Legislator Case Law & Legislation
140/2007 AI generated

140/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 140/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28114/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1973/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/9/2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

140/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το 423/13-9-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων με την Χ1 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "....." και σκοπό την ανέγερση οικοδομών προς πώληση. Το ποσοστό συμμετοχής των εταίρων στην εταιρία συμφωνήθηκε 70% για την Χ1 και σε 30% για τον αναιρεσείοντα.

Keywords

AI generated
changed financial circumstances bankruptcy and debt enforcement offences capacity to incur bill liability civil bankruptcy capital reduction institution called upon to act
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 140 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 140/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Αλεξανδράκη.

Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28114/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1973/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/9/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 2/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων προκύπτει ότι υπόχρεως προς πληρωμήν της αμοιβής του δικηγόρου είναι εκείνος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υπόθεσης για την οποία αφορά η αμοιβή και όχι ο κύριος της υπόθεσης όταν αυτός δεν είναι ο εντολέας. Κατ' εξαίρεση, εάν ο αρχικός εντολοδόχος του κυρίου της υπόθεσης δικηγόρος έχει δικαίωμα από τη σύμβαση της εντολής μεταξύ αυτού και του πελάτη να διορίσει και διορίζει για την υπεράσπιση τούτου άλλο δικηγόρο είτε ως μόνο υπερασπιστή είτε σε συμπαράσταση με αυτόν, ο υποκατάστατος δικηγόρος έχει ευθεία αγωγή, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 715 και 716 του Α.Κ., κατά του κυρίου της υπόθεσης, χωρίς να ευθύνεται παραλλήλως ο πρώτος εντολοδόχος.

Ο τελευταίος συνεπώς, θα ευθύνεται αποκλειστικά αν ενήργησε χωρίς δικαίωμα ή αν, στην αντίθετη περίπτωση, ανέλαβε προσωπικώς την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής του υποκαταστάτου κατ' αποκλεισμό της υποχρέωσης του πελάτη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:

Με το 423/13-9-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων με την Χ1 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "....." και σκοπό την ανέγερση οικοδομών προς πώληση. Το ποσοστό συμμετοχής των εταίρων στην εταιρία συμφωνήθηκε 70% για την Χ1 και σε 30% για τον αναιρεσείοντα.

Το κεφάλαιο αναφέρεται στο ως άνω συμφωνητικό ότι είναι 1000000 δραχμές, πλην το ποσό αυτό είναι εικονικό. Στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων για λογαριασμό δικό του και των κουνιάδων του ....., με τους οποίους είχε συστήσει παρακοινωνία, εν γνώσει της αντισυμβαλλομένης του, κατέβαλε ως εισφορά στην εταιρία, με τη συμφωνία να την αναλάβει σε περίπτωση λύσεως, το ποσό των 45000000 δραχμών.

Διαχειρίστρια της εταιρίας ορίσθηκε η Χ1. Η συνεργασία των εταίρων δεν ήταν απ' αρχής αρμονική και η εταιρία στην ουσία ουδεμία δραστηριότητα ανέπτυξε. Έτσι την 2-11-1092 υπογράφηκε μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό για τη λύση της εταιρίας και διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών. Συγκεκριμένα με το εν λόγω συμφωνητικό οι εταίροι συμφώνησαν τα εξής:

Να λύσουν την μεταξύ τους εταιρία. Η Χ1 αναγνώρισε ότι οφείλει στον εφεσίβλητο την εισφορά του, η οποία αποτελείτο από το άνω ποσό των 45000000 δρχ. μετά των συμφωνηθέντων τόκων και προσδιορίστηκε το επιστρεπτέο ποσό σε 50000000 δρχ εκ των οποίων τα 30000000 δρχ καταβλήθηκαν κατά την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού, ενώ το υπόλοιπο των 20000000 δρχ συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι τον Ιούνιο του 1993 εντόκως με επιτόκιο 35%.

Ανέλαβε επίσης η Χ1 την υποχρέωση, ως αντάλλαγμα της συμμετοχής του αναιρεσείοντος στην εταιρία και τη λύση αυτής, να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον τελευταίο, χωρίς την καταβολή αντίστοιχου τιμήματος, μία εξοχική μονοκατοικία, αποτελούμενη από ημιϋπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 180 τ.μ., κείμενη στη θέση "..." του .....

Η παράδοση της κατοικίας αυτής αποπερατωμένης συμφωνήθηκε να γίνει στο χρόνο που θα οριζόταν στο σχετικό προσύμφωνο. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, σε σχέση με τη μεταβίβαση της μονοκατοικίας υπογράφηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων τα 3664, 3665 και 3666, από 12-11-1992 προσύμφωνα της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ....., με καθένα από τα οποία η Χ1 υπόσχεται να μεταβιβάσει ως αυτοτελή χώρο καθέναν από τους τρεις ορόφους της μονοκατοικίας στον αναιρεσείοντα, του παρέχει δε την αμετάκλητη πληρεξουσιότητα να προβεί στην οριστική μεταβίβαση των ακινήτων αυτών στο όνομά του ή στο όνομα των ως άνω κουνιάδων του με αυτοσύμβαση μετά την πάροδο τριών ημερών από την προφορική ή έγγραφη ειδοποίηση της ίδιας.

Την 11-11-1993 η Χ1 επιδίδει στον αναιρεσείντα τη 1651/10-11-1993 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ....., με την οποία ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα που του είχε χορηγήσει με τα ανωτέρω προσύμφωνα για μεταβίβαση δι' αυτοσυμβάσεως της ως άνω μονοκατοικίας στον εαυτό του ή στους κουνιάδους του, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό καταθέσεως 40013/1993 αγωγή της κατ' αυτού ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Στην εν λόγω αγωγή η χ1 ισχυρίζεται ότι τόσο το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος, όσο και τα ανωτέρω προσύμφωνα είναι άκυρα και αισχροκερδή και αντικείμενα στα χρηστά ήθη, άλλως ως εικονικά, το δε ιδιωτικό συμφωνητικό και λόγω μη τηρήσεως του συμβολαιογραφικού τύπου και προσδιορίζοντας την αξία της αναφερομένης σ' αυτή μονοκατοικίας σε 45000000 δραχμές, ζήτησε να αναγνωρισθεί για τους λόγους αυτούς η ακυρότητά τους.

Επικουρικά ζήτησε την ακύρωση των ίδιων συμβάσεων ως προϊόντων απάτης και απειλής. Ζήτησε, τέλος να καταδικασθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος της αδικοπραξία το ποσό των 10000000 δραχμών. Η αγωγή προσδιορίσθηκε να συζητηθεί την 29-11-1994.

Μετά την επίδοση της ως άνω αγωγής ο αναιρεσείων απευθύνθηκε στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης ...., που είναι συγχωριανός και φίλος του και αυτός που συνέταξε το προαναφερόμενο μεταξύ αυτού και της Χ1 ιδιωτικό συμφωνητικό και του έδωσε εντολή, αφενός μεν να αντικρούσει την σε βάρος του αγωγή, αφετέρου δε να ασκήσει για λογαριασμό του κατά της Χ1 και του συζύγου της .....αγωγή, με την οποία να ζητάει την επίλυση της αμφισβήτησης περί του εγκύρου ή μη της ανάκλήσης της προς αυτόν πληρεξουσιότητας για μεταβίβαση της προαναφερομένης μονοκατοικίας είτε στον εαυτό του με αυτοσύμβαση είτε επ' ονόματι των κουνιάδων του και περαιτέρω να ζητήσει αφενός μεν την καταβολή του οφειλομένου κατά τη συμφωνία τους ποσού των 20000000 δραχμών μετά των τόκων και επί πλέον ποσό 5000000 δραχμών, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την σε βάρος του αδικοπραξία που τέλεσαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 45000000 δραχμών, που τους παρέδωσε για να το εισφέρουν στην ιδρυθείσα μεταξύ αυτού και της Χ1 ομόρρυθμη εταιρία, αλλά αυτοί το χρησιμοποίησαν για την ικανοποίηση των προσωπικών τους αναγκών.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και ...., επειδή ο τελευταίος ήταν αυτός που είχε φέρει σε επαφή τον αναιρεσείοντα και το ζεύγος ...., είχε συντάξει το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό και γενικά ήταν απόλυτος γνώστης της διαφοράς και θα μπορούσε να εξετασθεί ως μάρτυρας, να χειρίζεται μεν αυτός προσωπικά την υπεράσπισή του, προετοιμάζοντας τα διάφορα δικόγραφα, να διορίζει όμως υποκαταστάτους αυτού δικηγόρους για την υπεράσπιση στα δικαστήρια της όλης διαφοράς.

Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο ....στις διάφορες εκφάνσεις της όλης διαφοράς (υπεράσπιση των ανωτέρω αγωγών, άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για την ίδια διαφορά σε βάρος της Χ1, υποβολή σε βάρος αυτής και του συζύγου της εγκλήσεως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης), διόρισε διάφορους υποκαταστάτους δικηγόρους μεταξύ των οποίων και τον αναιρεσίβλητο, που διορίσθηκε από τον ....ως υποκατάστατός του για να υπερασπιστεί τον αναιρεσείοντα στην αντιδικία του με την Χ1 κατά την εκδίκαση των ως άνω αγωγών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εν γνώσει του τελευταίου.

Σε εκτέλεση της άνω εντολής, που έλαβε από το ...., εν γνώσει του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος προέβη για λογαριασμό του τελευταίου (αναιρεσείοντος) στις εξής δικαστικές και εξώδικες ενέργειες: α) Υπέγραψε και κατέθεσε προτάσεις επί της προαναφερόμενης αγωγής με αριθ. καταθ. 31661/1994 του αναιρεσείοντος κατά της Χ1 και του συζύγου της κατά την πρώτη συζήτηση αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

β)Παρέστη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αυτής στη δικάσιμο της 29-11-1994. γ) Υπέγραψε και κατέθεσε προτάσεις επί της προαναφερομένης με αριθ. καταθ. 40013/1993 αγωγής της Χ1 κατά του αναιρεσείοντος κατά την πρώτη συζήτηση αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. δ) Παρέστη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αυτής στη δικάσιμο της 29-11-1994.

ε) Συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε αίτηση για ορισμό χρόνου διεξαγωγής αποδείξεων, εντολή για επίδοση της άνω αιτήσεως και παρέστη τέσσερις φορές κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων. στ) Υπέγραψε και κατέθεσε προτάσεις προς αντίκρουση της εφέσεως, που άσκησε η Χ1 κατά της 9179/1995 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Και ζ) Παρέστη κατά τη συζήτηση της εφέσεως αυτής. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, κατά την εκτέλεση των πιο πάνω δικαστικών και εξώδικων εργασιών, είχε υποκαταστήσει νόμιμα τον αρχικό εντολοδόχο δικηγόρο ....εν γνώσει του αναιρεσείοντος και ότι, επομένως δικαιούται τη νόμιμη αμοιβή του για τις εργασίες αυτές.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή για την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου ως υποκαταστάτου δικηγόρου, που έχει αξίωση κατά του αναιρεσείοντος για πληρωμή της αμοιβής του, δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης καθώς και τους τρεις πρώτους λόγους, κατά το δεύτερο σκέλος τους, από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη των ισχυρισμών του και συγκεκριμένα: 1) Τις από 17-5-1999 έγγραφες προτάσεις του δικηγόρου ....ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. 2) Τις από 22-1-2000 έγγραφες προτάσεις του ίδιου δικηγόρου, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης. 3) Το από 22-11-1999 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. 4) Τα 5672/2002 και 5673/2002 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Και 5) Τις αγωγές εργατικής διαφοράς, που άσκησε ο δικηγόρος ....με αριθ. κατ. 24952/98 και 259311/99. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, που αναφέρεται παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεως των άρθρ. 100 παρ. 1, 102 και 107 του ν.δ. 3026/1934 "περί του κώδικος των δικηγόρων" σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων.

Τα ίδια ισχύουν και ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου, με την έννοια ότι, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μείωσης της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων είναι, όπως αναφέρθηκε και ότι αυτός μπορούσε να αντιληφθεί τη διόγκωση του αγωγικού αιτήματος, αυτοδικαίως και ο υπολογισμός της αμοιβής του δικηγόρου αυτού θα γίνει επί τη βάσει του ποσού που έπρεπε να ζητηθεί με τη αγωγή και αποτελεί, σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 1-4 του ίδιου κώδικα, το για τον καθορισμό της αμοιβής των δικηγόρων των διαδίκων χρηματικό αντικείμενο της δίκης, αδιαφόρως αν (και) ο εν λόγω δικηγόρος γνώριζε ή μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής και τη διόγκωσή της με το αγωγικό αίτημα.

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 100 του κώδικα δικηγόρων, αν το αίτημα της αγωγής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, όπως και σε περίπτωση ασκήσεως αναγνωριστικής αγωγής, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά την παρ. 1 με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής. Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας της αξίας του αντικειμένου αναγνωριστικής αγωγής, προκειμένου να υπολογισθεί η δικηγορική αμοιβή, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου αυτού, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Αντίθετα, το "προφανώς εξογκωμένο" ή όχι κάθε αγωγικού αιτήματος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτή συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα εξής:

Η Χ1 με την αγωγή της με αριθ. κατ. 40013/1993 ζήτησε, όπως προαναφέρθηκε, την αναγνώριση της ακυρότητας των 3664, 3665 και 3666 προσυμφώνων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ....και του από 12-11-1992 μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο η Χ1 αναγνώρισε ότι οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 50000000 δραχμών.

Ζήτησε, επίσης την καταβολή 10000000 δρχ., ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το αντικείμενο δηλαδή της αγωγής αυτής ήταν 105000000 δραχμές (50000000 δρχ. το ποσό που συμφωνήθηκε να καταβληθεί , 45000000 δρχ. η αξία των τριών αυτοτελών χώρων και 10000000 δρχ η χρηματική ικανοποίηση). Το ποσό της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως είναι το πραγματικό και δεν είναι εξογκωμένο.

Συνεπώς η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου για την υπογραφή και κατάθεση προτάσεων στην πρώτη συζήτηση της πιο πάνω αγωγής είναι 2100000 δρχ.(άρθρα 100 παρ. 1 και 107 παρ.1 του Κ.Δ.) και 5600 δρχ για παράσταση.(άρθρο 109 Κ.Δ.). Με την αγωγή του κατά της Χ1 και του συζύγου της ..... με αριθ. κατ. 31661/1994, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία συνεκδικάσθηκε με την άνω αγωγή της Χ1, ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανακλήσεως της πληρεξουσιότητας, που του είχε χορηγηθεί με τα προαναφερόμενα προσύμφωνα της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ....., για σύνταξη με αυτοσύμβαση των οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης των ως άνω διαιρετών χώρων της οικοδομής στο ....., αξίας 45000000 δρχ., να καταδικασθεί η Χ1 να του καταβάλει 25282240 δραχμές, που είναι το ποσό των 20000000 δρχ που αναγνώρισε αυτή με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό ότι του οφείλει και υποσχέθηκε να του καταβάλει εντόκως με επιτόκιο 35% μέχρι την 30-6-1993, μετά των συμφωνηθέντων τόκων του διαστήματος αυτού και να καταδικασθούν και οι δύο εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν 5000000δρχ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη υπεξαίρεση του ποσού των 45000000 δραχμών. Δηλαδή η πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής αυτής ανέρχεται σε 75282240 δρχ. (45000000 δρχ συν 25282240 συν 5000000δρχ).

Συνεπώς για την υπογραφή και κατάθεση προτάσεων ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως αμοιβή 752822 δρχ.(άρθρα 100 παρ.1 και 107 οαρ.1 Κ.Δ.). Για την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης επί της εφέσεως της Χ1 κατά της 9179/1995 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το σκέλος της που αναφέρεται στην ως άνω αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος, η αξία του αντικειμένου της οποίας ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, σε 105000000 δρχ., ο αναιρεσίβλητος δικαιούται αμοιβή 2100000δραχμών και συνολικά για όλες τις εργασίες του (παραστάσεις, διεξαγωγές κλπ) δικαιούται 4989222 δραχμές.

Την αμοιβή αυτή δικαιούται ο αναιρεσίβλητος με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της διαφοράς, το οποίο κατά τα κεφάλαια στα οποία αναφέρεται η αμοιβή αυτή δεν είναι εξογκωμένο. Με το έβδομο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι και από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου, τον οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων και ο οποίος δεν στοιχειοθετείται, αφού αναφέρεται σε αιτήσεις και όχι ενστάσεις) προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε την ένσταση του αναιρεσείοντος, με την οποία είχε ισχυρισθεί ότι το αίτημα των δύο πιο πάνω αγωγών ήταν εξογκωμένο, ως προς το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, ως προς το αιτούμενο ποσό με την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς την αξία της πιο πάνω κατοικίας, η οποία δεν ανερχόταν σε 45000000 δραχμές, αλλά σε μικρότερο ποσό και ως προς το ποσό των επιστρεπτέων 50000000 δραχμών.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, η αγωγή της Χ1 περιείχε δύο αιτήματα ένα αναγνωριστικό και ένα καταψηφιστικό (την πληρωμή χρηματικής ικανοποιήσεως). Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε δέχθηκε ότι, το αίτημα της αγωγής αυτής για πληρωμή χρηματικής ικανοποιήσεως δεν ήταν εξογκωμένο.

Δηλαδή έλαβε υπόψη ως προς τη χρηματική ικανοποίηση την ένσταση του αναιρεσείοντος και την απέρριψε ως αβάσιμη. Εξάλλου, ο προσδιορισμός από το Εφετείο της αξίας του αντικειμένου της ίδιας αγωγής κατά το αναγνωριστικό της αίτημα, δηλαδή ο προσδιορισμός της αξίας της πιο πάνω κατοικίας σε 45000000 δραχμές και η παραδοχή ότι στην αξία αυτή περιλαμβάνεται και το ποσό των 50.000.000 δραχμών, το οποίο είχε συμφωνηθεί να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα από την Χ1, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά και επομένως, η ένσταση του αναιρεσείοντος κατά το σκέλος της αυτό δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της Χ1 περιείχε δύο αιτήματα ένα αναγνωριστικό και δύο καταψηφιστικά (την πληρωμή του ποσού των 25282240 δραχμών και την πληρωμή της χρηματικής ικανοποιήσεως). Η ένσταση του αναιρεσείοντος ως προς τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής αυτής λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως αβάσιμη, ενώ για την ένσταση ως προς το αναγνωριστικό αίτημα ισχύει ότι αναφέρθηκε παραπάνω.

Κατά τα άρθρα 46 και 91 παρ. 1 του κώδικα δικηγόρων, ο δικηγόρος εν όψει της φύσεως της σχέσεως αυτού μετά του εντολέως του, που είναι κατ' εξοχή σχέση εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβή για εργασίες οι οποίες α) δεν περιλαμβάνονται στη δοθείσα σ' αυτόν εντολή και πολύ περισσότερο γι' αυτές που ρητώς εξαιρέθηκαν από τον εντολέα ή β) δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη του συμφέροντος του εντολέα του, εκτός αν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή εκείνου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ακόλουθα: Η άσκηση της εν λόγω αγωγής με το ανωτέρω περιεχόμενο έγινε κατ' εντολή του ίδιου αναιρεσείοντος προς το .....

Ο ίδιος ο αναιρεσείων έδωσε εντολή να ασκηθεί αγωγή τόσο από τη σύμβαση όσο και από την αδικοπραξία κατά της Χ1. Και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι δεν ήταν αναγκαία η άσκηση αγωγής και κατά του συζύγου της Χ1, ουδεμία επιρροή έχει το γεγονός αυτό ως προς την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, αφού ο ....ενάγεται μόνο για 5000000 δρχ., το οποίο ζητείται να καταβληθεί εις ολόκληρον και συνεπώς δεν διαφοροποιείται το ποσό της αμοιβής.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Χ1 είχε προβεί σε ανάκληση της πληρεξουσιότητας που είχε χορηγήσει με τα προαναφερόμενα προσύμφωνα για σύνταξη των οριστικών συμβολαίων με αυτοσύμβαση, υπήρχε αμφισβήτηση περί της ισχύος πλέον της πληρεξουσιότητας, για την άρση της οποίας το ενδεδειγμένο ένδικο βοήθημα είναι η αναγνωριστική αγωγή και περαιτέρω εφόσον η Χ1 αρνείτο να καταβάλει το ποσό των 20000000 δραχμών, που είχε υποσχεθεί να καταβάλει εντόκως με επιτόκιο 35%, κατά τους όρους του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, μόνο με την άσκηση της σχετικής αγωγής μπορούσε να υποχρεωθεί προς τούτο νομίμως.

Η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει αμοιβή για την ανωτέρω δικαστική εργασία του αναιρεσιβλήτου, δεν αναιρείται από το ενδεχόμενο ο ....να χειρίσθηκε πλημμελώς την υπόθεση και να μη του συνέστησε να προβεί σε σύνταξη, με αυτοσύμβαση, των οριστικών συμβολαίων και μετά την ανάκληση της σχετικής προς τούτο πληρεξουσιότητας, περιστατικό που δεν αποδεικνύεται ως αληθές και πάντως δεν στερεί το δικηγόρο από τη διεκδίκηση των κατωτάτων ορίων της αμοιβής του, σε κάθε όμως περίπτωση τέτοιος αμελής χειρισμός δεν μπορεί να αποδοθεί στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνέστησε στον αναιρεσείοντα να προβεί με αυτοσύμβαση στη σύνταξη των οριστικών συμβολαίων, πλην όμως αυτός δεν ακολούθησε τη συμβουλή του οι δε ενέργειες στις οποίες προέβη ο αναιρεσίβλητος έγιναν κατ' εντολή του ίδιου του αναιρεσείοντος και πάντως ήταν αναγκαίες για την υπεράσπιση των συμφερόντων του.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου είναι καταχρηστική διότι: 1) Παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που ενεργήθηκαν οι δικαστικές και εξώδικες πράξεις, για τις οποίες ζητείται αμοιβή, χωρίς να τη διεκδικήσει και έτσι δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν θα αξιώσει ποτέ τέτοια αμοιβή. 2) Για όλους τους ανωτέρω λόγους για τους οποίους προέβαλε σχετικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι κρίνονται αβάσιμοι. 3)Διότι τόσο ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος όσο και ο αρχικός εντολοδόχος του ....δεν του έδωσαν την κατάλληλη νομική συμβουλή για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του επί των ακινήτων, τα οποία με τα προαναφερόμενα προσύμφωνα είχε υποσχεθεί να του μεταβιβάσει με οριστικά συμβόλαια η Χ1, όταν η τελευταία ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα που του είχε χορηγήσει για κατάρτιση οριστικών συμβολαίων δι' αυτοσυμβάσεως και συγκεκριμένα δεν τον συμβούλευσαν, λόγω του ανισχύρου της ανακλήσεως της ως άνω πληρεξουσιότητας, να προβεί στην κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων με αυτοσύμβαση και μεταγραφή τους πριν η αντισυμβαλλομένη του μεταβιβάσει στο σύζυγό της τα ακίνητα αυτά και ο τελευταίος ακολούθως σε τρίτον.

Και 4) Διότι ο αναιρεσεσίβλητος, όπως του γνωστοποίησε, δεν αξιώνει ο ίδιος την αμοιβή για λογαριασμό του αλλά για λογαριασμό του εντολέα του και εντολοδόχου του αναιρεσείοντος ....., είναι αβάσιμος διότι: 1) Η υπό στοιχείο 1 αιτίαση, η μακρά δηλαδή αδράνεια του δικαιούχου από μόνη της δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική. 2) Η υπό στοιχεί 2 αιτίαση κρίθηκε αβάσιμη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις προηγούμενες σκέψεις. 3) Η υπό στοιχείο 3 αιτίαση είναι και αυτή αβάσιμη, αφού όσον μεν αφορά τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, όπως προαναφέρθηκε, τον συμβούλευσε να προβεί στην κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων δι' αυτοσυμβάσεως και μετά την ανάκληση της πληρεξουσιότητας προς τούτο, όσον δε αφορά το....δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.

Και 4) Η υπό στοιχείο 4 αιτίαση, η γνωστοποίηση δηλαδή του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα της προθέσεώς του να μη διεκδικήσει αμοιβή, αν ο τελευταίος την καταβάλει προς τον αρχικό εντολέα, χωρίς να ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι κατέβαλε σχετική αμοιβή στο ....για τις επίδικες ενέργειες, όχι μόνο δεν είναι αντίθετη με τις αρχές που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά απολύτως σύμφωνη με αυτές, αφού με την άπαξ καταβολή της αμοιβής στον αρχικό εντολοδόχο του ο αναιρεσείων δεν θα υποχρεωνόταν να καταβάλει εκ νέου αμοιβή και προς τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος πλέον αν διεκδικούσε αμοιβή θα την αναζητούσε από το .....

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση οι νόμιμα προβληθείσες ενστάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες δεν ήταν αναγκαίες και ενδεδειγμένες ενέργειες του αναιρεσιβλήτου να ασκήσει αγωγή κατά της Χ1 και ήταν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να απαιτήσει αμοιβή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1 και 46 του Κώδικα Δικηγόρων καθώς και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, το Εφετείο με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι, σε κάθε περίπτωση όλες οι ενέργειες του αναιρεσιβλήτου έγιναν με εντολή του αναιρεσείοντος και επομένως, δεν στοιχειοθετείται η ένσταση από τις διατάξεις των άρθρων 46 και 91 παρ. 1 του κώδικα δικηγόρων. Εξάλλου, το Εφετείο, κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ ως αβάσιμη ουσιαστικά, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσείοντος δεν είναι καταχρηστική, ενώ κατά το μέρος που απέρριψε την ίδια ένσταση ως νομικά αβάσιμη, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί με βάση τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος (υπό στοιχείο 1 και 4 αιτιάσεις) δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, ως προς την απόρριψη των δύο πιο πάνω ενστάσεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως καθώς και τον έβδομο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι τους αριθμούς 8 και 9 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται ο αναιρεσείων), προβάλλεται ότι κατά παράβαση των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 και 110 του Κώδικα Δικηγόρων επιδικάσθηκε αμοιβή στον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αγωγής κατά της Χ1, γιατί η αγωγή αυτή ταυτιζόταν με την αγωγή της Χ1 και επρόκειτο για μια και την ίδια διαφορά, για την οποία ο δικηγόρος παρείχε την ίδια εργασία, η οποία απαιτούσε λόγω της φύσεως της υποθέσεως ενιαία απασχόληση.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί οι δύο πιο πάνω αγωγές δεν ταυτίζονταν, είχαν διαφορετική η κάθε μία νομική θεμελίωση και απαιτούσαν διαφορετική η κάθε μία αντιμετώπιση. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, με την αγωγή της Χ1, εζητείτο η αναγνώριση της ακυρότητας των 3664, 3665 και3666 προσυμφώνων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ....καθώς και του από 2-11-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού, λόγω αισχροκέρδειας και αντίθεσής τους στα χρηστά ήθη, άλλως λόγω εικονικότητας και μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου (για το ιδιωτικό συμφωνητικό) και λόγω απάτης και απειλής, ενώ με την αγωγή του αναιρεσείοντος εζητείτο η αναγνώριση της ακυρότητας της ανακλήσεως της πληρεξουσιότητας που είχε χορηγηθεί σ' αυτόν από την Χ1με τα προαναφερόμενα προσύμφωνα και η πληρωμή 20000000 δραχμών, που είχε αναγνωρισθεί ότι οφείλεται με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό καθώς και η πληρωμή του ποσού των 45000000 δραχμών, λόγω αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης).

Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 345/20-9-2004 αίτηση του .....για αναίρεση της 1973/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ