Legislator Case Law & Legislation
140/2018 AI generated

140/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 140/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

140/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 140 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 140/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιουλία Σωτηρίου .

Των αναιρεσίβλητων: 1α.Α. χας Χ. Κ. το γένος Δ. Β., κατοίκου ... στη θέση της οποίας υπεισήλθαν λόγω του θανάτου οι υπό στοιχεία 1β και 1γ αναιρεσίβλητοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, β.Π. συζ. Α. Ζ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., γ.Κ. Κ. του Χ. κατοίκου ...,(κληρονόμων του αρχικά εναγομένου Χ. Κ. του Κ.) 2. Κ. Κ. του Χ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Νικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 255/2015 του Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 291 ΚΠολΔικ "ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του, μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου. Μπορούν να κοινοποιήσουν την πρόσκληση και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή θεωρώντας ότι αυτή επήλθε".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ναι μεν κατ’ άρθρο 287 η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, κατά οποιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και να θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας την διαδικασία που ορίζεται στην εν λόγω διάταξη (ΚΠολΔικ 291), ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του, στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη δικόγραφο "περί επανάληψης" της βίαια διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο (δηλ.

στην περίπτωση διακοπής συνεπεία θανάτου διαδίκου, στον καθολικό του διάδοχο), τέτοιο δε δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη αναιρεσίβλητη Α. χα Χ. Κ., το γένος Δ. Β., που μαζί με τους υπό στοιχ. 1β και 1γ αναιρεσιβλήτους είχε υπεισέλθει στη θέση του αποβιώσαντα, κατά τη διάρκεια της επιδικίας στον πρώτο βαθμό (22.6.2010) αρχικά ενάγοντα συζύγου της και πατέρα των λοιπών Χ.

Κ., απεβίωσε στις 23.12.2015, ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, που έλαβε χώρα στις 23.9.2016. Η αναίρεση νόμιμα απευθύνθηκε και ασκήθηκε (κατατέθηκε) εναντίον της, αφού ο αναιρεσείων δεν είχε λάβει γνώση το θανάτου της. Πλην όμως αυτός στη συνέχεια έλαβε γνώση του θανάτου της και γι’ αυτό αντίγραφο της αναίρεσης με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επέδωσε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι τους υπό στοιχ. 1β και 1γ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι χωρίς τη μεσολάβηση βίαιης διακοπής συνεχίζουν τη δίκη και υπό την ιδιότητά τους αυτή (βλ.

το από 13.7.2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. … και το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../13.7.2016 πιστοποιητικό πληρεστέρων συγγενών του ...). Η γενομένη από τους αναιρεσιβλήτους γνωστοποίηση του λόγου της παραπάνω βίαιης διακοπής και η δήλωση περί εκουσίας επανάληψης της δίκης, που γίνεται με τις εμπροθέσμως (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔιΚ), κατατεθείσες προτάσεις τους δεν είναι νόμιμη, αφού οι προτάσεις, ως δικόγραφο κατατίθενται και δεν επιδίδονται και συνακόλουθα δεν καλύπτονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 297 ΚΠολΔικ, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ και δεν προέβη σε προφορική δήλωση στο ακροατήριο της σχετικής γνωστοποιήσεως.

Ενόψει, τούτων η δίκη συνεχίζεται από τους προαναφερθέντες αναιρεσίβλητους.

Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ’ αριθμ. 255/2015 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3 και 552 επ. ΚΠολΔικ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής και μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini), και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).

Η νομή αποκτάται πρωτοτύπως είτε με μονομερή πράξη (κατάληψη - occupation), είτε σύμφωνα με το νόμο (απευθείας βάσει συγκεκριμένου κανόνα), και παραγώγως (παράδοση), είτε με μονομερή δικαιοπραξία (διαθήκη). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής.

Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν, προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).

Εκείνος όμως και εξουσιάζει το πράγμα για μία εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξάρτητα, όπως ειπώθηκε αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε και την πεποίθηση ότι είχε κυριότητα. Αν λείπει, το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία κατά κανόνα υφίσταται όταν η σωματική εξουσία, ολική ή μερική, ασκείται στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη έννομη σχέση, όπως μίσθωση, χρησιδάνειο, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση κ.α.

Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές, και εμφανείς πάνω σ’ αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκεί και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η καλλιέργεια, η δενδροφύτευση, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση, η ανοικοδόμηση, η δήλωση στο κτηματολόγιο και στην πολεοδομία, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, όπως μίσθωση ή χρησιδάνειο, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Εξάλλου, ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου, να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Εξ ετέρου, κατά το άρθρο 810 ΑΚ με τη σύμβαση του χρησιδανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους (χρήστης) παραχωρεί στον άλλο τη χρήση του πράγματος χωρίς αντάλλαγμα και αυτός (χρησάμενος) έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της συμβάσεως, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 817 του ίδιου κώδικα ο χρήστης έχει δικαίωμα να απαιτήσει το πράγμα και πριν από τη λήξη της σύμβασης, αν, μεταξύ άλλων, ο χρησάμενος το παραχώρησε χωρίς δικαίωμα σε τρίτον, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 813 ο χρησάμενος φέρει τις συνηθισμένες δαπάνες για τη συντήρηση του πράγματος.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, καθιστούν φανερή παράβαση, τούτο δε συμβαίνει, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν, για την εφαρμογή του ή εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του.

Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και χωρίς αμφιβολίες, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι τις διατάξεις που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει, ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, με επίκληση νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την εκ χρησιδανείου ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος και την κατ’ αυτής καταλυτική ένσταση ιδίας κυριότητας από έκτακτη χρησικτησία του δεύτερου εναγομένου: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ....8.1972 παραχωρητηρίου της Νομαρχίας Άρτας, νομίμως μεταγραφέντος, περιήλθε στην κυριότητα του Κ.

Κ., πατέρα του ενάγοντος Σ. Κ. και του αρχικώς εναγομένου Χ. Κ., ένας οικοπεδικός κλήρος (υπ’ αριθμ. ...), ο οποίος κείται εντός του οικισμού "..." της τότε ..., εκτάσεως 530,10 τ.μ και συνορεύει γύρωθεν με τα υπ’ αριθμ. ... οικόπεδα. Επί του ανωτέρω οικοπέδου ο κληρούχος ήταν ήδη προ πολλών ετών εγκατεστημένος μετά της οικογενείας του, ήτοι με την σύζυγο του Π.

και τα έξι (6) τέκνα του και μάλιστα κατοικούσε σε παλαιά οικοδομή, κειμένη στην Βόρεια πλευρά του οικοπέδου, προς την όμορη σημερινή ιδιοκτησία Β. Β.. Με την πάροδο των ετών οι τέσσερις (4) θυγατέρες του κληρούχου Κ. Κ. ετέλεσαν γάμο και απέμειναν επί της παλαιάς οικοδομής ο κληρούχος, η σύζυγος του και τα τέκνα του Σ.

και Χ. Κ., ο πρώτος γεννηθείς το έτος 1930 και ο δεύτερος γεννηθείς το έτος 1926. Περί το έτος 1955 ο ενάγων Σ. Κ. μετανάστευσε στο Βέλγιο. Έκτοτε στην παλαιά οικοδομή παρέμεινε ο κληρούχος και ο αρχικώς εναγόμενος Χ. Κ., στην οικογένεια δε του οποίου προσετέθησαν η σύζυγος του Χ. Κ. Π. και τα τέκνα τους Α. και Κ., δεύτερος εκ των εναγομένων.

Περί το έτος 1967 λόγω των ηυξημένων οικογενειακών πλέον αναγκών του Χ. Κ. ο πατέρας του μετεβίβασε σε αυτόν το ήμισυ περίπου του οικοπεδικού κλήρου, ήτοι 202,70 τ.μ. Μετά την μεταβίβαση της νομής του τμήματος αυτού του οικοπέδου ο εναγόμενος ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου, οι οποίες προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου, εκδηλώνοντας την βούληση εξουσιάσεως αυτού.

Συγκεκριμένα υπέβαλε την από 4-09-1967 αίτηση προς την Αγροτική Τράπεζα για την χορήγηση δανείου "...", χρηματικού ποσού 35.000 δραχμών, υψηλό για την εποχή, με σκοπό να ανεγείρει οικία διαστάσεων 10μ Χ 5μ Χ 3μ, αποτελουμένη από δύο (2) δωμάτια. Περί τα έτη 1968-1970 ο αρχικώς εναγόμενος σταδιακώς ανήγειρε πράγματι ισόγεια οικοδομή επί του επιδίκου, αποτελουμένη από τέσσερα (4) δωμάτια, συνολικού εμβαδού 70 τ.μ, όπου εγκατεστάθη μετά της οικογενείας του, ενώ παραλλήλως ο πατέρας τους με την σύζυγο του Π.

παρέμεινε στην ήδη υφισταμένη παλαιά οικοδομή (βλ. την πειστική από 3-06-2010 ένορκη βεβαίωση του Π. Κ., συνταξιούχου οικοδόμου, ηλικίας 80 ετών :.....Θυμάμαι ότι το 1967 με 1968 με κάλεσε ο Χ. Κ. για να οικοδομήσω ένα ισόγειο σπίτι του στο συνοικισμό ... ........το σπίτι που εγώ θα έκανα, θα το έκτιζα στο μισό από το όλο οικόπεδο και συγκεκριμένα στο νότιο τμήμα του, γύρω στα 200 τ.μ, όπως μου το υπέδειξαν τόσο ο Χ.

Κ., όσο και ο πατέρας του ο Κ., γιατί το άλλο μισό οικόπεδο προοριζόταν για τον άλλο γιό του Κ., δηλαδή τον Σ. Κ......Έκανα την συμφωνία μου με τον Χ. Κ. και μάλιστα ανέλαβα την κατασκευή γνωρίζοντας ότι είχε πάρει δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα και έτσι με το δάνειο αυτό θα πληρωνόμουν και εγώ και για τον λόγο αυτόν τον ρωτούσα πάντοτε πότε θα έπαιρνε τις δόσεις.

Δούλεψα εκεί με το συνεργείο μου για δύο περίπου χρόνια, φτιάξαμε ένα ισόγειο σπίτι γύρω στα 70 μ2 περίπου.....Τελειώσαμε την κατασκευή, εγώ πληρώθηκα από το Χ., όπως και οι άλλοι μάστοροι.... Μετά από αρκετό διάστημα 10 περίπου χρόνων ο Σ. Κ. έκτισα δικό του σπίτι εκεί που ήταν η παλιά πατρική οικία δηλαδή στο υπόλοιπο μισό οικόπεδο από την όλη έκταση του Κ.

Κ. και συγκεκριμένα στο βόρειο τμήμα....., βλ. επίσης την σε ανύποπτο χρόνο από 8-09-1998 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητος ... Β. Δ.: .... Η κατοικία του Κ. Χ. του Κ., που ευρίσκεται σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του, εντός του οικισμού ... ..., επιφανείας 68 τ.μ, έχει κατασκευασθεί το έτος 1967....). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο αρχικώς εναγόμενος Χ.

Κ. την 23-05-1969 συνέδεσε την οικία με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο όνομα του ιδίου (υπ’ αριθμ. ... παροχή, βλ. την υπ’ αριθμ. ...-2010 βεβαίωση της ...), επίσης δε το έτος 1977 εγκατέστησε τηλεφωνική συσκευή με αριθμό κλήσεως τότε ... (βλ. την από 26-03-1977 δήλωση καταρτίσεως συμβάσεως συνδρομητού, επί πλέον δε περί το έτος 1970 εγκατέστησε παροχή νερού από την τότε Κοινότητα ... (βλ.

το υπ’ αριθμ. .../1984 διπλότυπο εισπράξεως του Δημοσίου Ταμείου ...). Επίσης περί το έτος 1972 προέβη σε ανέγερση αποθήκης εμβαδού 27 τ.μ. Ανατολικώς της οικίας για την εναπόθεση, όντας αγρότης, αγροτικών εργαλείων, όταν δε απεβίωσε ο πατέρας του Κ. Κ. το έτος 1980, με την σειρά του μετεβίβασε την νομή του οικοπέδου μετά της οικοδομής στο τέκνο του , δεύτερο εκ των εναγομένων Κ.

Κ.. Έκτοτε ο δεύτερος εκ των εναγομένων ενέμετο, και αυτός διανοία κυρίου το οικόπεδο αυτό μετά της οικοδομής στην οποία διέμενε και κατασκεύασε ένα ισόγειο συνεχόμενο κτίσμα και εγκατέστησε κεντρική θέρμανση της οικίας. Τον Σεπτέμβριο του έτους 1998, αφού ήδη από το έτος 1981 ο ενάγων ανήγειρε νέα οικοδομή στο Βόρειο τμήμα του οικοπέδου, καθώς και ο δεύτερος εκ των εναγομένων έδωκαν εντολή στον πολιτικό μηχανικό Α.

Τ. να προβεί σε εμβαδομέτρηση του όλου οικοπέδου και να συντάξει αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα με τα δύο επί μέρους οικοπεδικά τμήματα, ούτως ώστε να υλοποιηθεί συμβολαιογραφικώς η από δεκαετιών στην πράξη υφισταμένη διανομή. Πράγματι ο ανωτέρω μηχανικός προέβη στην σύνταξη του από Σεπτέμβριο του έτους 1998 τοπογραφικού διαγράμματος, όπου αποτυπώνονται τα δύο διαφορετικά τμήματα του οικοπέδου μετά των κτισμάτων και ο κοινόχρηστος μεταξύ αυτών διάδρομος, χωρίς τελικά να προβούν σε επίσημη συμβολαιογραφική διανομή, αφού το επίδικο τμήμα των 202,70 τ.μ, το οποίο ενέμετο ο αρχικώς πρώτος εκ των εναγομένων και εν συνεχεία ο δεύτερος εκ των εναγομένων δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο (βλ.

το τοπογραφικό διάγραμμα). Πάντα τα ανωτέρω επιρρωνύονται από την ένορκη επ’ ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως Γ. Σ., ανιψιού του ενάγοντος και πρώτου εναγομένου, καθώς και από την υπ’ αριθμ. ...2010 ένορκη βεβαίωση της Κ. συζ. Π. Σ., επίσης ανιψιάς αυτών, αμφοτέρων κατοίκων του οικισμού ... ....

Περαιτέρω μετά από σαράντα έτη ασκήσεως πράξεων νομής διανοία κυρίου επί του επιδίκου τμήματος 202,70 τ.μ. από τον δεύτερο εναγόμενο και τον δικαιοπάροχο του, ο ενάγων επέδωκε σε αυτούς τις από 22-06-2007 εξώδικες προσκλήσεις ισχυριζόμενος ότι είναι κύριος του όλου οικοπέδου, εμβαδού 530,10 τ.μ. Ειδικότερα επικαλείται και πράγματι προσκομίζει την υπ’ αριθμ. ...-07-1988 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, συνταγείσης ενώπιον του συμβολαιογράφου Άρτας Α.

Π., δυνάμει της οποίας απεδέχθη την κληρονομιά του πατέρα του Κ. Κ., ο οποίος δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../22-07-1977 δημοσίας διαθήκης, συνταγείσης ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ν. Τ., εγκατέστησε αυτόν κληρονόμο επί του όλου οικοπέδου. Ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός είναι βάσιμος, αφού, όπως προελέχθη, ο Κ. Κ. εγκατέστησε τον ενάγοντα κληρονόμο επί του όλου οικοπέδου δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης.

Πλην όμως δεν αποδεικνύεται η αγωγική βάση της αγωγής ότι εχρησιδάνεισε το επίδικο τμήμα του οικοπέδου στον αδελφό του Χ. Κ. από το έτος 1981 εφ’ όρου ζωής αυτού. Αντιθέτως αποδεικνύεται, όπως προεξετέθη, ότι παρά την συνταγείσα το έτος 1977 δημοσία διαθήκη, ο αρχικώς εναγόμενος Χ. Κ. ενέμετο διανοία κυρίου το επίδικο τμήμα από το έτος 1967 έως το έτος 1980, εν συνεχεία δε ο δεύτερος εκ των εναγομένων έως την έγερση της αγωγής, αποκτήσας ούτω την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρ. 1045 και 1051 του Α.Κ).

Περαιτέρω πράγματι, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, την 7-09-1981 υπέβαλε αίτηση προς την Δ.Τ.Υ. του Ν. Άρτας για την νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων επί του όλου οικοπέδου των 530,10 τ.μ και έλαβε την υπ’ αριθμ. …1981 άδεια νομιμοποιήσεως αυθαιρέτου και επεκτάσεως ισογείου οικοδομής. Η νομιμοποίηση όμως αυτή των αυθαιρέτων κτισμάτων και το προς τούτο καταβληθέν ποσόν δεν αναιρεί την επί δεκαετίες άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου εκ μέρους του αρχικώς πρώτου εκ των εναγομένων και του δεύτερου εξ αυτών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των αναιρεσιβλήτων, (οι υπό στοιχ. 1β και 1γ από τους οποίους έχουν υπεισέλθει στη θέση της αποβιώσασας υπό στοιχ. 1α αναιρεσίβλητης μητέρας τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της), και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή, την δίκασε εκ νέου και την απέρριψε, δεχθέν την κατ’ αυτής ένσταση ιδίας κυριότητας του δευτέρου εναγομένου.

Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 810 και 813 ΑΚ, οι προϋποθέσεις των οποίων δεν συνέτρεχαν. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι ο πατέρας του ενάγοντα και του αρχικού εναγομένου Χ. Κ., ήτοι ο Κ. Κ. το 1967, είχε παραχωρήσει τη νομή του επιφανείας 202,70 τ.μ.

επιδίκου που αποτελεί, το ήμισυ του οικοπεδικού κλήρου (υπ’ αριθμ. ...), που νόμιμα του παραχωρήθηκε το 1972 και όπου διέμενε με την οικογένειά του από πολλών ετών, στο γιό του Χ., ο οποίος έκτοτε (1967) το νεμόταν για λογαριασμό του και μετά το θάνατο του πατέρα του (Κ.) το 1980 το παρέδωσε στο γιό του δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος συνέχισε τη νομή του πατέρα του και ότι ενόψει τούτων και παρά το ότι το επίδικο με το υπόλοιπο προς βορράν τμήμα του οικοπεδικού κλήρου καταλείφθηκε στον ενάγοντα με νόμιμα δημοσιευθείσα διαθήκη του 1977, που αποδέχθηκε το 1988 αυτός δεν απέκτησε τη νομή του επιδίκου, αφού ο πατέρας του ήδη από το 1967 την είχε παραδώσει στον αρχικά πρώτο εναγόμενο, Χ.

Κ. και ότι γι’ αυτό δεν συνέτρεχαν οι κατά το άρθρο 810 ΑΚ προϋποθέσεις για την επικαλούμενη από τον ενάγοντα, ως καταρτισθείσα το 1981 σύμβαση χρησιδανείου, αφού αυτός κατά τον επικαλούμενο χρόνο δεν είχε τη χρήση του πράγματος, ώστε να έχει τη δυνατότητα να την παραχωρήσει στον αδελφό του αρχικό ενάγοντα, ενώ ο τελευταίος από το 1967 έως το 1980 και έκτοτε ο γιός του δεύτερος εναγόμενος μέχρι την άσκηση της αγωγής, άσκησαν, με διάνοια κυρίου, ήτοι ως νομείς του επιδίκου, τις αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις, όπως ανοικοδόμηση του επιδίκου, σύνδεση της ανεγερθείσας οικίας με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (1969), εγκατάσταση τηλεφωνικής συσκευής (1977), και παροχής νερού (1970), ανέγερση αποθήκης και κτίσματος για την εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης, εμβαδομέτρηση του περιλαμβάνοντος και το επίδικο μεγαλύτερου ακινήτου.

Ενόψει τούτων, ο υποστηρίζων αντίθετα, και από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ τέταρτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες οι προαναφερθείσες και αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση, πράξεις δεν συνιστούν πράξεις νομής, αλλά πράξεις του χρησαμένου προς συντήρηση του πράγματος, ασκούμενες στα πλαίσια της συμβάσεως του χρησιδανείου, είναι απαράδεκτες γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως του άρθρου 813 ΑΚ, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τα ζητήματα της μη καταρτίσεως της συμβάσεως χρησιδανείου, με τον αρχικά πρώτο εναγόμενο και της αποκτήσεως από τον δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον αυτός από το 1980 που του παραδόθηκε η νομή του επιδίκου, μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (2009), ήτοι για περισσότερο από είκοσι χρόνια κατείχε το επίδικο με διάνοια κυρίου, κατοικώντας, μαζί με την οικογένειά του στην οικοδομή που είχε σ’ αυτό ανεγείρει ο πατέρας του, κατά τα έτη 1967 - 1968 και κάνοντας χρήση του οικοπέδου, στο οποίο ανήγειρε συνεχόμενο με τη οικοδομή - οικία κτίσμα, όπου εγκατέστησε την κεντρική θέρμανση της οικίας, ενώ από κοινού με τον ενάγοντα προέβη το 1998 σε εμβαδομέτρηση του όλου ακινήτου που είχε παραχωρηθεί στον Κ.

Κ., πατέρα και παππού τους αντίστοιχα, ώστε να το διανείμουν, πράγμα το οποίο δεν κατέστη εφικτό, αφού το αποτελούν τμήμα αγροτικού κλήρου, επίδικο δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο. Οι αιτιολογίες αυτές, επιτρέπουν, τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή, εφαρμογή των περί χρησιδανείου έκτακτου χρησικτησίας διατάξεων κατά τις οποίες ο επιστάμενος δεύτερος εναγόμενος κατέστη κυρίως του επιδίκου, πρωτοτύπως, ενώ η επικαλούμενη από τον ενάγοντα σύμβαση χρησιδανείου, δεν μπορούσε να καταρτισθεί, αφού αυτός, κατά τον επικαλούμενο χρόνο καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως δεν είχε την χρήση του επιδίκου, ώστε να μπορεί να την παραχωρήσει, ούτε η εγκατάσταση του ενάγοντα ως εκ διαθήκης κληρονόμου του πατέρα του, στο περιλαμβάνον και το επίδικο μεγαλύτερο ακίνητο και η νομιμοποίηση, με ενέργειές του, των επ’ αυτού κτισμάτων, μπορούν να αναιρέσουν το κτηθέν δικαίωμα κυριότητας του δεύτερου εναγομένου, με την επί δεκαετίες, από αυτόν άσκηση, άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου.

Ενόψει τούτων υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρίτος λόγος της αναίρεσης και πέμπτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες δεν προκύπτει ο ακριβής χρόνος παραδόσεως στο δεύτερο εναγόμενο της νομής του επιδίκου και ειδικότερα, αν αυτός ήταν το 1980 ή το 1988 είναι αλυσιτελείς, αφού και από τους δύο αυτούς χρόνους μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (2003), θεμελιώνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, αυτόνομο δικαίωμα έκτακτης χρησικτησίας επί του επιδίκου, του δεύτερου εναγομένου, ενώ οι παραδοχές περί του ότι ο ενάγων με διαθήκη του 1977, που δημοσιεύθηκε το 1980 και έγινε αποδεκτή το 1988 εγκαταστάθηκε κληρονόμος του επιδίκου, δεν αντιφάσκουν με τις παραδοχές ότι νομείς του επιδίκου από το 1967 ήταν ο πατέρας του δεύτερου εναγομένου (1967 έως 1980), και ο ίδιος (1980 και επέκεινα) και ότι συνακόλουθα ο ενάγων δεν απέκτησε το επίδικο με κληρονομική διαδοχή, (αφού τούτου δεν ανήκε στην περιουσία του κληρονομουμένου).

Ενόψει, τούτων και ο λόγος αυτός, (τρίτος) και ως προς όλες τις αιτιάσεις του πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 438 και 432 του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως τα πρακτικά συνεδριάσεως, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, ήτοι άλλο αποδεικτικό μέσο διάφορο των εγγράφων, ή οι ένορκες βεβαιώσεις, που είναι ξεχωριστό αποδεικτικό μέσο, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του άρθρου 390 ΚΠολΔικ, ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις Εφαρμογής απαλλοτριώσεως ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών.

Στην προκειμένη περίπτωση με την Πέμπτη αιτίαση του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο κατά την απόδειξη του περί ιδίας κυριότητος του ενδίκου ακινήτου, καταλυτικού του χρησιδανείου ισχυρισμού του δεύτερου εναγομένου και των ενέργεια πράξεων νομής επ’ αυτού, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από Σεπτεμβρίου 1988 τοπογραφικού διαγράμματος του Πολιτικού Μηχανικού Α.

Τ., δεχθέν ότι τούτο συντάχθηκε και κατ’ εντολή του ενάγοντος, ενώ με την έκτη αιτίαση του ιδίου λόγου και για την απόδειξη του ίδιου ζητήματος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ανταποδείξεως Γ.

Σ., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, καθώς και της υπ’ αριθμ. ...3.6.2010 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Π. Χ. Κ., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Άρτας. Οι δύο αυτές αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί αναφέρονται σε αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν αποτελούν "έγγραφα", κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια, ώστε να υπόκεινται σε παραμόρφωση κατά την έννοια της ερευνώμενης διάταξης, καθόσον είναι έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο.

Περαιτέρω, με τις πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αιτιάσεις του ίδιου πρώτου λόγου της αναιρέσεως και για την απόδειξη του ίδιου ζητήματος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε: α) την από 4.9.1967 αίτηση του αρχικά πρώτου εναγομένου Χ.

Κ. προς την Αγροτική Τράπεζα για την χορήγηση δανείου αγροτικής στεγάσεως ποσού 35.000 δραχμών, με το να δεχθεί ότι το τοκοχρεωτικό δάνειο που χορηγήθηκε με την .../4.9.1967 σύμβαση, καθώς και η υποθήκη που ενεγράφη προς εξασφάλισή του αφορά σε οικία ανεγερθείσα στο επίδικο ακίνητο, που είναι τμήμα του παραχωρηθέντος το 1972 στον πατέρα του υπ’ αριθμ. ...

οικοπεδικού κλήρου και όχι σε άλλο ακίνητο που παραχωρήθηκε στον ίδιο (Χ. Κ.), το ίδιο έτος, ως οικοπεδικός κλήρος με αριθμό ... (πρώτη αιτίαση), β) την από 2/4.1.2010 βεβαίωση της ΔΕΗ Άρτας, από την οποία δέχθηκε ότι προκύπτει ότι ο ίδιος αρχικά εναγόμενος συνέδεσε στις 23.5.1969 την επί του επιδίκου ανεγερθείσα οικία με ηλεκτρικό ρεύμα, <δεύτερη αιτίαση>, γ) το υπ’ αριθμ. .../1984 διπλότυπο είσπραξης του Δημοσίου Ταμείου ..., από το οποίο δέχθηκε ότι προκύπτει, ότι ο ίδιος εναγόμενος εγκατέστησε στην ίδια οικία παροχή νερού <τρίτη αιτίαση>, δ) το έντυπο Ε-9 περί "Δηλώσεως Στοιχείων Ακινήτων που υπάρχουν την 1η Ιανουαρίου 2005", από το οποίο δέχθηκε ότι προκύπτει ότι ο ίδιος εναγόμενος το 1972 προέβη σε ανέγερση αποθήκης εμβαδού 27 τ.μ., ανατολικά της επί του επιδίκου οικίας, για την εναπόθεση αγροτικών εργαλείων, <τέταρτη αιτίαση, ε) την από 8.9.1998 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας ...

Β. Δ., στην οποία ενώ αναφέρεται ότι η επί του επιδίκου οικία του Χ. Κ., έχει κατασκευασθεί το 1967, το Εφετείο δέχθηκε ότι από αυτόν προκύπτουν οι διαδοχικές μεταβιβάσεις του επιδίκου, που άγουν στην παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του δεύτερου εναγομένου, <έβδομη αιτίαση>. Οι αιτιάσεις αυτές είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτες, γιατί δεν αφορούν σε "διαγνωστικό λάθος των εγγράφων, τα οποία ορθά αναγνώσθηκαν, αλλά σε λανθασμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εκτίμηση του περιεχομένου τους, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα αντίθετο από εκείνο που αυτός (αναιρεσείον) θεωρεί ορθό.

Ειδικότερα, ως προς την πρώτη αιτίαση που αφορά στην από 4.9.1967 αίτηση για χορήγηση τοκοχρεωλυτικού δανείου, το δικαστήριο από την εκτίμηση της αίτησης, της υπό ίδια ημερομηνία συμβάσεως του δανείου και της εγγραφής υποθήκης σε μεταγενέστερο χρόνο (3.12.1974), σε άλλο ακίνητο (...) που παραχωρήθηκε στην αρχικά πρώτο εναγόμενο, μεταγενέστερα της συνάψεως του δανείου (παραχωρητήριο ....8.1972), έκρινε ανέλεγκτα ότι το δάνειο αφορά στην οικία που ανεγέρθηκε στο επίδικο ακίνητο το ίδιο ισχύει και για τα έγγραφα των λοιπών αιτιάσεων από την εκτίμηση των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι τελέσθηκαν οι προσδιοριζόμενες στην απόφαση πράξεις νομής.

Δηλαδή οι επίμαχες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων. Ενόψει, τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον οι αιτιάσεις του δεν ιδρύουν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, ενώ πρέπει να λεχθεί ότι η νέμηση του επιδίκου από τον αρχικά πρώτο εναγόμενο, καταλύει την εκ χρησιδανείου ιστορική βάση της αγωγής, πλην όμως δεν χρειάζεται να υπολογισθεί στο χρόνο ασκήσεως νομής του δεύτερου εναγομένου, αφού αυτός κατά τις παραδοχές της αποφάσεως θεμελιώνει αυτόνομο δικαίωμα, κατά την ΑΚ 1045, κυριότητας.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11α του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ ετέρου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β του ίδιου Κώδικα στην τακτική διαδικασία οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη, μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η προηγούμενη εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αποδεικνύοντας, να παραστεί κατά τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών, ως αποδεικτικών μέσων, την έλλειψη του οποίου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Δηλαδή η μη τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋποθέσεως, έχει ως συνεπεία ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο.

Δεκτικός της κλητεύσεως αυτής να παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου ή του Ειρηνοδίκη είναι και ο κατά το άρθρο 143 του ίδιου Κώδικα δικαστικός πληρεξούσιος, ήτοι ο υπογράφων την αγωγή ή το ένδικο μέσο, ενώ για τους διαμένοντες στο εξωτερικό η κλήση αυτή πρέπει υποχρεωτικά να γίνει στον εν λόγω δικηγόρο, ο οποίος κατά το άρθρο 143 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος.

Τούτο, δε γιατί ο δικηγόρος που υπέγραψε το δικόγραφο της αγωγής κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο, θεωρείται, κατά το άρθρο 104 μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, ότι είναι πληρεξούσιος και αντίκλητος του ενάγοντος, για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην ανοιγείσα δίκη, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κλήση για επίσπευση της συζητήσεως από τον εναγόμενο και κατά μείζονα λόγο η κλήση για παράσταση στον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφο κατά τη λήψη ένορκης βεβαιώσεως.

Τέλος, από τη μνεία στη δικαστική απόφαση (στο προεισαγωγικό τμήμα της) ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ’ αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος του (ή ότι παρέστη "μετά" του δικηγόρου του) και η στο κύριο σώμα της απόφασης βεβαίωση ότι το δικαστήριο δίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για τον διορισμό εκείνου, ως δικαστικού κατά τα άρθρο 96 πληρεξουσίου.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ κατά τις οποίες το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 96, 143 και 104 του ίδιου Κώδικα, καθώς και εκείνη του 142 που ορίζει τη διαδικασία του διορισμού αντικλήτου, ενώ έλαβε υπόψη τις επαναπροσκομισθείσες στο Εφετείο, από τους εκκαλούντες εναγομένους υπ’ αριθμ. ....10.2010 και ...3.10.2010 δύο ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Άρτας πριν από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (4.3.2011), οι οποίες ήταν ανυπόστατες, αφού η σχετική κλήση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος δεν έγινε ατομικά στον ίδιο και δή κατά τις διατάξεις της Συμβάσεως της Χάγης, αφού αυτός είναι κάτοικος Βελγίου, αλλά στον υπογράφοντα την αγωγή δικηγόρο του Κ.

Σ.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, και δη κατά την αιτίασή του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε παραβίαση δικονομικών και όχι ουσιαστικών διατάξεων, κατά δε την αιτίασή του από τον αριθμό 11α του ίδιου άρθρου ως αβάσιμος, καθόσον οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις ήταν υποστατά αποδεικτικά μέσα και νόμιμα λήφθηκαν υπόψη, αφού με την εμπρόθεσμη επίδοση της οικείας κλήσεως προς τον υπογράψαντα και καταθέσαντα την ένδικη αγωγή δικηγόρο Άρτας Κ.

Σ. που όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ), των εγγράφων της δικογραφίας, έλαβε χώρα στη 28.5.2010, ενώ οι ένορκες βεβαιώσεις δόθηκαν στις 3.6.2010, τηρήθηκαν οι αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις του άρθρου 270 εδ. β, αφού ο υπογράφων την αγωγή δικηγόρος ήταν αυτοδικαίως αντίκλητος και δεκτικός παραλαβής της επίμαχης κλήσεως που μάλιστα έπρεπε υποχρεωτικά να γίνει σ’ αυτόν, αφού ο καλούμενος ενάγων ήταν κάτοικος εξωτερικού καθόσον για τις έως τη συζήτηση κλήσεις θεωρείται ότι υπάρχει η κατά το άρθρο 96 και ΚΠολΔικ πληρεξουσιότητα του υπογράψαντος την αγωγή δικηγόρου, ο οποίος μάλιστα συμπαραστάθηκε μαζί με τον επίσης δικηγόρος Άρτας Γ.

Γ. τόσο στην πρωτοβάθμια, όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη και εκπροσώπησε τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα "μετά" και "δια" αντίστοιχα, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των αποφάσεων αυτών, συναγομένης εντεύθεν, κατά τα αναφερόμενα, στη νομική σκέψη, πλήρους αποδείξεως για την κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔικ διορισμό του.

Ενόψει, τούτων και ο λόγος αυτός "δεύτερος" ως προς όλες τις αιτιάσεις του πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 παρ. γ του ΚΠολΔικ αναίρεση, επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.

Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αιτιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κ.λ.π.), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008), ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος ως προς την απόδειξη της εκ χρησιδανείου ιστορικής βάσεως της αγωγής και της καταγγελίας του, καθώς και της ανταπόδειξης των ισχυρισμών των εναγομένων περί διενεργείας πράξεων νομής, επί του επιδίκου και περί ιδίας κυριότητας του δεύτερου εναγομένου, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, που νόμιμα επαναπροσκομίσθηκαν στο Εφετείο: 1.

την υπ’ αριθμ. ....7.1988 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Α. Π., 2. το από Σεπτεμβρίου 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Α. Ψ., 3. Τα συνοδεύοντα την υπ’ αριθμ. ... άδεια νομιμοποίησης αυθαιρέτου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Άρτας και δη δύο κατόψεις, σχέδια βόθρου, έντυπο ελέγχου πεσσών οικοδομής και μελέτη θερμομόνωσης 4 τα υπ’ αριθμ. ...4.1981 πρακτικά δημοσιεύσεως της υπ’ αριθμ. .../22.7.1997 δημοσίας διαθήκης του Κ.

Κ., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Φ. Ν. Τ., 5. το υπ’ αριθμ. ....8.1972 παραχωρητήριο της Νομαρχίας Άρτας, 6. το Ε-9 του δεύτερου εναγομένου και το υπό Σεπτεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Τ., 7. την από 22.6.2007 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση προς τον αρχικά πρώτο - εναγόμενο Χ. Κ. Κ.

και την έκθεση επίδοσής της, 8. την από 22.6.2007 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση προς τον δεύτερο εναγόμενο και την έκθεση επιδόσεώς της, 9. την από 26.6.2007 εξώδικη απάντηση των αρχικά εναγομένων, 10. την από 15.5.2009 εξώδικη καταγγελία της ένδικης συμβάσεως χρησιδανείου και της εκθέσεως επιδόσεώς της στους αρχικά εναγομένους και την Α.

Κ., 11. το υπ’ αριθμ. .../22.7.1966 διαβατήριο του ενάγοντος, 12. το υπ’ αριθμ. ....8.1972 παραχωρητήριο της Νομαρχίας Άρτας και η από 27.11.1972 περίληψη εγγραφής υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, 13. η υπ’ αριθμ. .../4.9.1967 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου της ΑΤΕ και η υπ’ αριθμ. .../3.12.1974 αίτηση και περίληψη εγγραφής υποθήκης της ΑΤΕ, 14.

το υπ’ αριθμ. ....9.1969 πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας ...,1 5. τέσσερις φωτογραφίες της επίδικης οικίας, 16. το από 30.5.1984 απόσπασμα από τον βεβαιωτικό κατάλογο υδρεύσεως της Κοινότητας ..., 17. Δύο φωτογραφίες του εσωτερικού της επίδικης οικίας, ληφθείσες τα έτη 1983 και 1988, 18. δύο φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά την ανέγερση της ένδικης οικοδομής, 19.

το υπ’ αριθμ. ... διαβατήριο του ενάγοντος, 20. την υπ’ αριθμ. ...6.1989 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Φ. Α. Π., τις υπ’ αριθμ. ...6.1989 και ...6.1989 γονικές παροχές και το υπ’ αριθμ. ...6.1989 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, 21. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ....3.1989 πιστοποιητικό δημοτολογίων της Κοινότητας ...,2 2.

την ατομική ειδοποίηση καταβολής ΤΑΠ, 23. την από 13.4.1983 πρόσκληση του Ταμείου ... περί πληρωμής της εισφοράς αυθαίρετης κατασκευής για τα κτίσματα του όλου κληρονομηθέντος οικοπέδου, 24. το υπ’ αριθμ. ... διπλότυπο πληρωμής των εισφορών αυτών, 25. την υπ’ αριθμ. ....7.1985 άδεια περίφραξης των δύο πλευρών του όλου οικοπέδου, με σχετικό σκαρίφημα και το από 22.7.1985 τοπογραφικό διάγραμμα και την από 3.8.1984 υπεύθυνη δήλωση του αρχιτέκτονα - μηχανικού Κ.

Π., 26. το Ε-9 του έτους 2005 στη ... καθώς και το Ε-1 και το Ε-2 του ενάγοντα προς την ίδια Δ.Ο.Υ.

Ο λόγος ατός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (εκτός από μια βεβαίωση που ανέλεγκτα κρίθηκε ότι λήφθηκε επίτηδες, για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο), σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου μάλιστα γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα υπό στοιχ. 1, 3, 4, 6, 7, 8, 10 και 12 έγγραφα, δεν γεννιέται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη ως προς τα παραπάνω ζητήματα του αποδεικτικού του πορίσματος.

Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, ότι δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι απαράδεκτες, αφού κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τούτο δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, η δε απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε ίσης αποδεκτικής δύναμης μέσα, όπως οι επικαλούμενες μαρτυρικές καταθέσεις, εναπόκειται, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους, για τους οποίους δίνει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα, ενώ προσέτι απαράδεκτες είναι οι αιτιάσεις κατά τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από το εξαχθέν, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσω.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ενώ αυτός (αναιρεσείων) λόγω της ήττας του, πρέπει, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.9.2016 αίτηση του Σ. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 255/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια, (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ