Legislator Case Law & Legislation
140/2006 AI generated

140/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 140/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

140/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έννοια δε του στρατιωτικού υπολόγου δίδεται, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. δ. 721/1970 και θεωρείται τέτοιος, κάθε στρατιωτικός που έλαβε ως εκ της υπηρεσίας του, χρήματα ή άλλα πράγματα προς φύλαξη, διαχείριση ή διανομή, ανεξαρτήτως του αν η υπηρεσία αυτή του έχει ανατεθεί μόνιμα ή προσωρινά ή κατόπιν διαταγής.

Keywords

AI generated
repayment of capital contributions repatriation of capital lawful return restitution of expropriated property state recovery claim back taxes
AI generated
658/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1311/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.199/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
250/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
550/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
2388/2008
Υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 140 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 140/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, περί αναιρέσεως της 155/2003 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης.

Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους 24 Νοεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1006/2004.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 1 του Σ.Π.Κ. (ν. 2287/1995 για την κύρωση του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα), ‘ ‘ στρατιωτικός που διαπράττει κλοπή ή υπεξαίρεση πραγμάτων τα οποία ανήκουν στο κράτος ή σε στρατιωτικό ή έχουν αποσταλεί ή αποχωρισθεί προς αποστολή στο στρατό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών’ ‘ και κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου του Κώδικα, ‘ ‘ αν η υπεξαίρεση πραγμάτων που ανήκουν στο κράτος τελέσθηκε από στρατιωτικό υπόλογο στον οποίο έχει ανατεθεί η φύλαξη, διαχείριση, διανομή ή παράδοσή τους, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ή φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους’ ‘ .

Τέλος, κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, ‘ ‘ η διάταξη του άρθρου 379 του Π.Κ. εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων ...’ ‘ . Η έννοια της υπεξαίρεσης λαμβάνεται από το άρθρο 375 του Π.Κ. και προϋποθέτει, ιδιοποίηση παρανόμως ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου με οποιονδήποτε τρόπο.

Ξένο θεωρείται το πράγμα, όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, κατά την έννοια του αστικού δικαίου και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαίτιου, με κάποια νόμιμη μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, ενώ ιδιοποίηση του πράγματος, συνιστά η οικειοποίηση και κατακράτησή του. Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό την νομική έννοια (του αστικού δικαίου), αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού κατά τον προορισμό του.

Η έννοια δε του στρατιωτικού υπολόγου δίδεται, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. δ. 721/1970 και θεωρείται τέτοιος, κάθε στρατιωτικός που έλαβε ως εκ της υπηρεσίας του, χρήματα ή άλλα πράγματα προς φύλαξη, διαχείριση ή διανομή, ανεξαρτήτως του αν η υπηρεσία αυτή του έχει ανατεθεί μόνιμα ή προσωρινά ή κατόπιν διαταγής.

Η διάταξη τέλος του άρθρου 379 του Π.Κ. (όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 περ. 3 του ν. 2721/1999), περιλαμβάνει μία περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου, ‘ ‘ ... όταν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα’ ‘ και άλλη περίπτωση απαλλαγής από την ποινή, ‘ ‘ ...

όταν η πράξη δεν τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και ο υπαίτιος ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωθέντα με τη θέλησή του, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την καταβολή του κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαρισθεί και δηλώσει τούτο ο παθών ή οι κληρονόμοι του’ ‘ .

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή.

Ιδιαίτερα όμως πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον αυτοί είναι πράγματι αυτοτελείς όπως επί υπεξαίρεσης είναι και ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 379 του Π.Κ. και προβάλλονται παραδεκτά. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά.

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Η αιτιολογία τέλος της αποφάσεως, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε’ του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 155/2003 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Πενταμελούς) Θεσσαλονίκης Τμήματος Β’ , καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Ε. Π., για την πράξη της υπεξαίρεσης από στρατιωτικό υπόλογο, σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, η οποία ανεστάλη επί τριετία.

Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, τις καταθέσεις κατά την προδικασία, τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου και όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Ο κατηγορούμενος είναι αρχιλοχίας (ΥΓ) και υπηρετούσε στο 424 Γ.Σ.Ν.Ε. με ειδικότερα καθήκοντα βοηθού στο 4ο Γραφείο. Το Γραφείο αυτό ήταν επιφορτισμένο με την προμήθεια του απαιτούμενου στις διάφορες Κλινικές υγειονομικού υλικού, τη συγκέντρωση των σχετικών δικαιολογητικών και γενικά με την διαχείριση των εκάστοτε πιστώσεων, για την προμήθεια υγειονομικού υλικού.

Εκ της υπηρεσίας του αυτής ο κατηγορούμενος, ανήκοντας δηλαδή στο προσωπικό του αναφερόμενου Γραφείου, είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού υπολόγου, όπως αυτή ορίζεται στις σχετικές διαταγές. Την 31-10-2001 αυτός εμφάνισε στο Διευθυντή του νοσοκομείου ταξίαρχο Α. Γ., φάκελο δικαιολογητικών που αφορούσε δαπάνη προμήθειας υγειονομικού υλικού, ποσού 62.000.000 δρχ., για τις ανάγκες του νοσοκομείου, προκειμένου εκείνος να υπογράψει έγγραφο για την προώθηση της δαπάνης στην 9η Τ.Α.Ξ.Υ.Π..

Ο Διευθυντής του νοσοκομείου, διαπίστωσε κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών, ότι η δαπάνη αφορούσε μεταξύ άλλων και προμήθεια ορθοπεδικού υλικού και αντίστοιχη παραγγελία, το οποίο ο ίδιος, ως ιατρός ειδικότητας ορθοπεδικού, γνώριζε, ότι δεν χρησιμοποιείται πλέον από την αντίστοιχη Κλινική του νοσοκομείου, εκ της αμφίβολης αποτελεσματικότητάς του.

Επικοινώνησε τότε με το Διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του νοσοκομείου ... και εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι δεν είχαν παραγγελθεί από την Κλινική του τέτοια υλικά. Στη συνέχεια ζήτησε από τον κατηγορούμενο, να του παραδώσει τα σχετικά δελτία παραγγελίας, εκείνος δε βρισκόμενος προφανώς σε αδιέξοδο, αφού αρχικά προσπάθησε να τον παραπλανήσει, προφασιζόμενος ότι αναζητεί τα δελτία και να κερδίσει χρόνο, παραδέχθηκε τελικά (ενώπιον του Διευθυντή), ότι δεν υπήρχε σχετική παραγγελία της Κλινικής και ότι ο ίδιος είχε παραγγείλει τηλεφωνικά τα υλικά αυτά και τα είχε παραλάβει από την προμηθεύτρια εταιρία, ακολούθως δε τα πέταξε, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 μέχρι 10-10-2001, χωρίς να θυμάται ακριβή χρονολογία.

Του υποδείχθηκε τότε από το Διευθυντή του νοσοκομείου, να επιστρέψει το ποσό των 3.564.000 δρχ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό των σχετικών τιμολογίων που είχαν εκδοθεί για τα υλικά αυτά από την προμηθεύτρια εταιρία με την επωνυμία ‘ ‘ ...’ ‘ και εκείνος συμμορφώθηκε. Ειδικότερα τα υλικά που ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος με τον τρόπο που αναφέρθηκε και τα αντίστοιχα τιμολόγια της εταιρίας, είναι τα εξής:

α’ ) δύο τεμάχια απορροφητική βίδα χιαστού, για τα οποία εκδόθηκε το υπ’ αριθμό …/13-6-2001 τιμολόγιο, ποσού 432.000 δρχ., β’ ) ένα τεμάχιο μόσχευμα προσθίου χιαστού, για το οποίο εκδόθηκε το υπ’ αριθμό …/15-6-2001 τιμολόγιο, ποσού 594.000 δρχ., γ’ ) δύο τεμάχια οστικό μόσχευμα chips 15cc, για τα οποία εκδόθηκε το υπ’ αριθμό …/18-6-2001 τιμολόγιο, ποσού 756.000 δρχ., δ’ ) δύο τεμάχια από κυλινδρικό οστικό μόσχευμα επιγονατίδας, για τα οποία εκδόθηκε το υπ’ αριθμό …/21-6-2001 τιμολόγιο, ποσού 540.000 δρχ., ε’ ) ένα τεμάχιο FB 10800 απορροφητικό συνθετικό υλικό, για το οποίο εκδόθηκε το υπ’ αριθμό …/25-6-2001 τιμολόγιο, ποσού 486.000 δρχ.

και στ’ ) δύο τεμάχια 68300 Human Pericordum, για τα οποία εκδόθηκε το υπ’ αριθμό …/28-6-2001 τιμολόγιο, ποσού 756.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε κατά την απολογία του την τέλεση της πράξεως και επικαλέσθηκε οικονομικά προβλήματα, υπέβαλε δε δια του συνηγόρου του, τον αυτοτελή ισχυρισμό για εξάλειψη του αξιοποίνου, εκ της εμπράκτου μετανοίας του και της επιστροφής της αξίας των υλικών που είχε ιδιοποιηθεί (αρθ. 379 Π.Κ.).

Όμως η επιστροφή από τον κατηγορούμενο της αξίας των υλικών που είχε αυτός ιδιοποιηθεί, λίγο χρόνο μετά την αποκάλυψη της πράξης του, δεν ήταν οικειοθελής αυτού ενέργεια. Αυτό δε γιατί ακολούθησε την αποκάλυψη της πράξης, έγινε μετά μακρό χρόνο από την τέλεση αυτής, υπό τη βεβαιότητα για επικείμενη άσκηση εναντίον του ποινικής διώξεως, αφού προηγήθηκε προσπάθειά του να παραπλανηθεί ο Διευθυντής του νοσοκομείου και μετά από επανειλημμένες προσκλήσεις του τελευταίου, να του προσκομισθούν (από τον κατηγορούμενο) τα σχετικά δελτία παραγγελίας.

Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση, απορρίπτοντας ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό του για εξάλειψη του αξιοποίνου και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης.

ΙΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος, της υπεξαίρεσης από στρατιωτικό υπόλογο, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 147 του Σ.Π.Κ.

και 375 του Π.Κ. τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του, από νόμιμη βάση. Ειδικότερα δε αναφέρεται στην αιτιολογία, η ιδιότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου ως στρατιωτικού υπολόγου, κατά την έννοια του νόμου και η ιδιοποίηση από μέρους αυτού των αναφερόμενων κινητών πραγμάτων που ανήκαν στο κράτος και βρίσκονταν στην κατοχή του.

Εξάλλου, σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς του κατηγορούμενου ισχυρισμού, για εξάλειψη του αξιοποίνου εκ της εμπράκτου μετανοίας του (αρθ. 379 παρ. 1 Π.Κ.), αναφέρεται στην αιτιολογία με πληρότητα και σαφήνεια, ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην επιστροφή της αξίας των πραγμάτων που είχε ιδιοποιηθεί, όχι από δική του θέληση, αλλά εξαναγκαζόμενος, αφού μάλιστα η ενέργειά του αυτή, i) ακολούθησε την αποκάλυψη της πράξης του και ii) έγινε μετά μακρό χρόνο από την τέλεσή της, iii) υπό τη βεβαιότητα για επικείμενη άσκηση εναντίον του ποινικής διώξεως, iv) αφού προηγήθηκε προσπάθειά του να παρα-πλανηθεί ο Διευθυντής του νοσοκομείου και v) μετά από επανειλημμένες προσκλήσεις του τελευταίου για προσκομιδή (από τον κατηγορούμενο) των σχετικών δελτίων παραγγελίας, που βέβαια ήσαν ανύπαρκτα.

Από τα πρακτικά δε της απόφασης δεν προκύπτει, ότι είχε προβληθεί και ισχυρισμός εκ του άρθρου 379 παρ. 2 του Π.Κ., για απαλλαγή του κατηγορούμενου από την ποινή, από την ίδια επιστροφή της αξίας των πραγμάτων που είχαν υπεξαιρεθεί και την εντελή ικανοποίηση του παθόντος Δημοσίου και πάντως ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν αόριστος, αφού δεν είχε γίνει επίκληση σχετικής δηλώσεως του τελευταίου (Δημοσίου) και κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει, μάλιστα αιτιολογημένα, σε ισχυρισμό που δεν είχε υποβληθεί ή είχε υποβληθεί κατά τρόπο αόριστο.

Τέλος, ορθά δεν εφαρμόσθηκε η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 379 του Π.Κ., αφού δεν συνέτρεχαν όπως αναφέρθηκε, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Επομένως οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ και Ε’ του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, του κύριου δικογράφου της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προβάλλεται ειδικότερα η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης και η έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 379 του Π.Κ., το οποίο δεν εφαρμόσθηκε μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. 1 του Κ.Π.Δ., που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 213 του Σ.Π.Κ. και στη διαδικασία ενώπιον των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων, ‘ ‘ στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία’ ‘ .

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α’ του Κ.Π.Δ., προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και επίσης όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του εναντιωθεί στην ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ.

δ’ της ‘ ‘ Ε.Σ.Δ.Α.’ ‘ (ν.δ. 53/1974) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε’ του ‘ ‘ Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα’ ‘ (ν. 2462/1997), να εξετάζει τους μάρτυρες και δημιουργείται ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ του Κ.Π.Δ.. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, δεν εναντιωθούν σχετικά.

V. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αναγνώσθηκαν μεταξύ άλλων εγγράφων και οι ένορκες καταθέσεις κατά την προδικασία, των (απόντων) μαρτύρων Η. Σ. και Λ. Π., χωρίς εναντίωση του κατηγορούμενου για την ανάγνωσή τους. Εκ αυτού όμως ουδεμία ακυρότητα δημιουργήθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογία για την αδυναμία εμφανίσεως των μαρτύρων, αφού δεν προβλήθηκε σχετική εναντίωση του κατηγορούμενου και τα υποστηριζόμενα με το δεύτερο, εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.

Α’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, για το αντίθετο, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου, από την ανάγνωση των ίδιων προανακριτικών καταθέσεων και την έλλειψη βεβαίωσης του δικαστηρίου σχετικής με την αδυναμία προσέλευσης των μαρτύρων στο ακροατήριο, ουδεμία παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας συντελέσθηκε, ούτε η αιτιολογία της απόφασης, κατέστη εκ τούτου και μόνον ελλιπής και τα αντιθέτως προβαλλόμενα, με τους συναφείς εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.

Γ’ και Δ’ του Κ.Π.Δ., πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτα. VI. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5ης Απριλίου 2004 αίτηση του Ε. Π. του Χ., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 155/2003 απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Ε’ Τμήματος (Πενταμελούς) Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ