1409/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5751/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/7/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1409/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε ( 5 ) ωρών την εβδομάδα.
Full text
Απόφαση 1409 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1409/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Άλκη Γκιόνη του Πάντο, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Κωνσταντίνας Καλουπάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΜΑΔΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΑΕ" πρώην "Χ.Ι. Κ. ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5751/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/7/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 16/1/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435 /1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου των.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 117/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚΒ'81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1 - 1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346 /1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, 1) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και 2) στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέραν από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας.
Επομένως, αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε ( 5 ) ωρών την εβδομάδα.
Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η,46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν, μέχρι την 31-3-2001, το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα.
Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών ωρών (43) απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1-4-2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως.
Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίας υπερεργασιακής απασχολήσεως, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί 48) ώρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Από 1-4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50 %. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακά απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976.
Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχολήσεώς του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250 % του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλαδή για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 ( έναρξη ισχύος από 1-10-2005) το παραπάνω άρθρο 4 του Ν. 2874 /2000 αντικαταστάθηκε ως εξής : 1.Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).
Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχολήσεως. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2.
Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα.
Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4.
Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή, αν αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως. Αν όμως το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερωριακή απασχόληση πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή, εκτός από την εργασιακή σχέση, οι όροι αυτής καθώς και η διάρκεια της ημερήσιας απασχολήσεως, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι υπερωρίες, ενώ είναι δυνατόν να προσδιορίζονται κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα.
Επίσης, πρέπει να αναφέρονται οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το ωρομίσθιο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε σ'αυτή, εκτός των άλλων, ότι τυγχάνει εργατοτεχνίτης - οικοδόμος και προσελήφθη από την εναγομένη, η οποία αναλαμβάνει την κατασκευή και συντήρηση τεχνικών έργων, το έτος 1999, ως ανειδίκευτος εργάτης, στη συνέχεια εργάσθηκε ως βοηθός τεχνίτη και από τον Αύγουστο του 2001 μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, την 17/5/2005, ως εργατοτεχνίτης -οικοδόμος, εκτελώντας πλακοστρωτική εργασία, καθώς και εργασίες κατασκευής καλουπιών και κρασπέδων, ότι εργαζόταν με καθεστώς πενθήμερης εργασίας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) από τις 07.00 έως τις 15.00, ότι κατά το από 1/1/2001 έως 30/4/2005 χρονικό διάστημα εργαζόταν πέραν του νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου των 40 ωρών, πραγματοποιώντας υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, ότι επιπλέον παρείχε εργασία κατά τις αναλυτικά εις αυτή αναφερόμενες ημερομηνίες κατά τα Σάββατα και ότι σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ε.
για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων και των συναφών κλάδων, η αμοιβή του ανερχόταν στα εις αυτή αναφερόμενα ποσά για κάθε αναφερόμενη χρονική περίοδο και ότι η εναγομένη του κατέβαλε μικρότερη αμοιβή απ' αυτή που εδικαιούτο, καθώς επίσης δεν του κατέβαλε αμοιβή για την εργασία κατά τα Σάββατα, για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, για την οποία αναφέρει αναλυτικά για κάθε μήνα ότι πέραν των 40 ωρών την εβδομάδα και των 8 ωρών την ημέρα παρείχε συγκεκριμένες ημερομηνίες (της εβδομαδιαίας εργασίας του) συγκεκριμένες ώρες υπερεργασίας κ.λ.π.
και ζήτησε μεταξύ άλλων και την επιδίκαση αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία (ιδιόρρυθμη και παράνομη) και αμοιβή για την εργασία κατά τα Σάββατα. Η ένδικη αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ πληρότητα του δικογράφου ως προς το κεφάλαιο της υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας, αφού σ' αυτή προσδιορίζεται σαφώς το ημερήσιο ωράριο εργασίας, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως και Παρασκευή) κατά τα εις αυτή χρονικά διαστήματα, οι ώρες υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας, πέραν του νομίμου ωραρίου (των 8 ωρών την ημέρα κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας) σε συγκεκριμένες ημερομηνίες της εβδομαδιαίας εργασίας, καθ' όλο το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, η δε μνεία της ανά μήνα ως άνω υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας δεν καθιστά αόριστη την αγωγή, αφού αναλύεται ανά εβδομάδα η ως άνω εργασία.
Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι η αγωγή είναι αόριστη ως προς το ως άνω κονδύλιο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε.
νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω συνταγματική διάταξη. Για το λόγο αυτό δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου ως άνω νόμου (1876 /1990), οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζομένους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινούς εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του νόμου αυτού.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου, με απόφαση που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Ειδικότερα, η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 10, κατά την οποία η κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας.
Την επέκταση, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ίδιου νόμου, μπορεί να ζητήσει και αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτησή της που υποβάλλεται στον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού και στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζόμενους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές του να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή τους.
Την επέκταση μπορεί να ζητήσει και η αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτησή της προς τον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από της χρονολογίας εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού και όχι αναδρομικώς, και στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από τη χρονολογία υποβολής της.
Ειδικότερα, ο χρόνος διάρκειας της δεσμεύσεως από την κηρυχθείσα ως γενικώς υποχρεωτική συλλογική σύμβαση εργασίας ταυτίζεται με το χρόνο ισχύος της τελευταίας, αρχίζει όμως όχι από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτής, αλλά από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως, η οποία επεκτείνει την ισχύ της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε η εν λόγω υπουργική απόφαση αποκτά νομική ισχύ.
Αν δε η κήρυξή της ως υποχρεωτικής της κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε. αποφασισθεί ύστερα από αίτηση αρμόδιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, τότε η έναρξη της δεσμεύσεως από την επέκταση αρχίζει από τη χρονολογία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Ενόψει των ανωτέρω η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος ως άνω Σ.Σ.Ε.
αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο όμως αυτό, ενόψει της προαναφερθείσας φύσεως των Σ.Σ.Ε. δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε.
που δεν έχει κηρυχθεί γενικά ως υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν την Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί με τις προτάσεις, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. και να αποδείξει ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τούτο όμως δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία η ισχύς της Σ.Σ.Ε. στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα ανωτέρω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα προαναφερθέντα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της ενώ, για το προηγούμενο της κηρύξεώς της ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα, ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη προηγουμένως ισχύουσα Σ.Σ.Ε., που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο κηρύξεώς της ως γενικώς υποχρεωτική.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής στην οποία ο ενάγων εξέθεσε, ότι τυγχάνει εργατοτεχνίτης -οικοδόμος, ότι προσελήφθη από την εναγομένη, η οποία αναλαμβάνει την κατασκευή και συντήρηση τεχνικών έργων, το έτος 1999 ως ανειδίκευτος εργάτης, ότι στη συνέχεια εργάσθηκε ως βοηθός τεχνίτη και από τον Αύγουστο του 2001 μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, την 17/5/2005, ως εργατοτεχνίτης - οικοδόμος, εκτελώντας πλακοστρωτική εργασία, καθώς και εργασίες κατασκευής καλουπιών και κρασπέδων, ότι σύμφωνα με τις ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων καθιερώθηκε η πενθήμερο εβδομαδιαία εργασία για τους εργατοτεχνίτες οικοδόμους και με βάση αυτές δικαιούται πλέον του ελαχίστου μηνιαίου μισθού και επίδομα τριετίας σε ποσοστό 5 %.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη αφού σ' αυτή αναφέρονται όλα τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή των ως άνω Σ.Σ.Ε. (η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, ο κλάδος της οικονομικής ζωής στον οποίο αυτή λειτουργεί, το επάγγελμα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας), καθώς επίσης συνάγεται από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής η ιδιότητα του μέλους της οικείας συνδικαλιστικής οργανώσεως από τον ενάγοντα και την εναγομένη, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία μνεία γίνεται, ότι η εναγομένη αμφισβήτησε την ιδιότητα αυτής και του ενάγοντος ως μελών των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τις ΣΣΕ, οι οποίες καταρτίσθησαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι για τις διαφορές αποδοχών του ενάγοντος δεν εφαρμόζονται οι Σ.Σ.Ε. για το χρονικό διάστημα προ της κηρύξεώς τους ως γενικώς υποχρεωτικών αλλά αυτεπαγγέλτως η προηγουμένως ισχύουσα Σ.Σ.Ε, η οποία είχε ήδη κηρυχθεί υποχρεωτική, γιατί ο ενάγων "...δεν αναφέρει, στην αγωγή του, όπως όφειλε, ότι τόσο ο ίδιος όσο και η εναγομένη ήσαν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη των Σ.Σ.Ε. που τον αφορούν", παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Επομένως, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5751/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ