140/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated140/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α) το πρώτο τούτων οικόπεδο εμβαδού 246,50 τετραγωνικών μέτρων που αποτυπώνεται στο από Ιουνίου 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού Κ. Κ., το οποίο προσαρτήθηκε στη με αριθμό .../1982 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Καββάθη, και σύμφωνα με αυτό συνορεύει: κατά τη βόρεια πλευρά, που έχει μήκος 17 μέτρα, με ιδιοκτησία Α.
Full text
Απόφαση 140 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 140/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ά. συζ. Θ. Σ., το γένος Σ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο της Απόστολο Γεροντίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3801/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1181/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 24/9/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 6/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.
Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, α και β Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.
Προκειμένου ειδικότερα περί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται για το ορισμένο αυτής και ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, τόσον λεπτομερής ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία προς την ταυτότητά του. Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση εκτός από την έκταση του επιδίκου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε να είναι δυνατόν ο εναγόμενος να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, το δε δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως.
Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο δεν αναφέρεται η ακριβής έκταση του επιδίκου, οι πλευρικές του διαστάσεις ή δεν κατονομάζονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δε δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, που εκτιμάται ως διαδικαστικό έγγραφο από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., τα επίδικα ακίνητα, που βρίσκονται εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αρτέμιδος Αττικής, πρώην Δήμου Σπάτων στη θέση "Λιοκουμπούτι" ή "Λύκου Μπούτι" ή "Παλιά Εκκλησιά", περιγράφονται ως εξής:
Α) το πρώτο τούτων οικόπεδο εμβαδού 246,50 τετραγωνικών μέτρων που αποτυπώνεται στο από Ιουνίου 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού Κ. Κ., το οποίο προσαρτήθηκε στη με αριθμό .../1982 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Καββάθη, και σύμφωνα με αυτό συνορεύει: κατά τη βόρεια πλευρά, που έχει μήκος 17 μέτρα, με ιδιοκτησία Α.
Κ., κατά τη νότια πλευρά, που έχει μήκος 17,50 μέτρα, με οικόπεδο ιδιοκτησία πρώην Χ. και ήδη εμού (ενάγουσας), κατά την ανατολική πλευρά, που έχει μήκος 14,50 μέτρα με όμορη ιδιοκτησία μου, και κατά τη δυτική πλευρά, που έχει μήκος 14,50 μέτρα, με την οδό Σπάρτης. Το παραπάνω οικόπεδο αντιστοιχεί πλήρως στο οικόπεδο αριθμός 20 που περιγράφεται στο από Ιουνίου 1963 σχεδιάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Γ.
Β., το οποίο προσαρτάται στη με αριθμό .../1963 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Θ. Αποστολάκου, Β) το δεύτερο τούτων οικόπεδο εμβαδού 242,28 τετραγωνικών μέτρων που αποτυπώνεται στο από Ιουνίου 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού Κ. Κ., το οποίο προσαρτήθηκε στη με αριθμό .../1983 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Καββάθη και σύμφωνα με αυτό συνορεύει:
κατά τη βόρεια πλευρά, που έχει μήκος 16,62 μέτρα, με ιδιοκτησία Κ., κατά τη νότια πλευρά, που έχει μήκος 16,57 μέτρα, με ιδιοκτησία Κ. και ήδη Θ. Σ., κατά την ανατολική πλευρά, που έχει μήκος 14,50 μέτρα με χωματόδρομο και ήδη οδό Σωτήρος, και κατά τη δυτική πλευρά, που έχει μήκος 14,60 μέτρα, με όμορο οικόπεδο Χ. και ήδη ιδιοκτησίας μου.
Το παραπάνω οικόπεδο αντιστοιχεί πλήρως στο οικόπεδο αριθμός 3 που περιγράφεται στο από Ιουνίου 1963 σχεδιάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Γ. Β., το οποίο προσαρτάται στη υε αριθμό .../1963 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Θ.Αποστολάκου, και Γ) το τρίτο τούτων οικόπεδο εμβαδού 246,50 τετραγωνικών μέτρων που αποτυπώνεται στο από Φεβρουαρίου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού Κ.
Κ., το οποίο προσαρτήθηκε στη με αριθμό .../1983 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Καβάφη, και σύμφωνα με αυτό συνορεύει: κατά τη βόρεια πλευρά, που έχει μήκος 17 μέτρα, με όμορο οικόπεδο μου, κατά τη νότια πλευρά, που έχει μήκος 17 μέτρα, με ιδιοκτησία Μ., κατά την ανατολική πλευρά, που έχει μήκος 14,50 μέτρα με ιδιοκτησία Κ.
και ήδη Θ. Σ., και κατά τη δυτική πλευρά, που έχει μήκος 14,50 μέτρα, με την οδό Σπάρτης. Το παραπάνω οικόπεδο αντιστοιχεί πλήρως στο οικόπεδο αριθμός 21 που περιγράφεται στο από Ιουνίου 1963 σχεδιάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Γ. Β., το οποίο προσαρτάται στη με .../1963 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Θ.
Αποστολάκου. Από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι τα επίδικα προσδιορίζονται επαρκώς κατά θέση, εμβαδόν, όρια και πλευρικές διαστάσεις καθώς επίσης αναφέρονται και οι όμοροι ιδιοκτήτες. Επί πλέον δε αναφέρεται στην αγωγή και το μη ενσωματωμένο σ' αυτήν από Ιούνιο 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ.
Κ., στο οποίο αποτυπώνονται τα επίδικα. Επίσης προσδιορίζεται στην αγωγή το μείζον ακίνητο το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Γ. Α. με κληρονομική διαδοχή το 1860, επιφάνειας 36 στρεμμάτων, από το οποίο προέκυψαν είκοσι τέσσερεις διακεκριμένοι αγροί, τους οποίους κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή μεταβίβασε με αιτία τη δωρεά στα τέκνα του, δικαιοπαρόχους επίσης της ενάγουσας εντός των οποίων βρίσκονται τα επίδικα, ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την ταυτότητά τους.
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, λόγω μη ακριβούς περιγραφής των επιδίκων ώστε να υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, τον οποίο είχε παραδεκτώς προβάλλει ως εναγόμενο στην πρωτοβάθμια δίκη προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε στη δευτεροβάθμια δίκη ως εκκαλούν, με σχετικό λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του, ενώ πρέπει να μνημονεύονται καθ' όσον αποτελούν ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα η έκθεση αυτοψίας, η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, οι ένορκες βεβαιώσει και τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 346 Κ.Πολ.Δ. τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών του άλλου διαδίκου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε προσκομίσει ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφ' όσον αυτός όμως είχε επικαλεσθεί νομίμως τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από τον αντίδικό του και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε το αναιρεσείον στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, το τελευταίο επικαλέσθηκε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και υπέρ αυτού την κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης, που περιλαμβανόταν στα πρακτικά προς απόδειξη ειδικότερα της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής ως προς τη μη άσκηση διακατοχικών πράξεων στα επίδικα από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, αλλά και της ίδιας, καθώς και του ισχυρισμού του περί του δασικού χαρακτήρα τούτων, τα οποία άλλωστε (πρακτικά) επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της και η αναιρεσίβλητη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την κατάθεση της παραπάνω μάρτυρος, αφού όπως τούτο βεβαιώνει, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη "τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι".
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη ως προς την πρώτη αιτίαση αυτού ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την περιλαμβανομένη σ' αυτήν παραπάνω κατάθεση της μάρτυρος είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1181/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ