Legislator Case Law & Legislation
1409/2018 AI generated

1409/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1409/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1409/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 626 §§ 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει, πλην των όσων ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 και 119 § 1 Κ.Πολ.Δ., να περιέχονται: α) αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, β) η απαίτηση για την οποία ζητείται έκδοση της διαταγής πληρωμής και γ) το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή.

Keywords

AI generated
capacity to incur bill liability consequences of withdrawal unreasonableness of expulsion reassignment of claim objection to debt enforcement suspension of payments
AI generated
1886/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
726/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη - Εισηγητή, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.
884/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
123/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1672/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1409 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1409/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….." και τον διακριτικό τίτλο "….", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιγανίδη.

Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αβρίθη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 618/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2013 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 20-4-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των υπό στοιχ. Β1 και Β3 λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 46/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατικής έδρας Κω), η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 635-646 ΚΠολΔ και έκανε δεκτή την από 9-7-2012 έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 618/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω και δεχόμενη την από 11-11-2009 ανακοπή, ακύρωσε την εις βάρος της ήδη αναιρεσίβλητης εκδοθείσα υπ' αριθ. 390/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

II. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1474/2008).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 του Ν.5960/1933, η οπισθογράφηση μπορεί να περιέχει τη ρήτρα "αξία εις κάλυψη", "προς είσπραξη", "κατά πληρεξουσιότητα" ή κάθε άλλη μνεία που ενέχει απλή εντολή. Η οπισθογράφηση αυτή, μορφή της οποίας είναι και η καλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση, δεν επάγεται μετάσταση της κυριότητας του τίτλου και του δικαιώματος που πηγάζει απ' αυτόν, αλλά ο κομιστής λόγω πληρεξουσιότητας ασκεί τα από την επιταγή δικαιώματα πάντοτε ως αντιπρόσωπος του εντολέα του και όχι στο δικό του όνομα.

Και βέβαια, η "λόγω πληρεξουσιότητας" οπισθογράφηση απαιτεί, κατά την τυπική μορφή της, να σημειώνεται μία από τις ως άνω φράσεις πάνω στον τίτλο. Τούτο, όμως ουδόλως αποκλείει την καλυμμένη, λόγω πληρεξουσιότητας, οπισθογράφηση, η οποία γίνεται με βάση ιδιαίτερη, χωρίς τη χρήση τύπου, συμφωνία μεταξύ οπισθογράφου και κομιστή, οπότε ο οπισθογράφος μπορεί να την αποδείξει και να ασκήσει τα από την επιταγή δικαιώματά του, τα οποία και δεν απώλεσε λόγω της καλυμμένης λόγω πληρεξουσιότητας, οπισθογραφήσεως (ΑΠ 1844/2014, ΑΠ 2011/2009, ΑΠ 2012/2009, ΑΠ 1483/2008).

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με σχετικό λόγο της έφεσής της, η καθ' ης η ανακοπή, ισχυρίζεται ότι τις επίδικες επιταγές τις μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΙΜΙΤΕΔ προς είσπραξη, χωρίς να επικαλείται ότι η οπισθογράφηση των επιταγών περιέχει τη ρήτρα "αξία εις κάλυψη", "προς είσπραξη", "κατά πληρεξουσιότητα" ή κάθε άλλη μνεία που ενέχει απλή εντολή, που στοιχειοθετούν τη "φανερή" λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση.

Περαιτέρω, με το δικόγραφο της έφεσής της δεν επικαλείται την ύπαρξη και προσκομιδή, κατά την υποβολή της αίτησής της για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, εγγράφου από το οποίο να αποδεικνύεται ότι η οπισθογράφηση των επιδίκων επιταγών είναι καλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση, ήτοι ότι, υπό την φαινομενικώς πλήρη οπισθογράφηση (δηλαδή την προσθήκη κάποιας από τις ανωτέρω λεκτικές ενδείξεις), καλύπτεται, στην προκειμένη περίπτωση, πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση στηριζόμενη σε ιδιαίτερη συμφωνία της με την υπέρ ης η οπισθογράφηση.

Με την αυτή ως άνω έφεση, η καθ' ης η ανακοπή και εκκαλούσα εκθέτει ακόμη ότι προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την από 10.12.2009 επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, μεταγενέστερη, δηλαδή, της έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε στις 21.9.1999 (το ορθό: 2009), με την οποία βεβαιώνεται ότι κάθε επίδικη επιταγή επεστρέφετο, αφού η τράπεζα δεν είχε καμία απαίτηση απ' αυτήν.

Από τα ανωτέρω, όμως, εκτιθέμενα συνάγεται ότι η προσβαλλόμενη με αριθμό …../1999 ορθό: 2009) διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της αιτούσας, που το δικαίωμά της από τις επίδικες επιταγές δεν αποδεικνύεται από την κατοχή αξιογράφου σε συνδυασμό και με την αδιάκοπη σειρά των οπισθογραφήσεων, και δε συνόδευε όπως θα έπρεπε την αίτησή της για έκδοση διαταγής πληρωμής, από έγγραφο, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, περί υπάρξεως ιδιαίτερης συμφωνίας περί καλυμμένης λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφησης, δεδομένου ότι ούτε στη διαταγή πληρωμής, ούτε στην έφεση της ίδιας γίνεται λόγος ότι η εκκαλούσα και αιτούσα την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατέβαλε αναγωγικά τα ποσά των επίδικων επιταγών στην Τράπεζα Κύπρου και έτσι ανέλαβε τα σώματα αυτών.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε παρά την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αιτούσας την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η οποία δε στηρίζει το δικαίωμα της σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων και δεν είναι εφοδιασμένη με έγγραφο που να καλύπτει κατά τα ανωτέρω το δικαίωμα της, ενώ το γεγονός ότι η συμφωνία περί καλυμμένης λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφησης μπορεί να είναι και άτυπη, δεν σημαίνει ότι μπορεί να παρακάμψει την υποχρέωση των αιτούντων την έκδοση διαταγής πληρωμής να αποδεικνύουν την ενεργητική νομιμοποίησή τους εγγράφως και να προσκομίζουν τα σχετικά νομιμοποιητικά τους έγγραφα προ του χρόνου της έκδοσης της διαταγής πληρωμής.

Κατόπιν τούτων, ο λόγος της υπό κρίση ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι δεν νομιμοποιείται η καθ' ης η ανακοπή στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αφού δεν στηρίζει το δικαίωμά της στην αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, κρίνεται ως νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, δηλαδή της ανακοπής, πρέπει να ακυρωθεί η ως άνω με αριθμό …09 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω".

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δεχόμενο την ανακοπή, ακύρωσε την επίδικη διαταγή πληρωμής. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 23 του Ν.5960/1933, εφόσον έκρινε ότι, με δεδομένο ότι οι επίδικες επιταγές δεν περιείχαν κάποια ρήτρα που να υποδηλώνει "φανερή" οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας και η αίτηση για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής δεν συνοδευόταν από έγγραφο περί υπάρξεως ιδιαίτερης συμφωνίας περί καλυμμένης λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφησης, δεν υπήρχε ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ερειδόμενη σε καλυμμένη οπισθογράφηση.

Επομένως δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αντίθετα η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχ. Β1 πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζει, με τον ισχυρισμό ότι παραβιάστηκε η διάταξη αυτή με τη μη εφαρμογή της παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν γι' αυτό, απαιτώντας, για να δημιουργηθεί δικαίωμα οπισθογράφου επιταγής που φέρει καλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση, να προκύπτει η νομιμοποίησή του από σχετικό έγγραφο, το οποίο μάλιστα να υπάρχει πριν από την έκδοση της διαταγής αυτής.

III. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Δικονομικές ακυρότητες που ιδρύουν τον παρόντα λόγο είναι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 626 §§ 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει, πλην των όσων ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 και 119 § 1 Κ.Πολ.Δ., να περιέχονται: α) αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, β) η απαίτηση για την οποία ζητείται έκδοση της διαταγής πληρωμής και γ) το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή.

Στην αίτηση αυτή πρέπει επίσης να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τη διάταξη δε του άρθρου 623 του ίδιου Κώδικα, που ως προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής αξιώνει την απόδειξη της απαιτήσεως και του οφειλόμενου ποσού με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, συνάγεται ότι διαδικαστικό απαράδεκτο δημιουργεί και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής, ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως και της δυνατότητας αποδείξεώς της με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 10/1997).

Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση ακύρωσε τη με αριθμό …09 διαταγή πληρωμής, δεχόμενο ότι εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας, που το δικαίωμά της από τις επίδικες επιταγές δεν αποδεικνυόταν από την κατοχή αξιόγραφου σε συνδυασμό με την αδιάκοπη σειρά των οπισθογραφήσεων και ότι η αναιρεσείουσα δε συνόδευε την αίτησή της για έκδοση διαταγής πληρωμής από έγγραφο, που να διαλαμβάνει την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας όσον αφορά καλυμμένη λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει διαδικαστικό απαράδεκτο και συνεπώς είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπό στοιχ. Β3 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα.

IV. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τί συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχ. Β2 λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών προκειμένου να διαπιστώσει αν είχε δοθεί καλυμμένη πληρεξουσιότητα στη συνεργαζόμενη με αυτήν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο, αναφέροντας απλώς ότι η ήδη αναιρεσείουσα δεν επικαλείται την ύπαρξη και προσκομιδή εγγράφου από το οποίο να αποδεικνύεται ότι, υπό την φαινομενικώς πλήρη οπισθογράφηση, καλύπτεται πληρεξουσιοδοτική οπισθογράφηση, στηριζόμενη σε ιδιαίτερη συμφωνία της με την υπέρ ης η οπισθογράφηση, δεν προέβη σε ερμηνεία δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως, ενώ τουναντίον δεν δέχεται ότι υφίσταται κάποια συμφωνία μεταξύ της οπισθογράφου αναιρεσείουσας και της Τράπεζας Κύπρου, ώστε να επιδέχεται ερμηνεία ή συμπλήρωση.

Επομένως ο λόγος αυτός από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση. Απορριπτέος ωσαύτως ως αόριστος είναι και ο υπό στοιχ. Β4 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ή για αντιφατικές αιτιολογίες αφού, εκτός από την επίκληση του αριθ.: 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την παράθεση κατά λέξη σχετικής αρεοπαγιτικής νομολογίας, δεν αναφέρονται επί ποιου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ελλείπουν αιτιολογίες ή ποιες είναι οι κατά την άποψή της αντιφατικές αιτιολογίες.

V. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την έχει απορρίψει ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (βλ.

ΟλΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης, κρίνοντας από το περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής ότι αυτή απαραδέκτως εκδόθηκε ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας. Προσέθεσε δε ότι η από 10.12.2009 επιστολή της Τράπεζας Κύπρου, με την οποία η Τράπεζα βεβαιώνει ότι δεν είχε καμία απαίτηση από τις επιταγές που της εδίδοντο με οπισθογράφηση είχε προσκομιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ανακοπής από την αναιρεσείουσα, όπως η ίδια εξέθετε στην έφεσή της και όχι κατά την κατάθεση της αιτήσεως προς έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη την επιστολή αυτή και είναι αβάσιμος ο υπό στοιχ. Β5 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως επικληθείσα ως άνω επιστολή. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη προβαλλομένου άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…..", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ