Supreme Court dismisses appeal on abuse of process claim regarding property boundary dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision in a property boundary dispute. The appellant argued that the respondent's claim was an abuse of process because she knew the new boundaries for years but waited until after his construction to sue. The court rejected this, ruling that the respondent's delay did not constitute an abuse of process as she did not actively seek to harm the appellant's interests during that period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 495 of the Code of Civil Procedure; The court held that a plaintiff's knowledge of boundary changes over time does not automatically constitute an abuse of process if no active intent to cause harm is proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1409 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1409/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Β. του E.., κατοίκου ..., περιοχή Κ.., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Μελίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Δ. Κ., το γένος Γ. και Σ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σακελλάρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2017 μη οριστική, 51/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2021 Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 13-5-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 7/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος την από 8-12-2014 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία ακινήτου εμβαδού 59,87 τ.μ., που βρίσκεται στο Π. Μ. του νομού Ρ. και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της το αποδώσει. Ζήτησε επίσης, με τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αρνητική αγωγή της, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αφαιρέσει τις υδρορροές που έχει τοποθετήσει στην παρακείμενη της ιδιοκτησίας της οικοδομή του και να κλείσει τα παράθυρα που έχει κατασκευάσει σε αυτήν.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή, με την 19/2017 μη οριστική του απόφαση διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί, μεταξύ των άλλων, αν το διεκδικούμενο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας ή του εναγομένου. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε 51/2019 οριστική απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε τόσο η διεκδικητική όσο και η σωρευόμενη αρνητική αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 28-11-2019 έφεση, επί της οποία εκδόθηκε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη 7/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού το Εφετείο κράτησε και δίκασε τη διεκδικητική αγωγή, την έκανε δεκτή εν μέρει.
Συγκεκριμένα, αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία τμήματος του διεκδικουμένου ακινήτου, εμβαδού 55 τ.μ. και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να της το αποδώσει, απέρριψε δε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αρνητική αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του Ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές, σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμόρφωσής τους. (ΑΠ 2045/2017, ΑΠ 261/2013).
Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερόμενου στον κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του (ΑΠ 1206/2021, ΑΠ 2045/2017). Τούτο σαφώς συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ανωτέρω νόμου, κατά το πνεύμα των οποίων, η οριστικοποίηση της πράξης εφαρμογής που επέρχεται με την κύρωσή της, αναφέρεται στις περιεχόμενες σ` αυτήν μεταβολές που κρίθηκαν αναγκαίες για την ολοκλήρωση του πολεοδομικού σχεδιασμού, γι` αυτό και ορίζεται ότι τυχόν διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, που βεβαιώνεται με απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων, μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση όπως ειδικότερα ορίζεται με την κανονιστική απόφαση με τον τίτλο "Διαδικασία και τρόπος σύνταξης της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης (υπ` αριθμ. 79881/3445/6.12.1984 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ Β` 862) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση της παρ. 10 του αυτού ως άνω άρθρου 12.
Δηλαδή, η χρηματική αποζημίωση δεν αφορά στην κυριότητα του διαμορφούμενου ακινήτου, αλλά στο μέγεθος της εισφοράς σε γη και στο μέγεθος της ιδιοκτησίας (ΑΠ 1206/2021, 292/2018). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του ίδιου πιο πάνω άρθρου 12 και ειδικότερα της διάταξης της περ. ε' της παρ.7, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 4 του Ν.1772/1988 και ίσχυε πριν την εκ νέου αντικατάσταση της περίπτωσης αυτής με την παρ.1 του άρθρου 11 του Ν.3212/2003, δεν είναι επιτρεπτή, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου, η επάνοδος της Διοικήσεως επί του περιεχομένου πράξης εφαρμογής, μετά την οριστικοποίησή της, ήτοι μετά το πέρας της ειδικής διοικητικής διαδικασίας έκδοσής της, μη υποκειμένης έκτοτε σε ανασύνταξη ούτε για λόγους νομιμότητος.
Δεν επιτρέπεται κατά τις αυτές διατάξεις, οι οποίες είναι συνταγματικώς επιτρεπτές (Ολ ΣτΕ 1732/2000 3826/2007, 2601/2008) η ανάκληση ή ανασύνταξη κυρωθείσας πράξεως εφαρμογής ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία, με απόφαση των αρμοδίων κατά το Σύνταγμα δικαστηρίων βεβαιώνονται διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, γιατί όπως προαναφέρθηκε, ο νόμος στην περίπτωση αυτή προβλέπει τη μετατροπή των διαφορών αυτών σε χρηματική αποζημίωση (ΑΠ 2248/2014, ΑΠ 1429/2010, ΣτΕ 4489/2009).
Με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3212/2003 αντικαταστάθηκε η περίπτωση ε' της παραγράφου 7 του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 ως εξής: "Η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και, με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, αμετάκλητη. Η Διοίκηση κατ` εξαίρεση μόνο επιτρέπεται να ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει την πράξη εφαρμογής, για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα που αποδεικνύεται από στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης ή από τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Η ανάκληση γίνεται αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η πράξη ανακαλείται μόνο κατά το μέρος που διαπιστώνεται η παράβαση ή η πλάνη, μέσα σε εύλογο χρόνο από την κύρωση της πράξης εφαρμογής και συντάσσεται διορθωτική πράξη. Κατά τη σύνταξη της διορθωτικής πράξης λαμβάνεται υπόψη η πραγματική και νομική κατάσταση που είχαν οι ιδιοκτησίες κατά το χρόνο σύνταξης της αρχικής πράξης.
Αν κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης η αυτούσια διόρθωση δεν είναι δυνατή για λόγους που επιβάλλονται από τις αρχές της καλής πίστης και της ασφάλειας του δικαίου, οι διαφορές που προκύπτουν κατά τη σύνταξη της διορθωτικής πράξης μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση. Με τη διορθωτική πράξη καθορίζεται ο υπόχρεος και ο δικαιούχος της αποζημίωσης, το ύψος της οποίας καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2882/2001".
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια όταν κρίνουν τις υπαγόμενες σε αυτά κατά το άρθρο 1 του ίδιου κώδικα ιδιωτικές διαφορές επιτρέπεται να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοίκησης, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία να δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια, όχι για να τις ακυρώσουν, ούτε για να αποκρούσουν την εκτελεστότητά τους, αλλά προκειμένου να απαγγείλουν άλλες έννομες συνέπειες ιδιωτικού χαρακτήρα και δη αποζημιωτικές, οι οποίες προκύπτουν από την εκτέλεση των παράνομων διοικητικών πράξεων.
Δεν επιτρέπεται όμως να ελέγξουν την ουσιαστική κρίση των οργάνων της διοίκησης, που εξέδωσαν τη διοικητική πράξη, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων έκδοσης αυτής, ενώ περιορίζονται να ερευνήσουν, εάν τα όργανα τα διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών κατά τα άνω.
Το ζήτημα ποιό είναι το περιεχόμενο και η έννοια της συγκεκριμένης ατομικής διοικητικής πράξης, είναι πραγματικό και επομένως κρίνεται ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, από το δικαστήριο της ουσίας. Έλεγχο δε της νομιμότητας συνιστά και η εξέταση της ύπαρξης ή μη αιτιολογίας της διοικητικής πράξης, όταν τούτο επιβάλλεται ειδικά από το νόμο ή από τη φύση της υπόθεσης, καθώς και η εξέταση της παραβίασης του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος ακρόασης (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1/2021, ΑΠ 292/2018, ΑΠ 316/2016).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περίπτωση όμως τέτοιας υπέρβασης της δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία, αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης, δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία τους, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται κατά νόμο (άρθ. 2 και 282 του ΚΠολΔ) με την απλή εξέταση και όχι με τη διάγνωση του ζητήματος, όταν το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας προς τούτο και για το λόγο αυτό άλλωστε, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του πολιτικού δικαστηρίου για το κριθέν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1366/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα των αναιρετικών λόγω μέρος της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ….
συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μ. Χ. Σ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στις 30-7-1990, στο τόμο 87 και με αριθμό μεταγραφής…, η ενάγουσα κατέστη κυρία ενός ακινήτου - οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, έκτασης 340,75 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος …του Δήμου ...
νομού Ρ.., το οποίο συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 14,50 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Γ.. Μ., νότια σε πλευρά μήκους14,50 μέτρων με κοινοτικό και νυν δημοτικό δρόμο, ανατολικά σε πλευρά μήκους 23,50 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Δ.. Μ. και δυτικά σε πλευρά μήκους 23,50 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην κληρονόμων Σ. Π. και ήδη εναγομένου, το οποίο αποτυπωνόταν και προσδιοριζόταν αναλυτικά με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Ιούνιος 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Τ., που συνόδευε το προαναφερόμενο συμβόλαιο. Ύστερα από τη σύνταξη και τη μεταγραφή του συμβολαίου γονικής παροχής που αναφέρθηκε, η ενάγουσα εγκαταστάθηκε στο ανωτέρω ακίνητο και άρχισε να νέμεται αυτό για τον εαυτό της, ενεργώντας επί αυτού όλες τις πράξεις νομής με τις οποίες εκδηλωνόταν η θέλησή της να το εξουσιάζει, όπως ακριβώς έπραττε και η προαναφερόμενη δικαιοπάροχός της ήδη από το έτος 1966 (οπότε το ακίνητο περιήλθε στη νομή της κατόπιν άτυπης δωρεάς εκ μέρους του συζύγου της Γ.
Μ.) και, συγκεκριμένα, προέβη στον καθαρισμό του και σε σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, το επισκεπτόταν, το επέβλεπε και το επιτηρούσε, ενώ το δηλώνει από το έτος 1990 μέχρι και σήμερα ως περιουσιακό της στοιχείο. Επιπλέον, δυνάμει της υπ' αριθμ. …άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Περάματος ..., η ενάγουσα ανήγειρε επί του ακινήτου της ισόγεια οικοδομή με υπόγειο, στην οποία κατοικεί μέχρι σήμερα.
Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ρ. Σ. Κ.-Σ., που μεταγράφηκε νομίμως, ο εναγόμενος κατέστη κύριος ενός ακινήτου-οικοπέδου, άρτιου και μη οικοδομήσιμου (πριν από την τακτοποίησή του), έκτασης 725,64 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω κτηματική περιφέρεια και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 15,28 μέτρων με ρυάκι, νότια σε πλευρά μήκους 11,55 μέτρων με κοινοτικό και νυν με δημοτικό δρόμο, ανατολικά σε πλευρά μήκους 68,17 με ιδιοκτησία της ενάγουσας και δυτικά σε πλευρά μήκους 56,72 μέτρων με ιδιοκτησία Ι.
Σ., το οποίο περιγραφόταν και παρουσιαζόταν αναλυτικά με τα στοιχεία 111-112-135-114-111 στο από Ιούνιος 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ..., που συνόδευε το προαναφερόμενο συμβόλαιο. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. Τ.Π. 4028/1993 απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου (Φ.Ε.Κ. 1126/Δ'/15-9-1993), εγκρίθηκε η Μελέτη Πολεοδόμησης του οικισμού Περάματος του Δήμου ... (πρώην Δήμου Γ.) νομού…, σε εφαρμογή δε της εν λόγω πολεοδομικής μελέτης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1/2015 Πράξη Εφαρμογής Σχεδίου Πόλης Περάματος ......, η οποία κυρώθηκε με τη με αριθμό πρωτ. 14294/27-1-2016 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Περιβάλλοντος και Χωροταξίας Κρήτης, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στις 1-3-2016, στον τόμο 288 και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής... Τα προαναφερόμενα ακίνητα της ενάγουσας και του εναγομένου, τα οποία τακτοποιήθηκαν λόγω ρυμοτομίας δυνάμει της ανωτέρω Πράξης Εφαρμογής, βρίσκονται στο Ο.Τ. 144 του σχεδίου πόλης και έλαβαν κωδικούς αριθμούς κτηματογράφησης … και ..αντιστοίχως.
Ύστερα από τη σύνταξη και τη μεταγραφή του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας, ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε στο προαναφερόμενο ακίνητο και άρχισε να το νέμεται, ενώ κατά τα τέλη του έτους 2008, έχοντας πρόθεση να ανεγείρει οικοδομή επί του ακινήτου του, υπέβαλε αίτημα στη Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Ρεθύμνου προκειμένου να εκδοθεί άδεια οικοδομής.
Επειδή ο σχετικός φάκελος που κατέθεσε ο εναγόμενος ήταν ελλιπής, ζητήθηκε από την ανωτέρω Υπηρεσία η συμπλήρωσή του (βλ. το υπ' αριθμ. ΔΠ/οικ/15/2-1-2009 έγγραφο, με συνημμένο τον έλεγχο μελέτης), μεταξύ άλλων και με νέο τοπογραφικό διάγραμμα. Ακολούθως, σε συμμόρφωση με τις υποδείξεις της εν λόγω Υπηρεσίας, ο εναγόμενος προσκόμισε τα απαιτούμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το νέο από Οκτώβριος 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Α.
Ν., το οποίο διέφερε ουσιωδώς από το προηγούμενο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού ..., που συνόδευε τον τίτλο ιδιοκτησίας του εναγομένου, ως προς τις πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου του τελευταίου, καθόσον συντάχθηκε σύμφωνα με τις μετρήσεις των υπαλλήλων-μηχανικών της Πολεοδομίας που αποτυπώνονταν στο τοπογραφικό διάγραμμα της υπ' αριθμ. 1/2015 Πράξης Εφαρμογής του Σχεδίου Πόλης Περάματος, οι οποίες όμως ήταν λανθασμένες, με αποτέλεσμα το ακίνητο του εναγομένου να αποτυπώνεται ανατολικότερα σε σχέση με την πραγματική θέση του στο έδαφος, σε βάρος της γειτονικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας.
Παρά το γεγονός αυτό, επειδή η αποτύπωση του ακινήτου του εναγομένου στο νέο τοπογραφικό διάγραμμα ταίριαζε πλέον με αυτήν του σχεδίου πόλης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Ρεθύμνου, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανήγειρε επί του εν λόγω ακινήτου κατοικία με ισόγειο κατάστημα και υπόγειο.
Κατά τις αρχές του μήνα Φεβρουαρίου του έτους 1014, οπότε η οικοδομή που ανήγειρε ο εναγόμενος ολοκληρωνόταν, η ενάγουσα παρατήρησε ότι ένα τμήμα αυτής είχε επεκταθεί επί του ακινήτου της. Για το λόγο αυτό, αφού επιβεβαίωσε τις παρατηρήσεις της με σχετική μελέτη τοπογράφου-μηχανικού (βλ. το από Φεβρουάριος 2014 τοπογραφικό διάγραμμα και την από 21-11-2014 τεχνική έκθεση του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Σ.
Ξ.), υπέβαλε συνεχόμενες αιτήσεις στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Περιβάλλοντος και Δόμησης του Δήμου ... Ρεθύμνου για τη διόρθωση της Μελέτης της προαναφερόμενης Πράξης Εφαρμογής και για την αλλαγή των ορίων των γειτονικών ιδιοκτησιών των διαδίκων. Η ανωτέρω Υπηρεσία, κατά την επεξεργασία των προαναφερόμενων αιτήσεων, διαπίστωσε πράγματι ότι κατά την εφαρμογή των τοπογραφικών διαγραμμάτων των διαδίκων προέκυψε τμήμα επικάλυψης των δύο ακινήτων σε εμβαδόν 60,86 τ.μ., πλην όμως απέρριψε αμφότερα τα ανωτέρω αιτήματα κατά το χρονικό αυτό σημείο με την αιτιολογία ότι είχε παρέλθει το στάδιο της διόρθωσης της Μελέτης της Πράξης Εφαρμογής, επιφυλασσόμενη να προβεί σε διόρθωση των σφαλμάτων της Πράξης Εφαρμογής ύστερα από την κύρωσή της, καθώς και σε διόρθωση-αλλαγή των ορίων των γειτονικών ιδιοκτησιών των διαδίκων που αποτυπώνονται σε αυτήν, ύστερα από τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου (βλ.
τα υπ' αριθμ. Α.Π. 3549/15-5-2014, Υ.ΔΟΜ.-ΟΙΚ-422/19-6-2015, 468/4-10-2016 και 717-718/25-11-2016 έγγραφα της εν λόγω Υπηρεσίας προς την ενάγουσα). Περαιτέρω, από τη με ημερομηνία Μάιος 2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου-μηχανικού Γ. Φ. που αναφέρθηκε αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 59,87 τ.μ. και περιγράφεται - αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Μάιος 2018 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την εν λόγω έκθεση.
Από το ακίνητο αυτό: α) Εδαφικό τμήμα εμβαδού 30 τ.μ., που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία κ-Β-ξ-Γ-Δ-μ-λ-κ, περιλαμβάνεται μόνο στον τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Β) Εδαφικό τμήμα εμβαδού 15 τ.μ., που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία κ-λ-μ-κ, περιλαμβάνεται και στους δύο τίτλους ιδιοκτησίας.
Πλην όμως, ο πραγματογνώμονας κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα αυτό, καθόσον από το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει σαφώς ότι αποτύπωσε το ακίνητο της ενάγουσας με μικρότερη έκταση στη βόρεια πλευρά του, ήτοι 13,50 τ.μ. αντί του ορθού 14,50 τ.μ., που αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της. Επομένως, το όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας πρέπει να μετατεθεί ένα μέτρο δυτικότερα επί του επίδικου ακινήτου, όπως ακριβώς υπολόγισε ο τοπογράφος-μηχανικός Σ.
Ξ. στην από 13-3-2019 τεχνική έκθεσή του και συγκεκριμένα, στο σημείο κ1, που αποτυπώνεται στο με ίδια ημερομηνία τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτή. Με βάση τους υπολογισμούς αυτούς, το εδαφικό τμήμα του επίδικου ακινήτου που περιλαμβάνεται και στους δύο τίτλους ιδιοκτησίας έχει έκταση 25 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία κ-λ-μ-κ1-κ στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 13-3-2019 τεχνική έκθεση του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Σ.
Ξ.. γ) Εδαφικό τμήμα εμβαδού 15 τ.μ., που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α-κ-Δ-Α, περιλαμβάνεται μόνο στον τίτλο ιδιοκτησίας του εναγομένου. Πλην όμως, προέκυψε ότι ο πραγματογνώμονας κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα αυτό, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, αποτύπωσε το ακίνητο της ενάγουσας με μικρότερη έκταση στην βόρεια πλευρά του, ήτοι 13,50 τ.μ., αντί του ορθού 14,50 τ.μ.
που αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της. Επομένως, αφού το όριο της ιδιοκτησίας της ενάγουσας μετατίθεται ένα μέτρο δυτικότερα επί του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή στο σημείο κ1, με βάση τους υπολογισμούς αυτούς, το εδαφικό τμήμα του επίδικου ακινήτου που περιλαμβάνεται μόνο στον τίτλο ιδιοκτησίας του εναγομένου έχει έκταση 5 τ.μ. (4,87 τ.μ.
για την ακρίβεια), όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-κ1-Δ-Α στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 13-3-2019 τεχνική έκθεση του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Σ. Ξ.. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ύστερα από την κύρωση της υπ' αριθμ. 1/2015 Πράξης Εφαρμογής, τμήμα του επίδικου ακινήτου έκτασης 49,50 τ.μ.
περιλαμβάνεται στο τακτοποιημένο ακίνητο του εναγόμενου και το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου ακινήτου έκτασης 10,50 τ.μ. δεν περιλαμβάνεται στα τακτοποιημένα ακίνητα των διαδίκων, ενώ στο τακτοποιημένο ακίνητο της ενάγουσας δεν περιλαμβάνεται οποιοδήποτε τμήμα του επιδίκου... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι κυρία τμήματος του επιδίκου ακινήτου, συνολικής έκτασης 55 τ.μ. (30 τ.μ. + 25 τ.μ.), όπως αυτό περιγράφεται και αποτυπώνεται με τα στοιχεία κ1-κ-Β-ξ-Γ-Δ-μ-κ1 στο προσκομιζόμενο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 13-3-2019 τεχνική έκθεση του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Σ.
Ξ., έχει καταστεί η ενάγουσα με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα, δυνάμει του υπ' αριθμ. 896/30-7-1990 προανφερόμενου συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μ. Χ. Σ., που μεταγράφηκε νομίμως, δεδομένου ότι κατά το χρονικό σημείο σύνταξης του εν λόγω συμβολαίου και της μεταβίβασης της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου, η δικαιοπάροχος - μητέρα της ενάγουσας είχε ήδη καταστεί κυρία αυτού δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας.
Επίσης αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του προαναφερόμενου τμήματος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον προέκυψε ότι νέμεται αυτό αποκλειστικά η ίδια χωρίς διακοπή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών (από το έτος 1966 μέχρι και τις αρχές του έτους 2010, οπότε ο εναγόμενος, με βάση το νέο τοπογραφικό διάγραμμα και την ανωτέρω άδεια οικοδομής, ξεκίνησε την ανέγερση της οικοδομής του σε βάρος του ακινήτου της ενάγουσας), χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε άλλη αμφισβήτηση σχετική με τα δικαιώματα της επί αυτού, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής που ήδη αναφέρθηκαν, με τις οποίες εκδηλώθηκε η θέλησή της να το εξουσιάζει, προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας της και το χρόνο χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου της (συνολικά επί 44 έτη, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ...).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατέλαβε αυθαίρετα το ανωτέρω τμήμα του επιδίκου ακινήτου έκτασης 55 τ.μ., έχοντας αποβάλει την ενάγουσα από τη νομή της επί αυτού, το οποίο από τις αρχές του έτους 2010 μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης νέμεται και κατέχει χωρίς δικαίωμα, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι το εν λόγω εδαφικό τμήμα περιλαμβανόταν στον τίτλο της ιδιοκτησίας του και ούτε προέκυψε ότι ο ίδιος άσκησε επί αυτού πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών ή των είκοσι ετών, ώστε να καταστεί κύριος αυτού δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, αντίστοιχα, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 26-1-2015).
Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία και του υπόλοιπου εδαφικού τμήματος του επιδίκου ακινήτου, έκτασης 4,87 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-κ1-Δ-Α στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 13-3-2019 τεχνική έκθεση του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Σ. Ξ., καθόσον το τμήμα αυτό περιλαμβανόταν μόνο στον τίτλο ιδιοκτησίας του εναγομένου και ουδέποτε άσκησε επί αυτού πράξεις νομής η ενάγουσα ενώ προέκυψε ότι ο εναγόμενος κατέστη κύριος αυτού, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, αφού το τμήμα αυτό νεμόταν με διάνοια κυρίου οι δικαιοπάροχοί του μέχρι τη μεταβίβασή του και έκτοτε συνέχισε να το νέμεται ο ίδιος, τοπογραφώντας αυτό και ανεγείροντας σε αυτό οικοδομή (τακτική και έκτακτη χρησικτησία)...
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση του δικαιώματος της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου ακόμη και ύστερα από την κύρωση της ανωτέρω Πράξης Εφαρμογής (που έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της υπό κρίση αγωγής), καθόσον έχει δικαίωμα να ζητήσει την έκδοση Διορθωτικής Πράξης με την αλλαγή των ορίων των ιδιοκτησιών των διαδίκων, είτε να διεκδικήσει αποζημίωση για ρυμοτομούμενα τμήματα της ιδιοκτησίας της, εφόσον δεν είναι δυνατή η διόρθωση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, έκανε δεκτή την έφεση όσον αφορά τους λόγους της που αφορούσαν την απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν τη εν λόγω αγωγή, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση από το Εφετείο της δικαιοδοσίας του. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το Εφετείο έκρινε παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της υπ' αριθμ. 1/2015 Πράξης Εφαρμογής Σχεδίου Πόλης Περάματος Ρεθύμνης, πλην όμως προέβη σε ανεπίτρεπτη εν μέρει ανάκληση αυτής και συγκεκριμένα σε ανεπίτρεπτη μερική τροποποίησή της και σε αυτούσια εν μέρει διόρθωση αυτής, χωρίς να έχει τέτοια δικαιοδοσία, καθώς τέτοια δικαιοδοσία έχουν μόνο τα διοικητικά δικαστήρια.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, δεν ανακάλεσε, ούτε τροποποίησε, αλλά ούτε και διόρθωσε την ως άνω Πράξη Εφαρμογής. Μπορούσε, βέβαια, το Εφετείο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, να κρίνει παρεμπιπτόντως το κύρος της συγκεκριμένης Πράξης Εφαρμογής και αυτό ακριβώς έκανε, κρίνοντας, με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι "...
οι μετρήσεις των υπαλλήλων-μηχανικών της Πολεοδομίας που αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα της υπ' αριθμ. 1/2015 Πράξης Εφαρμογής του Σχεδίου Πόλης Περάματος... ήταν λανθασμένες, με αποτέλεσμα το ακίνητο του εναγομένου να αποτυπώνεται ανατολικότερα σε σχέση με την πραγματική του θέση στο έδαφος, σε βάρος της γειτονικής ιδιοκτησίας της ενάγουσας".
Πλην όμως, δεν προχώρησε στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, στην ανάκληση ή τροποποίηση ή διόρθωση της ως άνω Πράξης Εφαρμογής, επισημαίνοντας, ωστόσο, το δικαίωμα της ενάγουσας να ασκήσει το δικαίωμά της που προβλέπεται από την πιο πάνω αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 7 περ. ε' του Ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3212/2003.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ12/2016, Ολ ΑΠ10/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).
Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η δικαιοπάροχος-μητέρα της αναιρεσίβλητης κατέστη κυρία του τμήματος του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 55 τ.μ.
δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς να αναφέρει τις πράξεις νομής που εκείνη ασκούσε στο εν λόγω τμήμα από το 1966 έως το έτος 1990, που το μεταβίβασε με γονική παροχή στην αναιρεσίβλητη. Ότι περαιτέρω, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας της και το χρόνο χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου μητέρας της, χωρίς όμως να αποδεικνύεται η νομή της τελευταίας, παραβιάζοντας έτσι ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ.
Από τις παραδοχές της απόφασης του Εφετείου, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, από το 1990 που απέκτησε με γονική παροχή το επίδικο ακίνητο, εγκαταστάθηκε σ' αυτό και άρχισε να το νέμεται, ενεργώντας επί αυτού όλες τις πράξεις νομής με τις οποίες εκδηλωνόταν η θέλησή της να το εξουσιάζει, όπως ακριβώς έπραττε και η δικαιοπάροχος μητέρα της ήδη από το έτος 1966, οπότε το ακίνητο περιήλθε στη νομή της μετά από άτυπη δωρεά εκ μέρους του συζύγου της Γ.
Μ. και συγκεκριμένα, προέβη στον καθαρισμό του και σε σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, το επισκεπτόταν, το επέβλεπε και το επιτηρούσε. Δέχθηκε δε στη συνέχεια ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα δυνάμει του 896/30-7-1990 συμβολαίου γονικής παροχής, από τη μητέρα της, η οποία ήδη είχε καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία και ότι επίσης, η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου (και) με έκτακτη χρησικτησία, καθώς νέμεται το επίδικο χωρίς διακοπή για χρονικό διάστημα πέραν των είκοσι ετών και συγκεκριμένα από το έτος 1966 έως το έτος 2010, προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας της και το χρόνο χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου της.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή το νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19, είναι αβάσιμος. Οι δε υπόλοιπες αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο, είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο περί της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, η παραδοχή του Εφετείου ως προς την απόκτηση της κυριότητας της αναιρεσίβλητης με περισσότερους επάλληλους τρόπους (παράγωγο και πρωτότυπο), δεν ενέχει αντιφατικότητα, αλλά κατατείνει στην ενίσχυση της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αμφισβητούμενο από τον αναιρεσείοντα δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου, το οποίο αποκτήθηκε μία φορά, ανεξάρτητα από τη δημιουργία των κατ' ιδίαν τρόπων κτήσης αυτού σε διαφορετικά χρονικά σημεία και με διαφορετικές προϋποθέσεις (ΑΠ 27/2015, ΑΠ 1094/2014).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της αντιφατικής αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συναγάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 182/2023, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 1348/2017).
Εξάλλου, για τη θεμελίωση του από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, πρέπει, εκτός των άλλων, το έγγραφο που παραμορφώθηκε να χρησιμεύει, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ ως αποδεικτικό μέσο, τέτοιο δε, δεν θεωρείται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 823/2021, ΑΠ 197/2019, ΑΠ 581/2017).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Περιβάλλοντος και Δόμησης του Δήμου ... Ρεθύμνου πράγματι διαπίστωσε ότι κατά την εφαρμογή των τοπογραφικών διαγραμμάτων των διαδίκων προέκυψε τμήμα επικάλυψης των δύο ακινήτων σε εμβαδόν 60,86 τ.μ.
και ότι απέρριψε αμφότερα τα αιτήματα της αναιρεσίβλητης (για διόρθωση της Μελέτης της Πράξης Εφαρμογής και για την αλλαγή των ορίων των γειτονικών ιδιοκτησιών των διαδίκων) κατά το χρονικό αυτό σημείο με την αιτιολογία ότι είχε παρέλθει το στάδιο της διόρθωσης της Μελέτης της Πράξης Εφαρμογής, επιφυλασσόμενη να προβεί σε διόρθωση των σφαλμάτων της Πράξης Εφαρμογής ύστερα από την κύρωσή της, καθώς και σε διόρθωση-αλλαγή των ορίων των γειτονικών ιδιοκτησιών των διαδίκων που αποτυπώνονται σε αυτήν, ύστερα από σχετική τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου.
Ότι το Εφετείο, προς επίρρωση των παραδοχών αυτών επικαλέστηκε τα με στοιχεία Α.Π. 3549/15-5-2014, Υ.ΔΟΜ.-ΟΙΚ-422/19-6-2015, 468/4-102016 και 717-718/25-112016 έγγραφα της εν λόγω Υπηρεσίας προς την αναιρεσίβλητη. Ότι, όμως, στο ανωτέρω υπό στοιχεία Α.Π. 3549/15-5-2014 έγγραφο της ως άνω Υπηρεσίας, το οποίο ο αναιρεσείων προσκομίζει και του οποίου το περιεχόμενο παραθέτει αυτούσιο στο αναιρετήριο, ούτε αναφέρεται ούτε καν υπονοείται ότι υφίσταται επικάλυψη των δύο ακινήτων σε εμβαδόν 60,86 τ.μ.
ή ότι η Υπηρεσία θα προβεί σε διόρθωση ύστερα από σχετική τελεσίδικη απόφαση. Ότι ενόψει αυτών στοιχειοθετείται εν προκειμένω η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά στο ανωτέρω αναφερόμενο έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ούτε εξήρε ειδικά το έγγραφο αυτό για το αποδεικτικό του πόρισμα περί επικάλυψης των δύο γειτονικών ακινήτων σε έκταση εμβαδού 60,86 τ.μ., αλλά στηρίχθηκε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση, μεταξύ των οποίων και η από μηνός Μαΐου 2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Φ., καθώς και η από 13-3-2-019 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Σ. Ξ.. Με το δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ., καθώς, εκτιμώντας την έκθεση αυτή, έκρινε ότι αποτύπωσε το ακίνητο της αναιρεσίβλητης με μικρότερη έκταση στη βόρεια πλευρά του, ήτοι 13,50 τ.μ., αντί του ορθού 14,50 τ.μ.
που αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της, υποστηρίζοντας ότι για το λόγο αυτό ο πραγματογνώμονας κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα. Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένη κρίση περί των διαστάσεων των ομόρων ακινήτων και συγκεκριμένα, ενώ ο πραγματογνώμονας αναφερόταν στην έκθεσή του σε πλευρικές διαστάσεις οι οποίος μετρώνται σε γραμμικά μέτρα, το Εφετείο εξέλαβε ότι επρόκειτο για τετραγωνικά μέτρα.
Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, είναι πέρα από προφανές ότι πρόκειται για αντιγραφικό λάθος της απόφασης, καθώς από παραδρομή αντιγράφηκε σ' αυτήν από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως μονάδα μέτρησης της βόρειας πλευράς του ακινήτου της αναιρεσίβλητης το τετραγωνικό μέτρο αντί του ορθού γραμμικό μέτρο.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, η κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔ έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν συνιστά έγγραφο αλλά αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 ΚΠολΔ) και, ως εκ τούτου, δεν πλήττεται με τον ερευνώμενο, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων, με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, αφενός μεν δέχτηκε ότι η Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Ρεθύμνου, προκειμένου να του χορηγήσει άδεια ανοικοδόμησης του ακινήτου, του υπέδειξε τις διαστάσεις και τα όρια του οικοπέδου του και τον υποχρέωσε να προσκομίσει τοπογραφικό διάγραμμα σύμφωνο με τις υποδείξεις αυτές, όπως και έπραξε σε πλήρη συμμόρφωση με τις υποδείξεις της Διοίκησης, αφετέρου δε, δέχεται στη συνέχεια ότι κατέλαβε αυθαίρετα τμήμα του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 55 τ.μ., αποβάλλοντας μάλιστα την αναιρεσίβλητη από αυτό.
Ωστόσο, η παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας ότι ο αναιρεσείων κατέλαβε αυθαίρετα τμήμα του επιδίκου ακινήτου, έχει σαφώς την έννοια, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατέλαβε ακίνητο άλλης ιδιοκτησίας χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, δεν υπάρχει αντίφαση στις ως άνω αιτιολογίες της απόφασης του Εφετείου και συνεπώς ο σχετικός τέταρτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Ως αβάσιμος, επίσης, και ειδικότερα ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, πρέπει να απορριφθεί ο αυτός ως άνω τέταρτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο, η ανωτέρω αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης οδήγησε το Εφετείο να απορρίψει εσφαλμένως την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, που πρότεινε επικουρικά κατά της αγωγής της τελευταίας.
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασής του, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, που πρότεινε ο εναγόμενος-αναιρεσείων, ως μη νόμιμη και όχι ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 711/2017, ΑΠ 1867/2022).
Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 83/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των άρθρων 559 αρ. 1 και 281 ΑΚ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι προέβαλε πρωτοδίκως επικουρικά κατά της αγωγής της αναιρεσίβλητης και επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου, την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της τελευταίας.
Ότι συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, α) ενώ από την έναρξη των εργασιών της οικοδομής στο οικόπεδό του και έχοντας πλήρη και σαφή γνώση των ορίων των δύο οικοπέδων, από την τοποθέτηση της οικοδομής του εντός του ακινήτου ιδιοκτησίας του, ουδέν αντέλεξε και ανέμενε επί μακρόν μέχρι την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών προκειμένου να εγείρει την ένδικη αγωγή της, β) έχοντας λάβει πλήρη και σαφή γνώση των εν συνόλω πέντε αναρτήσεων και συγκεκριμένα τριών αναρτήσεων, οι οποίες αφορούσαν στη σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος και πινάκων και δύο αναρτήσεων, οι οποίες αφορούσαν στην τελική μορφή και θέση των οικοπέδων, επί σειρά ετών ουδεμία αντίρρηση εξέφρασε και ουδεμία ένσταση υπέβαλε και γ) γνώριζε ότι η άδεια οικοδομής που του χορηγήθηκε βασιζόταν σε τοπογραφικό διάγραμμα που θα έπρεπε, για να χορηγηθεί η άδεια, να είναι σύμφωνο, άλλως να συμπίπτει με τις ως άνω αναρτήσεις.
Ότι, επομένως, αν ήθελε κριθεί ότι το επίδικο τμήμα των 55 τ.μ. πράγματι ανήκε στην ενάγουσα, είναι σαφές ότι αυτή αδράνησε επί μακρόν να εγείρει οιαδήποτε αξίωση, με αποτέλεσμα να του δημιουργηθεί ευλόγως η πεποίθηση ότι δεν θα το πράξει και ότι αναμένοντας έως το χρόνο ολοκλήρωσης της οικοδομής του προκειμένου να ασκήσει την ένδικη αγωγή, είναι σαν να αναζήτησε το χρόνο εκείνο, που με την έγερση της αξίωσής της, θα του επέφερε το μεγαλύτερο οικονομικό-περιουσιακό πλήγμα.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος, με την ακόλουθη αιτιολογία: "... η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της σωρευόμενης διεκδικητικής αγωγής, την οποία προβάλλει (επικουρικώς) ο εναγόμενος, επιχειρώντας να τη θεμελιώσει στην από ετών γνώση της ενάγουσας σχετικά με τα νέα όρια των ακινήτων σύμφωνα με το πολεοδομικό σχέδιο και στη μη αμφισβήτησή τους με οποιονδήποτε τρόπο εκ μέρους της, δημιουργώντας με τη στάση της σε αυτόν ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν είναι ικανά να προσδώσουν καταχρηστικότητα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της. Και τούτο διότι, υπό τα ως άνω προβληθέντα περιστατικά από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τη στήριξη της ένστασής του, η διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα επιβαλλόμενα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, υπό την έννοια της πρόκλησης έντονης αδικίας στον αναιρεσείοντα εναγόμενο.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-5-2021 αίτηση του Ε. Β. για αναίρεση της 7/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ