140/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated140/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και στα δύο αυτά οικόπεδα οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, όπως ήταν και στο αρχικό αγροτεμάχιο. Το ότι στο αγροτεμάχιο αυτό οι διάδικοι ήταν συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και δεν είχαν προβεί σε άτυπη διανομή, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών, αποδεικνύεται από όσα έλαβαν χώρα μέχρι την ένταξή του στο ρυμοτομικό σχέδιο και τα οποία πιο πάνω εκτίθενται.
Full text
Απόφαση 140 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 140/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπότσαρη. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και συνεκδικάσθηκε με την από 20-3-1998 ανταγωγή δια των προτάσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25740/1998 προδικαστική, 18222/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1645/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-3-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 21-11-2007 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045ΑΚ,εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύρος(έκτακτη χρησικτησία).Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του , το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος,:Με βάση το νόμιμα μεταγεγραμμένο ........ πωλητήριο συμβόλαιο της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, οι διάδικοι έγινα συγκύριοι, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός αγροτεμαχίου, με αριθμ. ....., έκτασης 2.250 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ......
Θεσσαλονίκης και συνόρευε, όπως στην απόφαση αναφέρεται .Αμέσως μετά τη σύνταξη του συμβολαίου, οι διάδικοι παρέλαβαν τη νομή και κατοχή του, το περιέφραξαν και στη συνέχεια ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος, ενεργώντας για τον εαυτό του και για λογαριασμό του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, καλλιεργούσε με οπωροκηπευτικά το χαμηλότερο, ανατολικό και πλησίον του ρέματος τμήμα του αγροτεμαχίου, που ήταν καλλιεργήσιμο, σε αντίθεση με το δυτικό τμήμα, που ήταν πλαγιά και άγονο, φύτεψε καλλωπιστικά και οπωροφόρα δένδρα, φρόντισε για την υδροδότηση και τον ηλεκτροφωτισμό και ανελλιπώς ασκούσε σ' αυτό τις αρμόζουσες διακατοχικές πράξεις.
Ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν ασκούσε προσωπικά ο ίδιος διακατοχικές πράξεις σε όλο ή σε τμήμα του κοινού αγροτεμαχίου. Αργότερα, η περιοχή, όπου το κοινό αγροτεμάχιο των διαδίκων, εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο Πεύκων Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα με την υπ'αριθ.10 πράξη εφαρμογής της Κοινότητας Πεύκων, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1337/1983 "περί επέκτασης των πολεοδομικών σχεδίων κλπ" και η οποία κυρώθηκε με τη ΔΠ/ΤΤΑ/45999/9.9.1993 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που νόμιμα μεταγράφηκε, το ανωτέρω αγροτεμάχιο, που είναι και το επίδικο, εντάχθηκε στην εν λόγω Κοινότητα και, μετά την εισφορά της γης, η οποία επιβλήθηκε, η έκτασή του περιορίσθηκε στα 1654 τ.μ., αποτελούμενη από δύο αυτοτελή και ανεξάρτητα τμήματα-οικόπεδα, το ένα εμβαδού 828,587 και το άλλο εμβαδού 856,56 τ.μ.
Και στα δύο αυτά οικόπεδα οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, όπως ήταν και στο αρχικό αγροτεμάχιο. Το ότι στο αγροτεμάχιο αυτό οι διάδικοι ήταν συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και δεν είχαν προβεί σε άτυπη διανομή, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών, αποδεικνύεται από όσα έλαβαν χώρα μέχρι την ένταξή του στο ρυμοτομικό σχέδιο και τα οποία πιο πάνω εκτίθενται.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε, ως αβάσιμη η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάσης της, με την οποία ο εκκαλών, επικαλούμενος άτυπη διανομή και έκτακτη χρησικτησία, ζήτησε να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος του πρώτου των ανωτέρω οικοπέδων.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 1045ΑΚ,αφού τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της, διέλαβε δε στην απόφασή του, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της μη άσκησης πράξεων νομής επί του επίδικου ακινήτου αποκλειστικώς από τον ενάγοντα, και μάλιστα για μια εικοσαετία, συνακόλουθα και της μη απόκτησης της κυριότητας τούτου από αυτόν με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, πρώτο και δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19ΚΠολΔ,αντίστοιχα,με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ` αυτές ο αναιρεσείων, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ 4 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προβλέπεται από το άρθρο 1ΚΠολΔ,το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν, α)οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπάγει σε άλλα δικαστήρια, β)οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που ο νόμος έχει υπάγει σ' αυτά, γ)οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου, που ο νόμος έχει υπάγει σ' αυτά, και δ)οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές.....και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και επομένως δημιουργείται ο από τον αριθ.4 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες, καθώς και όταν αυτό δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 παρ.2 ΚΠολΔ.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν.1337/1983 και καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσία του δικαστηρίου, έκρινε ως μη νόμιμη και ως αναιτιολόγητη την υπ' αριθ. 10 Πράξη Εφαρμογής της Κοινότητας Πεύκων, με την οποία έγινε επέκταση του πολεοδομικού σχεδίου, στα όρια του οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο και με την οποία αναγνωρίσθηκε ο αναιρεσείων συγκύριος εξ αδιαιρέτου επί των ανωτέρω οικοπέδων κατά ποσοστό 51,465% και ο αναιρεσίβλητος κατά ποσοστό 48,5344%, και με τον τρόπο αυτό αναγνώρισε στον αναιρεσίβλητο συγκυριότητα επί του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 50%.Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος, κατά μεν το πρώτο μέρος, από το άρθρ 559 αριθ.1αΚΠολΔ,διότι δεν προσδιορίζονται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις της ως άνω ουσιαστικής διάταξης, κατά δε το δεύτερο μέρος, από τον αριθ.4 του άρθρου 559ΚΠολΔ,διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγεται σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες για τις οποίες υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.
Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του Πίνακα Πράξεως Εφαρμογής, με αριθ.2 και Πινακίδα 01.12 του Ο.Τ. Γ 49,στο οποίο φέρονται οι διάδικοι ως συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, ο αναιρεσεών κατά ποσοστό 51,4656% και ο αναιρεσίβλητος κατά ποσοστό 48,5344%.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτεις ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς το ποσοστό συγκυριότητας των διαδίκων επί του επιδίκου, που αγοράσθηκε από κοινού από αυτούς, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως του 19301/1976 συμβολαίου αγοράς του επιδίκου από τους διαδίκους, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία των εν λόγω εγγράφων για το αποδεικτέο θέμα του ποσοστού συγκυριότητας των διαδίκων επί του επίδικου ακινήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2003 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1645/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ