία αριστερός χειρός, κατανομής ωλένιου νεύρου, στο 4° και 5° δάκτυλο, γ) μικρού βαθμού έκπτωση μυϊκής ισχύος των μυών του αριστερού άνω άκρου, κυρίως στον βραχίονα, δ)ευμεγέθεις μετατραυματικές - μετεγχειρητικές ουλές στον αριστερό ώμο, στον αριστερό βραχίονα, στην αριστερή κνήμη και στην αριστερή ιγνυακή κοιλότητα, με συνοδό δύσμορφο μυϊκό έλλειμμα όπισθεν του αριστερού γόνατος, ε) μικρού βαθμού περιορισμό κάμψης και έκτασης του αριστερού γόνατος, "η δε ανωτέρω περιγραφείσα σημειολογία, έχουσα ως αιτιολογικό παράγοντα το εκδικαζόμενο ατύχημα στις 9/8/2016, μετά από πάροδο 5,5 ετών δεν αναμένεται να παρουσιάσει ιδιαίτερη βελτίωση, οπότε μπορεί να θεωρηθεί μόνιμη".
Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο ανωτέρω πραγματογνώμων ιατρός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από ορθοπεδική άποψη "οι υπολειμματικές βλάβες που περιγράφηκαν ανωτέρω προσδίδουν στον ενάγοντα ποσοστό κινητικής αναπηρίας 36%, σύμφωνα και με την απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής αναπηρίας στις 11/10/2021. Κατά το ποσοστό αυτό επηρεάζεται τόσο η εργασιακή του ικανότητα όσο και οι λοιπές δραστηριότητες στην καθημερινότητά του, που έχουν να κάνουν με την χρήση του αριστερού άνω άκρου και του αριστερού κάτω άκρου (βάδιση, άσκηση, μεταφορά βάρους κ.ά.).
Οι βλάβες που υπέστη ο ενάγων κατά το ατύχημα στις 9/8/2016, μετά από 5,5 έτη έχουν λάβει την τελική τους μορφή και δεν αναμένεται περαιτέρω βελτίωση τους ούτε προβλέπεται άλλη προσπάθεια χειρουργικής αποκατάστασης σε κάποιες από αυτές .
Περαιτέρω, ο ενάγων, ο οποίος, όπως ήδη ειπώθηκε, πριν από τον τραυματισμό του κατά το επίδικο ατύχημα εργαζόταν ως οδηγός ΤΑΞΙ, συνεπεία του ανωτέρω τραυματισμού του είναι ανίκανος να εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία, ενώ, δεδομένου ότι αφενός η επακόλουθη της νευρολογικής βλάβης διαταραχή λειτουργίας του ωλένιου νεύρου (συνεπεία του συντριπτικού ανοιχτού κατάγματος βραχιονίου) αποτελεί πλέον μόνιμη νευρολογική βλάβη, χωρίς πιθανότητα βελτίωσης και αφετέρου το έλλειμμα του δέρματος στην περιοχή της αριστερής ιγνυακής κοιλότητας και της σύστοιχης γαστροκνημιαίας δεν θα επανέλθει στην πρότερη του ατυχήματος κατάσταση, είναι πλέον βέβαιο ότι περιορίστηκε σημαντικά η δυνατότητά του να αντεπεξέλθει στις συνθήκες ανταγωνισμού στη διαδικασία εύρεσης εργασίας γενικά, ώστε στο μέλλον να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα συναφές με αυτό που ασκούσε μέχρι τον χρόνο του ατυχήματος, καθόσον στερήθηκε οποιοσδήποτε δυνατότητας για μελλοντική απασχόληση και ανάπτυξη συναφών επαγγελματικών δραστηριοτήτων, με τις οποίες -κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων- θα πετύχαινε συνεχή οικονομική και κοινωνική πρόοδο.
Ακόμη, η παραμόρφωση των τραυματισθέντων άνω και κάτω άκρου του και η δυσκολία του στην κίνηση με βεβαιότητα επιδρούν αρνητικά και στη δυνατότητά του να επιδοθεί σε άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, για την άσκηση των οποίων απαιτείται σωματική αρτιότητα, ενώ οι συνέπειες που είχε ο τραυματισμός του και η εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του στην ψυχική του κατάσταση θα δυσχεραίνουν, χωρίς να αποκλείουν, και τη δυνατότητά του για απόκτηση νέων γνώσεων, με απώτερο σκοπό την κατά το δυνατόν επαγγελματική του αποκατάσταση, αλλά και όλες τις μελλοντικές κοινωνικές, οικογενειακές και λοιπές συναναστροφές του και την εν γένει κοινωνική και προσωπική του εξέλιξη, δεδομένου ότι κατά την ημερομηνία του ατυχήματος διένυε μόλις το 40° έτος της ηλικίας του.
Έκτοτε, ο ενάγων μειονεκτεί ως άτομο, έναντι των υγιών συνανθρώπων του, λόγω της σοβαρότητας των σωματικών του κακώσεων και των κατά τα ανωτέρω συνεπειών τους, που επιδρούν στην μείωση της προσωπικότητάς του, στην άσκηση από τον ίδιο του επαγγέλματός του ή οποιουδήποτε επαγγέλματος συναφούς με τις γνώσεις, τη μέχρι τον χρόνο του ατυχήματος εμπειρία και την κλίση του, τη συμμετοχή του σε αθλητικές δραστηριότητες που απαιτούν ακώλυτη χρήση των άνω και κάτω άκρων, καθώς και στην έλλειψη κοινωνικών συναναστροφών, ενώ, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις των ορισθέντων πραγματογνωμόνων, η υγεία του δεν πρόκειται να αποκατασταθεί πλήρως στο μέλλον.
Για την αντιμετώπιση όλων των παραπάνω δυσμενών κοινωνικών, οικογενειακών και επαγγελματικών επιπτώσεων και την αποκατάσταση της μειωμένης από την ανωτέρω κατάσταση προσωπικότητάς του και αρνητικής ψυχικής του διάθεσης, η οποία, δεδομένων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας για το ότι οι άνθρωποι που υπέστησαν αναπηρία ή παραμόρφωση του σώματός τους μετέχουν εφεξής στην κοινωνική και οικονομική ζωή από μειονεκτική θέση, θα επηρεάσει το μέλλον του, τόσο το επαγγελματικό, αφού κατά περίπτωση αποκλείονται ή περιορίζονται σημαντικά οι δυνατότητες αξιοποίησης της εργασιακής του ικανότητας σε οποιονδήποτε τομέα, όσο και το κοινωνικό και προσωπικό, αφού δεδομένος είναι ο αποκλεισμός κοινωνικών σχέσεων και επαφών, συναναστροφών και δραστηριοτήτων, λόγω της αρνητικής και ασταθούς ψυχολογίας του, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιούται πρόσθετη χρηματική παροχή, η οποία -βάσει του άρθρ. 931 ΑΚ είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις λοιπές αξιώσεις του.
Για τον καθορισμό του ύψους της ανωτέρω αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη το είδος και οι συνέπειες της σωματικής βλάβης, η ηλικία του ενάγοντος και η συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του τραυματισμού του [...], με βάση δε τα συγκεκριμένα στοιχεία αυτή προσδιορίζεται στο ποσό των 20.000 ευρώ, που κρίνεται αναγκαίο, ώστε να παρασχεθεί στον παθόντα η δυνατότητα να δημιουργήσει και να διατηρήσει οικονομική και κοινωνική αυτοτέλεια του ιδίου περίπου επιπέδου, που θα είχε, χωρίς την παρεμβολή του ατυχήματος.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, συνεπεία του τραυματισμού του, βίωσε σημαντικό σωματικό και ψυχικό πόνο και στενοχώρια, υποβλήθηκε δε σε ταλαιπωρία και ψυχική δοκιμασία για την εξέλιξη της υγείας του, η οποία δεν έχει ακόμη αποκατασταθεί και οι δυσμενείς γι' αυτήν συνέπειες κρίνονται πλέον μόνιμες και μη αναστρέψιμες.
Προκλήθηκε -ως εκ τούτου- σε αυτόν και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, το είδος και τη βαρύτητα της συγκλίνουσας υπαιτιότητας του ιδίου και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου - α' κυρίως εναγόμενου, τη φύση και την έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος, τον χρόνο κατ' οίκον νοσηλείας του, τη μετέπειτα εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του και την ηλικία του (γεν.
το 1976), καθώς επίσης και την μέσου Έλληνα οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (μη λαμβανομένης, όμως, υπόψη της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης της γ'κυρίως εναγόμενης, καθόσον η ευθύνη της είναι εγγυητική και η ίδια δεν υπήρξε συνυπαίτια για την προξενηθείσα ζημία, [...], το παρόν Δικαστήριο κρίνει -με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής- ότι πρέπει να επιδικαστεί για τη συγκεκριμένη αιτία σε αυτόν το ποσό των 35.000 ευρώ.
Το ανωτέρω ποσό κρίνεται εύλογο, με βάση τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25§1 του Συντάγματος και 2, 9§2 και 10§2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην επίδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρ. 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, καθόσον με την επιδίκασή του επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, προκειμένου να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση, χωρίς να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσής του για αυτήν την αιτία.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη με αριθ. 259/31-8-2018 εν μέρει οριστική απόφασή του κατέληξε στις ίδιες κρίσεις με παρόμοια αιτιολογία, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου υποστηριζόμενων από την εκκαλούσα της Α' έφεσης με τον τρίτο λόγο αυτής και από τον εκκαλούντα της Β' έφεσης με τον δεύτερο λόγο αυτής.".
Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, επιδίκασε σε αυτόν, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του, το ποσό αυτό, το οποίο, όμως, είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού.
Περαιτέρω, κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει την ανωτέρω πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ'άρθρο 931 ΑΚ δεν παραβίασε, ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, δεδομένου ότι διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, ότι η αναπηρία που υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, θα έχει οπωσδήποτε δυσμενή επίδραση στο κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος- αναιρεσείοντος ενώ το ύψος του εύλογου ποσού, που επιδικάζεται, υπολογίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας και την ηλικία του παθόντος (40 ετών), που βαρύνεται με συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και, συνακόλουθα, του τραυματισμού του - αναπηρίας του.
Όλα τα παραπάνω προσδιοριστικά στοιχεία, δηλαδή το είδος, η έκταση, ο βαθμός και οι συνέπειες της αναπηρίας στο μέλλον του παθόντος - αναιρεσείοντος, καθώς και η ηλικία αυτού, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, καθόσον με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις επιδίκασης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής και, συνακόλουθα, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-4-2023 (αριθ. εκθ. καταθ. 1222/117/2023) αίτηση για αναίρεση της 453/2023 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ