Legislator Case Law & Legislation
1409/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds as the claim was properly raised in lower court.

Case Number 1409/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court erred in accepting her claim to possess the disputed property, but the Court found this argument had been properly presented during the original proceedings. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the substantive claim was not a new issue but one already litigated below.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it relies on a claim not properly raised in the court of first instance, unless it concerns a public order issue or a defect inherent in the judgment itself.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal properly raised claim cassation procedure first instance record public order exception

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1409 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1409/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας Μ. χας Γ. Τ., το γένος Ε. Κ., κατοίκων ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσάνθη Γραμμάτικα.

Του αναιρεσιβλήτου Α. Ι. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Ζεγγίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 611/2012 μη οριστική και 4761/2014 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 3771/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2018 αίτησή της. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιες δικηγόροι τους ζήτησαν της αναιρεσείουσας την παραδοχή και του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 3771/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απερρίφθησαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 4761/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή προστασίας της νομής ακινήτου του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 1. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι: α) ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, "λόγω μη ακριβούς περιγραφής του επιδίκου και των ορίων του", εξαιτίας των αναφερομένων σφαλμάτων του συνημμένου στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος, στο οποίο τούτο εικονίζεται, β) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή έλαβε υπόψη της, αν και δεν επιτρεπόταν από το νόμο, την από μηνός Δεκεμβρίου 2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Θ.

Θ. και επειδή δεν κήρυξε αυτή άκυρη, λόγω των αναφερομένων σφαλμάτων της, ήτοι "τη μη σύνταξη νέου τοπογραφικού διαγράμματος για το επίδικο και τις όμορες ιδιοκτησίες, το ότι η πραγματογνώμων έλαβε υπόψη της το τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου που προσάρτησε στην αγωγή του ο ενάγων, παρ' όλο που αυτό μόνο κατ' όνομα ονομάζεται τοπογραφικό, το ότι η πραγματογνώμων δεν έλαβε υπόψη της τους τίτλους κτήσεως της αναιρεσείουσας και τα προσαρτώμενα εις αυτούς τοπογραφικά διαγράμματα και επειδή οι φωτογραφίες που αναφέρονται εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη είναι ελάχιστης κλίμακας 1 προς 40.000", γ) ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι διατάσσει την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) να αποδώσει στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) τη νομή του επιδίκου, αν και αυτός με την αγωγή του δεν ζήτησε αυτό, αλλά την παράλειψη κάθε μελλοντικής διατάραξης της νομής του, επιδικάζοντας έτσι κάτι που δεν ζητήθηκε και επιπλέον εκείνου που ζητήθηκε, δ) ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, αν και δεν αναφέρεται σε αυτή, ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα ήταν νομέας ή κάτοχος του επιδίκου κατά την άσκησή της και ε) ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, "παρόλο που δεν έγινε μνεία στο δικόγραφό της του συμβολαίου με το οποίο ο ενάγων απέκτησε τη νομή του επιδίκου και της μεταγραφής του...και των υλικών πράξεων νομής των αμέσων δικαιοπαρόχων του".

Είναι δε απαράδεκτοι οι λόγοι αυτοί, πρωτίστως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παραπάνω από 21-11-2014 έφεσης και από 10-9-2015 προσθέτων λόγων έφεσης της αναιρεσείουσας, οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που στηρίζουν τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, δεν προτάθηκαν στο Εφετείο, αν και μπορούσαν, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτουν στις ανωτέρω εξαιρέσεις.

Επιπλέον, ο πρώτος παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, επειδή στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της παραπομπής, ως προς την περιγραφή του επιδίκου, στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 23-9-2010 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, το επίδικο περιγράφεται, ως προς τη θέση, την έκταση και τα όριά του, στο δικόγραφο της αγωγής αυτής και δεν γίνεται, ως προς την περιγραφή του, παραπομπή στο συνημμένο στην αγωγή ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο απλώς εικονίζει το επίδικο.

2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, δέχτηκε, ότι νομέας του επιδίκου είναι ο αναιρεσίβλητος και όχι η αναιρεσείουσα, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, καίτοι η αναιρεσείουσα τα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα ενώπιόν του με τις προτάσεις της και από τα οποίο προέκυπταν τα αντίθετα από εκείνα που, σύμφωνα με τα παραπάνω, δέχτηκε το Δικαστήριο αυτό, ήτοι ότι νομέας του επιδίκου ήταν η αναιρεσείουσα.

Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι: 1) τα πρακτικά των 142/2009 και 168/2011 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα, 2) η από 6-6-2007 αγωγή διανομής του Α. Β. κατά των Α. Β. και Κ. Β., 3) το ….60/30-8-1979 έγγραφο του Δασαρχείου ..., 4) "δηλώσεις Ε9 από 2005 με το επίδικο", 5) το από 2-10-1979 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Δ., 6) "Ε9 ετών 1995, 1997", 7) "υπεύθυνη δήλωση ελαιοκαλλιέργειας με το επίδικο του 2002 και αεροφωτογραφία του", 8) η από 22-4-1991 αγωγή του Κ.

Π. κατά του Α. Β., 9) τα ...54/1977, ...90/1976, ...91/1975, ...92/1975 και ...82/1977 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Σ. Β. (Β.), 10) οι ….34/2009 και ….35/2009 ένορκες βεβαιώσεις (άλλης δίκης) των Γ. Σ. και Δ. Μ., αντίστοιχα, 11) η από 23-7-2008 καταγγελία κατά του αναιρεσιβλήτου, 12) η από 2-7-2008 απόδειξη, 13) δήλωση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας έτους 1977, 14) το …23/1972 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α.

Ο., 15) αντίγραφο μερίδας της αναιρεσείουσας του Υποθηκοφυλακείου …., 16) έντυπο υπολογισμού αξίας εκτός σχεδίου ακινήτων και 17) το ...80/1979 συμβόλαιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα, τα οποία καθένας από τους διαδίκους επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα...χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα, κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης" και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

3. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προβλέπει δεσμευτικά γι' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που το συνέταξε ή ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο γι' αυτή τη βεβαίωση.

Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που το συνέταξε ή ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται στο εν λόγω έγγραφο, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης του και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007).

Συνεπώς, τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, αν παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός άλλων, προέρχονται από πρόσωπο ενώπιον του οποίου έγιναν τα όσα βεβαιώνονται σε αυτά και το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει τη βεβαίωση αυτή, όχι, όμως και όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια. Επίσης, τα ιδιωτικά έγγραφα, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 445 ΚΠολΔ, εφόσον έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους και η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν, κατ' αρχήν, πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση που περιέχεται σε αυτά προέρχεται από τον εκδότη τους και όχι ως προς άλλα γεγονότα, τα οποία, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι τα δημόσια έγγραφα, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ, λογίζονται ως ισοδύναμα με τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 774/2012, ΑΠ 1991/2009, ΑΠ 1417/2009).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου στο 3760/30-8-1979 έγγραφο του Δασαρχείου ..., το οποίο, κατά τον ερευνώμενο λόγο, "αναγνωρίζει ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα της αναιρεσείουσας και ότι ασκεί (η αναιρεσείουσα) επ' αυτού πράξεις νομής", που είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το παραπάνω έγγραφο δεν αποτελεί, ως προς το ανωτέρω περιεχόμενο, που του αποδίδεται με τον ερευνώμενο λόγο, πλήρη απόδειξη, αφού το περιεχόμενο αυτό δεν αποτελεί γεγονός από εκείνα που έχουν γίνει ενώπιον του συντάκτη του, ο οποίος, επιπλέον, δεν ήταν αρμόδιος για τη βεβαίωσή του, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, εξάλλου, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στο παραπάνω έγγραφο μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτικό θέμα, το εκτίμησε, ως προς το περιεχόμενό του που προαναφέρθηκε, ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ' είδος.

4. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Ήτοι, ως έγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, νοούνται τα, κατά τα άρθρα 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν, συνεπώς, έγγραφα, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 774/2012, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 505/2007). Επομένως, ο έκτος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης από το Εφετείο του περιεχομένου της από μηνός Δεκεμβρίου 2013 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της Θ. Θ., η οποία πραγματογνωμοσύνη είχε διαταχθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

5. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 984 εδ. α' ΑΚ, η νομή προσβάλλεται και με αποβολή του νομέα, εφόσον γίνεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή, έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η αποβολή από τη νομή αποτελεί προσβολή της, από την οποία ο νομέας μπορεί να προστατευθεί με την αγωγή αποβολής, που προβλέπεται από το παραπάνω άρθρα 987 ΑΚ, όταν η αποβολή αυτή είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη θέλησή του (ΑΠ 2305/2009, ΑΠ 572/2008) και εφόσον η παράνομη αυτή κατάσταση εξακολουθεί και κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, με τη συνέχιση της παραμονής του εναγομένου στη νομή του πράγματος και κατά το χρόνο αυτό (ΑΠ 632/2006).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1401/2010), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016).

Τέλος, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1056/2009).

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των ανεπαρκών αιτιολογιών, "ως προς το ποιός ήταν νομέας και κάτοχος του επιδίκου κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής...διότι δεν αιτιολογεί, εάν, πως και πότε εγώ (αναιρεσείουσα) ή οι δικαιοπάροχοί μου αποκτήσαμε τη νομή του επιδίκου".

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, πλην άλλων, ότι "...περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2009 η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) εισήλθε στο προπεριγραφόμενο επίδικο τμήμα, επιφάνειας 2.363,48 τμ και προέβη στην όργωση αυτού, προσβάλλοντας με τον τρόπο (αυτό) παράνομα και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) το δικαίωμα συννομής του σ' αυτό...όπως προεκτέθηκε, συννομέας του επιδίκου τμήματος ήταν ο ενάγων μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου 2009, οπότε προσβλήθηκε το δικαίωμα συννομής του από την εναγόμενη και άσκησε την αγωγή, με επίδοσή της στην εναγόμενη στις 13-11-2010".

Στη συνέχεια δε και των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η παραπάνω αγωγή προστασίας της νομής του αναιρεσιβλήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το παραπάνω ουσιώδες, για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς, ζήτημα της παράνομης και παρά τη θέληση του αναιρεσιβλήτου νομής του επιδίκου από την αναιρεσείουσα, αφού, κατά τα ανωτέρω, διέλαβε, ως προς το ζήτημα αυτό, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 974, 976 εδ.

α', 984 και 987 ΑΚ, καθόσον εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφώς και με επάρκεια ότι η αναιρεσείουσα από τα μέσα Δεκεμβρίου του 2009, παράνομα και παρά τη θέληση του μέχρι τότε νομέα αναιρεσιβλήτου, κατέλαβε, οργώνοντάς το, το επίδικο, προσβάλλοντας έκτοτε με τον τρόπο αυτό τη νομή του αναιρεσιβλήτου στο εν λόγω ακίνητο και ότι, εξαιτίας της προσβολής του αυτής, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της αναιρεσείουσας την παραπάνω αγωγή του προστασίας της νομής του στο επίδικο, η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 13-11-2010.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-5-2018 αίτηση της Μ. χας Γ. Τ., το γένος Ε. Κ., για αναίρεση της 3771//2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ