Legislator Case Law & Legislation
140/2010 AI generated

140/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 140/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

140/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 140 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 140/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελπινίκη Τσάτσαρη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ..., 3) Ψ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5)Χ5, τ, κατοίκου ..., 6) Χ6, κατοίκου ..., 7) Χ7, κατοίκου ..., 8) Χ8, κατοίκου ... και 9) Χ9, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραμανέ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 413/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 747/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-1-2009 αίτησή του, με τις δε από 10-11-2009 προτάσεις του ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 20-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και να δημιουργεί τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο, για το ορισμένο δε και παραδεκτό του λόγου αυτού πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις που κατά τον αναιρεσείοντα εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος ιός απαράδεκτος.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει την μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, είναι δυνατόν να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο τελευταίος αυτός λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και όπως προκύπτει από τις διατάξεις των αρθ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 17 του αρθ. 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο Λάρισας κρίνοντας ύστερα από έφεση του επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού με αντικείμενο την δικαστική εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων τους, τα οποία δημιουργήθηκαν γι' αυτούς από τις αναφερόμενες εκεί και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ασκηθείσες από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα αίτηση αναστολής εκτέλεσης αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Λάρισας αντίστοιχα καθώς και αίτηση εξαίρεσης των δικαστών που μετείχαν στο Γ' τμήμα του Αρείου Πάγου, περιέχει στην προσβαλλομένη 747/2008 απόφασή του επί της αγωγής αυτής αντιφατικές διατάξεις.

Ειδικότερα αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν και δέχθηκε και κατ' ουσίαν την ένσταση του αναιρεσείοντος εναγομένου, κατά παραδοχή αντιστοίχου λόγου της έφεσής του, για έλλειψη υπαιτιότητας του ως προς την δημιουργία των ζητουμένων με την αγωγή εξόδων των αναιρεσιβλήτων εναγόντων και συγκεκριμένα, ότι οι ενάγοντες (α) δεν δικαιούνται οποιοδήποτε ποσό για τις αναβλητικές παραστάσεις της 5-4-2006 και 17-5-2006, καθόσον η αίτηση αναστολής δεν συζητήθηκε όχι από υπαιτιότητα του εναγομένου, αλλά λόγω έλλειψης αναπληρωματικών δικαστών που θα έκριναν την αίτηση εξαίρεσης στην πρώτη περίπτωση και λόγω μη έκδοσης απόφασης στην δεύτερη, ενώ εξάλλου στις περιπτώσεις αυτές δεν εκδόθηκαν αποφάσεις αλλά η υπόθεση αναβλήθηκε για τους προαναφερόμενους λόγους με σχετική καταχώριση στα οικεία πρακτικά συνεδρίασης και (β) δεν δικαιούνται οποιοδήποτε ποσό για την απουσία του δικηγόρου τους από την έδρα του κατά τις ημέρες 2 και 3-5-2006 με μία διανυκτέρευση, δεδομένου ότι κατά την δικάσιμο της 3-5-2006 δεν παραστάθηκαν, στην συνέχεια επεδίκασε στους ενάγοντες τ' αναφερόμενα εκεί ποσά για δικαστικά τους έξοδα για τις εκτιθέμενες εκεί αιτίες (διάφορες διαδικαστικές ενέργειες κλπ.) και τελικά, μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 519,33 €, με την κρίση, όμως, αυτή η προσβαλλομένη απόφαση έχει κατά το ως άνω περιεχόμενο της αντιφατικές διατάξεις.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι όπως απ' αυτόν προκύπτει οι προβαλλόμενες αντιφάσεις αναφέρονται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το οποίο είναι απολύτως σαφές και ορισμένο και ουδόλως περιλαμβάνει αντιφατικές μεταξύ τους διατάξεις, καθόσον με αυτό υποχρεώθηκε ο εναγόμενος αναιρεσείων να καταβάλει σε κάθε έναν ενάγοντα το ποσό των 519,33 €, ώστε ουδεμία αοριστία δημιουργείται που να εμποδίζει την εκτελεστότητα ή το δεδικασμένο.

Ο επικουρικά προβαλλόμενος συναφώς δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλ. ως προς την ένσταση του εναγομένου αναιρεσείοντος για έλλειψη υπαιτιότητάς του στην δημιουργία των ζητουμένων με την αγωγή δικαστικών εξόδων των εναγόντων, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται η φερομένη ως εκ πλαγίου παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου .

II. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε τους κανόνες των άρθρων 176, 177, 178, 188 και 189 ΚΠολΔ, καθόσον ενώ δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παραδεκτά προταθείσα και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση έλλειψης υπαιτιότητας του εναγομένου αναιρεσείοντος στην δημιουργία των ζητουμένων με την αγωγή εξόδων των εναγόντων αναιρεσιβλήτων με αίτημα απόρριψης της αγωγής τους, παρά ταύτα δεν εφήρμοσε, αν και έπρεπε, τις ως άνω διατάξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση και αφού σημειωθεί ότι θεωρούνται κανόνες ουσιαστικού δικαίου και οι δικονομικοί, εφόσον ρυθμίζουν όχι την διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, θεμελιώνουν δηλ. την κριθείσα έννομη συνέπεια, τούτο δε συμβαίνει και όταν, όπως εν προκειμένω, κύριο αντικείμενο της δίκης είναι η αναζήτηση και καταβολή των δικαστικών εξόδων που δημιουργήθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων, απορριπτόμενου του σχετικού περί απαραδέκτου του λόγου αυτού νομοτύπως προβληθέντος ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλομένη 747/2008 απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος άσκησε κατά των εναγόντων ενώπιον του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) την από 22-3-2006 αίτηση αναστολής εκτέλεσης των 845/1998 και 105|2006 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Λάρισας αντίστοιχα, προσδιορισθείσα προς συζήτηση ενώπιον του ως άνω Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά την δικάσιμο της 5-4-2006, κατά την οποία η πληρεξούσια δικηγόρος του εναγομένου με δήλωσή της καταχωρισθείσα στα 79/2006 πρακτικά του Δικαστηρίου υπέβαλε αίτηση εξαίρεσης των μελών του Συμβουλίου του Γ' Τμήματος εκείνης της δικασίμου αλλά και πάντων των μελών του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μέχρι δε την έκδοση απόφασης για την αίτηση εξαίρεσης η συζήτηση της αίτησης αναστολής ανεβλήθη, τόσο κατά την αρχική δικάσιμο της 5-4-2006 λόγω έλλειψης δικαστών που θα έκριναν το αίτημα εξαίρεσης, όσο και κατά τις μετ' αναβολή δικάσιμους της 3 και 17-5-2006 λόγω μη έκδοσης μέχρι τότε απόφασης για το αίτημα της εξαίρεσης, ενώ κατά την τετάρτη μετ' αναβολή δικάσιμο της 7-6-2006 το Δικαστήριο απέσχε της εκδίκασης της αίτησης αναστολής λόγω μη έκδοσης μέχρι τότε απόφασης για την αίτηση εξαίρεσης, ότι από τις ως άνω δικάσιμους οι ενάγοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους σ' αυτές της 5/4, 17/5 και 7/6/2006, ενώ δεν παραστάθηκαν σ' αυτήν της 3-5-2006, ότι στην συνέχεια, αφού η αίτηση εξαίρεσης συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 18-9-2006 και εκδόθηκε η 1638/2006 απόφαση, οι ενάγοντες επανέφεραν προς συζήτηση με κλήση τους ενώπιον του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά την δικάσιμο της 15-11-2006 την ως άνω αίτηση αναστολής, ο εναγόμενος όμως κατέθεσε στον αρμόδιο γραμματέα την από 10-11-2006 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αίτησης αναστολής, αντίγραφο της οποίας κοινοποίησε αυθημερόν στους ενάγοντες, ότι παρά την παραίτηση αυτή οι ενάγοντες κατά την δικάσιμο της 15-11-2006 παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ενώπιον του ως άνω Τμήματος (ως Συμβούλιο) και υπέβαλαν αντιρρήσεις κατά της δήλωσης παραίτησης του εναγομένου από την αίτηση αναστολής της εκτέλεσης που είχε κατατεθεί την προηγουμένη της δικασίμου, καθώς και αίτημα καταδίκης αυτού στην δικαστική δαπάνη, εκδόθηκε δε επ' αυτών η 350|2006 απόφαση του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου (ως Συμβουλίου), με την οποία θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε η από 22-3-2006 αίτηση αναστολής και απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το αίτημα επιδίκασης δικαστικής δαπάνης στους ενάγοντες (τότε καθών η αίτηση αναστολής), ότι η αίτηση εξαίρεσης, που αναβλήθηκε την 5-4-2006 λόγω έλλειψης αναπληρωματικών δικαστών, αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 3-5-2006, όταν και συζητήθηκε, ότι κατά την συζήτηση αυτή παραστάθηκαν οι ενάγοντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, εκδόθηκε δε η 139/2006 απόφαση του ως άνω Τμήματος, με την οποία αυτό κρίθηκε αναρμόδιο να δικάσει την ως άνω αίτηση και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Α'(ήδη Α1) Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, ότι με την με αριθ.

έκθ. κατ. 6/2006 αίτηση-κλήση των εναγόντων για την συζήτηση της ως άνω αίτησης εξαίρεσης ορίσθηκε η δικάσιμος της 22-5-2006, ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε με αίτημα της δικηγόρου του εναγομένου, λόγω αποχής των δικηγόρων, για την δικάσιμο της 18-9-2006, ότι κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία οι ενάγοντες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, η πληρεξούσια δικηγόρος του εναγομένου δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την συζήτηση της αίτησης της εξαίρεσης, εκδόθηκε δε μετά την δήλωση αυτή η 1638/2006 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε η αίτηση εξαίρεσης, ενώ δεν επιδικάσθηκαν έξοδα υπέρ των εναγόντων (τότε καθών), ότι για τις ανωτέρω διαδικαστικές πράξεις του εναγομένου οι ενάγοντες ουδέν ποσό δικαιούνται (α) για απουσία του δικηγόρου τους από την έδρα του κατά τις ημέρες 2 και 3-5-2006 με μία διανυκτέρευση, καθόσον κατά την δικάσιμο της 3-5-2006 δεν παραστάθηκαν και (β) για τις αναβλητικές παραστάσεις της 5-4-2006 και 17-5-2006, δεδομένου ότι η αίτηση αναστολής δεν συζητήθηκε όχι από υπαιτιότητα του εναγομένου, αλλά λόγω έλλειψης αναπληρωματικών δικαστών που θα έκριναν την αίτηση εξαίρεσης στην πρώτη περίπτωση και λόγω μη έκδοσης απόφασης στην δεύτερη περίπτωση, ενώ εξάλλου στις περιπτώσεις αυτές δεν εκδόθηκαν αποφάσεις αλλά η υπόθεση αναβλήθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους με σχετική καταχώριση στα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά δε την δικάσιμο της 3-5-2006 οι ενάγοντες δεν παραστάθηκαν, απόρριψαν τις αντίστοιχες αξιώσεις των εναγόντων αναιρεσιβλήτων, και ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, τα οποία και τους επιδικάσθηκαν, για τις σ' αυτήν λεπτομερώς εκτιθέμενες λοιπές διαδικαστικές πράξεις που δεν ενδιαφέρουν εδώ.

Από τις ως άνω κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης σαφώς προκύπτει, ότι η ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί ελλείψεως υπαιτιότητας του στην δημιουργία των δικαστικών εξόδων των εναγόντων αναιρεσιβλήτων έγινε δεκτή μόνον ως προς τις προαναφερθείσες συγκεκριμένες αξιώσεις τους και επομένως δεν υφίσταται στην κρινόμενη περίπτωση ευθεία παραβίαση των, μη εφαρμοστέων άλλωστε σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, διατάξεων που αναφέρονται στον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-1-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 747/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ