Legislator Case Law & Legislation
1409/2015 AI generated

1409/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1409/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5126/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 464/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/10/2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1409/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Keywords

AI generated
reinsurance association insurance deductible trade association compensation fund suspension of insurance cover accident insurance body locus standi of associations
AI generated
1424/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1197/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1730/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
621/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
303/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1340/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4254/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1409 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1409/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βλαμάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", και το διακριτικό τίτλο "..." τελούσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κελεμένη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5126/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 464/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/10/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 2/2/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Μαγγίνα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17-10-2013 αίτηση αναίρεσης ζητείται η αναίρεση της 464/2013 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία έκανε δεκτή τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 14-3-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5126/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την από 10-10-2008 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης.

Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 382/2008, ΑΠ 1218/2007).

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 1569/1985 "περί διαμεσολαβήσεως στις συμβάσεις ασφαλίσεως κ.τ.λ.", όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2496/1997 "περί ασφαλιστικής συμβάσεως, τροποποιήσεων της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλων διατάξεων", διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντελεστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 και 4 του ίδιου ως άνω νόμου, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του Ν 2496/1997, "Ασφαλιστικός πράκτορας είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων.

Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ... ως αντιπρόσωπος ασφαλιστικές συμβάσεις. Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτορική σύμβαση).

Αντίγραφο της σύμβασης πρακτορείας υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στο Υπουργείο Ανάπτυξης". "Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτορική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα προμήθεια τριών ετών, που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, για αυτό το διάστημα, να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση.

Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα, που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα". Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ΠΔ 298/1986 "περί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ασφαλιστικών πρακτόρων κ.λπ." καθορίζεται το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης πρακτόρευσης και επί πλέον ορίζεται ότι αυτή, που δεν εκπληρώνει τις παραπάνω προϋποθέσεις, είναι άκυρη, διότι η σύμβαση πρακτόρευσης υποβάλλεται εντός μηνός από την κατάρτιση της στο Υπουργείο Ανάπτυξης και στην, κατά τόπο, αρμόδια Επιτροπή Πρακτόρων αντίστοιχα.

Κατά το άρθρο 3 του ίδιου π.δ/τος "1.Ο ασφαλιστικός πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας. 2. Στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου ο πράκτορας αποδίδει προς την ασφαλιστική επιχείρηση αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα.

Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. 3. Ο πράκτορας έχει υποχρέωση να αποστέλλει προς την ασφαλιστική επιχείρηση για ακύρωση, μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους, τα ασφαλιστήρια έγγραφα που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλιζομένους ή αυτά των οποίων δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από επιστολή του πράκτορα με την οποία βεβαιώνει τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και τη μη αναγγελία ζημίας.

Σε περίπτωση που ο πράκτορας δεν αποστείλει τα πιο πάνω ασφαλιστήρια έγγραφα μέσα στην προθεσμία αυτή, και εφόσον του κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή σχετική όχληση από την ασφαλιστική επιχείρηση, για την απόδοση των ασφαλίστρων εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού". Στα άρθρα 4 και 5 του ίδιου ως άνω π.δ/τος ορίζονται, στο μεν 4, ότι "Μέσα στα όρια που προσδιορίζονται από το νόμο και τις υπουργικές αποφάσεις, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλει τις προμήθειες, που έχουν συμφωνηθεί, καθώς και τα νόμιμα αναγνωριζόμενα έξοδα", στο δε 5, ότι "1.

Η λύση της σύμβασης πρακτόρευσης επέρχεται: α) Υποχρεωτικά έπειτα από καταγγελία στις περιπτώσεις των άρθρων 13 παρ. 4 και 14 παρ. 5 του Ν. 1569/85, β) Σε περίπτωση καταγγελίας από κάθε συμβαλλόμενο μέρος μετά από προειδοποίηση τουλάχιστον δύο μηνών. 2. Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς σπουδαίο λόγο, υποχρεούται να καταβάλει την προμήθεια του άρθρου 4 παρ. 4 του Ν. 1569/1985. 3.

Σε περίπτωση κατάρτισης ή λήξης σύμβασης πρακτόρευσης η ασφαλιστική επιχείρηση έχει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 1569/1985".

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: <<Μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας που τελεί σε εκκαθάριση, καταρτίστηκε την 1-1-1992 σύμβαση πρακτόρευσης κατά τους όρους του ν. 1569/1985 και του π.δ. 298/1986.

Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή ο εναγόμενος, που ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα με ... ... στη Νομαρχία Αχαΐας, διορίσθηκε ασφαλιστικός πράκτορας στον οποίο ανατέθηκε η διαμεσολάβηση για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων στην περιφέρεια της Νομαρχίας Αχαΐας. Σύμφωνα με τον όρο 1 της σύμβασης ορίσθηκε ότι "Ο πράκτορας θα δέχεται αιτήσεις προτάσεις αυτών που επιθυμούν να ασφαλιστούν σε όλους τους ασκούμενους από την εταιρεία κλάδους έχοντας υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τους εκάστοτε υπό της εταιρείας καθοριζόμενους όρους, περιορισμούς και ασφάλιστρα, τις εν γένει γενικές και ειδικές εντολές και οδηγίες αυτής, τους κανονισμούς και τα εκάστοτε υποχρεωτικά τιμολόγια, τους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και διατάξεις των νόμων.

Η ανάληψη των κινδύνων θα γίνεται αποκλειστικά από την εταιρεία". Κατά τον όρο 8 της σύμβασης ορίσθηκε ότι "ο πράκτορας στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου έχει υποχρέωση να αποδίδει στην ασφαλιστική επιχείρηση αναλυτικό κατά συμβόλαιο λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και να της καταβάλει κάθε πλεόνασμα.

Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα κατά τον οποίο έπρεπε να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της εταιρείας θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας. Η παράβαση του παρόντος όρου συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της παρούσας σύμβασης".

Σύμφωνα με τον όρο 14 της σύμβασης "ο πράκτορας μπορεί να υπογράφει συμβάσεις με παραγωγούς ασφαλίσεων με σκοπό τη διαμεσολάβηση αυτών για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων μέσα στην περιφέρεια του. Ο πράκτορας είναι προσωπικά και αποκλειστικά υπεύθυνος για όλες γενικά της πράξεις των κάθε είδους συνεργατών του, τους οποίους προσλαμβάνει με δική του ευθύνη και μόνο για εξυπηρέτηση δική του και όχι της εταιρείας.

Σε καμία περίπτωση δεν γεννάται ευθύνη της εταιρείας από πράξεις ή παραλείψεις των συνεργατών αυτού του πράκτορα ούτε από οποιοδήποτε άλλο λόγο απέναντι τους". Κατά τον όρο 15 της ίδιας σύμβασης ορίστηκε ότι "ο διακανονισμός των ζημιών θα γίνεται αποκλειστικά και μόνο από την εταιρεία. Ο πράκτορας δεν προβαίνει σε καταβολή αποζημίωσης ή αναγνώρισης τοιαύτης υποχρέωσης και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δεσμεύσει την εταιρεία εκτός αν λάβει έγγραφη εντολή της εταιρείας.

Η εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να παρακολουθεί και να ελέγχει τις ζημιές και να έχει επικρατούσα επ’ αυτών γνώμη. Ο πράκτορας έχει υποχρέωση να αποστείλει αυθημερόν στην εταιρεία τις δηλώσεις ατυχήματος που λαμβάνει και κάθε άλλο σχετικό με αυτές στοιχείο. Ο διορισμός πραγματογνωμόνων, γιατρών, δικηγόρων θα γίνεται από την εταιρεία η οποία και θα βαρύνεται με την αμοιβή των.

Τα δικαιολογητικά πληρωμών που ενεργεί ο πράκτορας ύστερα από έγκριση της εταιρείας θα αποστέλλονται εντός δεκαημέρου το βραδύτερο στην εταιρεία. Παράβαση του όρου αυτού συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης". Σύμφωνα με τον όρο 22 της σύμβασης ορίζεται ότι "η σύμβαση που αρχίζει από την 1-1-1992 συμφωνήθηκε ως σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία μπορεί να λυθεί από κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη με έγγραφη καταγγελία, που κοινοποιείται στο έτερο μέρος προ 60 ημερών, χωρίς καμία υποχρέωση αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση λύσης της σύμβασης με καταγγελία από την εταιρεία για σοβαρό λόγο, η εταιρεία επιφυλάχθηκε κάθε δικαιώματός της αναφορικά με τις πάσης φύσεως αξιώσεις της για αποζημίωση από τον πράκτορα για κάθε βλάβη της ή ζημία της, που οφείλεται στην από την υπαιτιότητα του πράκτορα λύση της σύμβασης, και στην περίπτωση αυτή το από κάθε αιτία χρεωστικό υπόλοιπο του πράκτορα θα καθίστατο από την ημέρα της καταγγελίας ληξιπρόθεσμο και αμέσως απαιτητό.

Τέτοιος σοβαρός λόγος συμφωνήθηκε με τον ίδιο όρο να υπάρχει οπωσδήποτε σε περίπτωση παράβασης από τον πράκτορα εκτός των ειδικών αναφερομένων και κάθε άλλου όρου της εν λόγω σύμβασης". Τέλος σύμφωνα με τον όρο 26 της σύμβασης ορίστηκε ότι "σε κάθε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από την εταιρεία ή από τον πράκτορα, ο τελευταίος έχει υποχρέωση εκτός των άλλων, όπως με την παραλαβή του εγγράφου της καταγγελίας καταβάλλει αμέσως στην εταιρεία το χρεωστικό του υπόλοιπο όπως αυτό προκύπτει από τα εμπορικά βιβλία της εταιρείας".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πέραν της δικής του δραστηριότητας ως ασφαλιστικού πράκτορα και της δικής του παραγωγής για την οποία διατηρούσε τον δικό του κωδικό αριθμό (και συγκεκριμένα τον κωδικό 620), είχε φροντίσει να διευρύνει τις εργασίες του γραφείου του συνεργαζόμενος με ασφαλιστικούς συμβούλους.

Τους συμβούλους αυτούς είχε προτείνει για συνεργασία με την εναγομένη, μερικοί εκ των οποίων είχαν καταρτίσει σχετικές συμβάσεις συνεργασίας με την εναγομένη. Πιο συγκεκριμένα αποδεικνύεται ότι η εναγομένη είχε καταρτίσει σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου με τους συνεργάτες του ενάγοντος ... και τη θυγατέρα του ενάγοντος Μ.

Κ.. Ειδικότερα στις ανωτέρω συμβάσεις των ασφαλιστικών συμβούλων οριζόταν ότι οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι δεν θα δικαιούνται να συνάπτουν ασφαλειοσυμβάσεις για λογαριασμό της εταιρείας (άρθρο 2), τα ασφάλιστρα που αναλογούν στις συναπτόμενες ασφαλίσεις ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στην εταιρεία και εισπράττονται από τον ασφαλιστικό σύμβουλο για λογαριασμό της αποδίδονται σ’ αυτήν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 της παρούσας (άρθρο 9) και τα ασφάλιστρα χρεώνονται πάντα στον ασφαλιστικό σύμβουλο και θεωρείται ότι έχουν εισπραχθεί απ’ αυτόν και οφείλονται στην εταιρεία.

Ο ασφαλιστικός σύμβουλος στο πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μηνός έχει υποχρέωση να εξοφλεί στην εταιρεία την παραγωγή που έχει πραγματοποιήσει αδιαφόρως αν εισέπραξε ή όχι από τους ασφαλιζόμενους τα συμφωνηθέντα ασφάλιστρα. Προς τούτο θα εκδίδει προσωπική επιταγή του, εμφανίσεως προς πληρωμή το αργότερο εντός τριών μηνών, το ποσό της οποίας θα αφορά το σύνολο της παραγωγής του, του τελευταίου μηνός (άρθρο 10).

Εξάλλου πλήρως αποδεικνύεται από τους προσκομιζόμενους μετ’ επικλήσεως λογαριασμούς κινήσεως του πρακτορείου του ενάγοντος ότι οι συνεργαζόμενοι με αυτόν και την εναγομένη εταιρεία ασφαλιστικοί σύμβουλοι αριθμούσαν τα 28 έως 29 άτομα, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και τα ανωτέρω αναφερθέντα οκτώ άτομα που είχαν συνάψει με την εναγομένη συμβάσεις ασφαλιστικού συμβούλου.

Επιπλέον, πλήρως απεδείχθη ότι όλοι οι ανωτέρω ασφαλιστικοί σύμβουλοι λειτουργούσαν στην πραγματικότητα ως υποπράκτορες του ενάγοντος, δηλαδή βρίσκονταν κάτω "από την ομπρέλα" του πρακτορείου του ενάγοντος, έχοντας όμως δικούς τους κωδικούς για την καλύτερη λογιστική τακτοποίηση των λογαριασμών τους με την εναγομένη.

Οι ανωτέρω ασφαλιστικοί σύμβουλοι - υποπράκτορες, που είχαν συνεργαστεί με τη διαμεσολάβηση-σύσταση του ενάγοντος προς την εναγομένη και παρά τις συμβάσεις που είχαν καταρτίσει μερικοί εξ αυτών, δεν συνεργάζονταν απευθείας με την εναγομένη, αλλά πάντοτε μέσω του ενάγοντος, ο οποίος συντόνιζε τις εργασίες των συμβούλων μέσω του γραφείου του και διαμεσολαβούσε στην καταβολή των ασφαλίστρων προς την εναγομένη, ευθυνόμενος μάλιστα για την πληρωμή τους προς αυτήν.

Μάλιστα είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ότι ο ενάγων θα λάμβανε μέρος της προμήθειας των ασφαλιστικών συμβούλων, που θα καθόριζε ο ίδιος, ως επιπλέον δική του προμήθεια, την οποία αποκαλούσε "υπερπρομήθεια", γεγονός που ο ίδιος ο ενάγων παραδέχεται, αφού με την ένδικη αγωγή του αξιώνει ως αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της από 1-1-1992 σύμβασης πρακτόρευσης, που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστική και άκυρη, το ποσό των 320.317 ευρώ ως υπερπρομήθεια με βάση την παραγωγή των ασφαλιστικών συμβούλων για τα έτη 2003 έως 2006.

Επιπλέον ο ενάγων είχε αναλάβει την εξόφληση των τυχόν υπολοίπων του λογαριασμού του πρακτορείου του, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν όλοι οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, με δικές του επιταγές, τις οποίες εξέδιδε στο όνομα της θυγατέρας του Μ. Κ.. Επομένως, ο ενάγων ως κύριος πράκτορας είχε αναλάβει το συντονισμό των εργασιών όλων των ασφαλιστικών συμβούλων - υποπρακτόρων του, άσχετα, αν ορισμένοι από αυτούς είχαν συνάψει χωριστές συμβάσεις με την εναγομένη, αφού στην πραγματικότητα, εκείνος λάμβανε υπερπρομήθεια, ήτοι κέρδος για το συντονισμό και τη διαμεσολάβησή του, με ανάλογη ευθύνη την πληρωμή των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών προς την ενάγουσα με επιταγές εκδόσεώς του.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω ενισχύεται από α) την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από 8-11-2001 επιστολή της εναγομένης προς τον ενάγοντα, σε χρόνο πολύ πριν την καταγγελία της σύμβασης, από την οποία και προκύπτει ο τρόπος εργασίας του εν λόγω πρακτορείου. Στην επιστολή αυτή αναφέρονται τα εξής: "Κύριε Κ..

Σε απάντηση του fax που μας στείλατε στις 7-11-2001 σας υπενθυμίζουμε ότι βάσει της συμβάσεως σας, έχετε υποχρέωση να εξοφλείτε το χρεωστικό υπόλοιπο κάθε μηνός του συνόλου των ασφαλίστρων, χωρίς να παρεμβαίνουμε στις οικονομικές συμφωνίες, που έχετε κάνει με τα υποπρακτορεία σας. Μόνο για δική σας διευκόλυνση έχουμε δημιουργήσει υποκωδικούς, προκειμένου να ξεχωρίζετε να ασφάλιστρα και ουδέποτε αναλάβαμε την ευθύνη της είσπραξης, η οποία βαρύνει αποκλειστικά και μόνο εσάς όπως και η επιλογή των συνεργατών σας, και γι’ αυτήν την παροχή πληρώνεστε ικανοποιητικά αποδεικνύεται, ότι ουδέποτε είχε η εταιρεία μας οικονομική συναλλαγή με τα υποπρακτορεία σας, από την εξόφληση όλων των χρεωστικών υπολοίπων με δική σας επιταγή", β) την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από 24-1-2002 επιστολή της εναγομένης προς τον ενάγοντα, στην οποία του γνωρίζει, ότι για την είσπραξη των χρεωστικών υπολοίπων των συνεργατών του είναι υπεύθυνος ο ενάγων, όπως ισχύει από την αρχή της συνεργασίας τους, και την επιλογή των συνεργατών του, την έχει αποκλειστικά ο ίδιος, γ) από το γεγονός ότι ο ενάγων μέχρι το έτος 2006 κάλυπτε κάθε χρεωστικό υπόλοιπο συνεργατών του, άσχετα αν είχαν συνάψει σύμβαση με την εναγομένη ή όχι, με δικές του επιταγές, ουσιαστικά με επιταγές εκδόσεως της θυγατέρας του Μ.

Κ., γεγονός που ασφαλώς δεν θα το έπραττε όλα τα χρόνια της συνεργασίας του με την εναγομένη, αν δεν ήταν αυτός ο υπεύθυνος για την πληρωμή των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών των συνεργατών του - ασφαλιστικών συμβούλων. Αντίθετα, απεδείχθη, ότι οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι δεν πλήρωναν απευθείας την εναγομένη, εκδίδοντας δικές τους επιταγές, ακόμη και αυτοί που είχαν συνάψει συμβάσεις ασφαλιστικού συμβούλου με την εναγομένη και όφειλαν με βάση τις συμβάσεις τους να πληρώνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα με δικές τους επιταγές, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούσαν ως υποπράκτορες του ενάγοντος, ο οποίος διαμεσολαβούσε στις εργασίες τους με την εναγομένη, λαμβάνοντας ως αμοιβή για τη διαμεσολάβηση αυτή την υπερπρομήθεια και αναλαμβάνοντας παράλληλα την πληρωμή των χρεωστικών υπολοίπων με επιταγές εκδόσεως του ή εκδόσεως της θυγατέρας του, δ) από την κατάθεση της μάρτυρος Α.

Κ., που περιγράφει την όλη διαμεσολάβηση του ενάγοντος με τους συνεργάτες του και την παράλληλη υποχρέωση του να καταβάλλει κάθε χρεωστικό υπόλοιπο των συνεργατών του στην εναγομένη, λαμβάνοντας παράλληλα για το συντονισμό του και την ευθύνη του ποσοστό υπερπρομήθειας, η οποία κατάθεση κρίνεται πειστική, συνεπικουρούμενη από τα ανωτέρω έγγραφα, σε αντίθεση με την κατάθεση του μάρτυρος Κ.

Κ., ο οποίος κατέθεσε, ότι ο ενάγων απλά σύστηνε τους συνεργάτες του στην εναγομένη, οι οποίοι στη συνέχεια κατάρτιζαν συμβάσεις δικές τους με την εναγομένη και ευθύνονταν εκείνοι για τα χρεωστικά τους υπόλοιπα και όχι ο ενάγων, κατάθεση η οποία δεν κρίνεται πειστική, καθόσον δεν είναι νοητό ο ενάγων να λάμβανε σημαντικά κέρδη ως υπερπρομήθεια, μόνο από το γεγονός, ότι σύστηνε κάποια άτομα στην εναγομένη, χωρίς παράλληλη ευθύνη του και έρχεται σε αντίθεση με τα ανωτέρω έγγραφα (επιστολές, λογιστικές καταστάσεις κλπ), που δείχνουν την πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ήτοι τη διαμεσολάβηση του ενάγοντος έναντι κέρδους και με την υποχρέωση κάλυψης των χρεωστικών υπολοίπων των συνεργατών του.

Περαιτέρω, απεδείχθη ότι ο ενάγων τηρούσε με την εναγομένη δοσοληπτικό λογαριασμό με το άθροισμα του συνόλου των εισπραχθέντων από τις καταρτισθείσες συμβάσεις ασφάλισης ασφαλίστρων, μείον την προμήθεια που δικαιούταν ο ενάγων και κάθε συνεργάτης του - ασφαλιστικός σύμβουλος, του οποίου την παραγωγή παρακολουθούσε εκείνος και όριζε την προμήθεια του, παρακρατώντας την δική του "υπερπρομήθεια".

Για την δική του παραγωγή, αλλά και την παραγωγή των ασφαλιστικών συμβούλων, των οποίων την παραγωγή συντόνιζε, ο ενάγων υπέβαλε κάθε μήνα εκκαθαριστικούς λογαριασμούς. Τα οφειλόμενα ποσά που προέκυπταν από τις εκκαθαριστικές αυτές δηλώσεις κατέβαλε στην εναγομένη κατά ένα μέρος με καταβολή μετρητών από εισπραχθέντα ασφάλιστρα και κατά το λοιπό μέρος με παράδοση επιταγών χάριν εξόφλησης.

Μάλιστα, για τα οφειλόμενα από τις επιταγές αυτές ποσά είχε συμφωνήσει με την εναγομένη, ότι θα του παραχωρούνταν πιστωτικό διάστημα εξόφλησης 6 μηνών, προκειμένου εκείνος να εκμεταλλεύεται τα χρήματα που εισέπραττε. Ειδικότερα, το χρονικό αυτό πιστωτικό όριο μεταξύ της εναγομένης και κάθε ασφαλιστικού πράκτορα κυμαινόταν ανάλογα με τον όγκο της παραγωγής τους και ειδικά στην περίπτωση του ενάγοντος δικαιολογούνταν από τον μεγάλο όγκο της παραγωγής του γραφείου του και των ασφαλιστικών συμβούλων που εκείνος συντόνιζε μέσω του γραφείου αυτού.

Μέχρι το τέλος του έτους 2005 η διαδικασία αυτής της χορήγησης επιταγών για μέρος του οφειλομένου από τον ενάγοντα ποσού χάριν εξόφλησης με πληρωμή των επιταγών μετά την παρέλευση εξαμήνου έβαινε ομαλά, αφού οι επιταγές πληρώνονταν κανονικά με την εμφάνιση τους στις πληρώτριες τράπεζες. Όμως, για τις απαιτήσεις της εναγομένης από την αρχή του έτους 2006 και εξής, οι επιταγές, που ο ενάγων είχε χορηγήσει χάριν εξόφλησης των απαιτήσεων της εναγομένης και ειδικότερα για την παραγωγή των μηνών Ιανουαρίου 2006 -Ιουνίου 2006, δεν πληρώθηκαν, αφού άλλες ανακλήθηκαν και άλλες σφραγίσθηκαν ελλείψει επαρκούς υπολοίπου.

Ειδικότερα, για την παραγωγή του μηνός Ιανουαρίου 2006 - Ιουνίου 2006 ο ενάγων είχε παραδώσει στην εναγομένη επιταγές εκδόσεως της θυγατέρας του Μ. Κ. και συγκεκριμένα τις κάτωθι επιταγές: για την παραγωγή του μηνός Ιανουαρίου 2006 τις επιταγές με αριθμούς α) ... και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε. με ημερομηνία έκδοσης 31/7/2006 και ποσό 75.056,55 ευρώ και β) ...

και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 31/7/2006 και ποσό 81.984,08 ευρώ. Περαιτέρω για την παραγωγή του μηνός Φεβρουαρίου 2006 είχε παραδώσει στην εναγομένη τις επιταγές με αριθμούς α) ... και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 31/8/2006 και ποσό 58.606,47 ευρώ και β) ...

και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 31/8/2006 και ποσό 76.912,17 ευρώ. Για την παραγωγή του μηνός Μαρτίου 2006 είχε παραδώσει στην εναγομένη τις επιταγές με αριθμούς α) ... και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 30/9/2006 και ποσό 83.132,25 ευρώ και β) ... και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 30/9/2006 και ποσό 38.135,14 ευρώ.

Για την παραγωγή του μηνός Απριλίου 2006 είχε παραδώσει στην εναγομένη τις επιταγές με αριθμούς α) ... και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 31/10/2006 και ποσό 83.049,32 ευρώ και β) ... και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 31/10/2006 και ποσό 84.035,77 ευρώ. Για την παραγωγή του μηνός Μαΐου 2006 είχε παραδώσει στην εναγομένη τις επιταγές με αριθμούς α) ...

και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 30/11/2006 και ποσό 69.154,24 ευρώ και β) ... και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 30/11/2006 και ποσό 75.492,10 ευρώ. Για την παραγωγή του μηνός Ιουνίου 2006 είχε παραδώσει στην εναγομένη τις επιταγές με αριθμούς α) ... και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 31/12/2006 και ποσό 54.604,52 ευρώ και β) ...

και πληρώτρια τράπεζα την ΕFG ΕUROBΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε με ημερομηνία έκδοσης 31/12/2006 και ποσό 77.879,56 ευρώ. Επίσης απεδείχθη, ότι ο ενάγων ασκούσε παράλληλα με την εργασία του ως ασφαλιστικός πράκτορας τα καθήκοντα και πραγματογνώμονα κατά παράβαση που άρθρου 1 του ν.1559/1985. Έτσι, ο επιθεωρητής της εναγομένης Γ. Τ. συνάντησε τον ενάγοντα και του επισήμανε διάφορα προβλήματα που είχαν ανακύψει στη συνεργασία μεταξύ αυτού και της εναγομένης, μεταξύ των οποίων ήταν η έγκαιρη εξόφληση των επιταγών και η παύση των εργασιών πραγματογνωμοσύνης που διενεργούσε παρατύπως.

Ο ενάγων αρνήθηκε να συμμορφωθεί στις οδηγίες που του δόθηκαν από την εναγομένη μέσω του άνω επιθεωρητή απαντώντας σ αυτόν "εγώ θα συνεχίσω να δουλεύω όπως δούλευα μέχρι σήμερα και τίποτα από τα παραπάνω δεν κάνω" (Βλ. από 24/10/2006 ενημερωτικό σημείωμα του Γ. Τ.). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 19/9/2006 η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 15/9/2006 καταγγελία σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα με εξώδικη πρόσκληση.

Με αυτήν, η εναγόμενη κατήγγειλε την από 1/1/1992 ως άνω σύμβαση πρακτόρευσης. Από το κείμενο της καταγγελίας προκύπτει, ότι οι λόγοι της καταγγελίας ήταν οι εξής: α) ότι ο ενάγων όφειλε να καταβάλει έως το χρόνο εκείνο το πλεόνασμα που αναλογούσε στον αναλυτικό κατά συμβόλαιο λογαριασμό ασφαλίστρων για κάθε δίμηνο εντός της συμφωνηθείσας χρονικής προθεσμίας του άρθρου 8 της άνω σύμβασης, β) ότι ο ενάγων είχε παραβεί τον όρο 14 της σύμβασης φέροντας ευθύνη για τις πράξεις των συνεργατών του και γ) ότι ο ενάγων είχε παραβεί τον όρο 15 διενεργώντας ο ίδιος πραγματογνωμοσύνες σε περιπτώσεις αυτοκινητικών ατυχημάτων.

Αναφορικά με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της καταγγελίας, δηλαδή αναφορικά με την παράβαση των όρων 8 και 14 της σύμβασης αποδείχθηκε, ότι έως το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης δεν πληρώθηκαν οι τέσσερις πρώτες επιταγές από τις ως άνω δώδεκα αναλυτικά αναφερθείσες επιταγές, που είχε παραδώσει ο ενάγων στην εναγομένη χάριν εξόφλησης των απαιτήσεων της τελευταίας, τόσο για την δική του παραγωγή όσο και για εκείνη των συνεργατών του - ασφαλιστικών συμβούλων για τις πράξεις των οποίων ευθυνόταν ο ίδιος προσωπικά σύμφωνα με τον όρο 14 της σύμβασης, αλλά και σύμφωνα με την πρακτική των καταβολών των ασφαλίστρων, που είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί από το έτος 1992 έως το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης.

Ειδικότερα από τις επιταγές αυτές οι δύο πρώτες αφορούσαν την παραγωγή του μηνός Ιανουαρίου 2006 (με ημερομηνία έκδοσης την 31/7/2006) και η τρίτη και τέταρτη αφορούσαν την παραγωγή του μηνός Φεβρουαρίου 2006 (με ημερομηνία έκδοσης την 31/8/2006). Πιο ειδικά, οι δύο πρώτες σφραγίσθηκαν στις 8/8/2006 και οι τρίτη και τέταρτη σφραγίσθηκαν στις 8/9/2006 λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου, όπως προκύπτει από το σώμα των επιταγών, οφειλομένου δηλαδή στην εναγομένη στις 8/9/2006 συνολικά του ποσού των 292.559,27 ευρώ, παρά την παρέλευση της κατά τον όρο 8 της ως άνω σύμβασης προθεσμίας καταβολής, η οποία ρητώς συμφωνήθηκε από τους διαδίκους να αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας της ως άνω σύμβασης.

Η παραπάνω παράβαση συνιστά επίσης και βαρύ παράπτωμα του ενάγοντος, που επισύρει και ποινική και αστική ευθύνη του κατά τα άρθρα 822 - 823, 914 ΑΚ, 375 ΠΚ, 3 του πδ 298/1986, σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν στην υπό στοιχείο Ι νομική σκέψη στην αρχή της απόφασης. Στη συνέχεια, απεδείχθη ότι η εναγομένη εξέδωσε σε βάρος της Μ.

Κ. την υπ’ αριθμό 759/2006 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία διατάχθηκε η άνω Μ. Κ. να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 413.826,66 ευρώ για 6 από τις ανωτέρω ακάλυπτες επιταγές και την υπ’ αριθμό 125/2007 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία υποχρεώθηκε η άνω Μ.

Κ. στην καταβολή του ποσού των 444.215,51 ευρώ για τις υπόλοιπες 6 επιταγές. Κατά της τελευταίας αυτής διαταγής πληρωμής ασκήθηκε από την Μ. Κ. ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την υπ’ αριθμό 613/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Επιπλέον, η εναγομένη άσκησε κατά της Μ. Κ. την υπ’ αριθ.

κατάθεσης 1012/2007 αγωγή της καθώς και την υπ’ αριθμ. κατάθεσης 2076/2007 αγωγή της για τις ανωτέρω ακάλυπτες επιταγές, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 153/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών η οποία αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης Μ. Κ. να καταβάλει τα ποσά των 389.826,66 ευρώ και 420.215,51 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι επιταγές αυτές καταβλήθηκαν χάριν ευκολίας για τη λογιστική τακτοποίηση των λογαριασμών της εναγομένης και όχι χάριν εξόφλησης. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται διότι η τακτική παράδοσης επιταγών εκδόσεως του ενάγοντος και της θυγατέρας του Μ. Κ. ήταν μία τακτική πληρωμής, που κρατούσε από την έναρξη ισχύος της σύμβασης έως τον χρόνο καταγγελίας, όπως ανωτέρω έχει εκτεθεί αλλά και διότι η επιταγές αυτές ανταποκρίνονταν σε πραγματικές και υφιστάμενες απαιτήσεις της εναγομένης κατά του ενάγοντος ενόψει του μεγάλου όγκου παραγωγής τόσο του ιδίου όσο και των συνεργατών του.

Τα ανωτέρω δέχθηκε και η υπ’ αριθμό 153/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών στη σχετική δίκη για την έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων παραβίασε τους σχετικούς όρους 8, 14 και 15 της σύμβασης πρακτόρευσης, αφού δεν κατέβαλε στην εναγομένη τα ποσά των ασφαλίστρων για τα οποία ήταν υπεύθυνος, τόσο τα δικά του όσο και των συνεργατών του ασφαλιστικών συμβούλων και επιπλέον γιατί διενεργούσε πραγματογνωμοσύνες παρά τις αντίθετες οδηγίες της εναγομένης και επομένως η καταγγελία της σύμβασης του δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 22 της σύμβασης η παράβαση από τον πράκτορα των όρων της σύμβασης συνιστά σοβαρό λόγο καταγγελίας και ο ενάγων δεν δικαιούται την καταβολή προμήθειας και υπερπρομήθειας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης.

Επιπλέον, δεν κρίνεται, ότι το άρθρο 22 της σύμβασης πρακτόρευσης, που αφορά την καταγγελία της σύμβασης για την παράβαση οποιουδήποτε όρου αυτής είναι όρος καταχρηστικός αντικείμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, και δεν τέθηκε παραπλανητικά και δόλια από την εναγομένη, άσχετα με το γεγονός ότι υπάρχει και άλλος όρος στη σύμβαση που προβλέπει την καταγγελία αυτής για ορισμένο σπουδαίο λόγο.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε, ότι το έτος 2002 καταρτίσθηκε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης περί καταβολής σε αυτόν δικαιώματος συμβολαίου ποσοστού 27,5%, που ο ενάγων αιτείται με την υπό κρίση αγωγή. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον όρο 16 της σύμβασης "η εταιρεία έχει υποχρέωση να δίνει με δικές της δαπάνες στον πράκτορα το έντυπο υλικό, που είναι αναγκαίο για τη σύναψη των ασφαλιστικών συμβάσεων ...", ενώ κατά τον όρο 19 της σύμβασης "η εταιρεία έχει υποχρέωση να παρέχει στον πράκτορα σαν αντάλλαγμα για την εκτέλεση των πάσης φύσεως υποχρεώσεων, που αναλαμβάνει με την παρούσα, προμήθεια επί των καθαρών ασφαλίστρων, που θα εισπράττονται πραγματικά και αφορούν συμβάσεις που έγιναν με την διαμεσολάβηση του.

Πέρα από την προμήθεια αυτή η εταιρεία δεν υποχρεούται σε καμία άλλη προς τον πράκτορα παροχή" και, εν συνεχεία, στη σύμβαση καθορίζεται η προμήθεια αυτή κατά κλάδο με το αντίστοιχο ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων. Συμπληρωματικά με τον παραπάνω όρο, στον όρο 20 της σύμβασης ορίζεται ότι "Πέραν των στον προηγούμενο όρο αναγραφομένων προμηθειών και ανταλλαγμάτων, η εταιρεία δεν θα έχει καμία άλλη υποχρέωση απέναντι στον πράκτορα", ενώ σύμφωνα με τον όρο 24 της από 1/1/1992 καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων μερών σύμβασης πρακτόρευσης "καθορίζεται ρητά και διευκρινίζεται ότι ο πράκτορας εκτός των παραπάνω προμηθειών καμία άλλη απαίτηση δεν μπορεί να έχει κατά της εταιρείας από κάθε φύσης αιτία, σχέση και αφορμή".

Επιπλέον, η εναγομένη όχι μόνο δεν ομολόγησε ότι υφίστατο τέτοιου είδους συμφωνία, αλλά, επιπλέον, αρνείται ότι κατήρτισε με τον ενάγοντα συμφωνία να του καταβάλει τέτοιου είδους δικαίωμα, αντίθετα με όσα ισχυρίζεται ο ενάγων (βλ. ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της εναγομένης που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και σελίδες 5-6 των προτάσεων της).

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων ζήτησε κατά το παρελθόν να του καταβληθεί ποσό που αντιστοιχούσε σε δικαίωμα συμβολαίου αλλά ούτε και όλα αυτά τα έτη του καταβλήθηκε κάποιο ποσό ως δικαίωμα συμβολαίου, γεγονός που θα επιβεβαίωνε την κατάρτιση της συμφωνίας αυτής, έστω και προφορικά, παρά την έλλειψη του αναγκαίου συστατικού έγγραφου τύπου, την έλλειψη δε έγγραφης συμφωνίας σχετικά με το θέμα αυτό συνομολογεί και ο ενάγων>>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε, ότι: α] η καταγγελία της σύμβασης είναι έγκυρη και μη καταχρηστική, β] οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι λειτουργούσαν ως υποπράκτορες του ενάγοντος, για τους οποίους αυτός ήταν υπεύθυνος να αποδίδει στην εναγομένη, έναντι προμήθειας του, τα εισπραττόμενα από εκείνους χρηματικά ποσά, γ] οι εκδιδόμενες από τον ενάγοντα επιταγές δεν ήταν επιταγές ευκολίας παρεχόμενες χάριν λογιστικής τακτοποίησης, αλλά επιταγές που δίδονταν προς εξόφληση των πιστώσεων των συμβούλων έναντι της εναγομένης εταιρείας, δ] ο ενάγων μεσολαβούσε σε κάθε εργασία των συμβούλων συνεργατών του με την εναγομένη έχοντας τον γενικό συντονισμό της πρακτόρευσης στην περιοχή, ε] ο ενάγων αρνήθηκε να συμμορφωθεί με οδηγίες της εναγομένης σχετικά με την διενέργεια πραγματογνωμοσυνών και στ] όλοι οι όροι της σύμβασης είναι έγκυροι και δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί καταβολής δικαιώματος συμβολαίου ποσοστού 27%, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτόμενων ως αβασίμων των έντεκα πρώτων λόγων έφεσης και ότι με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα από κανένα στοιχείο δεν είχε προκύψει, ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης με πρόθεση συκοφάντησης του ενάγοντος ή ενεργώντας αντίθετα προς τα συναλλακτικά ήθη, ή πράττοντας κακόβουλα και δόλια με σκοπό βλάβης του ενάγοντος και προσβολής της προσωπικότητας του, αντίθετα δε, είχε αποδειχθεί, ότι υπήρξαν πράγματι σοβαροί και σπουδαίοι λόγοι καταγγελίας της από 1-1-1992 καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πρακτόρευσης κατά τις ως άνω αναλυθείσες διακρίσεις.

Μάλιστα, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, για τη λύση της επίμαχης σύμβασης η εναγομένη όφειλε να προβεί στις αναγκαίες δημοσιεύσεις και στη γνωστοποίηση της λήξης της πρακτορικής σύμβασης όχι μόνο στο Υπουργείο Εμπορίου, αλλά και στον τύπο κατά το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. δ του ν.1569/1985 και δεν διαπιστωνόταν πρόθεση βλάβης του ενάγοντος με τη σχετική δημοσίευση για τη λήξη της σύμβασης στον τύπο και δεν συνέτρεχε αδικοπραξία της εναγομένης εις βάρος του ενάγοντος και συνακόλουθα το αίτημα για καταβολή ποσού 499.550 € ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ήταν απορριπτέο ως αβάσιμο και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε κρίνει ομοίως, ορθώς είχε ερμηνεύσει το νόμο και είχε εκτιμήσει τις αποδείξεις και έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι 12ος, 13ος και 14ος των λόγων έφεσης.

Μετά από όλα αυτά το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως άνω, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 παρ. 4 του Ν. 1569/1985, 1,4, 5 του π.δ/τος 298/1986, 57, 59, 281, 288, 297, 298, 299, 346, 361, 914, 919, 920 ΑΚ, και ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις απαραίτητες σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, οι αντίθετοι, πρώτος και δεύτερος από τους λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ομοίως, αβάσιμοι είναι, ως στηριζόμενοι επί αναληθούς προϋποθέσεως, αμφότεροι οι ως άνω λόγοι, κατά το σκέλος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε το άρθρο 849 ΑΚ και εξαιτίας αυτού στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης, παραδεχόμενη, ότι ο αναιρεσείων [ενάγων] ανέλαβε την ευθύνη πληρωμής προς την αναιρεσίβλητη των ασφαλίστρων, που οφείλονταν σ’ αυτήν από τους ασφαλιστικούς συμβούλους, χωρίς να γίνεται, συγχρόνως, δεκτό, ότι τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, που είναι αναγκαίος, κατά την άνω ουσιαστική διάταξη, για να αναληφθεί ευθύνη καταβολής ξένης οφειλής, και τούτο διότι, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων με την πρακτορική του ιδιότητα είχε αναλάβει κατά τον όρο 14 της σύμβασης την προσωπική και αποκλειστική ευθύνη για όλες τις πράξεις των κάθε είδους συνεργατών του - ασφαλιστικών συμβούλων, οι οποίοι λειτουργούσαν στην πραγματικότητα ως υποπράκτορες αυτού, ενώ αυτός συντόνιζε τις εργασίες τους μέσω του γραφείου του και μεσολαβούσε στην καταβολή των ασφαλίστρων προς την εναγομένη, ευθυνόμενος μάλιστα για την προς αυτήν πληρωμή τους.

Από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη αυτά, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων από αυτά [ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007].

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο α] το φερόμενο ως μη ληφθέν αποδεικτικό μέσο, β] η επίκληση και προσκομιδή στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο της ουσίας, γ] ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη αυτού, δ] το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε] ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας [ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1185/2010, 324/2009, 333/2009].

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, καίτοι επικαλέστηκε και προσκόμισε το υπ’ αρ. 650/2009 πρακτικό του Δ.Σ της αναιρεσίβλητης περί έγκρισης υποβολής έγκλησης κατά των ασφαλιστικών συμβούλων για υπεξαίρεση, καθώς και την υποβληθείσα στη συνέχεια κατ’ αυτών μήνυση, ουδόλως αυτά λήφθηκαν υπόψη. Όμως - ανεξάρτητα από την αοριστία του ως άνω αναιρετικού λόγου, εφόσον δεν καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, το περιεχόμενο του ισχυρισμού αυτού και η επιρροή των εν λόγω αποδεικτικών μέσων στο διατακτικό της απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και ότι τα αποδεικτικά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του - ενόψει της περιεχόμενης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βεβαίωσης του Εφετείου, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τον αριθμό 11 β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο όχι μόνον η απόδειξη που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προσκομισθεί με επίκληση αλλά και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη [ΑΠ 881/2011] και περαιτέρω, θα πρέπει η λήψη ή η μη λήψη υπόψη να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης [ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011]. Τέλος, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί της προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [ΚΠολΔ 561] και συνεπώς είναι απαράδεκτος κάθε ισχυρισμός, που στηρίζει λόγο αναίρεσης κατά της βεβαίωσης του δικαστηρίου, ότι προσκομίσθηκε αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε [ΟλΑΠ 30/2002].

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη απόδειξη που δεν προσκομίστηκε και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της εναγομένης περί της οποίας γίνεται λόγος στη σελίδα 16 της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο τελευταίος αναιρετικός λόγος, ανεξάρτητα από την αοριστία του, που πηγάζει από την έλλειψη αναφοράς του ισχυρισμού στον οποίο αφορά το αποδεικτικό μέσο και της επίδρασης αυτού στο διατακτικό της απόφασης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου, ότι το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός μεν στην αρχή της ελάσσονος πρότασής του, ότι εκτιμήθηκε η κατάθεση της μάρτυρα της εναγομένης, που, όπως προκύπτει από τη σειρά των ονομάτων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, είναι η Α.

Κ., και αφετέρου σε σχέση με την ένορκη αυτή κατάθεση της μάρτυρα της εναγομένης από αβλεψία παραπέμπει όχι στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, αλλά σ’ αυτά της προσβαλλομένης. Επομένως, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρική κατάθεση, που στρέφεται κατά της ως άνω μη υποκείμενης, όπως αναφέρθηκε, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, βεβαίωσης του Εφετείου, είναι απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 17-10-2013 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 464/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Πειραιώς, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2013 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 464/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ