Legislator Case Law & Legislation
1409/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for late document production request filed at second instance.

Case Number 1409/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellants argued that the lower court improperly rejected their request to produce internal documents regarding an alleged urgent situation, claiming this constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court held that the request was inadmissible because it was raised for the first time at the second instance and was too vague to define specific documents or establish the appellant's possession of them. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a procedural error regarding the rejection of a document production request is inadmissible if the request was raised for the first time at the second instance and fails to specify the documents or the applicant's possession of them.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal document production request second instance procedure vague request legal costs order Code of Civil Procedure procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 450 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 9 paragraph gamma of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1409 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1409/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Μ. του Α., κατοίκου ... και 4) Β. Π. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ) Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2859/2008 του ίδιου δικαστηρίου και 2848/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2014 αίτησή τους, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 22-9-2015 κλήση της αναιρεσίβλητης μετά τη ματαίωση αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-9-2015.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 19-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις .../20-2-2015 και .../30-11-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Β., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδουσες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητες, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα: α) της υπό κρίση από 20-12-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 2848/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-9-2015, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση και β) της από 22-9-2015 κλήσεως των αναιρεσιβλήτων για συζήτηση της αιτήσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 1-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (18-10-2016), επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στη δικηγόρο Αθηνών Κ.

Σ., ως υπογράψασα το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία νόμιμη δικάσιμο αυτής (18-10-2016), οι αναιρεσείοντες δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Εφόσον δε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο κατά τη μετ’ αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει οι αναιρεσείοντες να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). 2.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1976 "Εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως ο μισθωτός δικαιούται από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του και ίσης προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου του προσθέτου αποζημιώσεως". Περαιτέρω κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ.

της 27-6/4-7-1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 515/1970 "1. Υπερωριακή απασχόλησις του προσωπικού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος επιτρέπεται: α) Μετά προηγουμένην επίδοσιν εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας (...) εγγράφου αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως (...) β) Υπό τον όρον ότι τηρείται υπό του οικείου εργοδότου ειδικόν βιβλίον υπερωριών υπό τύπον ημερολογίου, θεωρούμενον υπό της αρμοδίας Επιθεωρήσεως Εργασίας προ πάσης χρησιμοποιήσεώς του".

Εξ άλλου κατά το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 264/1973 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή (ήδη έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 74 παρ. 11 του ν. 3863/2010): "Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως, εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγήται κατά περίπτωσιν άδεια υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, ως και του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.

επί πλέον των δι’ εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχολήσεως, εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη ως μη επιδεχομένη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.

Δια την κατά τα ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιον των μισθωτών καταβάλλεται ηυξημένον κατά 75%". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν ο αρμόδιος Υπουργός χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέρα από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών καθίσταται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη επίδοση εγγράφου αναγγελίας στην αρμοδία επιθεώρηση εργασίας (Ολ.

Α.Π. 1772/1981). Οι εν λόγω αποφάσεις του Υπουργού Απασχολήσεως είναι ατομικές, αφορούν σε συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και στην εξυπηρέτηση περιοριστικώς αναφερομένων αναγκών, εκδίδονται σε κάθε περίπτωση ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία, τον αριθμό των εργαζομένων για τους οποίους επιτρέπεται η εργασία πέραν του νομίμου, μεγίστου ωραρίου ημερήσιας απασχολήσεως, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού.

Δεν απαιτείται δε να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθ’ όσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της αποφάσεως ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχολήσεως, ποιοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά.

Εξ άλλου η διαπίστωση του γεγονότος ότι πρόκειται για εργασία επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη και δεν επιδέχεται αναβολή ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια διοικητική αρχή, ήτοι στον Υπουργό Απασχολήσεως, του οποίου η κρίση περί της συνδρομής της εν λόγω ουσιαστικής προϋποθέσεως δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (Α.Π. 699, 700/2013, 1807/2011). 3.

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρις που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσείοντες] προσλήφθηκαν από την εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ [ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, της οποίας καθολική διάδοχος ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα είναι η δεύτερη αναιρεσίβλητη] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πιο συγκεκριμένα ο πρώτος στις 17-1-1992 με την ειδικότητα του οδηγού στην κατηγορία Τ5, ο δεύτερος στις 1-2-1982 με την ειδικότητα του οδηγού στην κατηγορία Τ4/Α, ο τρίτος στις 2-10-1982 με την ειδικότητα του οδηγού στην κατηγορία ΓΥ/3 και ο τέταρτος στις 17-11-1986 με την ειδικότητα του οδηγού στην κατηγορία ΓΥ/1.

Αυτοί το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2002 εργάζονταν στην επιχείρηση της εναγομένης με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με συμβατικό ωράριο εργασίας οκτώ (8) ώρες την ημέρα και σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα. Κατά το διάστημα αυτό οι ενάγοντες εργάσθηκαν υπερωριακά τις εργάσιμες ώρες της εβδομάδας (πέραν των ωρών υπερεργασίας) καθώς και Κυριακές και άλλες αργίες.

Ειδικότερα... αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες πραγματοποίησαν συνολικά το έτος 2002 τις εξής ώρες υπερωρίας (ημερήσιες και νυκτερινές σε εργάσιμες ημέρες και σε αργίες) : α) ο πρώτος ενάγων 302 ώρες (78 τον Ιανουάριο, 78 το Φεβρουάριο, 78 το Μάρτιο, 60 τον Απρίλιο, 8 το Μάιο, ενώ τους υπόλοιπους μήνες δεν πραγματοποίησε υπερωρίες), β) ο δεύτερος ενάγων 695 ώρες (65 τον Ιανουάριο, 66 το Φεβρουάριο, 65 το Μάρτιο, 73 τον Απρίλιο, 69 το Μάιο, 67 τον Ιούνιο, 28 τον Ιούλιο, 24 τον Αύγουστο, 63 το Σεπτέμβριο, 63 τον Οκτώβριο, 62 το Νοέμβριο και 50 το Δεκέμβριο), γ) ο τρίτος ενάγων 338 ώρες (27 τον Ιανουάριο, 13 το Φεβρουάριο, 24 το Μάρτιο, 5 τον Απρίλιο, 21 το Μάιο, 20 τον Ιούνιο, 72 τον Ιούλιο, 42 τον Αύγουστο, 60 το Σεπτέμβριο, 28 τον Οκτώβριο, 9 το Νοέμβριο και 17 το Δεκέμβριο) και δ) ο τέταρτος ενάγων 461 ώρες (33 τον Ιανουάριο, 38 το Φεβρουάριο, 47 το Μάρτιο, 45 τον Απρίλιο, 52 το Μάιο, 40 τον Ιούνιο, 41 τον Ιούλιο, 24 τον Αύγουστο, 37 το Σεπτέμβριο, 33 τον Οκτώβριο, 35 το Νοέμβριο και 36 το Δεκέμβριο).

Για την πρόσθετη αυτή εργασία των εναγόντων η εναγόμενη κατέβαλε στους ενάγοντες αμοιβές με βάση τις διατάξεις περί παροχής νομίμων υπερωριών, όπως συνομολογούν και οι ενάγοντες με την αγωγή τους. Για την υπερωριακή αυτή απασχόληση το επίδικο χρονικό διάστημα των εναγόντων και άλλων εργαζομένων της διαφόρων ειδικοτήτων, με τις... ...27-8-2002, .../8-7-2002 και .../25-11-2002 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας είχαν χορηγηθεί στην εναγόμενη, κατόπιν αιτήματός της, σχετικές άδειες υπέρβασης του νομίμου ορίου υπερωριών, που εκδόθηκαν μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, στις οποίες αναφέρεται το αίτημα της εναγομένης, ο αριθμός των εργαζομένων με τις ειδικότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι οδηγοί, ειδικότητα που απασχολούνταν οι ενάγοντες σ’ αυτή (εναγόμενη) και ο αριθμός των ωρών της υπερωριακής απασχόλησης και πιο συγκεκριμένα:

α) με την... ...27-8-2002 ΥΑ για υπερωριακή απασχόληση το διάστημα από 1-1-2002 έως 31-5-2002 για 4.839 μισθωτούς μέχρι 283.993 ώρες και για 140 οδηγούς μέχρι 12.614 ώρες, β) με την... .../8-7-2002 ΥΑ για υπερωριακή απασχόληση το διάστημα από 1-6-2002 έως 31-12-2002 για 188 οδηγούς μέχρι 13.160 ώρες και για υπερωριακή απασχόληση το διάστημα από 1-6-2002 έως 30-6-2002 για 8.515 μισθωτούς διαφόρων ειδικοτήτων μέχρι 96.220 ώρες και γ) με την... .../25-11-2002 ΥΑ για υπερωριακή απασχόληση το διάστημα από 1-7-2002 έως 31-12-2002 για 9.442 μισθωτούς μέχρι 596.674 ώρες και για 299 οδηγούς μέχρι 19.734 ώρες...

Εφόσον χορηγήθηκε στην εναγομένη από τον Υπουργό Εργασίας άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η υπερωριακή απασχόληση των μισθωτών- εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2002 έγινε νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση βιβλίου υπερωριών ούτε έγγραφη αναγγελία αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας και τυχόν αντίθετη πρόβλεψη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις δεν ασκεί έννομη επιρροή στη νομιμότητα των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν...

Η δε κρίση του Υπουργού Εργασίας ως προς τη συνδρομή της ουσιαστικής προϋπόθεσης της επείγουσας φύσεως εργασίας που επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια. Επιπρόσθετα δε δεν απαιτείται τήρηση βιβλίου υπερωριών και εκ του λόγου ότι η εναγομένη τηρεί μηχανογραφικό σύστημα.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η επιπρόσθετη, πέραν των εννέα (9) ωρών την ημέρα και των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα στις εργάσιμες ημέρες, εργασία των εναγόντων, ήταν νόμιμη υπερωριακή εργασία και όχι παράνομη υπερωριακή εργασία, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες και συνεπώς το αίτημα να τους χορηγηθεί, πέραν της καταβληθείσας εκ μέρους της εναγόμενης αμοιβής για τη νόμιμη υπερωριακή εργασία, και αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσία.

Κατόπιν τούτου καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου το... αίτημα για επίδειξη εγγράφων εκ μέρους της εναγομένης και ειδικότερα των μισθολογικών καταστάσεων των εναγόντων". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο (το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση των εναγόντων, είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως αόριστη και είχε κρατήσει την υπόθεση) απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε εκείνες των άρθρων 281, 288, 648 επ. Α.Κ., 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 5 του και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, αν ο αρμόδιος Υπουργός χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέρα από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών καθίσταται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη επίδοση εγγράφου αναγγελίας στην αρμοδία επιθεώρηση εργασίας, η σχετική δε κρίση του αρμοδίου Υπουργού δεν υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων.

Συνεπώς οι πρώτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι ευρίσκονται διάσπαρτοι και στους λοιπούς και με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

4. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.

Α.Π. 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κρίθηκε με αυτήν ως νόμιμη η υπερωριακή εργασία τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, σε κάθε δε περίπτωση διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια.

5. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο (Α.Π. 26/2010).

Αυξημένη αποδεικτική δύναμη έχει κατά το άρθρο 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η δικαστική ομολογία. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο και δέκατο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι με το να μη δεχθεί το εφετείο ότι η υπερωριακή εργασία τους ήταν παράνομη, παρά την δια των προτάσεων της εναγομένης ομολογία της ότι αυτοί πράγματι εργάστηκαν υπερωριακά κατά τις ώρες που εξέθεταν στην αγωγή τους, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτούς η εναγομένη ναι μεν συνομολόγησε ότι οι ενάγοντες εργάσθηκαν υπερωριακά κατά τις ώρες που ανέφεραν στην αγωγή τους, όχι όμως και ότι η υπερωριακή αυτή εργασία τους ήταν παράνομη. Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των από 14-10-2008 εγγράφων προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και των από 18-3-2014 ομοίων ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι αυτή αμφισβήτησε ρητά ότι οι υπερωρίες των εναγόντων ήταν παράνομες, επικαλούμενη την έγκριση αυτών με τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις.

Συνεπώς το εφετείο που δέχθηκε τα ίδια (δηλαδή ότι αποδείχθηκε η πραγματοποίηση των υπερωριών, όχι όμως και ότι αυτές ήταν παράνομες) δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

6. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.

Α.Π. 25/2003). Εξ άλλου η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί αιτήσεως επιδείξεως εγγράφου δεν θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. αλλά εκείνον του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 546/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υποβληθέν με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών τους αίτημά τους για επίδειξη εγγράφων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι το αίτημα επιδείξεως εγγράφων δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια, στην περίπτωση δε μη λήψεως υπόψη αυτού δεν θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β Κ.Πολ.Δ. αλλά εκείνος του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. Αλλά και αν ο λόγος αυτός εκτιμηθεί ως θεμελιούμενος στην τελευταία αυτή διάταξη, και πάλι είναι απορριπτέος για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω κατά την έρευνα του ενδεκάτου λόγου αναιρέσεως.

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη (Α.Π. 39/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δέχθηκε ότι η υπερωριακή τους απασχόληση έγινε νόμιμα σε όλη τη χρονική έκτασή της χωρίς να διατάξει αποδείξεις, δηλαδή χωρίς να εξετάσει αν στους αναφερόμενους στις μνημονευόμενες υπουργικές αποφάσεις οδηγούς περιλαμβάνονταν και αυτοί ή όχι. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εξέθεσε από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή ότι δεν είχε προσκομισθεί γι’ αυτά καμμιά απόδειξη αλλά, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

8. Κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της αποδείξεως απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της αποδείξεως, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π. 485/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δέχθηκε ότι η υπερωριακή τους απασχόληση έγινε νόμιμα σε όλη τη χρονική έκτασή της χωρίς να ελέγξει και να εφαρμόσει τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, δηλαδή χωρίς να εξετάσει αν στους αναφερόμενους στις μνημονευόμενες υπουργικές αποφάσεις οδηγούς περιλαμβάνονταν και αυτοί ή όχι.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως αλλά, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου.

9. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί αιτήσεως επιδείξεως εγγράφου θεμελιώνει κατά τα προεκτεθέντα τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, δηλαδή να είχε γίνει επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να είχε προσδιορισθεί σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να είχαν εκτεθεί περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (Α.Π. 546/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την από 26-3-2014 προσθήκη-αντίκρουση των εγγράφων προτάσεών τους που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του εφετείου που είχε λάβει χώρα στις 18-3-2014, υπέβαλαν αίτημα επιδείξεως εγγράφων με το εξής κατά λέξη περιεχόμενο: "Άλλως, υποβάλλουμε προς το Δικαστήριό Σας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 450 Κ.Πολ.Δ.

αίτημα επίδειξης εγγράφων και δη εγγράφων της επίδικης περίπτωσης, που να αφορούν εμάς τους ενάγοντες και να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς της εναγομένης, περί δήθεν επείγουσας περίπτωσης, αφού αυτά τα έγγραφα - εάν υφίστανται - υπάρχουν οπωσδήποτε στο αρχείο της εναγομένης και δη όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα είναι βεβαιότατον, ότι ευρίσκονται στο αρχείο της διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού και στο αρχείο της διεύθυνσης λογιστηρίου της εναγομένης, αλλά και στο αρχείο της διεύθυνσης μηχανογράφησης της εναγομένης".

Ήδη με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι απορρίπτοντας το αίτημά τους για επίδειξη εγγράφων, άφησε αυτό αδίκαστο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι, με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτόν, το δικαστήριο δεν άφησε το αίτημα επιδείξεως εγγράφων αδίκαστο αλλά το έλαβε υπόψη και το απέρριψε.

Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το προαναφερθέν αίτημα απαραδέκτως προτάθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεων των εναγόντων ενώπιον του εφετείου αλλά και διότι αυτό, έχοντας το περιεχόμενο που αναφέρθηκε προηγουμένως, ήταν αόριστο αφού δεν περιγράφονταν επαρκώς τα έγγραφα των οποίων εζητείτο η επίδειξη ούτε αναφερόταν ότι η εναγομένη τα κατείχε.

Συνεπώς το εφετείο και αν το απέρριπτε σιωπηρά, δεν θα υπέπιπτε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.

10. Τέλος όσον αφορά τα υποβαλλόμενα με το αναιρετήριο υπό την επικεφαλίδα "πρώτος πρόσθετος λόγος" αιτήματα, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: α) το αίτημα για επίδειξη εγγράφων, πέρα από την αοριστία του, είναι απορριπτέο ως αλυσιτελές διότι αφορά την ουσία της υποθέσεως, η οποία δεν ερευνάται από το παρόν δικαστήριο και β) το αίτημα για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τη νομιμότητα ή μη των ωρών απασχολήσεως των εργαζομένων της εναγομένης, πέρα από την αοριστία του, είναι επίσης απορριπτέο διότι κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου δεν συντρέχει λόγος για την υποβολή τέτοιου ερωτήματος. 11. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2014 αίτηση για αναίρεση της 2848/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Αυγούστου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ