Supreme Court dismisses appeal on labor contract invalidity, upholding lower court's free evaluation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of his claim for contract invalidity. The appellant argued that the appellate court failed to properly weigh evidence regarding his employer's dismissal and subsequent hiring of new staff. The court ruled that the appellate court correctly exercised its free evaluation of evidence and was not required to provide separate justification for each piece of proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's free evaluation of evidence is not subject to appellate review, and the absence of specific reasoning for individual proofs does not constitute a procedural error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 140 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 140/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: J. (Τ.) N. (Ν.) I. (Ι.), κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Ε. με την επωνυμία «Φ. Α. Ε. - Ι. Ε. Π. Υ. Κ. - Α. -Υ. Λ. Κ." και τον διακριτικό τίτλο "Φ. Α..Ε.." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσίο δικηγόρο της Νικόλαο Μουρδουκούτα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2448/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2498/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-1-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 30-5-2023 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο που ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.4 ΚΠολΔ, η από 16-1-2023 με αριθμ.καταθ.674/56/24-1-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμ.2498/19-5-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε εγγραφεί στο πινάκιο της ορισθείσας επ' αυτής δικασίμου 23ης Μαΐου 2023, αλλά δεν εισήχθη προς συζήτηση για λόγο ανωτέρας βίας, και συγκεκριμένα λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με την αιθμ.πρωτ.22079 οικ./2-5-2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενόψει των βουλευτικών εκλογών στις 21 Μαΐου 2023.
Με την ανωτέρω, υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2498/19-5-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, επί της από 21-1-2019 με αριθ.καταθ.6450/2020 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθ. 2448/2019, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που απέρριψε στο σύνολό της την από 4-12-2018 με αριθμ. καταθ. 113958/3005/5-12-2018 αγωγή του περί αναγνώρισης ακυρότητας, ως καταχρηστικής, της από 7-9-2018, καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του, της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας (του χρονικού διαστήματος 8-9-2018 έως 8-3-2019 ποσού 5.040 ευρώ, μετά από παραδεκτό περιορισμό), εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ποσού 5.000 ευρώ) και απασχόλησής του, με τους ίδιους όρους, από την αντίδικο- εργοδότριά του, και ειδικότερα απέρριψε την άνω αγωγή, ως μη νόμιμη ως προς την αιτούμενη καταβολή χρηματικής ικανοποίησης και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (19-5-2021) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (24-1-2023), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016).
Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 711/2021, ΑΠ 345/2021, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 179/2016).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 711/2021, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 1672/2018, 868/2018, ΑΠ 179/2016).
Εάν ασκηθεί αγωγή από τον απολυθέντα μισθωτό, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καταχρηστικής, στην αγωγή αυτή ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα της γενόμενης καταγγελίας (ΑΠ 711/2021, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 179/2016), ενώ τα περιστατικά που προβάλλονται από τον εναγόμενο-εργοδότη ως δικαιολογούντα την απόλυση, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής (δηλαδή του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας) (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 927/2017).
Περαιτέρω επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν` αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 650/2023, ΑΠ 1847/2022, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 581/2011). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών, ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.
Ελέγχονται, όμως, από τα δικαστήρια αφ` ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ` ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Συγκεκριμένα οφείλει ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 1847/2022, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 31/2013).
Επίσης οφείλει να προτείνει στον μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο, υπό απόλυση, μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 1847/2022, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015).
Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα παραπάνω κριτήρια καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αντίθετη με την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (αρθ. 288 ΑΚ) και με την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα να παρίσταται άκυρη (ΑΠ 641/2021). Με το άρθρο άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (Ολ.ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους -αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1242/2020), ούτε όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 356/2022, ΑΠ 444/2019).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 906/2022). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η εναγομένη διατηρεί επιχείρηση παροχής υπηρεσιών καθαριότητας, ασφάλειας και υποστήριξης λειτουργίας κτιρίων, στην οποία απασχολείται ορισμένος αριθμός ατόμων με καθορισμένο ωράριο εργασίας.
Στα πλαίσια της ανωτέρω επιχειρηματικής της δραστηριότητας συνάπτει ως εργολάβος-ανάδοχος συμβάσεις κατόπιν διαγωνισμού με Νοσοκομεία, Δημόσιους Οργανισμούς και Επιχειρήσεις με αντικείμενο την καθαριότητα, την ασφάλεια και τη λειτουργία των ανωτέρω χώρων. Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη, ως καθαριστής και απασχολήθηκε στα Νοσοκομεία ...
από 1-7-2009 έως 7-9-2018, με τις από 1-7-2009, 1-6-2012, 11-4-2013 και 1-11-2013 ατομικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολούμενος 40 ώρες την εβδομάδα επί πενθήμερο, λαμβάνοντας το νόμιμο ημερομίσθιο ποσού 28,80 ευρώ. Ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη απασχολούμενος ως καθαριστής γενικών καθηκόντων στο Νοσοκομείο ...
μέχρι και την 7-9-2018, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του καταβάλλοντας σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Η απόλυση του ενάγοντος έγινε διότι η δημόσια σύμβαση που η εναγομένη είχε συνάψει με το ανωτέρω Νοσοκομείο λύθηκε την 11-9-2018, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 της απ'2-8-2018 συμβάσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ του Νοσοκομείου και της εναγομένης αναδόχου εταιρείας, όπου ρητά ορίζεται σε αυτή ότι "η παρούσα σύμβαση ισχύει για χρονικό διάστημα από 2-8-2018 έως 11-9-2018".
Επομένως, η απόλυση του ενάγοντος, η οποία έγινε λόγω της λύσεως της ανωτέρω συμβάσεως και της απώλειας του ανωτέρω έργου από την εναγομένη, οφείλεται στο γεγονός ότι η εναγομένη δεν είχε δυνατότητα να απορροφήσει όλο το εργατικό δυναμικό που απασχολούνταν στο ... Νοσοκομείο, γεγονός που οδήγησε στην υποβολή παραιτήσεων των περισσότερων εργαζομένων στο ανωτέρω Νοσοκομείο, ενώ οκτώ καθαρίστριες και ένας καθαριστής απορροφήθηκαν σε άλλα έργα της εναγομένης, η επιλογή των οποίων έγινε βάσει της αρχαιότητας και της οικογενειακής και προσωπικής κατάστασής τους.
Ειδικότερα παρέμειναν οι εργαζόμενοι:
1) P. E. με ημερομηνία πρόσληψης 19-11-2003, η οποία είναι αρχαιότερη του ενάγοντος, 2) Ν. Κ. με ημερομηνία πρόσληψης 6-10-2011, η οποία έχει 4 τέκνα, 3) Χ. Λ. με ημερομηνία πρόσληψης 1-8-2011, η οποία έχει 3 τέκνα, 4) Α. Κ. με ημερομηνία πρόσληψης 1-8-2011, η οποία έχει 3 τέκνα 5) Ν. Κ. με ημερομηνία πρόσληψης 12-7-2011, η οποία έχει 2 τέκνα, όπως ο ενάγων, αλλά προτιμήθηκε λόγω του φύλου της προκειμένου να συμπληρωθεί συγκεκριμένος αριθμός γυναικών, που έπρεπε να απασχοληθούν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην από 2-8-2018 σύμβασης της εναγομένης με το Νοσοκομείο ..., 6) Μ.
Ν. με ημερομηνία πρόσληψης 3-1-2005, η οποία είναι αρχαιότερη του ενάγοντος, 7) Α. Π. με ημερομηνία πρόσληψης 25-5-2009, η οποία είναι αρχαιότερη του ενάγοντος, 8) Ε. Π. με ημερομηνία πρόσληψης 3-1-2005, η οποία είναι αρχαιότερη του ενάγοντος, 9) Π. Χ. με ημερομηνία πρόσληψης 23-9-2013, ο οποίος είναι διαζευγμένος με προβλήματα υγείας.
Επομένως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι υπερείχε σε αρχαιότητα κα εμπειρία ενώ είχε μεγαλύτερα οικογενειακά βάρη έναντι άλλων συναδέλφων του, που παρέμειναν στην εργασίας τους, δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, και οι αναφερόμενοι από αυτόν συνάδελφοί του, ήτοι οι M. M., N. D., P. V., P. K., δεν εργάζονταν στο ίδιο Νοσοκομείο με τον ενάγοντα, ενώ αποχώρησαν από την εργασία τους οικειοθελώς, ήτοι η πρώτη την 1-3-2018, η δεύτερη την 16-2-2018, η τρίτη την 16-2-2018 και η τέταρτη την 1-3-2018, ο εργαζόμενος δε O.
A. εργάζεται στο Νοσοκομείο .... Περαιτέρω, οι προσλήψεις στις οποίες προέβη η εναγομένη το χρονικό διάστημα από 1-9-2018 έως 31-10-2018 αφορούν 13 φύλακες και 8 γυναίκες καθαρίστριες, (13+8= 21), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν προσλήψεις ανδρών καθαριστών σε Νοσοκομεία ή άλλους φορείς, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος ως αβάσιμου.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης στο πρόσωπό του συνεπεία της διεκδίκησης των οφειλόμενων αποδοχών του και ειδικότερα λόγω της έντονης διαμαρτυρίας του περί μη καταβολής του επιδόματος αδείας του έτους 2018, το οποίο καταβλήθηκε την 26-7-2018, αφού δεν παραθέτει ο ενάγων περιστατικά, που να έχουν λάβει χώρα εντός του εργασιακού χώρου δυσχεραίνοντας τη μεταξύ τους συνεργασία και δημιουργώντας αρνητικό κλίμα στις μεταξύ τους σχέσεις, ώστε να θεωρηθεί η απόλυσή του ως απόρροια εκδικητικής εκ μέρους της εναγομένης συμπεριφοράς.
Επομένως, κρίνεται έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, στην οποία προέβη η εναγομένη λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, απορριπτομένων των σχετικών λόγων εφέσεως ως αβάσιμων..". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε έγκυρη την από 7-9-2018 καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που τη συνέδεε με τον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο, έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς τα αιτήματά της, της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, ως καταχρηστικής, κατ'άρθρον 281 ΑΚ, της επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας και της απασχόλησης του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος με τους ίδιους όρους από την εργοδότριά του, και ακολούθως απέρριψε κατ'ουσία την έφεσή του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων κατά το αληθές περιεχόμενο των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, ως προς την παραβιασθείσα διάταξη νόμου ), οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση.
Και τούτο καθόσον υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη, από 7-9-2018, καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική, άλλα έγκυρη, αφού α) η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εργοδότρια, κατήγγειλε στις 7-9-2018 την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που τη συνέδεε με τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα, καθαριστή, όχι από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης στο πρόσωπό του, αλλά για οικονομοτεχνικούς λόγους (απώλεια του έργου που είχε αναλάβει για την καθαριότητα του Νοσοκομείου ..., όπου εργαζόταν ο ενάγων, και οικονομικές της δυσκολίες ) β) κατά το χρόνο εκείνο δεν υπήρχαν κενές θέσεις αντρών καθαριστών στα έργα καθαριότητας άλλων Νοσοκομείων που η ίδια είχε αναλάβει, και ήταν αδύνατη η απορρόφηση του ενάγοντος σε αυτά, οι συνάδελφοί του-καθαριστές του Νοσοκομείου ...
που διατηρήθηκαν και απορροφήθηκαν σε υπάρχουσες τέτοιες θέσεις εργασίας ήταν όλοι, πλην ενός, γυναίκες, και επιπρόσθετα με βάση κριτήρια αρχαιότητας, οικογενειακής και προσωπικής τους κατάστασης που τηρήθηκαν, δεν προτιμήθηκαν σε βάρος του ενάγοντος, ούτε η καταγγέλλουσα εργοδότρια στον επίδικο χρόνο προέβη σε νέες προσλήψεις αντρών καθαριστών σε άλλα Νοσοκομεία ή άλλους φορείς.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η από 7-9-2018 καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν είναι καταχρηστική, αλλά έγκυρη, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό της άνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, και να δικαιολογείται η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος και η απόρριψη της έφεσής του.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση της άνω διατάξεως, κατά το αληθές περιεχόμενό τους, και υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω, διαλαμβανόμενες στους άνω λόγους αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για την ίδια (από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) πλημμέλεια, με εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, λόγω της παραδοχής στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι οι έντονες διαμαρτυρίες του για έγκαιρη καταβολή του επιδόματος αδείας δεν έλαβαν χώρα εντός του εργασιακού χώρου και εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να θεωρηθεί η ένδικη καταγγελία της αντιδίκου του απόρροια εκδικητικής της συμπεριφοράς, είναι αβάσιμες, διότι οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, (Α.Π. 1310/2022, 485/2019, Α.Π. 837/2019, Α.Π. 1611/2008), δεδομένου ότι στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα, δεν περιλαμβάνεται τέτοια παραδοχή.
Περαιτέρω, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού, αναφορικά με το επίδικο ζήτημα του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξέθεσε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της υπαγωγής ή μη των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στις διατάξεις του άνω άρθρου.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτεροι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης διότι δεν διαλαμβάνει περισσότερες και ειδικότερες αιτιολογίες, για το κρίσιμο ζήτημα της τήρησης των κριτηρίων επιλογής της απολύσεώς τους από την αναιρεσίβλητη για οικονομοτεχνικούς λόγους, αξιολογώντας το ουσιώδες στοιχείο της παροχής της εργασίας του σε "κινητή μονάδα" και όχι σε συγκεκριμένο Νοσοκομείο, αναφέρονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος και αφορούν σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του, διατυπωθέντος με σαφήνεια και πληρότητα, κατά τα προαναφερόμενα, αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ υπό την επίφαση των αιτιάσεων αυτών πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια να μην ιδρύουν τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΑΠ 177/2021, ΑΠ 718/2021, ΑΠ 1409/2019).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται τα έγγραφα και μη μαρτυρικές καταθέσεις), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 1409/2019).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, του άρθρου 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε (ΑΠ 1429/2021, ΑΠ 549/2018), κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και όχι με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, που προβλήθηκαν για πρώτη φορά από τον αντίδικό του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (αρθ. 529 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, 524 § 1 εδ.
β' και 591 § 1 εδ. γ' έως στ' ΚΠολΔ,), (ΑΠ 1690/2022, ΑΠ 935/2023, ΑΠ 1381/2019). Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 188/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να καταλήξει στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισε με νόμιμη επίκληση, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα:
α) την υπ'αριθμ. 1270/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) από την οποία αποδεικνύονται οι διαμαρτυρίες του για μη καταβολή προσαυξήσεων για όλες τις Κυριακές και τη μη χορήγηση ολόκληρης της δικαιούμενης άδειας, β) η από 1-11-2013 γνωστοποίηση όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας του, από όπου προκύπτει ότι τόπος παροχής εργασίας ορίζεται "κινητή μονάδα" και όχι συγκεκριμένο Νοσοκομείο, γ) το από 15-11-2018 υπόμνημα της αναιρεσίβλητης ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας Ανατολικού Τομέα Αθηνών, από όπου προκύπτει ότι ενώ αυτή επικαλείτο οικονομοτεχνικούς λόγους (μείωση προσωπικού) για την απόλυσή του, την 1-9-2018 προσέλαβε 21 νέους εργαζομένους, δ) την υπ'αριθμ. 10716/7-10-2019 έγγραφη απάντηση του Νοσοκομείου "...", μετά από εισαγγελική παραγγελία, για επιστροφή στην αντίδικό του των δελτίων παρουσίας του προσωπικού της, από όπου θα αποδεικνυόταν οι πραγματικοί όροι απασχόλησής του ε) την από 31-12-2018 εξώδικη πρόσκληση της αναιρεσίβλητης σε απολυθέντα, για λόγους υπηρεσιακής ανεπάρκειας, άλλο συνάδελφό του, τον Γ.
Μ., να επανέλθει, μετά την απόλυσή του, στην εργασία του, στ) την υπ'αριθμ. 699/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε αντίθετα με την προσβαλλομένη απόφαση, επί παρόμοιας υποθέσεως άλλης συναδέλφου του, της Α. Υ., και η) το από 1-9-2018 σύμβαση παροχής υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης με το Νοσοκομείο "… " για διαθέσει εννέα εργαζομένους, έξι άντρες και τρεις γυναίκες, απ' όπου προκύπτει η δυνατότητα της αντιδίκου του να τον μετακινήσει στο άνω Νοσοκομείο ..., και εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, και τα αξιολογούσε ορθά, ως και την διαλαμβανόμενη στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του που κατέθεσε για τις διαμαρτυρίες του για τις συνθήκες απασχόλησής του που προκάλεσαν την καταγγελία της σύμβασής του, θα κατέληγε σε αντίθετη ουσιαστική κρίση.
Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, καθό μέρος αφορά στα υπό τα στοιχεία β' και η' έγγραφα - ως αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 9-10-2020 προτάσεων του αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στις 12-10-2020 ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε τα ανωτέρω έγγραφα και δεν τα προσκόμισε με τις προτάσεις τους αυτές μέχρι τη συζήτηση της έφεσής του στις 13-10-2020.
Τα συγκεκριμένα έγγραφα (την από 1-11-2013 γνωστοποίηση των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας και την από 31-8-2018 σύμβαση παροχής υπηρεσιών της αντιδίκου του με το Νοσοκομείο ...), το πρώτον τα επικαλέστηκε και τα προσκόμισε ο αναιρεσείων, ως σχετικά με αριθμό 35 και 36, αντίστοιχα, µε την από 14-10-2020 προσθήκη - αντίκρουση των άνω προτάσεών του, που κατέθεσε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 19-10-2020, δηλαδή µετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, χωρίς μάλιστα να επικαλείται ότι τα έγγραφα αυτά τα προσκομίζει προς αντίκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού της αντιδίκου του, που προτάθηκε το πρώτον με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου.
Συνεπώς η επίκληση των εν λόγω εγγράφων ως αποδεικτικών μέσων δεν είναι νόμιμη, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και απαιτείται, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.11 γ' του ΚΠολΔ, στην αναιρετική πλημμέλεια της οποίας αφορά ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης. Αναφορικά με τις λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στον λόγο αυτό, τόσο από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (αρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρεται (3ου φύλλο) ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του την περιλαμβανόμενη, στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε, με επιμέλεια του ενάγοντος-εκκαλούντος- (ήδη αναιρεσείοντος), στο ακροατήριο πρωτοδίκως, τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη - εφεσίβλητη - (ήδη αναιρεσίβλητη) υπ'αριθμ. 3451, 3452/15-10-2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρας Μανίκας, που ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου της, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού της, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά στους όρους απασχόλησης του αναιρεσείοντος με την ένδικη σύμβαση εργασίας από την αναιρεσίβλητη, στη διαμαρτυρία του προς την αντίδικό του για οφειλόμενες αποδοχές του, στην απόλυση του από την τελευταία για τους αναφερόμενους οικονομοτεχνικούς λόγους, και στην προηγούμενη αυτής πρόσληψη εκ μέρους της, στην 1-9-2018, 21 νέων εργαζομένων, δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, μαρτυρική κατάθεση και έγγραφα-εκ των οποίων τα υπό στοιχεία δ', ε' και στ' δεν αφορούν άμεσα στο αποδεικτέο θέμα, εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από τον συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνυόταν η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα καταχρηστικότητα, με συνέπεια την ακυρότητα, της από 7-9-2018, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αορίστου χρόνου, από την αναιρεσίβλητη.
Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ'αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη, ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, την οποία προσέδωσε σε ένα έκαστο των προαναφερόμενων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος λόγος, και κατά το άνω μέρος του, είναι αβάσιμος, οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα εν λόγω αποδεικτά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο ίδιος ότι έχουν, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, καθόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Ιανουαρίου 2023 και με αριθ. κατάθ. 674/56/24-1-2023 αίτηση του J. (Τ.) N. (Ν.) του I. (Ι.) για αναίρεση της με αριθμό 2498/19-5-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ