Legislator Case Law & Legislation
140/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on communication rights, ruling omitted facts do not constitute abuse of right.

Case Number 140/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment regarding parental communication rights. The appellant argued that the lower court failed to consider specific factual arguments about the children's living arrangements and the father's alleged malicious intent. The court held that these arguments were merely negative assertions denying the appellants' rights rather than positive claims establishing abuse of right, thus failing to meet the legal threshold for cassation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 556, 577 of the Code of Civil Procedure; The omission of specific factual arguments by the court of second instance does not constitute abuse of right unless those arguments positively establish the illegality of the opposing party's exercise of their rights.

Keywords

AI generated
abuse of right communication rights cassation appeal negative assertions Code of Civil Procedure parental rights factual arguments

Cited Legislation

AI generated
Article 592 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1520 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 140 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 140/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Β. του Π., εν διαστάσει συζύγου Π. - Α. Κ., κατοίκου ..., ασκούσης την επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων της Ζ. Π. Κ. και Φ. Α. Κ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Νικολόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Α. και 2) Π. Κ., συζύγου Ι. Κ., αμφοτέρων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ματίνα - Στέλλα Κωνσταντούλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9161/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2286/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 592 ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 2286/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτές αντίθετες εφέσεις της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων κατά της 9161/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και έκανε εν μέρει δεκτή την από 17/3/2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή, πρέπει δε να απορριφθεί ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων ότι η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκησή της επειδή έγινε δεκτή η έφεσή της και τούτο γιατί η αναιρεσείουσα, κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, ως εν μέρει ηττηθείσα διάδικος, κατά το σκέλος της απόφασης, με το οποίο έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων και εν μέρει δεκτή η αγωγή τους. Επομένως η αίτηση πρέπει να εξεταστεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1520 παρ. 2 Α.Κ., όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (23-4-2019) και εφαρμόζεται γιατί με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν ανοίγεται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας αλλά ελέγχεται μόνο η νομική ορθότητα της απόφασης βάσει συγκεκριμένων αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με τον νόμο που ίσχυε κατά τη δημοσίευσή της, εκτός εάν ο νέος νόμος έχει αναδρομική ισχύ (Ολ.ΑΠ 30/1998), "οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής οι απώτεροι ανιόντες του ανηλίκου τέκνου (παππούς και γιαγιά) έχουν ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα, που πηγάζει ευθέως από το νόμο, προσωπικής επικοινωνίας με το τέκνο, ακόμη και σε περίπτωση θανάτου του ενός γονέα, που είναι παιδί τους. Σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντα, όπως άλλωστε και του ίδιου του γονέα, με το ανήλικο τέκνο είναι η ικανοποίηση του φυσικού αισθήματος αγάπης μεταξύ αυτών και η αποτροπή της αμοιβαίας αποξένωσής τους, η οποία θα ασκούσε βλαπτική επίδραση στο συμφέρον του παιδιού.

Ο αρνητικός τρόπος, με τον οποίον είναι διατυπωμένη η ανωτέρω διάταξη, εξηγείται από το ότι ο νόμος θέλησε να τονίσει την αυθυπαρξία του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντα (παππού ή γιαγιάς) με τον ανήλικο εγγονό ή εγγονή και ότι η ρυθμιζόμενη επικοινωνία των ανωτέρω προσώπων είναι δυνατόν κατ' εξαίρεση να παρεμποδισθεί από τον γονέα ή τους γονείς που ασκούν τη γονική μέριμνα, όταν συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος, ενώ παρόμοιος αποκλεισμός δεν είναι δυνατός, όταν πρόκειται για επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα του (Α.Π. 5/2005, Α.Π. 22/1996).

Περαιτέρω το δικαστήριο, όταν σε περίπτωση διαφωνίας καλείται να ρυθμίσει την άσκηση της προσωπικής επικοινωνίας του ανιόντα με το τέκνο, πρέπει πάντοτε σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1520 Α.Κ., να αποφασίζει, όπως και για την επικοινωνία του γονέα με το τέκνο, με οδηγό το καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου, λαμβάνοντας υπόψη τις συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις, κάτω από τις οποίες θα ασκείται η προσωπική επικοινωνία του τέκνου στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 534/1991).

Ειδικά για την επικοινωνία του τέκνου με ανιόντα το δικαστήριο, στα πλαίσια της ευχέρειας που του δίδεται, κατά τα ανωτέρω, έχει την δυνατότητα να διαπλάσει κατάλληλα τον τρόπο επικοινωνίας και να ορίσει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, είτε ότι η επικοινωνία του με το τέκνο θα γίνει κατά τον χρόνο, που θα ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό και ο γονέας του τέκνου, που είναι τέκνο του ανιόντα, χωρίς με τον τρόπο αυτό να αναιρείται το αυτοτελές δικαίωμα του ανιόντα για επικοινωνία με το τέκνο, αφού κατά μείζονα λόγο, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο μπορεί, όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος να αποφασίσει και τον αποκλεισμό της επικοινωνίας του ανιόντα με το τέκνο, είτε ότι η επικοινωνία θα γίνεται σε διαφορετικό χρόνο από αυτόν που την ασκεί ο γονέας του τέκνου, που είναι τέκνο του ανιόντα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (Ολ.ΑΠ 7/2002, Α.Π. 41/20021, Α.Π. 109/2019).

Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και συνεπώς ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (Α.Π. 109/2019). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας, καθώς και όταν αποδόθηκε σ' αυτόν από το δικαστή περιορισμένη ή στενή έννοια (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 566/2013, ΑΠ 62/2005). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 695/2020).

Ο λόγος αυτός, επειδή αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ένσταση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 988/2021).

Για το ορισμένο του λόγου πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005) και να παρατίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αρκεί δε η παράθεση περιορισμένων, μεμονωμένων και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικών παραδοχών αυτής (Α.Π. 887/2019, Α.Π. 658/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε και έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτές αντίθετες εφέσεις της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων κατά της 9161/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 17/3/2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας και ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας των αναιρεσιβλήτων με τα δύο ανήλικα άρρενα τέκνα της αναιρεσείουσας και του υιού των αναιρεσιβλήτων, επειδή αυτοί βρίσκονται σε διάσταση της έγγαμης συμβίωσής τους.

Με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 1520 παρ. 2, 281 και 288 Α.Κ., γιατί έκρινε εσφαλμένα ότι η αυτοτέλεια του δικαιώματος των εναγόντων - ανιόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) να ασκήσουν με αγωγή το δικαίωμα επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα της ιδίας και του εν διαστάσει συζύγου της και υιού των, σημαίνει και υποχρέωση του δικαστηρίου να ρυθμίσει την επικοινωνία σε άλλο χρόνο από αυτόν κατά τον οποίο τα τέκνα επικοινωνούν με τον πατέρα τους και υιό τους, κατά τον οποίο χρόνο οι αναιρεσίβλητοι μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμά τους, και έτσι, λόγω της ψευδούς αυτής ερμηνείας, το Εφετείο κατέληξε στην εσφαλμένη ουσιαστική κρίση ότι "έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που ρύθμισε με διαφορετικό τρόπο την επικοινωνία των εναγόντων με τα εγγόνια τους ταυτίζοντας μέρος του χρόνου επικοινωνίας του υιού τους και πατέρα τους με το αυτοτελές δικό τους δικαίωμα (κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο εκάστου μηνός), χορηγώντας μικρότερο χρονικό διάστημα (6 ημερών), όπως βάσιμα υποστηρίζουν με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους οι ενάγοντες...", ακολούθως δε ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας τους με τα τέκνα της "...

α) Κάθε τρίτο Σάββατο εκάστου μηνός από ώρα 12.00 έως 16.00 με εξαίρεση το χρονικό διάστημα των διακοπών Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Πάσχα και θερινών διακοπών και β) Τον μήνα Ιούνιο επί επτά (7) συνεχείς ημέρες με διανυκτέρευση μετά το πέρας του επίσημου σχολικού έτους..." ορίζοντας έτσι την επικοινωνία των αναιρεσιβλήτων με αυτά σε άλλα χρονικά διαστήματα, από εκείνα που η αναιρεσείουσα και ο εν διαστάσει σύζυγός της (και υιός των αναιρεσιβλήτων), έχουν συναινετικά ορίσει να επικοινωνεί αυτός με τα τέκνα, με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός, ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια περί εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 1520 παρ. 2 Α.Κ. είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, γιατί από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν καθόρισε το χρόνο επικοινωνίας των αναιρεσιβλήτων με τους ανήλικους εγγονούς τους σε άλλα χρονικά διαστήματα από αυτά που είχε ρυθμισθεί η επικοινωνία τους με τον πατέρα τους και υιό των αναιρεσιβλήτων με την πρωτόδικη απόφαση, γιατί έκρινε ότι τούτο είναι υποχρεωτικό λόγω του αυτοτελούς δικαιώματος επικοινωνίας των αναιρεσιβλήτων αλλά επειδή έκρινε ότι η ρύθμιση της επικοινωνίας κατά τον ανωτέρω τρόπο είναι προς το συμφέρον των τέκνων σύμφωνα με τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις, μάλιστα δε ουσιαστικά μείωσε τον χρόνο επικοινωνίας των αναιρεσιβλήτων με τους εγγονούς τους, αφού με την πρωτόδικη απόφαση αυτός είχε ρυθμισθεί σε 6 ημέρες τον Ιούλιο αλλά και κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα 14.30 μ.

μ. της Παρασκευής έως και ώρα 19.00 μ. μ. της Κυριακής. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθό μέρος πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 Α.Κ. είναι απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται σε αυτόν το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή τους, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε για το πόρισμά του τις ανωτέρω διατάξεις.

Με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1520 παρ. 2 Α.Κ. και με ανεπαρκή αιτιολογία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Επίσης προσάπτει στην απόφαση την από τον ίδιο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες παραβίασε εκ πλαγίου και το άρθρο 281 Α.Κ. και έτσι απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, την οποία προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης στο Εφετείο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "...

Ο ισχυρισμός δε περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, διότι οι ενάγοντες ασκούν "εν τοις πράγμασι" το δικαίωμα επικοινωνίας με τα εγγόνια τους κατά το αυτό χρονικό διάστημα, που ρυθμίστηκε με την ως άνω δικαστική απόφαση το δικαίωμα επικοινωνίας αυτών με τον πατέρα τους και υιό τους ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως καθόσον το δικαίωμα των απώτερων ανιόντων για επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του υιού τους είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από εκείνο των γονέων...".

Ο λόγος αυτός ως προς την εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 1520 αρ. 2 είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας και, επίσης, γιατί το αναιρετήριο δεν περιέχει ολόκληρες τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνο αποσπάσματά τους, ενώ ως προς τη διάταξη του άρθρου 281 ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και δεν την ερεύνησε κατ' ουσίαν, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8β' ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο ... δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασής τους και για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και η επίδραση, που ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1392/2019).

Όταν ο προταθείς ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη, είναι απαράδεκτος, αόριστος ή μη νόμιμος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004, Α.Π. 41/2021). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως πρέπει να ληφθούν αθροιστικά υπόψη, ως "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφιο β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, και αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθόσον, διαφορετικά, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

και επομένως δεν μπορεί να θεμελιώσουν τον από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο.

Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αιρέσεως (ΑΠ 782/2014, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 1408/2010), όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ' εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 16/2017, ΑΠ 155/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το ίδιο δεύτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, πλημμέλεια από τον αρ. 8β (και όχι τον αρ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι στην ανωτέρω παραδεκτά ασκηθείσα ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων είχε προβάλλει για την θεμελίωσή της και τους ακόλουθους πραγματικούς ισχυρισμούς, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τους οποίους όμως δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και δεν τους έκρινε και ειδικότερα: 1) Ότι κανείς δεν εμποδίζει τους αναιρεσείοντες να επικοινωνούν με τα ανήλικα τέκνα, όταν αυτά βρίσκονται με τον υιό των ιδίων και πατέρα των τέκνων, επικοινωνία την οποία και ασκούν, όταν βρίσκονται στην … , αφού κατοικούν στη … της …, 2) ότι η επικοινωνία αυτή είναι ευχερής γιατί ο υιός των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο η ίδια διατηρεί καλές και ομαλές σχέσεις, που λειτουργούν σε κλίμα συνεννόησης, κατοικεί σε απόσταση μόλις πέντε λεπτών της ώρας από τη δική της οικία, 3) ότι η ίδια και ο εν διαστάσει σύζυγός της και πατέρας των τέκνων έχουν ρυθμίσει συναινετικά τον τρόπο επικοινωνίας των τέκνων με αυτόν, με συμφωνία που περιλήφθηκε στην 11918/2014 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, έτσι ώστε ο χρόνος που θα έχει η ίδια τα παιδιά με τον χρόνο που θα τα έχει ο πατέρας τους να είναι ίσος, 4) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχει ασκήσει εναντίον της πληθώρα μηνύσεων και ο πραγματικός σκοπός για τον οποίο, μαζί με τη σύζυγό του δεύτερη αναιρεσίβλητη, άσκησαν την ένδικη αγωγή ήταν για να ικανοποιήσει τον εγωισμό του, να κάνει επίδειξη της ισχύος του και της δυνατότητάς του να επιβάλει ό,τι θέλει, να μειώσει τον χρόνο που περνά η ίδια με τα τέκνα και να την αποκόψει, όσο μπορεί, από αυτά.

Η παράλειψη όμως αυτή του Εφετείου δεν ιδρύει, όπως αβασίμως επικαλείται η αναιρεσείουσα, τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, καθόσον, τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αυτοτελούς δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να επιδιώξουν με αγωγή τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας τους με τους ανήλικους εγγονούς τους, αφού ουσιαστικά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς του ανωτέρω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και γι' αυτό επειδή δεν είναι ουσιώδεις ισχυρισμοί, είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4/7/2019 αίτηση της Β. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2286/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ