Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds regarding alleged contradictions in the lower court's reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision rejecting her claim for marital property contribution. The appellant argued the lower court's reasoning contained contradictions regarding profit calculations from real estate sales, but the Supreme Court found her grounds too vague and abstract. The court ruled that the appeal was inadmissible because it failed to specify where the alleged contradictions existed or how they connected to the judgment's operative part.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation based on contradictory reasoning is inadmissible if the grounds are vague and fail to identify the specific contradiction, the legal basis violated, and the factual premises relied upon by the court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 140 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 140/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ζ. Ψ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πατεραντωνάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μαρία Φωτίου και Γεώργιο Αγγελομάτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-04-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2943/2001 μη οριστική και 1543/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1280/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/9/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 1280/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1543/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή της, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανήλθε στο ποσό των 223.531 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
[Β] Κατά το άρθρο 559 αρ.11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης περιπτώσεως αυτού του άρθρου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει σχετικώς την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο αποδεικτικό του πόρισμα, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του. Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι, για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ζητήματος, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 514/2018, ΑΠ 492/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως , η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ότι η αγοραία αξία της μεζονέτας Μ4 την άνοιξη του 2010 ανερχόταν στο ποσό των 230.250 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη του α) την υπ' αριθμ. …./16-11-2011 κατασχετήρια έκθεση ακινήτου του δικαστικού επιμελητή Αθανασίου Γεωργαντόπουλου, με την οποία αυτός εκτίμησε την εμπορική αξία της εν λόγω μεζονέτας στο ποσό των 450.000 ευρώ, β) την από 10-01-2013 αίτηση του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί αναστολής του πλειστηριασμού της μεζονέτας Μ4, με την οποία δεν ζήτησε την διόρθωση της ως άνω κατασχετήριας εκθέσεως ως προς την αξία της εν λόγω μεζονέτας και γ) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Γ.
Σ., πολιτικού μηχανικού και Μ. Σ., αρχιτέκτονος μηχανικού, οι οποίοι αποφάνθηκαν ότι κατά τα έτη 2007-2010 η εμπορική αξία των μεζονετών ΜΙ και Μ2 ήταν 450.000 ευρώ, αν και νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε τα έγγραφα αυτά ενώπιον του Εφετείου, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην των άλλων, και όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία συνεκτιμώνται και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα στην αίτησή της έγγραφα.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος.
[Γ] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αυξήσεως, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αυξήσεως, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διαστάσεως των συζύγων, που διήρκησε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".
Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτουν, πλην άλλων, και τα εξής: Προϋποθέσεις της αξιώσεως του δικαιούχου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αυξήσεως της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου.
Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γεννέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της εγέρσεως της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετάκλητης λύσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεως.
Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γεννέσεως της αξιώσεως (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση της λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε αμετάκλητη η απόφαση, στη δε περίπτωση της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί, ο χρόνος της άσκησης της αγωγής.
Κατά το χρόνο δε γεννήσεως της αξιώσεως απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1553/2018, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 1899/2014).
[Δ] Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναιρέσεώς της αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος κατά τη διάρκεια του γάμου τους αγόρασε ένα τζιπ Cherokee, του οποίου η αξία τον Ιούνιο του 2010 ανερχόταν στο ποσό των 8.000 ευρώ, κατά τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας δεν συνυπολόγισε και την αξία αυτού.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής:
«Επίσης, ο εφεσίβλητος κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως, απέκτησε μία (1) αυτοτελή ανεξάρτητη και διακεκριμένη κάθετη ιδιοκτησία, ήτοι ένα τμήμα οικοπέδου, η αξία αγοράς του τον Ιούνιο 2010, κατόπιν αναγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 82.870,42 ευρώ. Ακόμη ο εφεσίβλητος αγόρασε ένα μεταχειρισμένο σκάφος του οποίου η αξία τον Ιούνιο του 2010 ανέρχεται στο ποσό των 6.000 ευρώ• ο εφεσίβλητος διαθέτει μια βέσπα εργοστασίου κατασκευής piaggio, τύπου Χ9-500, της οποίας η αξία τον Ιούνιο του 2010 ανέρχεται στο ποσό των 2.500 ευρώ καθώς και ένα τζιπ Cherokee 2,4 L CLASSIC τεθέν σε πρώτη κυκλοφορία στις 27-02-2003, του οποίου η αξία τον Ιούνιο 2010 ανέρχεται στο ποσό των 8.000 ευρώ.
Συνεπώς, η τελική περιουσία του εφεσιβλήτου ανέρχεται κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου αλλά και κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής στο συνολικό ποσό των 91.370,42 ευρώ (82.870,42 + 6.000 + 2.500), το οποίο υπολείπεται της αρχικής περιουσίας του εφεσιβλήτου, η οποία ανήρχετο, όπως προελέχθη, στο ποσό των 156.073,13 ευρώ».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, καθόσον ναι μεν από παραδρομή δεν υπολόγισε την αξία του αυτοκινήτου τζιπ των 8.000 ευρώ στην τελική περιουσία του αναιρεσιβλήτου, αλλά με τον υπολογισμό και αυτού του ποσού η τελική περιουσία θα ανήρχετο στο ποσό των 99.370,42 ευρώ (91.370,42+8.000=99.370,42), που υπολείπεται και του ως άνω ποσού της αρχικής περιουσίας των 156.073,13 ευρώ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
[Ε] Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 652/2013).
Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 208/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του ως άνω δεύτερου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι θεμελιώδης αρχή της οικονομίας είναι το επιχειρείν με σκοπό το κέρδος και ότι έμπορος κατά κύριο και σύνηθες επάγγελμα ασκεί εμπορική δραστηριότητα με κέρδος, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος πώλησε την Μ2 μεζονέτα στη σύζυγο του αδελφού του αντί του ποσού των 191.875,38 ευρώ, το οποίο δεν υπερβαίνει την αντικειμενική της αξία και ότι το αποτέλεσμα της επαγγελματικής δραστηριότητας του αναιρεσιβλήτου είναι ζημιογόνο, αφού η συνολική αξία πωλήσεως των μεζονετών ανέρχεται στο ποσό των 866.780,99 ευρώ, ενώ το κόστος αγοράς του οικοπέδου και κατασκευής των κτιρίων ανήλθε στο ποσό των 1.062.249 ευρώ.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά τα ως άνω σκέλη του είναι απαράδεκτος, αφενός διότι δεν εκτίθεται ποίου κανόνα δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα κοινής πείρας που επικαλείται η αναιρεσείουσα και το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα και αφετέρου επειδή με τα αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας και υπό την επίφαση αυτών η αναιρεσείουσα, στην πραγματικότητα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα για το αν ο αναιρεσίβλητος πώλησε την Μ2 μεζονέτα χωρίς κέρδος και αν το αποτέλεσμα της εμπορικής του δραστηριότητας ήταν ζημιογόνο.
[Στ] Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία)-(ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 24/1992). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ.19 λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1438/2009, ΑΠ 1206/2008).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον υπολογισμό της αρχικής περιουσίας του αναιρεσιβλήτου και της τελικής περιουσίας του, υποπίπτει σε αντιφάσεις, γιατί κατά τον υπολογισμό της αρχικής περιουσίας δέχεται ότι από τις πωλήσεις των ακινήτων της ... ΕΠΕ, της οποίας ο αναιρεσίβλητος ήταν εταίρος, αυτός απεκόμισε κατ' ελάχιστον κέρδη κατά ποσοστό 25% περισσότερα από αυτά που δήλωσε και φορολογήθηκε, δηλαδή ότι δήλωσε κέρδη 36.473,75 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα απεκόμισε κέρδη σε ποσοστό 25% μεγαλύτερα, δηλαδή 45.592,19 ευρώ, τα οποία τον Ιούνιο του 2010 αντιστοιχούν στο ποσό των 156.073,13 ευρώ. Ο λόγος αυτός με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται που εντοπίζεται η επικαλούμενη αντίφαση των αιτιολογιών και ποια είναι η σύνδεσή τους με το διατακτικό της απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-09-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ.1280/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ