Legislator Case Law & Legislation
1409/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against correction of first-instance judgment for lack of passive standing and procedural errors.

Case Number 1409/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed against a correction of the first-instance judgment, ruling that the appellants lacked passive standing to challenge the specific correction order. The court held that the lower court's correction was limited to the terms and conditions of the correction itself, excluding the re-examination of evidence or the assessment of new facts. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 71 of the Civil Code and 32, 33 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a correction of a judgment is inadmissible if the appellant lacks passive standing, and the correction procedure does not allow for the re-examination of evidence or the assessment of new facts.

Keywords

AI generated
passive standing correction of judgment appeal admissibility re-examination of evidence legal costs procedural error civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraphs 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 575 section b of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 6 paragraph 1 of the ECHR
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1409 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1409/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Χ. Έ. του Α., κατοίκου ..., 4) Φ. Λ. του Ξ., 5) Ν. Ν. του Κ., 6) Ι. Π. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σοφό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 13) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Τσίκα, που ανακάλεσε την από 18/2/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσίβλητος Θ. Π. του Α. απεβίωσε στις 3/5/2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../1/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Άργους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6156/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5411/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/8/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, για να ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων η αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ώστε να μη χρειάζεται νέα κλήση των διαδίκων, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της κλήτευσής του, κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 704/2020, ΑΠ 499/2018, ΑΠ 720/2017, ΑΠ 592/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τη με αριθμό Γ-8722/1-2-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά, Α.

Σ., προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και αρχικό ορισμό δικασίμου, για τις 17-2-2020 και της από 27-1-2021 βεβαίωσης του γραμματέα του Αρείου Πάγου για την αναβολή της συζήτησης για τη δικάσιμο της 5-4-2021, κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με εγγραφή στο πινάκιο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, Αντωνία Τσίκα, ως αντίκλητο αυτών (αρθρ. 143 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία παραστάθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εκπροσωπώντας όλους τους αναιρεσίβλητους, τότε εκκαλούντες - αντεφεσίβλητους, μεταξύ των οποίων ο πέμπτος αναιρεσίβλητος, Θ.

Π.. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο, ο άνω πέμπτος αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίστηκε. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και κλητεύθηκε νόμιμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη, από 1-8-2018 (αριθμ. καταθ. 620/3-8-2018) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 5411/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσίβλητων και απορρίφθηκε η αντέφεση των αναιρεσειόντων κατά της 6156/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 4-7-2005 αγωγή των αναιρεσίβλητων, έναντι των εννέα πρώτων εναγομένων και του 16ου από αυτούς, απορρίφθηκε δε η αγωγή, ως προς τους 10η, 11η, 12η, 13η, 14η και 15η των εναγομένων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 12/2000).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια.

Ως κεφάλαιο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε και κατά την ταυτόσημη έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά, είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση (ΑΠ 132/2004).

Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα, όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξάλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που εφεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν ως προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας με αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 906/2021, ΑΠ 907/2021, ΑΠ 978/2014, ΑΠ 697/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 4-7-2005 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (συνολικά 16 τον αριθμό) να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, σε ολόκληρον καθένας, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, του δε 16ου των εναγομένων, Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, ευθυνόμενου μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ.

Ζήτησαν, επίσης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα ποσά που επίσης αναφέρονται στην αγωγή, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν, εξαιτίας της σε βάρος τους, αδικοπραξίας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 6156/2011 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ως προς τους 10η, 11η, 12η, και 13η των εναγομένων, ενώ απέρριψε την αγωγή και ως προς τις 14η και 15η των εναγομένων (ήδη πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων).

Δέχθηκε δε περαιτέρω εν μέρει την αγωγή, ως προς λοιπούς εναγομένους και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα ποσά, σε ολόκληρον καθένας, πλην του 16ου, του οποίου η υποχρέωση καταβολής περιορίστηκε στο ποσό των 30.000 ευρώ. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, άσκησαν την από 8-12-2014 έφεσή τους, με μοναδικό λόγο έφεσης, τη διόρθωση της εκκαλούμενης απόφασης, ως προς την εσφαλμένη αναγραφή στο διατακτικό της, ότι απορρίπτεται η αγωγή και ως προς τις 14η και 15η των εναγομένων.

Κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, οι αναιρεσείοντες (14η, 15η, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος των εναγομένων, αντίστοιχα) άσκησαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, την από 7-11-2016 αντέφεσή τους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την έφεση των αναιρεσίβλητων: ''Από την παραδεκτή επισκόπηση και ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης προκύπτει ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, όσον αφορά τις δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατη τρίτη των εναγομένων, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους, η αγωγή ερευνήθηκε στην ουσία της και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης ότι, ".....

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η ανάληψη των υπό διαχείριση κεφαλαίων της ..., 14ης εναγομένης, και η είσπραξη του ποσού των 400.000.000 δρχ. από λογαριασμό που τηρούσε η πρώτη εναγόμενη, .... για χρήματα επενδυτών της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, έγινε από τον Πρόεδρο της ανωτέρω εταιρίας, ..., κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως νομίμου εκπροσώπου αυτής και ως εκ τούτου η ανωτέρω εταιρεία ευθύνεται εις ολόκληρον μαζί με τους λοιπούς ανωτέρω εναγομένους για τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες.

Εξάλλου, από την επιστολή της Κ. Σ. προς τον Χ. Έ. (σελ. 1043-1044 της ποινικής αποφάσεως), προκύπτει η γνώση αυτού για την τέλεση της κακουργηματικής πλαστογραφίας των 52 πινακιδίων, που φέρεται ότι εκδόθηκαν από την ..., 15η εναγομένη, και παρόλα αυτά ουδέν έπραξε για την αποτροπή της αξιόποινης πράξης, ως είχε υποχρέωση ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ.

της πρώτης εναγομένης .... και ως εκ τούτου τέλεσε την πράξη της απλής συνέργειας στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της κυπριακής εταιρίας, ..., 15ης εναγομένης, καθώς τα ανωτέρω πλαστά πινακίδια φέρεται ότι εκδόθηκαν από την τελευταία, η οποία ευθύνεται εις ολόκληρον σε αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες, απορριπτομένων έτσι των ισχυρισμών τους και της ενστάσεώς τους περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης ......" (14η σελίδα οπίσθιο φύλλο).

Επίσης, στο 17ο φύλλο (οπίσθια σελίδα) και 18ο φύλλο (εμπρόσθια σελίδα) της απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι " ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των 1ης, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 9ου, 14ης και 15ης των εναγομένων, προκλήθηκε στους ενάγοντες ηθική βλάβη, από το έντονο ψυχικό άλγος από τη στέρηση των χρημάτων τους, καθώς και από την ταλαιπωρία με την εμπλοκή τους σε δικαστικούς αγώνες για τη διεκδίκηση αυτών, για την αποκατάσταση της οποίας οφείλεται από τους ανωτέρω εναγόμενους χρηματική ικανοποίηση σε έκαστο των εναγόντων ....".

Ωστόσο, ενώ από όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, σαφώς και προδήλως προκύπτει ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχεται στο σκεπτικό του, ότι η δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη των εναγομένων ευθύνονται σε ολόκληρο με τους λοιπούς εναγόμενους (πλην των δέκατης, ενδέκατης, δωδέκατης και δέκατης τρίτης των εναγομένων), για την αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων και της ηθικής βλάβης που τους προκλήθηκε, στο διατακτικό της, από προφανή παραδρομή αναγράφεται, εσφαλμένα, ότι "....

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τους 10η, 11η, 12η, 13η, 14η και 15η των εναγομένων. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς του λοιπούς εναγομένους.....". Δηλαδή, η εκκαλουμένη συμπεριέλαβε στην απορριπτική της διάταξη τις, δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη των εναγομένων, ενώ ως προς αυτές η αγωγή είχε γίνει δεκτή''. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε το μοναδικό λόγο της έφεσης των αναιρεσίβλητων, με τον οποίο αυτοί ζήτησαν τη διόρθωση της εκκληθείσας με αριθμό 6156/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διόρθωσε το διατακτικό της εν λόγω πρωτοβάθμιας απόφασης κατά τη διάταξη περί απόρριψης της αγωγής, από την εσφαλμένη "

Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους 10η, 11η, 12η, 13η, 14η και 15η εναγομένους" στην ορθή "

Απορρίπτει την αγωγή ως προς τις 10η, 11η, 12η και 13η εναγόμενες". Περαιτέρω και όσον αφορά την αντέφεση των αναιρεσειόντων, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η ασκηθείσα ως άνω αντέφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον τα προσβαλλόμενα με αυτήν κεφάλαια δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση, ούτε συνέχονται αναγκαστικά με το προσβληθέν με αυτήν (έφεση) μοναδικό κεφάλαιο.

Ειδικότερα, με το μοναδικό λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούντες παραπονούνται για σφάλμα της εκκαλουμένης, που εμφιλοχώρησε στο διατακτικό της, σχετικά με τις δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη των εναγομένων, ως προς τις οποίες, εκ παραδρομής, αναφέρεται ότι απορρίπτεται η αγωγή, ενώ από το σκεπτικό της απόφασης σαφώς προκύπτει η ευθύνη και αυτών των εναγομένων, έναντι των εναγόντων.

Κατά τα λοιπά η πρωτόδικη απόφαση δεν εκκαλείται και επομένως, ως προς τα λοιπά κεφάλαιά της, όπως και εκείνο της υπαιτιότητας, έχει καταστεί τελεσίδικη. Με την αντέφεση που άσκησαν οι προαναφερθέντες εναγόμενοι, (η οποία ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης και επομένως δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοτελής έφεση), πλήττονται κυρίως, τα κεφάλαια, που σχετίζονται με την κρίση της εκκαλουμένης, ως προς την υπαιτιότητα των αντεκκαλούντων διαδίκων.

Συγκεκριμένα, οι αντεκκαλούντες παραπονούνται: α) για την μη αποδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματός τους για αναβολή της δίκης, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, β) για αοριστία της αγωγής όσον αφορά την υπαιτιότητά τους, γ) για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης όσον αφορά την πρώτη και δεύτερη των αντεκκαλούντων, δ) για έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης των αντεκκαλούντων (καθώς, μάλιστα, όπως επικαλούνται, ένας εξ αυτών - Φ.

Λ. - ήδη αθωώθηκε από το ποινικό δικαστήριο, ενώ έτερος - Χ. Έ. - έχει ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης που τον καταδίκασε) και ε) για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, τα ως άνω κεφάλαια της εκκαλούμενης απόφασης δεν προσβλήθηκαν με έφεση, ούτε και συνέχονται αναγκαίως με το προσβληθέν με αυτήν κεφάλαιο".

Με τις παραδοχές δε αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση των αντεκκαλούντων - αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αντέφεση του αναιρεσειόντων και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Και τούτο διότι, πράγματι τα κεφάλαια της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που προσβλήθηκαν με την αντέφεση των αντεκκαλούντων - αναιρεσειόντων, δεν προσβλήθηκαν με την έφεση, ούτε συνέχονταν αναγκαστικά, με την έννοια που εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, με το κεφάλαιο που προσβλήθηκε με την έφεση, δεδομένου ότι η έφεση των εκκαλούντων-αναιρεσίβλητων είχε ως μοναδικό λόγο τη διόρθωση της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, ως προς τους εκεί αναφερόμενους ενάγοντες - εκκαλούντες, κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ.

Επομένως, ορθά κρίνοντας το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως απαράδεκτη την αντέφεση των αναιρεσειόντων και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τους αριθμούς 1 και 19, κατά τους αναιρεσείοντες, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ κατά το ίδιο άρθρο (559 ΚΠολΔ), αρ. 11, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αντικείμενο της διόρθωσης, δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία αίρονται μόνο με την άσκηση ενδίκων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης.

Τα σφάλματα αυτά πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το κείμενο της απόφασης και των στοιχείων που ορίζουν το περιεχόμενό της ή από τα πρακτικά ή από τις προτάσεις ή τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία (ΑΠ 1452/2019, ΑΠ 1871/2017). Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι, επιτρεπτή διόρθωση της απόφασης, που μπορεί να αφορά οποιοδήποτε τμήμα της, άρα και το διατακτικό της, χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές του δεδικασμένου, υφίσταται όταν τα σφάλματα που πρέπει να διορθωθούν οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών, που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί, αρκεί η μεν παραδρομή, στην οποία οφείλονται τα λάθη, να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης ή να μεταβάλλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΑΠ 1540/2018, ΑΠ 283/2017).

Αρμόδιο δικαστήριο κατά την προαναφερθείσα διάταξη, για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης είναι το δικαστήριο που εξέδωσε τη διορθωτέα απόφαση. Ωστόσο, η διόρθωση αυτή μπορεί να ζητηθεί και με την άσκηση έφεσης, λόγω της φύσης της τελευταίας ως τακτικού ένδικου μέσου, που μπορεί επομένως να συμπεριλάβει κάθε πλημμέλεια, ακόμα και αυτή που οφείλεται σε παραδρομή της απόφασης (ΑΠ 906/2021, ΑΠ 907/2021, ΑΠ 548/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, μέσω της διόρθωσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 71 ΑΚ και 32 και 33 του ΕμπΝ, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης και της δεύτερης εξ αυτών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αναίρεση.

Επίσης, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, προβαίνοντας στη διόρθωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το τεκμήριο αθωότητας, που αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία της δίκαιης δίκης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Ότι ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρόλο που προέβη στη διόρθωση, δεν έλαβε υπόψη του τα νέα στοιχεία που προσκόμισαν ενώπιόν του με επίκληση, ούτε επανεκτίμησε τις αποδείξεις και συγκεκριμένα, τις αναφερόμενες αποφάσεις του Τριμελούς και του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κηρύχθηκαν αθώοι των κατηγοριών για υπεξαίρεση και πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος οι τέταρτος και πέμπτος και ένοχος ο τρίτος εξ αυτών, καθώς και το γεγονός ότι ο τελευταίος άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.

Πλην, όμως, το Εφετείο, με βάση το μοναδικό λόγο της έφεσης των εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων, που ήταν η διόρθωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, μόνο τους όρους και τις προϋποθέσεις της διόρθωσης της απόφασης, μπορούσε να ερευνήσει.

Στη διαδικασία δε αυτής της διόρθωσης, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης τα σφάλματα του δικαστηρίου, τα οποία αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, όπως δεν αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης η επανεκτίμηση των αποδείξεων ή η εκτίμηση νέων αποδείξεων, ενώ, τέλος, η διόρθωση δεν μπορεί να σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης και, παραβιάζοντας το δεδικασμένο, να μεταβάλλει το περιεχόμενο της υπό διόρθωση απόφασης.

Συνεπώς, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 11 γ αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (πλην του πέμπτου αυτών), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Όσον αφορά τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι ελλείπει σχετικό αίτημα, λόγω της ερημοδικίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-8-2018 (αριθμ. καταθ. 620/3-8-2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5411/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των ως άνω παριστάμενων αναιρεσίβλητων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ