1409/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη-Εισηγητή, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1409/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο των από 25 Φεβρουαρίου 2016, 2 Φεβρουαρίου 2016, 11 Απριλίου 2016 και 1 Φεβρουαρίου 2016 αποδεικτικών επιδόσεως, συνταχθέντων από τον Αρχιφύλακα του Α.Τ. Πεζούλας Καρδίτσας Γ. Ι. το πρώτο και τον Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καρδίτσας Δ. Π. τα υπόλοιπα, προκύπτει ότι επιδόθηκαν στους κατηγορουμένους Β.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1409 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1409/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη-Εισηγητή, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 774/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, με κατηγορούμενους τους: 1) Β. Α. του Ι., κάτοικο ... και 2) Ι. Δ. του Η., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο και με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Κ. Σ. του Δ., κάτοικο ..., 2) Μ. Σ. του Δ., κάτοικο ... και 3) Φ. Σ. του Δ., κάτοικο ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Σφέτσιο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 63/21-12-2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΠοινΔ "ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ...". Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 2 εδ.
α’ του άνω Κώδικα, κατά την οποία "αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε", σαφώς προκύπτει, ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προχωρεί στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την ερημοδικία κάποιου διαδίκου, εκτός του αναιρεσείοντος, υπό τον όρο ότι ο μη εμφανισθείς ή οι μη εμφανισθέντες διάδικοι έχουν νομίμως κλητευθεί προς τούτο, αλλιώς το ανωτέρω Δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο των από 25 Φεβρουαρίου 2016, 2 Φεβρουαρίου 2016, 11 Απριλίου 2016 και 1 Φεβρουαρίου 2016 αποδεικτικών επιδόσεως, συνταχθέντων από τον Αρχιφύλακα του Α.Τ. Πεζούλας Καρδίτσας Γ. Ι. το πρώτο και τον Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καρδίτσας Δ. Π. τα υπόλοιπα, προκύπτει ότι επιδόθηκαν στους κατηγορουμένους Β.
Α. του Ι. και Ι. Δ. του Η. καθώς και στους αντικλήτους δικηγόρους τους Ν. Κ. Μ. και Β. Ε. Σ., αντιστοίχως, νομίμως και εμπροθέσμως η υπ’ αρ. .../26-1-2016 κλήση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για να παραστούν οι κατηγορούμενοι μετά ή δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (20-5-2016) στη συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ’ αρ. 774/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας.
‘ Όμως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το έκθεμα, κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, με την παρουσία της αναιρεσείουσας Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, ενώ οι πολιτικώς ενάγουσες (Κ. Σ., Μ. Σ. και Φ. Σ.) παραστάθηκαν νομίμως δια συνηγόρου, οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα άνω, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρόντες και αυτοί. Σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠοινΔ "ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρ. 483 παρ. 3)".
Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α, δ και ε του αυτού ως άνω Κώδικα, όπως τα εδάφια δ και ε προστέθηκαν με το άρθρο 10 του ν.4274/2014 "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ....
Στο ειδικό αυτό βιβλίο καταχωρούνται καθαρογραμμένες και οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που, όπως απαγγέλθηκαν, προσβάλλονται με έφεση, εφόσον τη ζητήσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση αυτή, η οποία γίνεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά αθωωτικών αποφάσεων πρωτοβάθμιων δικαστηρίων που προσβάλλονται με έφεση εντός μηνός από την καταχώρησή τους στο ειδικό βιβλίο μετά από δική του πρωτοβουλία που πρέπει να εκδηλώνεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση και δεν δύναται να στερείται του δικαιώματος αυτού, αν ζήτησε την καταχώριση εκκλητής αποφάσεως, εντός του διμήνου, και αυτή καταχωρίσθηκε αργότερα.
Περαιτέρω, η αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τέτοιων αποφάσεων επιτρέπεται για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ ΚΠοινΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 774/10-9-2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό και κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους: 1) Β. Α. του Ι., κάτοικο ... και 2) Ι. Δ. του Η., κάτοικο ..., για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.
Η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρίσθηκε, μετά την από 29-9-2015, εντός του, κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ, διμήνου, αίτηση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του ίδιου άρθρου (473 παρ. 3 ΚΠοινΔ) στις 23-11-2015 και η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε, με δήλωση στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου, την κρινομένη αναίρεσή της κατ’ αυτής στις 21-12-2015, δηλαδή εντός προθεσμίας ενός μηνός από την καταχώριση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ως άνω ειδικό βιβλίο, περί της ανωτέρω δε δηλώσεως της αιτήσεως για αναίρεση συντάχθηκε η υπ’ αρ. 63/2015 σχετική έκθεση, στην οποία διαλαμβάνεται και ο λόγος ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και συγκεκριμένα αυτός της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 473 παρ. 3, 474 παρ. 2, 479, 505 παρ. 2 εδ. α’ και 509 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠοινΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τον προβαλλόμενο με αυτή ως άνω λόγο αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρας και λογικής, β) δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε, όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής δηλαδή σε παράλειψη. ‘ Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.
Εξ άλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 73/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά, τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του (Ολ.
ΑΠ 3/2012). Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πλην της αναφοράς τους κατ’ είδος, πρέπει να αναφέρονται στην αθωωτική απόφαση ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του το περιεχόμενο όλων ανεξαρτήτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά, επιλεκτικά.
‘ Ετσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολό τους κάποια έγγραφα ή το συνολικό περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ’ αρ. 774/2015 απόφασής του κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους 1) Β.
Α. του Ι. και 2) Ι. Δ. του Η. του ότι στην Καρδίτσα την 17-4-2009 από αμέλεια επέφεραν το θάνατο άλλου με παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, αφού είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος, το οποίο τελικά δεν απέτρεψαν. Συγκεκριμένα, στον ως άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, όντες υπάλληλοι ΔΕ διασώστες-πλήρωμα ασθενοφόρων του ΕΚΑΒ Λάρισας (Τομέας Καρδίτσας) και δη ο μεν πρώτος, Β.
Α., οδηγός ο δε δεύτερος, Ι. Δ., συνοδηγός του υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ασθενοφόρου, αφού παρέλαβαν από το ΓΝ Καρδίτσας συνοδεία γιατρού την Χ. Σ., ετών 65, πάσχουσα από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια τύπου II και υπερκαπνικό κώμα σε έδαφος λοίμωξης αναπνευστικού, οπότε και διασωληνώθηκε προκειμένου να διασφαλιστεί η αναπνευστική της λειτουργία και να αποκατασταθεί η ανταλλαγή των αερίων, την τοποθέτησαν στο ως άνω ασθενοφόρο για να την μεταφέρουν στον Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου Σερρών, όπου λόγω της βαρύτητας της κατάστασης της θα ετίθετο σε μηχανική αναπνοή, χωρίς προηγουμένως να μεριμνήσουν, καίτοι είχαν προς τούτο υποχρέωση δυνάμει των άρθρων 4 αρ. 12 του Π.Δ. 61/2007 και 25 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του ΕΚΑΒ, να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή διακομιδή της ασθενούς πραγματοποιώντας πλήρη ακινητοποίηση της με την πρόσδεση της με τους ειδικούς ιμάντες στο φορείο ή στην καρέκλα μέσα στο ασθενοφόρο, προσέτι δε ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 14, κεφ.2 αρ.1 και 3 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του ΕΚΑΒ έπρεπε να τηρούν τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και οποιαδήποτε αύξηση της ταχύτητας του ασθενοφόρου να γίνεται για λόγους ανάγκης, με χρήση φωτεινών οργάνων (φάρων) οπωσδήποτε μέσα στα όρια της ικανότητας (δεξιοτεχνίας) τους και κατά τρόπο που δεν θα κινδυνεύει η ασφαλής διακομιδή της ασθενούς, και σύμφωνα με το άρθρο 14 του κεφ.1 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του ΕΚΑΒ το δεύτερο μέλος του πληρώματος του ασθενοφόρου έπρεπε να βρίσκεται πάντα δίπλα στην μεταφερόμενη ασθενή για την άμεση παροχή πρώτων βοηθειών και σε καμία περίπτωση στο θάλαμο οδήγησης με τον οδηγό, αφενός μεν ο δεύτερος κατηγορούμενος βρισκόταν στο θάλαμο οδήγησης του ασθενοφόρου μαζί με τον οδηγό, αφετέρου δε, αφού αμφότεροι πρόσδεσαν πλημμελώς την ως άνω ασθενή εντός του ασθενοφόρου, ο πρώτος κατηγορούμενος ως οδηγός αυτού έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και κατά τρόπο που έθετε ανά πάσα στιγμή σε κίνδυνο την ασφαλή διακομιδή της εν λόγω ασθενούς, με αποτέλεσμα σε κάποιο απότομο φρενάρισμα του ανωτέρω ασθενοφόρου η τελευταία να μετατοπιστεί βίαια από τη θέση της προς τα εμπρός, ακολούθως να προσκρούσει στα τοιχώματα του ασθενοφόρου και ως εκ τούτου να υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση ΑΜΣΣ, κάταγμα εξάρθρημα Α2 σπονδύλου, και ενδοκοιλιακή αιμορραγία, γεγονός για το οποίο δεν ενημέρωσαν το τηλεφωνικό κέντρο του ΕΚΑΒ, αυτές δε οι πολλαπλές κακώσεις επιδείνωσαν ουσιωδώς τα ήδη υπάρχοντα αναπνευστικά προβλήματα της ανωτέρω ασθενούς, και της προκάλεσαν τελικά πολυοργανική ανεπάρκεια, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια σε έδαφος χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας και κάταγμα Α2 σπονδύλου, με οπίσθια παρεκτόπιση και εκσεσημασμένη μείωση του εύρους του σπονδυλικού καναλιού με συνοδό οίδημα νωτιαίου μυελού και αιμορραγικά στοιχεία-θλάσεις εντός αυτού, τα οποία και επέφεραν την 27-4-2009 το θάνατό της, αποτέλεσμα στο οποίο οδήγησαν αιτιατά οι ως άνω εκτεθείσες παραλείψεις αμφοτέρων των κατηγορουμένων.
Για να καταλήξει στην ανωτέρω απαλλακτική του κρίση το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης ως άνω αποφάσεώς του, δέχθηκε ότι: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τη χωρίς όρκο κατάθεση των πολιτικώς εναγουσών, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του κατηγορητηρίου και του μάρτυρα υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Η Χ.
Σ., μητέρα των τριών πρώτων μαρτύρων μεταφέρθηκε στις 17-4-2009 στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας, όπου διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση της ήταν κρίσιμη και αποφασίστηκε η μεταφορά της σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Ειδικότερα, η ασθενής έπασχε από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια τύπου II και υπερκαπνικό κώμα σε έδαφος λοίμωξης αναπνευστικού.
Πλησιέστερη διαθέσιμη κλίνη βρέθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών και αποφασίστηκε η διακομιδή της σ’ αυτό. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι τυγχάνουν υπάλληλοι - διασώστες πλήρωμα του ΕΚΑΒ Λάρισας, οι οποίοι παρέλαβαν από το Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας συνοδεία γιατρού την ως άνω ασθενή για να τη μεταφέρουν στις Σέρρες.
Ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν οδηγός και ο δεύτερος κατηγορούμενος συνοδηγός του ασθενοφόρου. Κατά τη μεταφορά στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών και ενώ το ασθενοφόρο βρισκόταν στα διόδια της Λεπτοκαρυάς, ο οδηγός του ασθενοφόρου φρέναρε απότομα προκειμένου να αποφεύγει πρόσκρουση του οχήματος του στις μπάρες των διοδίων, με αποτέλεσμα η ασθενής να χτυπήσει.
Αφού εκτιμήθηκε η κατάσταση της από τον συνοδό ιατρό αποφασίστηκε να συνεχιστεί η διακομιδή της στον προγραμματισμένο προορισμό, ήτοι στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών. Η ασθενής μεταφέρθηκε πράγματι στις Σέρρες και εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου των Σερρών, με διάγνωση οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια συνεπεία λοίμωξης αναπνευστικού σε έδαφος Χ.Α.Π., κάταγμα - εξάρθημα Α 2, ενδοκοιλιακή αιμορραγία συνεπεία τροχαίου.
Η ασθενής διακομίστηκε διασωληνωμένη λόγω υπερκαπνικού κώματος, συνεπεία λοίμωξης αναπνευστικού σε έδαφος Χ.Α.Π. Επίσης, υπέστη κάκωση κρανίου και αυχένος, τα οποία επιβεβαιώθηκαν απεικονιστικά. Κατά την εισαγωγή της στη Μ.Ε.Θ. τέθηκε σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, έλεγχο των ζωτικών λειτουργιών και της ετέθη κηδεμόνας αυχένος κατά την παραμονή της στη Μ.
Ε. Θ. Εν συνεχεία, λόγω της κατάστασης της υγείας της η ασθενής διακομίστηκε στις 20-4-2009 στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, για νευροχειρουργική εκτίμηση λόγω κατάγματος Α2. Η ασθενής παρέμεινε λίαν αιμοδυναμικά ασταθής υπό ινότροπη υποστήριξη, η οποία χρειάστηκε να ενταθεί και ήταν διασωληνωμένη υπό καταστολή και μηχανική υποστήριξη.
Υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία και διαπιστώθηκε κάταγμα Α2 με οπίσθια παρεκτόπιση και εκσησεσημασμένη μείωση του εύρους του σπονδυλικού καναλιού με συνοδό οίδημα νωτιαίου μυελού και αιμορραγικά στοιχεία - θλάσεις εντός αυτού και παρέμεινε με σκληρό αυχενικό κηδεμόνα, ενώ η τοποθέτηση HALO δεν κατέστη δυνατή λόγω άρνησης παροχής από τις υπεύθυνες εταιρίες και για λόγους σωστής αναισθησιολογικής και αερομετρικής κάλυψης της ασθενούς και κρίθηκε αναγκαία η διακομιδή της στη ΜΕΘΑ του Γενικού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
Η ασθενής μεταφέρθηκε στις 21-4-2009 στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ υπό καταστολή, με διασωλήνωση της τραχείας, μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και υποστήριξη με αγγειοδραστικά φάρμακα για την εξασφάλιση επαρκούς κυκλοφορίας, ενώ στις 22-4-2009 της τοποθετήθηκε HALLO Vest για την ακινητοποίηση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και στις 23-4-2009 διενεργήθηκε χειρουργική τραχειοστομία για τη διευκόλυνση του μηχανικού αερισμού.
Το επίπεδο της συνείδησης ήταν ικανοποιητικό και παρέμενε υπό υποστήριξη της αναπνοής και της κυκλοφορίας. Τελικά, η ασθενής Χ. Σ. απεβίωσε στις 27-4-2009 στο ΑΧΕΠΑ και ως αιτία του θανάτου της αναγράφεται η πολυοργανική ανεπάρκεια, ενώ αναφέρονται ως νοσηρές καταστάσεις που συντέλεσαν στην εμφάνιση της ανωτέρω αιτίας με τελευταία την υποκειμενική αρχική αιτία τη οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια επί εδάφους Χ.Α.Π.
και το κάταγμα Α2. Ο θάνατος της ασθενούς δεν συνδέεται αιτιωδώς με το κάταγμα που υπέστη. Σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη της ιατρού Ζ. Δ., αναπληρώτριας καθηγήτριας πνευμονολογίας η κατάσταση της ασθενούς κατά την αρχική μεταφορά στο ΤΕΠ του Νοσοκομείου Καρδίτσας ήταν ήδη εξαιρετικά κρίσιμη με κακή πρόγνωση για τη μετέπειτα πορεία της.
Ο ιατρός Ι. Ν., παθολόγος ανέφερε εξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι επρόκειτο για βαρύ αναπνευστικό περιστατικό και ότι η πολυοργανική ανεπάρκεια μπορεί να προήλθε και από το αναπνευστικό της. Αλλά και ο ιατρός Δ. Π., επιμελητής αναισθησιολόγος ανέφερε ότι η ασθενής κατέληξε με τύπου 2 χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια και ότι η ως άνω πάθηση δεν είναι βιώσιμη στο μεγαλύτερο ποσοστό των περιπτώσεων.
Επιπλέον και οι λοιποί ιατροί που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπόρεσαν να συνδέσουν κατηγορηματικά το κάταγμα που υπέστη κατά τη μεταφορά με το θάνατο της. Συγκεκριμένα η Π. Π., εντατικολόγος -παθολόγος, ειδικευόμενη στο ΑΧΕΠΑ ανέφερε ότι μόνο το κάταγμα δεν επέφερε το θάνατο και ότι ο θάνατος της ήταν πολυπαραγοντικός.
Επίσης, ο ιατρός Δ. Μ., νευροχειρουργός στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο ενώ ανέφερε ότι ο νωτιαίος μυελός έχει υποστεί σοβαρή βλάβη, δεν μπόρεσε με βεβαιότητα να πει ότι το κάταγμα ήταν η αιτία θανάτου της ασθενούς και ότι αυτό προκάλεσε την πολυοργανική ανεπάρκεια. Ούτε όμως και οι ιατρικές πραγματογνωμοσύνες αναφέρουν ότι ο θάνατος της ασθενούς προήλθε από το κάταγμα που υπέστη κατά τη διακομιδή της.
Επιπλέον, η απουσία του συνοδηγού από το θάλαμο που βρισκόταν η ασθενής δεν θα μπορούσε να βοηθήσει εν προκειμένω σε οτιδήποτε προέκυπτε σε σχέση με την υγεία της, αφού στην προκειμένη περίπτωση το φρενάρισμα ήταν απότομο και ο συνοδηγός δεν θα ήταν σε θέση να πράξει οτιδήποτε. Κατόπιν όλων των προαναφερόμενων και αφού δεν προέκυψε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του τραυματισμού της παθούσας και του θανάτου της, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν αθώοι της πράξης που τους αποδίδεται".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την επιβαλλομένη από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται επαρκώς, ήτοι, με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλομένη απόφαση, πως οι προξενηθείσες βαρύτατες σωματικές κακώσεις από το τροχαίο στην άνω ασθενή Χ.
Σ. κατά τη διακομιδή της δεν συνδέονται αιτιωδώς με τον θάνατό της και δη ότι δεν επιδείνωσαν αιτιωδώς τα ήδη υπάρχοντα αναπνευστικά προβλήματα και συνέβαλαν, έτσι, αποτελεσματικά στον επελθόντα θάνατο αυτής. Προσέτι, δεν προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε στο σύνολό του καθένα από τα αποδεικτικά μέσα και δη από την επιλεκτική στο σκεπτικό αναφορά μόνον περικοπών των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων δεν συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στην απαλλακτική του κρίση το συνολικό περιεχόμενο των (παραδεκτώς επισκοπουμένων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου) μαρτυρικών ενώπιόν του καταθέσεων των: 1) Π.
Π., ιατρού, εντατικολόγου-παθολόγου και 2) Δ. Μ., νευροχειρουργού, οι οποίοι μεταξύ άλλων κατέθεσαν: Η 1η Π. Π.: "Η άρρωστη νοσηλεύτηκε διασωληνωμένη σε μηχανικό αερισμό, σε βαριά κατάσταση και πέθανε κατόπιν μιας εβδομάδος. Οι κακώσεις στον αυχένα ήσαν Α1-Α2, με κάκωση νωτιαίου μυελού, είχε πάρεση στα κάτω άκρα, λοίμωξη αναπνευστικού και χρόνια αναπνευστική πνευμονοπάθεια και είχε και πολυοργανική ανεπάρκεια...
Η πολυοργανική ανεπάρκεια είναι επακόλουθο πολλών παραμέτρων και της πνευμονοπάθειας και του κατάγματος... Το κάταγμα επιβάρυνε την όλη κατάσταση...Κύρια αιτία θανάτου για μένα ήταν η πολυοργανική ανεπάρκεια. Μόνο το κάταγμα, δεν επέφερε το θάνατο, ήταν πολυπαραγοντικός ο θάνατος. Είχα επαφή με την ασθενή, δεν κουνούσε χέρια, πόδια.
Η τετραπάρεση ήταν απότοκος της βλάβης του νωτιαίου μυελού. Το κάταγμα είχε και κάκωση του νωτιαίου μυελού, όπως μετατοπίσθηκε ένας σπόνδυλος, τον πίεζε [το νωτιαίο μυελό]. Πιθανότατα θα μπορούσε να δημιουργηθεί αναπνευστικό πρόβλημα. Συνήθως δημιουργούνται κακώσεις στο διάφραγμα και ίσως και στους αναπνευστικούς μύες...είναι σύνηθες σε αυτού του είδους τις κακώσεις, αυτές οι επιπλοκές...".
Ο δε 2ος Δ. Μ.: "ήρθε σε βαρύτατη κατάσταση...η μαγνητική έδειξε βαρύτατη κάκωση του αυχενικού νωτιαίου μυελού. Είχε φύγει ο σπόνδυλος και ο νωτιαίος μυελός είχε υποστεί σοβαρή βλάβη...Προσωπικά, ένας ασθενής κλινικά καλά, συνοδηγός ας πούμε, αν πάθαινε ένα τέτοιο ατύχημα, θα πέθαινε επί τόπου, το πιο πιθανόν...Σαφώς μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα στο αναπνευστικό, σε κάταγμα τέτοιας διατομής στο Α2 οι κακώσεις είναι θανατηφόρες.
Ασθενείς σε ΜΕΘ με τέτοια βαριά αυχενική κάκωση και χωρίς άλλα προβλήματα, αλλά να είναι διασωληνωμένοι, να μη μπορούν να αναπνεύσουν από μόνοι τους, συνήθως καταλήγουν από αναπνευστικές λοιμώξεις, σε σύντομο χρονικό διάστημα... η διατομή του νωτιαίου μυελού είναι ή ανατομική ή λειτουργική. Εδώ, μάλλον, ήταν σφοδρή η βλάβη, ο νωτιαίος μυελός, ήταν πολύ πρησμένος.
Αν δεν ήταν διασωληνωμένη, πιθανόν να κατέληγε στο ατύχημα...σε απότομο φρενάρισμα αν ο ασθενής είναι καλά δεμένος, θεωρητικά δεν μπορεί να μετακινηθεί...".
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ.774/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ