1409/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1409/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκτιμά αιτιολογημένα και αναλυτικά την αξία του. Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1409 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1409/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. συζύγου Δ. Σ., ..., 2) Λ. Μ. συζύγου Π. Λ., ..., 3) Δ. Σ. του Λ., 4) Μ. Σ. του Δ., 2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Ιωάννη Χορομίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στρούζα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2007 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και την από 18/3/2008 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με την με αριθμό κατάθεσης 1697/2008 αίτηση και την από 16/5/2008 ανταίτηση δια των προτάσεων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 421/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/1/2010 αίτησή τους και τους από 9/2/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 24/3/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και του δευτέρου προσθέτου λόγου (σκέλος β) και την απόρριψη του πρώτου προσθέτου λόγου και του δευτέρου προσθέτου λόγου (σκέλος α).
Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου το άρθρο 15 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" ορίζει στις παραγράφους 1, 2, 3 και 6 αυτού και ότι "μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επιτροπή προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου. Καταρτίζει έκθεση στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του, τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού.
Εκτιμά αιτιολογημένα και αναλυτικά την αξία του. Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 του ίδιου ΚΑΑΑ, τελ. εδάφιο, "ως κριτήριο νια την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3193/2003)".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά δε την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως (13 ΚΑΑΑ), τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 877/2007 και 754/2005).
Εν συνεχεία, κατά την έννοια των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, εφ' όσον συνετάγη, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ακόμα και αν είναι κατώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία κατά τα προαναφερθέντα δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση ως προς την πραγματική αξία του απαλλοτριωθέντος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 εδαφ. α' του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου.
Εξάλλου το άρθρο 13 του Ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) ορίζει στην παράγραφο 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα, που απομένει στον ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.
Περαιτέρω το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζει, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους, που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημιώσεως μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Περαιτέρω από το άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 130/2010).
Τέλος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1, 8 και 19 ΚΠολΔ:
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η περιοχή όπου κείται η απαλλοτριωθείσα έκταση, βρίσκεται ανατολικά από το κέντρο της πόλεως της Θεσσαλονίκης και απέχει από τη ΧΑΝΘ και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τουλάχιστον 1.200 μέτρα. Η εν λόγω περιοχή είναι πολεοδομικά και οικιστικά διαμορφωμένη, εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και συγκοινωνιακά από αστικές γραμμές του ΟΑΣΘ που διέρχονται από τις οδούς Παπαναστασίου και Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίες παρουσιάζουν πυκνή κυκλοφορία οχημάτων και προκαλείται ηχορύπανση και ατμοσφαιρική ρύπανση.
Είναι πυκνοδομημένη περιοχή με πολυώροφες οικοδομές, καλής, όχι όμως πολυτελούς κατασκευής, που δεν είναι νεόδμητες, και στα ισόγεια αυτών υπάρχουν καταστήματα. Οι οικοδομές δεν διαθέτουν χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων και ούτε υπάρχουν ιδιωτικοί ή υπαίθριοι χώροι στάθμευσης, με συνέπεια η ζήτηση χώρων "Ραrking" να είναι πολύ μεγάλη, γεγονός που χαρακτηρίζει την εν λόγω περιοχή.
Στην ευρύτερη περιοχή και σχετικά κοντά στην επίμαχη απαλλοτριωθείσα έκταση, υπάρχουν σχολικά συγκροτήματα όλων των βαθμίδων δημόσιας εκπαίδευσης (δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια), και το ιδιωτικό κολλέγιο με την επωνυμία "ΝΕW ΥΟRΚ COLLEGΕ" καθώς και υποκαταστήματα τραπεζικών εταιρειών, ενώ, σε αρκετή απόσταση από την επίμαχη απαλλοτριωθείσα έκταση, βρίσκονται τα νοσοκομεία "Ιπποκράτειο" και "Θεαγένειο".
Επίσης το ως άνω οικοδομικό τετράγωνο στο οποίο κείται η επίμαχη απαλλοτριωθείσα έκταση, είναι όμορο με το Πάρκο του Μακεδόνικου Τάφου, που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών Αλεξ. Παπαναστασίου και Ομήρου, ενώ απέναντι από αυτό και διαγωνίως, βρίσκεται, επί της συμβολής των οδών Αλεξ. Παπαναστασίου και Ομήρου, το Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, και επί της συμβολής των οδών Αλεξ.
Παπαναστασίου και Κατσιμίδη, η τεχνική σχολή "Ευκλείδης". Υπάρχει αρκετή εμπορική κίνηση στην εν λόγω περιοχή, πλην όμως, δεν εμφανίζει τα χαρακτηριστικά εμπορικού κέντρου, καθόσον τα καταστήματα, καλύπτουν, ως επί το πλείστον, τις ανάγκες των κατοίκων, (ήτοι "super market", φαρμακεία, εστιατόρια, καφετέριες, ηλεκτρικών συσκευών κλπ).
Επίσης η περιοχή αυτή δεν παρουσιάζει οικοδομική δραστηριότητα λόγω ελλείψεως ακάλυπτων οικοπέδων και για τα υπάρχοντα διαμερίσματα που προσφέρονται κυρίως για κατοικία, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ιδιαίτερου αγοραστικού ενδιαφέροντος, ενώ, υπάρχει αυξημένη ζήτηση για μίσθωση τούτων από φοιτητές του ΑΠΘ, λόγω της ως άνω αποστάσεως από αυτό.
Σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δόμησης, στην περιοχή αυτή, ο μέγιστος συντελεστής δόμησης είναι 3,0, το μέγιστο ποσοστό κάλυψης του οικοπέδου 70% και το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος 27,00 μέτρα, ενώ το ποσοστό αντιπαροχής για την ανέγερση με το σύστημα αντιπαροχής οικοδομών, κυμαίνεται μεταξύ 50% και 55%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, τα επίδικα ακίνητα, εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους.
Αξιομνημόνευτο δε εν προκειμένω είναι ότι, ο τελευταίος αντικειμενικός προσδιορισμός έγινε το Μάρτιο του 2007 και ισχύει μέχρι και τη παρούσα συζήτηση, δηλαδή είναι ο ίδιος κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους. Η αιτούσα εταιρεία προσκομίζει και επικαλείται πέντε (5) φύλλα υπολογισμού αξίας οικοπέδου που είναι θεωρημένα στις 3.4.2007 από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης και από την επισκόπηση αυτών προκύπτει ότι, η αντικειμενική αξία των ιδιοκτησιών ΚΠ 01, 02, 03 και 04 ανέρχεται σε 1911,7973 ευρώ ανά τ.μ, ήτοι, κατά στρογγυλοποίηση σε 1911,80 ευρώ ανά τ.μ, και της ιδιοκτησίας ΚΠ 05 σε 1.681,00 ευρώ ανά τ.μ.
Οι αιτούντες της από 17.12.2007 αιτήσεως, προσκομίζουν και επικαλούνται για τη φερόμενη ιδιοκτησία των ΚΠ 01, δύο φύλλα υπολογισμού αξίας οικοπέδου, στα οποία αναγράφεται η αντικειμενική αξία σε 2.153,16 ευρώ ανά τ.μ, των δύο εδαφικών τμημάτων εμβαδού 1.165,87 τ.μ και 2.001,27 τ.μ της απαλλοτριωθείσας έκτασης. Όμως τα φύλλα αυτά, δεν είναι ικανά προς αξιολογική εκτίμηση για σχηματισμό σχετικής δικανικής πεποιθήσεως, καθόσον, όχι μόνον, δεν είναι θεωρημένα από την οικεία Οικονομική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών κατά τους ορισμούς των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, αλλά και δεν φέρουν ούτε το όνομα του συντάκτη των και ούτε σχετική ημεροχρονολογία συντάξεως των.
Εξάλλου, οι διάδικοι με τις αντίθετες αιτήσεις των και την ανταίτηση, διώκουν τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των επιδίκων απαλλοτριωθέντων εδαφικών τμημάτων, σε διαφορετικά ποσά, τα οποία έχουν μεταξύ των μεγάλη απόκλιση, ενώ τα προπεριγραφόμενα χαρακτηριστικά, τόσο της ως άνω περιοχής όσο και των κειμένων σ' αυτήν επιδίκων απαλλοτριούμενων εδαφικών τμημάτων, τυγχάνουν υπ' αυτών εντελώς διαφορετικής αξιολόγησης, ως προς τη συμβολή των, στην αναβάθμιση ή υποβάθμιση της περιοχής αυτής και εντεύθεν στην επαύξηση ή στη μείωση της αξίας των κειμένων σ' αυτήν ακινήτων.
Ειδικότερα, η αιτούσα εταιρεία ως υπόχρεη προς αποζημίωση, διατεινόμενη ότι, στην εν λόγω περιοχή, η πυκνότητα της δόμησης με παλαιές μέτριας κατασκευής πολυκατοικίες (πλέον της 30ετίας), η έλλειψη υποδομών, όπως πάρκα, χώροι πρασίνου, αθλητικών κέντρων, η στενότητα των πεζοδρομίων, το έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα, η έλλειψη θέσεων στάθμευσης, ο θόρυβος και η ρύπανση, επηρεάζουν αρνητικά το αγοραστικό ενδιαφέρον για τα ακίνητα και την εμπορική αξία τούτων, προσδιορίζει αυτήν στην ως άνω αντικειμενική αξίας τούτων.
Αντίθετα, οι αιτούντες - ως δικαιούχοι της αποζημίωσης, επικαλούμενοι τα ως άνω χαρακτηριστικά της περιοχής και διατεινόμενοι ότι, η έντονη εμπορική κίνηση, η πυκνή αστική συγκοινωνία, η εύκολη και γρήγορη μετάβαση στο κέντρο της πόλεως της Θεσσαλονίκης, την καθιστούν από τις πλέον πυκνοκατοικημένες και περιζήτητες περιοχές για την αγορά πρώτης κατοικίας, προσδιορίζουν την πραγματική αξία όλων των επίδικων απαλλοτριουμένων εκτάσεων σε 8.000 ευρώ ανά τ.μ, ενώ ο Δήμος Θεσσαλονίκης - ως δικαιούχος της αποζημίωσης με την ανταίτησή του προσδιορίζει την αξία της ιδιοκτησίας ΚΠ 1 σε 3.000 ευρώ ανά τ.μ.
Αναφορικά λοιπόν, με την πραγματική αξία των επίμαχων απαλλοτριούμενων εδαφικών τμημάτων, οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, είναι αντιφατικές μεταξύ των. Συγκεκριμένα: α) Ο μάρτυρας απόδειξης, που προτάθηκε από τους αιτούντες της από 17.12.2007 αιτήσεως, Ι. Κ., αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός, ο οποίος συνέταξε και την από τον Νοέμβριο 2006 Τεχνική Έκθεση με το συνημμένο σ' αυτήν από 16.9.2006 τοπογραφικό διάγραμμα του, για την αξία της ιδιοκτησίας ΚΠ 01, κατέθεσε μεταξύ άλλων και ότι, η επίδικη έκταση βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της πόλης, κοντά σε σχολεία και στο Πανεπιστήμιο, υπάρχει θόρυβος στην περιοχή και πρόβλημα στάθμευσης έχουν οι παλιές οικοδομές καθώς και ότι κατά τα τελευταία δύο χρόνια υπήρχαν αυξητικές τάσεις στις τιμές των ακινήτων 10%-15% κάθε χρόνο και συνολικά 25%- 30%, με συνέπεια η τιμή που προσδιόρισε στην ως άνω έκθεσή του αυξάνεται κατά το εν λόγω ποσοστό και προσδιορίζεται πλέον σε 7.500-8.000 ευρώ ανά τ.μ.
Στην προαναφερόμενη δε Τεχνική Έκθεση, ο εν λόγω μάρτυρας υπολογίζοντας την αξία της ΚΠ 01 με τη μέθοδο της αντιπαροχής, προσδιόρισε αυτήν στο ποσό των 5.880,00 ευρώ ανά τ.μ. Επίσης, η κατάθεση του μάρτυρα αυτού στη δίκη προσωρινού καθορισμού αποζημίωσης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 43937/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρακτικά, είναι ταυτόσημη με την ανωτέρω και επιπλέον, εκτός των άλλων κατέθεσε και ότι, υπάρχει μεγάλη κυκλοφορία οχημάτων στην περιοχή του επιδίκου και υπάρχει θόρυβος και ρύπανση καθώς και ότι η εν λόγω περιοχή επιλέγεται προς κατοίκηση από άτομα που είναι μέσης οικονομικής κατάστασης, β) Ο μάρτυρας απόδειξης, που προτάθηκε από τους αιτούντες της από 17.4.2008 αιτήσεως, Χ.
Κ. του Α., πολιτικός μηχανικός, αναφορικά με τις ιδιοκτησίες ΚΠ 02, 03, 04 και 05, κατέθεσε εκτός των άλλων και ότι, η περιοχή είναι κέντρο-απόκεντρο, είναι ακριβή περιοχή και ήσυχη και η αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 5.000 ευρώ ανά τ.μ.. Ο ίδιος μάρτυρας, εξεταζόμενος στη δίκη προσωρινού καθορισμού αποζημίωσης, προσδιόρισε την αξία των επιδίκων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, στο ως άνω ποσό των 5.000 ευρώ ανά τ.μ, κατά το χρόνο τη συζήτηση αυτής, ήτοι 16.10.2007, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την υπ' αρθμ.44110/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρακτικά, γ) Ο μάρτυρας του ανταιτούντος Δήμου Θεσσαλονίκης, Κ.
Μ. του Δ., αναφορικά με την ιδιοκτησία ΚΠ 01 για την οποία ο Δήμος προβάλλει δικαιώματα κυριότητας, κατέθεσε μεταξύ των άλλων και ότι, η αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 3.000 ευρώ ανά τ.μ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την υπ' αρθμ. 44110/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρακτικά, ο ίδιος μάρτυρας, στη δίκη προσωρινού καθορισμού αποζημίωσης, κατέθεσε ότι, η τιμή των 5.000 ευρώ ανά τ.μ είναι υπερβολική και εκτίμησε την αξία των επιδίκων σε 2.000 ευρώ ανά τ.μ.
και δ) Η προτεινόμενη από την αιτούσα εταιρεία μάρτυρας Ν. - Θ. Κ. του Δ., πολιτικός μηχανικός, εκτός των άλλων κατέθεσε ότι, οι αντικειμενικές αξίες στην επίδικη περιοχή αυξήθηκαν και φθάνουν τις πραγματικές και ότι η με βάση την εκτίμηση της οικονομικής υπηρεσίας της εταιρείας και την τεχνική υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ αξία των επίμαχων εδαφικών τμημάτων ανέρχεται σε 2.000 ευρώ ανά τ.μ.
Εξάλλου οι αιτούντες της από 17.4.2008 αιτήσεως μετ' επικλήσεως προσκομίζουν και την από 20.4.2007 Τεχνική Έκθεση για την εκτίμηση της αξίας της απαλλοτριούμενης έκτασης, του Α. Α., αρχιτέκτονα μηχανικού, στην οποία υπολογίζοντας την αξία, με τη μέθοδο της αντιπαροχής, προσδιόρισε αυτήν από 4.620 έως 5.040 ευρώ ανά τ.μ, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία.
Εκ των ανωτέρω είναι πρόδηλη, η πολύ μεγάλη απόκλιση αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της πραγματικής αξίας των επιδίκων ιδιοκτησιών. Περαιτέρω οι διάδικοι προς ενίσχυση των εκατέρωθεν ισχυρισμών τους, προσκομίζουν μετ' επικλήσεως τα παρακάτω συγκριτικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, α) η αιτούσα εταιρεία καθώς και ο ανταιτών Δήμος Θεσσαλονίκης, προσκομίζουν την υπ' αριθμ. 687/2005 απόφαση του Εφετείου τούτου, με την οποία, με κρίσιμο χρόνο 10.1.2005, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε 1.800 ευρώ ανά τ.μ για απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση που βρίσκεται επί του οικοπεδικού τετραγώνου των οδών Λαχανά-Παπάφη-Κιλκισίου και Ιωαννίνων στην Κάτω Τούμπα Θεσσαλονίκης, β) οι αιτούντες της από 17.12.2007 αιτήσεως προσκομίζουν 1)το υπ' αριθ. .../23-12-2005 συμβόλαιο πωλήσεως της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χρυσούλας Μπιλίση, από το οποίο προκύπτει ότι, η Κτηματική Εταιρία Δημοσίου (ΚΕΔ) πώλησε με πλειοδοτικό διαγωνισμό στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΟΥΡΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΔΟΥΡΟΣ ΑΕ" τμήμα του ΒΚ 3046, εμβαδού 251,80 τ.μ, που βρίσκεται στην περιοχή "Σχολή Τυφλών" ή "Φάληρο", επί της οδού Καραϊσκάκη αρ.25, συνορευόμενο ανατολικά με πολυκατοικία αγνώστων ιδιοκτητών και με την οδό Βασ.
Όλγας, δυτικά με πολυκατοικία διαφόρων αγνώστων ιδιοκτητών, βόρεια με την οδό Καραϊσκάκη και νότια με πολυκατοικία διαφόρων αγνώστων ιδιοκτητών, αντί τιμήματος 2.250.000 ευρώ, ήτοι 8.935,66 ευρώ ανά τ.μ, με αντικειμενική αξία ανερχόμενη σε 338.406,86 ευρώ, 2) το υπ' αρθ. .../22.11.2005 συμβόλαιο πωλήσεως της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Κετικίδου από το οποίο προκύπτει ότι, η Κτηματική Εταιρία Δημοσίου (ΚΕΔ) πώλησε με πλειοδοτικό διαγωνισμό στους Η.
Φ. και Α. Π. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το υπ' αριθμ. ΒΚ 2549 δημόσιο ακίνητο (οικόπεδο) εμβαδού 124,58 τ. μ, κείμενο στη Θεσσαλονίκη επί της διασταυρώσεως των οδών Αισχίνου αριθ.3 και Γαμβέτα, αντί τιμήματος 510.900 ευρώ, ήτοι 4.100,98 ευρώ ανά τ.μ, με αντικειμενική αξία ανερχόμενη σε 82.792,62 ευρώ και 3) την υπ' αριθμ. 764/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, από την οποία προκύπτει ότι, με κρίσιμο χρόνο 14.1.2008, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως προσκυρουμενων και ρυμοτομουμένων εδαφικών τμημάτων, κείμενων στη Θεσσαλονίκη και επί των οδών Θ.
Σοφούλη, Λογοθέτου, Παραλιακής και Πεζοδρόμων, σε ποσό 9.100 ευρώ ανά τ.μ, με αντικειμενική αξία ανερχόμενη στις 9-1-2008 σε 5.275,17 ευρώ ανά τ.μ. γ) οι αιτούντες της από 17.4.2008 αιτήσεως δεν προσκομίζουν συγκριτικά στοιχεία, πλην όμως, από το υπ' αριθ. .../8.3.2006 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελευθερίας Κατσαβουνίδου, το οποίο προσκομίζουν και επικαλούνται προς απόδειξη του δικαιώματος συγκυριότητας της 16ης εκ των αιτούντων Α.
Μ., επί της ιδιοκτησίας ΚΠ 2 (οδός Κατσιμίδη 2), προκύπτει ότι, η τελευταία αγόρασε στις 8.3.2006 το διαμέρισμα του 5ου ορόφου της οικοδομής που είναι κτισμένη επί της εν λόγω ιδιοκτησίας, μικτού εμβαδού 102,02 τ.μ και καθαρού 86 τ.μ, αντί του αναγραφομένου σ' αυτό συνολικού τιμήματος 93.912,00 ευρώ, ήτοι 920,53 ευρώ ανά τ.μ. (93.912,00: 102,02 =920,53 ευρώ), ενώ η αντικειμενική αξία που αναγράφεται σ' αυτό ανέρχεται στο ίδιο ποσό των 93.912,00 ευρώ.
Από την αντιπαραβολή των ως άνω στοιχείων και τη συγκριτική αξιολόγηση τούτων σε σχέση με τα απαλλοτριούμενα εδαφικά τμήματα, προκύπτει κατ' αρχήν ότι, τα ως άνω ακίνητα - πλην του τελευταίου- δεν είναι παρακείμενα και ομοειδή με τα επίδικα, κείμενα σε διαφορετική από την επίμαχη περιοχή όπου υπάρχουν διαφορετικοί προσδιοριστικοί της αξίας των ακινήτων παράγοντες.
Άλλωστε τα ως άνω στοιχεία των ετών 2005 και 2006, ανάγονται σε χρόνο πριν από τον τελευταίο προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας, που έλαβε χώρα τον Μάρτιο 2007, με την οποία έγινε αναπροσαρμογή των τιμών των ακινήτων. Ενόψει τούτων, τα επικαλούμενα υπό των διαδίκων προπαρατιθέμενα συγκριτικά στοιχεία δεν κρίνονται από το Δικαστήριο τούτο ασφαλή κριτήρια και τα πλέον πρόσφορα και κατάλληλα από απόψεως χρόνου και θέσεως των ακινήτων προς σύγκριση με τα επίδικα, ώστε να ληφθούν υπόψη ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων εδαφικών τμημάτων και διαμόρφωση της πραγματικής αξίας των, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.3 του ν. 2882/2001.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι, υπήρχε διαφοροποίηση της αξίας των ακινήτων κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους στην επίμαχη περιοχή, δηλαδή, δεν αποδείχθηκε ότι, στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από 16.10.2007 έως 13.10.2008, λόγω μεταβολής των οικονομικών, νομισματικών και λοιπών συνθηκών επήλθε αύξηση της ζήτησης των ακινήτων και μείωση της προσφοράς και εντεύθεν αύξηση των τιμών των ακινήτων.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και εκ του ότι, η αντικειμενική αξία που προσδιορίσθηκε το Μάρτιο του 2007 δεν αναπροσαρμόσθηκε το επόμενο έτος 2008 και έτσι η ίδια ισχύει και κατά τους δύο κρίσιμους χρόνους, ήτοι 16.10.2007 και 13.10.2008, γεγονός που σαφέστατα υποδηλώνει την ανυπαρξία αυξητικών τάσεων της αξίας των ακινήτων, λόγω μεταβολής των οικονομικών και νομισματικών συνθηκών.
Άλλωστε, είναι γνωστό από την κοινή πείρα και συναλλακτικές συνήθειες ότι, η αντικειμενική αξία συνήθως υπολείπεται της εμπορικής και πραγματικής αγοραίας αξίας των ακινήτων, καθόσον η τελευταία προσαρμόζεται ταχύτερα στους νόμους της αγοράς, ήτοι της προσφοράς και της ζητήσεως, όπως διαμορφώνονται από τις εκάστοτε επικρατούσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και επακολουθεί η αναπροσαρμογή της αντικειμενικής αξίας προκειμένου να επέλθει η σχετική εξομοίωση.
Η κατάθεση δε του ανωτέρω μάρτυρα αποδείξεως Ι. Κ. περί του ότι, κατά τα τελευταία δύο χρόνια υπήρχαν αυξητικές τάσεις στις τιμές των ακινήτων 10%-15% κάθε χρόνο και συνολικά 25%- 30%, είναι αόριστη αφού δεν επικαλέσθηκε ταυτόχρονα σχετικά συγκεκριμένα στοιχεία, για την επίδικη περιοχή, ενώ από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται.
Σύμφωνα λοιπόν, με όσα έχουν αναφερθεί στην υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη, το Δικαστήριο τούτο, εκτιμώντας ελευθέρως όλα τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, κρίνει ότι, τόσο κατά τον χρόνο της συζήτησης στις 16.10.2007, της δίκης του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 44110/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσο και κατά το χρόνο της παρούσας συζήτησης, ήτοι στις 13-10-2008, που είναι, ως προεκτέθηκε, οι κρίσιμοι χρόνοι του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, η πραγματική αξία των επιδίκων απαλλοτριωμένων εδαφικών τμημάτων, ενόψει της θέσης, της έκτασης, του είδους, της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητας των, σύμφωνα με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτής λόγω της εξαγγελίας ή της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη, με την οποία μπορεί να αντικατασταθούν τα επίδικα με άλλα ισάξια, ανέρχεται σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ ανά τμ.
Η αποζημίωση αυτή είναι μικρότερη από την προσδιορισθείσα προσωρινή αποζημίωση με την υπ' αριθ. 43937/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, ως προεκτέθηκε, καθορίσθηκε σε 5.000 ευρώ ανά τ.μ, για την απαλλοτριωθείσα έκταση της ΚΠ 01 για την οποία οι αιτούντες της από 17.12.2007 προβάλλουν δικαιώματα συγκυριότητας, ενώ είναι μεγαλύτερη από την προσδιορισθείσα προσωρινή αποζημίωση με την υπ' αριθ. 44110/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά τα προαναφερόμενα, καθορίσθηκε σε 2.200 ευρώ ανά τμ για την ΚΠ 01, των 2.100 ευρώ ανά τμ για την ΚΠ 02, 03, 04, και των 1.700 ευρώ ανά τμ για την ΚΠ 05, για τις οποίες προβάλλουν δικαιώματα συγκυριότητας ο ανταιτών Δήμος για την ΚΠ 01 και οι αιτούντες της από 17.4.2008 για τις ΚΠ 02, 03, 04 και ΚΠ 05.
Σύμφωνα λοιπόν, με τα προμνημονευόμενα στην υπό στοιχείο 10 μείζονα σκέψη, εφόσον εν προκειμένω ασκήθηκαν αντίθετες αιτήσεις, ήτοι η από 18.3.2008 αίτηση της αιτούσας ανώνυμης εταιρεία και υπόχρεης προς αποζημίωση, με την οποία διώκεται ο καθορισμός της οριστικής αποζημιώσεως σε μικρότερο ποσό από την προσδιορισθείσα προσωρινή αποζημίωση με τις ως άνω δύο αποφάσεις, η από 17.12.2007 αίτηση των αιτούντων - δικαιούχων αποζημίωσης για την ΚΠ 01, με την οποία διώκεται ο καθορισμός της οριστικής αποζημιώσεως σε μεγαλύτερο ποσό από την προσδιορισθείσα προσωρινή αποζημίωση, με την ως άνω υπ' αριθ. 43937/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η από 17.4.2008 αίτηση των αιτούντων - δικαιούχων αποζημίωσης για τις ΚΠ 02, 03, 04 και 05, με την οποία διώκεται ο καθορισμός της οριστικής αποζημιώσεως σε μεγαλύτερο ποσό από την προσδιορισθείσα προσωρινή αποζημίωση, με την ως άνω υπ' αριθ. 44110/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και η παραδεκτώς ασκηθείσα με τις προτάσεις του καθ' ου Δήμου Θεσσαλονίκης- δικαιούχου της αποζημίωσης για την ΚΠ 01, ανταίτηση, με την οποία διώκεται ο καθορισμός της οριστικής αποζημιώσεως σε μεγαλύτερο ποσό από την προσδιορισθείσα προσωρινή αποζημίωση, με την ως άνω υπ' αριθ. 44110/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες των ως άνω κατ' αντιμωλία δικαζόμενων αιτούντων και ανταιτούντα, να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για όλα τα ακίνητα σε 2.700 ευρώ ανά τμ.
Αντίθετα για τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες ΚΠ 01,02,03,04,05 των ως άνω απολειπόμενων διαδίκων της από 18.3.2008 αιτήσεως της αιτούσας ανώνυμης εταιρείας, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν, στην παρούσα δίκη και έτσι δεν υπέβαλαν αντίθετη αίτηση, δεν μπορεί να καθορισθεί από το Εφετείο τούτο η ως άνω οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που είναι μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίστηκε προσωρινά με την υπ' αριθ. 44110/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθόσον η προσδιορισθείσα για τις ιδιοκτησίες τους, προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως καθίσταται πλέον οριστική.
Συνακόλουθα τούτων, τα αιτήματα των συνεκδικαζομένων αιτήσεων και της ανταιτήσεως του Δήμου Θεσσαλονίκης, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων εδαφικών τμημάτων των ιδιοκτησιών ΚΠ 01, 02, 03, 04 και 05, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτά και ως βάσιμα και στην ουσία των και να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τις εν λόγω ιδιοκτησίες των αιτούντων και ανταιτούντα-δικαιούχων της αποζημίωσης, στο ποσό των 2.700 ευρώ ανά τμ.
Περαιτέρω, αναφορικά με το αίτημα των συνεκδικαζομένων αιτήσεων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των επιδίκων ιδιοκτησιών λόγω μειώσεως της αξίας των από την απότμηση των ως άνω απαλλοτριωθέντων τμημάτων και από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η επίδικη απαλλοτρίωση, αποδείχθηκαν από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η απαλλοτριωθείσα έκταση, όπως απεικονίζεται στο Κτηματολογικό Διάγραμμα, αποτελεί επιμήκη εδαφική λωρίδα, ακανόνιστου σχήματος, που βρίσκεται στο κέντρο περίπου του προπεριγραφόμενου οικοδομικού τετράγωνου, το οποίο, ως προεκτέθηκε, οριοθετείται, από τις οδούς Αλεξ. Παπαναστασίου-Ομήρου-Ασκληπιού-Κατσιμίδη.
Σημειωτέον ότι, η οδός Αλεξ.Παπαναστασίου είναι παράλληλος με την οδό Ασκληπιού και η οδός Κατσιμίδη είναι παράλληλος με την οδό Ομήρου. Ειδικότερα, η απαλλοτριωθείσα εδαφική λωρίδα, συνολικού εμβαδού 2.135,22 τ.μ, έχουσα επί της οδού Αλεξ. Παπαναστασίου μικρού μήκους πλευρά, με περιμετρικά στοιχεία 15-16, εκτείνεται διαπλατυνόμενη καθ' όλο το μήκος του ως άνω οικοδομικού τετραγώνου, καταλαμβάνουσα τους οπίσθιους ακάλυπτους χώρους, εμβαδού 12,25 τ.μ, 7,66 τ.μ, 4,41 τ.μ, αντιστοίχως των πολυώροφων οικοδομών των επιδίκων ιδιοκτησιών ΚΠ 02, 03, 04, (οι οποίες έχουν πρόσοψη επί της οδού Κατσιμίδη) και τον έναντι αυτών οπίσθιο ακάλυπτο χώρο, εμβαδού 10,77 τ.μ της πολυώροφης οικοδομής της επίδικης ιδιοκτησίας ΚΠ 05, (που έχει πρόσοψη επί της οδού Ομήρου) καθώς και το υφιστάμενο μεταξύ τούτων τμήμα ακάλυπτου χώρου, εμβαδού 2.100,13 τ.
μ, της ιδιοκτησίας ΚΠ 01 και καταλήγει η μία πλευρά της -πολύ μεγαλύτερου μήκους από την προηγούμενη - με περιμετρικά στοιχεία 22- 23-1 επί της οδού Ασκληπιού, και η άλλη πλευρά αυτής -μικρότερου μήκους από την τελευταία - με περιμετρικά στοιχεία 1-2 επί της οδού Κατσιμίδη. Μετά λοιπόν την απότμηση των ως άνω εδαφικών τμημάτων από τις επίδικες ιδιοκτησίες, απομένουν, όπως λεπτομερώς αναφέρθηκε παραπάνω εκτός της απαλλοτριώσεως α) έκταση εμβαδού 1.382,44 τμ, από την ιδιοκτησία ΚΠ 01, που είχε αρχικό εμβαδόν 3.482,57 τ.μ, (β) έκταση εμβαδού 423,15 τ.μ, από την ιδιοκτησία ΚΠ 02 που είχε αρχικό εμβαδόν 435,40 τ.μ, γ) έκταση εμβαδού 207,85 τ.μ, από την ιδιοκτησία ΚΠ 03 που είχε αρχικό εμβαδόν 215,51 τ.μ, δ) έκταση εμβαδού 210,31 τ.μ , από την ιδιοκτησία ΚΠ 04 που είχε αρχικό εμβαδόν 214,72 τ.μ, και ε) έκταση εμβαδού 302,29 τ.μ , από την ιδιοκτησία ΚΠ 05 που είχε αρχικό εμβαδόν 313,06 τ.μ.
Πριν από την απαλλοτρίωση όλες οι επίδικες ιδιοκτησίες ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες και μάλιστα, ενώ στην ΚΠ 01 δεν είχε αναγερθεί κανένα κτίσμα και αποτελούσε ακάλυπτο χώρο, στις υπόλοιπες ιδιοκτησίες ΚΠ 02, 03, 04 και 05, όπως προκύπτει από τους μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενους από τους αιτούντες της από 17.4.2008 αιτήσεως τίτλους κτήσεως (συμβολαιογραφικά συμβόλαια) κυριότητας, ήταν κτισμένες από τα έτη 1986, 1988, 1985, 1980, αντιστοίχως, πολυώροφες οικοδομές, με τις αντίστοιχες υπ' αριθ. .../8.10.1986, .../22.3.1988, .../15.5.1985, .../1980 οικοδομικές άδειες του οικείου Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και δεν αποδείχθηκε ότι δεν είχε εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης τούτων.
Μετά δε την επίμαχη απαλλοτρίωση και την απότμηση των προαναφερομένων εδαφικών τμημάτων από την κάθε μία ιδιοκτησία, παραμένουν αυτές άρτιες και οικοδομήσιμες, και οι ως άνω υφιστάμενες οικοδομές δεν επηρεάσθηκαν από την απαλλοτρίωση, όμως μειώνεται, ως είναι φυσικό, η συνολική δόμηση των εναπομεινάντων οικοπέδων κατά το αντίστοιχο ποσοστό μείωσης της επιφάνειας του καθενός.
Άλλωστε οι επίδικες ιδιοκτησίες δεν υφίστανται από την επίμαχη απαλλοτρίωση και το εκτελούμενο έργο αυτής, δυσμενείς συνέπειες ως προς τους όρους δόμησης, οι οποίοι ισχύουν, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, όπως ίσχυαν και πριν από την απαλλοτρίωση. Και ναι μεν, από το υπ' αριθμ. πρωτ. ΑLΧ-30504/2.10.2006 έγγραφο της αιτούσας ανώνυμης εταιρείας "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε", προκύπτει ότι, πριν από την έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας για την κατασκευή κτηρίων επί των εκτάσεων που απέμειναν εκτός απαλλοτριώσεως, η Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης θα πρέπει να υποβάλλει στην αιτούσα εταιρεία το σχετικό φάκελο, ώστε η τελευταία πριν από την έκδοση της σχετικής άδειας, να διατυπώσει τη γνώμη της προς την Πολεοδομία, υπό ποίες προϋποθέσεις η κατασκευή του κτιρίου δεν θα επηρεάσει αρνητικά το έργο του ΜΕΤΡΟ.
Όμως από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, δεν προκύπτει ότι τίθενται περιορισμοί ως προς τους όρους δόμησης, ώστε να γίνεται εν προκειμένω λόγος περί μειώσεως της κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις οικοδομησιμότητας των επιδίκων οικοπέδων. 0 έλεγχος αυτός από την αιτούσα εταιρεία, όπως ρητώς και κατηγορηματικώς κατέθεσε η προτεινόμενη από την τελευταία μάρτυρας αποδείξεως Ν.-Θ.
Κ., πολιτικός μηχανικός και επιβλέπουσα μηχανικός του εκτελούμενου έργου, συνίσταται σε τεχνικά χαρακτηριστικά του υπό ανέγερση κτιρίου. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρέθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως που προτάθηκαν από τους αιτούντες δικαιούχους της αποζημίωσης και ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Ειδικότερα ως προς το θέμα τούτο, ο μάρτυρας Ι. Κ. - ο οποίος ως προεκτέθηκε συνέταξε και την από τον Νοέμβριο 2006 Τεχνική Έκθεση- κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αυτολεξεί: "Υπάρχει έγγραφο της ΑΤΤΙΚΟ μετρό προς τους ιδιοκτήτες. Οι μελέτες για ανέγερση οικοδομών πρέπει να υποβληθούν στο Αττικό Μετρό για έλεγχο και κατά συνέπεια αυτό μειώνει την αξία τους.", ενώ στη δίκη προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης για την ιδιοκτησία ΚΠ 01, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 43937/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατέθεσε ότι: "..Τα τμήματα που απομένουν (500 τ.μ και 700 τ.μ) είναι άρτια και οικοδομήσιμα αλλά φαίνονται ότι θα έχουν περιορισμούς στη δόμηση, διότι αυτό συνάγω από έγγραφα της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ προς τους ιδιοκτήτες του ακινήτου με τα οποία τους υποχρεώνει να στείλουν την όποια μελέτη κατασκευής κτηρίων στα εναπομείναντα για να ελεγχθεί από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ.
Έτσι συνάγω ότι θα υπάρχουν περιορισμοί.". Όμως από το περιεχόμενο των ως άνω καταθέσεων σαφέστατα προκύπτει ότι, αυτές είναι εικοτολογικές, μη ερειδόμενες σε πραγματικά στοιχεία, και εντεύθεν μη ικανές προς διαμόρφωση σχετικής δικανικής πεποίθησης. Άλλωστε ο ανωτέρω μάρτυρας ούτε στην προαναφερόμενη Τεχνική Έκθεση του, συγκεκριμενοποιεί τους λόγους μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων εδαφικών τμημάτων λόγω του ως άνω ελέγχου, αλλά απλώς σ' αυτήν μνημονεύει κατά την απαρίθμηση των λόγων, που κατά τη δική του εκτίμηση, συμβάλλουν στην μείωση της αξίας τούτων επί λέξει και ότι: "β.
Δεν είναι δυνατή η έκδοση οικοδομικής άδειας αν προηγουμένως δεν ελεγχθούν και γίνουν αποδεκτές οι όποιες μελέτες εκπονηθούν από την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ σχετικό (ΑLΧ-30504/2.10.2006)", χωρίς περαιτέρω σχόλια ή σχετική αναφορά περί περιορισμών στους όρους δόμησης, ή δυσμενείς συνέπειες ως προς την αξία τούτων. Συνακόλουθα τούτων, ο σχετικός ισχυρισμός των αιτούντων- δικαιούχων της αποζημίωσης περί μειώσεως της αξίας των εναπομεινάντων εδαφικών τμημάτων, αποκλειστικά και μόνον από την τήρηση της ως άνω διαδικασίας εκδόσεως της σχετικής άδειας ανοικοδομήσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Αναφορικά με τους επικαλούμενους από τους αιτούντες-δικαιούχους της αποζημίωσης, λόγους μείωσης της αξίας των εναπομενόντων τμημάτων των επιδίκων ιδιοκτησιών που συναρτώνται με την απότμηση των απαλλοτριούμενων εδαφικών τμημάτων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Α) Η ιδιοκτησία ΚΠ 01 πριν από την απαλλοτρίωση είχε ακανόνιστο πολυγωνικό σχήμα και αποτελούσε ενιαία έκταση, που είχε πρόσοψη καθ'όλο το μήκος των δύο απέναντι πλευρών της επί των οδών Αλεξ.
Παπαναστασίου και Ασκληπιού αντίστοιχα, κατά ένα μικρό τμήμα της τρίτης πλευράς της επί της οδού Κατσιμίδη και κατά το υπόλοιπο τμήμα αυτής εφαπτόταν επί των ιδιοκτησιών ΚΠ 02, 03, 04, και άλλων εκτός της ζώνης της απαλλοτρίωσης ιδιοκτησιών τρίτων προσώπων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, και κατά το ένα τμήμα της τέταρτης πλευράς της εφάπτονταν με την ιδιοκτησία ΚΠ 05, ενώ κατά τα υπόλοιπα δύο τμήματα αυτής είχε πρόσοψη επί της οδού Ομήρου.
Δηλαδή από την πλευρά της οδού Ομήρου, η ιδιοκτησία ΚΠ 01 πριν από την απαλλοτρίωση ήταν ήδη διχοτομημένη σε δύο τμήματα εκατέρωθεν της ιδιοκτησίας ΚΠ 05. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η εν λόγω επίμαχη ιδιοκτησία ΚΠ 01 πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, αλλά και μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε άρτια και οικοδομήσιμη.
Όμως, με την απότμηση της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως, η ως άνω εναπομείνασα έκταση συνολικού εμβαδού 1.382,44 τμ, αποτελείται πλέον από δύο αυτοτελή μη συνεχόμενα τμήματα εμβαδού 678,96 τ.μ και 703,48 τ.μ, καθόσον, η έκταση αυτή κείται από την πλευρά της οδού Ομήρου και όπως προαναφέρθηκε, παρεμβάλλεται η ιδιοκτησία ΚΠ 05, εκατέρωθεν της οποίας βρίσκονται τα δύο τμήματα.
Συγκεκριμένα τα τμήματα αυτά και δη το πρώτο τμήμα με περιμετρικά στοιχεία 16-36-35-33-19-18-17-16, εμβαδού 678,96 τ.μ, με γεωμετρικό σχήμα που προσεγγίζει αυτό του ορθογωνίου παραλληλογράμμου, με πρόσοψη επί των οδών Αλεξ. Παπαναστασίου και Ομήρου και το δεύτερο με περιμετρικά στοιχεία 31-34-22-21-32-31, εμβαδού 703,48 τ.μ, με γεωμετρικό σχήμα που προσεγγίζει αυτό του τραπεζίου, με πρόσοψη επί των οδών Ομήρου και Ασκληπιού, έχοντας το ανωτέρω εμβαδό και προσόψεις, παρέμειναν άρτια και οικοδομήσιμα, και κατά τα οριζόμενα στις ίδιες πολεοδομικές διατάξεις, υπάρχει δυνατότητα οικοδομήσεως σ' αυτά τόσων τετραγωνικών μέτρων όσων πριν την απαλλοτρίωση, έως ότου εξαντληθεί ο συντελεστής δομήσεως.
Οι αιτούντες της από 17.12.2007 αιτήσεως με τα εκτιθέμενα σ' αυτήν διαχωρίζοντας περαιτέρω το πρώτο τμήμα σε δύο επιμέρους τμήματα εμβαδού αντιστοίχως 571,81τ.μ και 107,15 τ.μ (ήτοι 571,81+107,15 =678,96 τ.μ) διώκουν τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης από το πρώτο τμήμα μόνο γι' αυτό που έχει εμβαδόν 571,81τ.μ και για το δεύτερο τμήμα των 703,48 τ.μ, σε ποσοστό 50% της αξίας τους.
Ο διαλαμβανόμενος στην άνω αίτηση ισχυρισμός περί του ότι, τα ανωτέρω εναπομείναντα τμήματα εξακολουθούν μεν και μετά την απαλλοτρίωση να είναι άρτια και οικοδομήσιμα, πλην όμως, μειώνεται η αξία τούτων, λόγω των μειωμένων διαστάσεων και του ακανόνιστού σχήματος τους, με συνέπεια να περιορίζεται η δυνατότητα για λειτουργική σχεδίαση και ορθολογική τοποθέτηση κτιρίου σ' αυτό, ουδόλως αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και κατά συνέπεια κρίνεται αβάσιμος, και απορριπτέος.
Αντίθετα, από την αντιπαραβολή των σχημάτων - όπως απεικονίζονται αυτά στο Κτηματολογικό Διάγραμμα και στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε στις 16.9.2.006 ο ανωτέρω μάρτυρας Ι. Κ., και επισυνάπτεται στην ανωτέρω Τεχνική Έκθεση του - της αρχικής πριν την απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας ΚΠ 01 και των δύο επιδίκων εναπομεινάντων τμημάτων αυτής, σαφέστατα προκύπτει ότι, τα τελευταία δεν εμφανίζουν το ακανόνιστο πολυγωνικό σχήμα της αρχικής ιδιοκτησίας, αλλά τουναντίον έχουν ομαλό σχήμα και ούτε παρουσιάζουν οιανδήποτε δυσμορφία περιοριστική στη λειτουργική σχεδίαση και ορθολογική τοποθέτηση κτιρίου σ' αυτά.
Τούτο εξάλλου προκύπτει και από την προαναφερόμενη περιγραφή της μορφής των επιδίκων τμημάτων και του εν γένει σχήματος των, το οποίο, χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα με τα γεωμετρικά σχήματα του ορθογωνίου παραλληλογράμμου και του τραπεζίου, προσεγγίζει την απεικόνιση τούτων και εν πάση περιπτώσει τα επίδικα τμήματα, έχουν ομαλό σχήμα, και ενόψει του ότι έχουν δύο προσόψεις επί των ως άνω οδών, παρέχεται η δυνατότητα αξιοποίησης των με ανοικοδόμηση, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις.
Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι λόγω των διαστάσεων των επιδίκων εναπομεινάντων τμημάτων και της θέσεως τούτων υπάρχουν από τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις περιορισμοί δόμησης ή τοποθέτησης των υπό ανέγερση κτιρίων, τηρουμένων των αποστάσεων από τον άξονα των οδών, καθώς και των πλευρικών αποστάσεων από τα όμορα ακίνητα, σε μη ορθολογική και λειτουργική θέση που συνεπάγεται της μείωση της αξίας των.
Άλλωστε στην παρούσα δίκη ουδείς εκ των μαρτύρων επιβεβαίωσε τον ως άνω ισχυρισμό των αιτούντων. Αντίθετη δε δικανική πεποίθηση δεν μπορεί να συναχθεί ούτε και από την ως άνω Τεχνική Έκθεση που συνέταξε ο προαναφερόμενος μάρτυρας Ι. Κ., καθόσον σ' αυτήν, ενώ διαλαμβάνεται ο ως άνω ισχυρισμός των αιτούντων με την επιπρόσθετη γενική αναφορά περί δυσμορφίας ίων επιδίκων τμημάτων, δεν γίνεται ταυτόχρονη επίκληση και των αναγκαίων εν προκειμένω συγκεκριμένων στοιχείων εκ των οποίων προκύπτει η εν λόγω δυσμορφία σε σχέση με την αρχική ιδιοκτησία, ενόψει και του ότι, στο επισυναπτόμενο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του, δεν απεικονίζεται δυσμορφία και ακανόνιστο σχήμα των επιδίκων τμημάτων.
Εκτός τούτου όμως, στην εν λόγω Έκθεση, δεν μνημονεύονται και οι λόγοι για τους οποίους εξαιτίας των μειωμένων διαστάσεων περιορίζεται η δυνατότητα ορθολογικής χωροθέτησης και τοποθέτησης κτιρίων σ' αυτό. Επίσης δεν είναι ικανή προς διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης και η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα στη δίκη προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 43937/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πρακτικά, περί ότι: "Τα εναπομείναντα φυσικά είναι απολύτως περιοριστικά στον τρόπο αξιοποίησης τους", λόγω της αοριστίας, καθόσον δεν διευκρινίζει ταυτόχρονα και τους σχετικούς δικαιολογητικούς λόγους τούτου.
Περαιτέρω ως προς την επίδραση που ασκεί το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η επίμαχη απαλλοτρίωση επί των επιδίκων ιδιοκτησιών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, αποδείχθηκαν από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία τα ακόλουθα: Οι σήραγγες για την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ θα κατασκευασθούν σε μεγάλο βάθος κάτω από τη γη, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και δεν θα προκληθούν περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη λειτουργία του, όπως θόρυβοι και κραδασμοί, έτσι ώστε να γίνει εν προκειμένω λόγος περί υπάρξεως δυσμενών συνεπειών που θα επηρεάσουν την αξία των ανωτέρω υφισταμένων πολυωρόφων οικοδομών των ιδιοκτησιών ΚΠ 02, 03, 04, 05 και αυτών που ενδεχομένως ανεγερθούν επί της ιδιοκτησίας ΚΠ 01.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου τούτου, διαμορφώθηκε από τις καταθέσεις των παρακάτω αναφερομένων μαρτύρων που εξετάσθηκαν στην παρούσα δίκη και στη δίκη καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, οι οποίες δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων αποδείξεως και ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Συγκεκριμένα, η προαναφερόμενη μάρτυρας, Ν. - Θ. Κ., επιβλέπουσα την εκτέλεση του επιδίκου έργου πολιτικός μηχανικός, ως προς το θέμα τούτο ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι: "Ως προς το μετρό δεν τίθεται ζήτημα παρενεργειών γιατί οι σήραγγες είναι σε βάθος 32 μέτρων και αντιμετωπίζονται με αντικραδασμικά υλικά".
Επίσης ο μάρτυρας Π. Ρ. που είναι και αυτός επιβλέπων πολιτικός μηχανικός του επιδίκου έργου, εξεταζόμενος στη δίκη προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 43937/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατέθεσε για το ως άνω ζήτημα επί λέξει: "Η όχληση από την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ στην επίδικη περιοχή θα είναι μηδενική.
Οι σήραγγες θα κατασκευασθούν σε βάθος 20 μ. κάτω από τη γη ...
Στην προκειμένη περίπτωση δεν θα επηρεασθούν τα εναπομείναντα τμήματα από την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ λόγω του ότι το συγκεκριμένο έργο θα κατασκευασθεί με διαφραγματικούς τοίχους που δεν θα εισχωρούν στα διπλανά οικόπεδα". Αντίθετα ενώ ο προαναφερόμενος μάρτυρας Ι. Κ. στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεσή του δεν αναφέρθηκε επί του ως άνω θέματος, στην ανωτέρω Τεχνική Έκθεσή του, μνημονεύει, ως λόγο μειωτικό της αξίας των εναπομεινάντων εκτάσεων, ότι: "Λόγω κραδασμών, θορύβων κ.λ.π.
περιορίζεται η δυνατότητα κατασκευής ορόφων κατοικιών, επειδή προφανώς θα αποθαρρύνονται οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές", χωρίς περαιτέρω όμως να εκθέτει οτιδήποτε σχετικό με τις τεχνικές προδιαγραφές του έργου ή εν πάση περιπτώσει σχετικά γεγονότα από παρόμοια έργα προς θεμελίωση της ως άνω εκτίμησης του.
Εξάλλου ο μάρτυρας αποδείξεως που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με πρόταση των αιτούντων της από 17.4.2008 αιτήσεως, Χ. Κ., κατέθεσε ότι: "Η κατασκευή του μετρό επιφέρει μείωση στις τιμές. Υπάρχει ηχορύπανση, κραδασμοί, λάσπη και επηρεάζουν αρνητικά την αξία των ακινήτων. Για τέσσερα με πέντε χρόνια θα υπάρχουν κραδασμοί.
Τα αρνητικά ισχύουν για τις όμορες οικοδομές. Οι ιδιοκτησίες που απέχουν πάνω από πενήντα μέτρα δεν θα επηρεαστούν αρνητικά ... Οι αρνητικές παρενέργειες από την κατασκευή του μετρό ισχύουν για όσο διάστημα κατασκευάζεται το έργο. Οι κραδασμοί θα υπάρχουν για τις όμορες ιδιοκτησίες". Ενόψει τούτων λοιπόν και ο εν λόγω μάρτυρας επικεντρώνει τις ανωτέρω παρενέργειες του έργου κατά το χρονικό διάστημα της κατασκευής του και όχι της λειτουργίας του, μη αναιρώντας ως προς το σημείο τούτο την κατάθεση των προηγούμενων μαρτύρων αποδείξεως, αλλά και μη επιβεβαιώνοντας τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό των αιτούντων - δικαιούχων της αποζημίωσης.
Συνακόλουθα τούτων και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη, εφόσον αποδείχθηκε ότι, κατά τη λειτουργία του ΜΕΤΡΟ δεν θα υπάρχουν κραδασμοί και θόρυβοι και εν γένει περιβαλλοντικές συνέπειες από τη διέλευση των συρμών του ΜΕΤΡΟ, που να επηρεάζουν μειωτικά την αξία και την κατά προορισμό χρήση των επιδίκων τμημάτων των ιδιοκτησιών των αιτούντων που απέμειναν εκτός της επίμαχης απαλλοτρίωσης, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αιτούντων- δικαιούχων.
Περαιτέρω, και ο ισχυρισμός των αιτούντων- δικαιούχων της αποζημίωσης περί του ότι, αυτή καθ' εαυτή η ύπαρξη του σταθμού του ΜΕΤΡΟ στην επίδικη περιοχή θα επηρεάσει αρνητικά τις αξίες των επιδίκων εναπομεινάντων ακινήτων, λόγω της δημιουργίας ηχορύπανσης και εν γένει ρύπανσης από τη διέλευση του μεγάλου αριθμού των ατόμων που θα πηγαίνουν στο σταθμό του ΜΕΤΡΟ, γεγονός, που ως διατείνονται, είναι γνωστό από περιοχές όπου λειτουργούν παρόμοιοι σταθμοί, δεν αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία.
Αντίθετα, από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, η κατασκευή του επιδίκου σταθμού ΜΕΤΡΟ στην επίδικη περιοχή συνιστά σημαντικό αυξητικό παράγοντα της αξίας των εναπομεινάντων ακινήτων και δη όχι μόνον των καταστημάτων, των ιδιωτικών χώρων στάθμευσης και των διαμερισμάτων που χρησιμοποιούνται ή θα χρησιμοποιηθούν προς άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, λόγω αυξήσεως του συντελεστή εμπορικότητας, αλλά και των διαμερισμάτων που χρησιμοποιούνται ή θα χρησιμοποιηθούν για κατοικία, καθόσον υπάρχει άμεση και ανέξοδη πρόσβαση στο σταθμό του ΜΕΤΡΟ και ταχύτατη διακίνηση στον τόπο προορισμού.
Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο κυρίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων της αιτούσας εταιρείας που εξετάσθηκαν, τόσο κατά την παρούσα δίκη όσο και κατά τη δίκη προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης για την ιδιοκτησία ΚΠ 01. Συγκεκριμένα, η ως άνω μάρτυρας της αιτούσας εταιρείας στην κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέφερε ότι: "Οι ιδιοκτησίες κοντά στο μετρό ευνοούνται.
Από το πόσο κοντά σε μετρό είναι μία ιδιοκτησία ευνοείται και η τιμή της φτάνει μέχρι και δέκα φορές πάνω ... Η αντίληψη που έχω είναι με βάση αυτό που ίσχυσε με το μετρό στην Αθήνα". Επίσης από τα ταυτάριθμα με την 43937/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πρακτικά, προκύπτει ότι, ο προαναφερόμενος μάρτυρας της αιτούσας, Π.
Ρ., στη δίκη προσωρινού καθορισμού αποζημιώσεως για την ιδιοκτησία ΚΠ 01, κατέθεσε ότι: "Από την εμπειρία μου στην Αθήνα ένας σταθμός ΜΕΤΡΟ σε μια περιοχή την αναβαθμίζει και αυξάνει τις τιμές των ακινήτων πάνω από 50%. Στην Αθήνα αναβαθμίσθηκαν περιοχές έως και 10 φορές περισσότερο, λόγω του ΜΕΤΡΟ ... Θεωρώ τα εναπομείναντα, λόγω του ΜΕΤΡΟ ότι θα αυξηθεί η αξία τους ...
Από την εμπειρία μου στην Αθήνα το ΜΕΤΡΟ δεν δημιούργησε πρόβλημα σε κανέναν στην περιοχή ...". Οι καταθέσεις αυτές επιβεβαιώνονται και από το μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενο από την αιτούσα απόσπασμα της εφημερίδος "Χρυσή Ευκαιρία" όπου αναγράφονται αγγελίες πώλησης διαμερισμάτων στην περιοχή της Αθήνας και μεταξύ των άλλων μνημονευόμενων χαρακτηριστικών τούτων, τονίζεται ιδιαίτερα η εγγύτητα του κάθε διαμερίσματος στο ΜΕΤΡΟ, με τις φράσεις "πλησίον μετρό", "30 μ.
από μετρό ...", "50 μ. από μετρό ...", "δίπλα σε μετρό", "έναντι μετρό" κλπ, γεγονός που υποδηλώνει την πλεονεκτική θέση τούτου, δικαιολογούσα και το αναγραφόμενο τίμημα πωλήσεως. Εξάλλου οι ως άνω καταθέσεις δεν αναιρούνται από τις αντίστοιχες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, αλλά και ούτε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ούτε τέλος οι αιτούντες-δικαιούχοι της αποζημίωσης προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οποιοδήποτε άλλο συγκριτικό στοιχείο από παρόμοιες περιοχές στις οποίες η κατασκευή του ΜΕΤΡΟ επέδρασε δυσμενώς στην αξία των ακινήτων της περιοχής στην οποία κατασκευάσθηκε, όπως ήδη αβασίμως ισχυρίζονται.
Αξιομνημόνευτο δε εν προκειμένω είναι και το γεγονός ότι, ο προαναφερόμενος μάρτυρας Χ. Κ., εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, περιόρισε, όπως λεπτομερώς εκτίθεται παραπάνω, τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων επιδίκων ακινήτων μόνον κατά το χρονικό διάστημα κατασκευής του επιδίκου έργου, ενώ ο έτερος μάρτυρας των αιτούντων Ι.
Κ., στην μεν κατάθεσή του στην παρούσα δίκη, κατέθεσε ότι η μείωση της αξίας των ακινήτων οφείλεται στον εκ μέρους της αιτούσας εταιρείας προηγηθέντα έλεγχο για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ενώ στην κατάθεση του στην δίκη του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης κατέθεσε ότι: "Πιθανολογώ ότι δεν θα υπάρχει μεγάλη ζήτηση για κατοικία λόγω της κατασκευής του ΜΕΤΡΟ ...
Για τα καταστήματα πιθανόν θα υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση με την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ. Κυρίως θα ζημιωθούν οι κατοικίες". Και ενώ η εν λόγω εκτίμηση του μάρτυρα, ως ρητά κατέθεσε στηρίζεται σε πιθανολόγηση, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζει και τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους κατά την κρίση του, θα παρουσιασθεί η διατεινόμενη απ' αυτόν μείωση της ζήτησης των κατοικιών, ή η ζημία τούτων, στην προαναφερόμενη Τεχνική Έκθεσή του, όχι μόνον δεν παρέχει σχετικές πληροφορίες και διασαφήσεις για την ως άνω άποψη του, αλλά και ούτε παρέθεσε οιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν οι συνθήκες που επικρατούν σε άλλες περιοχές που κατασκευάσθηκε ΜΕΤΡΟ και η επίδραση τούτου στην ζήτηση και την προσφορά των κατοικιών και στην εν γένει διαμόρφωση της αξίας τούτων.
Ενόψει τούτων, εφόσον αποδείχθηκε ότι, το εκτελούμενο έργο του ΜΕΤΡΟ θα έχει ως συνέπεια την μεγάλη αύξηση της αξίας των εναπομεινάντων εκτός απαλλοτριώσεως εδαφικών τμημάτων και των υφισταμένων πολυωρόφων οικοδομών και των διαιρετών χώρων τούτων (διαμερισμάτων και καταστημάτων), με την οποία λόγω του ως άνω μεγάλου μεγέθους της, αντισταθμίζεται πλήρως η μείωση της δομήσιμης επιφάνειας τούτων οφειλόμενης αποκλειστικά και μόνο στην απότμηση της απαλλοτριούμενης έκτασης, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αιτούντων περί μειώσεως αυτών κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Συνακόλουθα τούτων, από την ελεύθερη αξιολογική εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, από την επίδικη απαλλοτρίωση (ήτοι την απότμηση και το εκτελούμενο έργο) ουδόλως μειώθηκε η αξία των επιδίκων εδαφικών τμημάτων που απέμειναν στους αιτούντες-δικαιούχους της αποζημίωσης, και κατά συνέπεια εφόσον εν προκειμένω δεν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην υπό στοιχείο 3 μείζονα σκέψη προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, πρέπει να γίνει δεκτό, ως κατ' ουσία βάσιμο το σχετικό αίτημα της από 18.3.2008 αιτήσεως της αιτούσας εταιρείας και να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμα το ένδικα αιτήματα των από 17.12.2007 και 17.4.2008 αιτήσεων περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις ως άνω επίδικες απομένουσες εκτός απαλλοτριώσεως εκτάσεις των ιδιοκτησιών ΚΠ 01, 02, 03, 04 και 05." Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και καθόρισε την οριστική αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους, με αριθμό ΚΠ 01, στο ως άνω ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για το απαλλοτριούμενο οικοπεδικό τμήμα της ιδιοκτησίας τους και απέρριψε κατ'ουσίαν το αίτημα αυτών για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης σχετικά με τα εναπομείναντα τμήματα της ιδιοκτησίας τους που απαλλοτριώθηκε.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος, του άρθρου 1 παρ.1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του άρθρου 13 παρ.1 του Κώδικος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν.1882/2001) για τον καθορισμό πλήρους αποζημίωσης, όπως και την απόρριψη του αιτήματος για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ως προς τα προαναφερθέντα ζητήματα.
Έτσι, ο πρώτος και ο τρίτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα σκέλη τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που οι αιτιάσεις αυτών αναφέρονται σε ελλείψεις ως προς την επί μέρους ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς το ύψος της καθοριστέας αποζημίωσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι το μοναδικό στην περιοχή αδόμητο οικόπεδο ιδιοκτησίας τους "μπορεί" να χρησιμοποιηθεί επωφελέστερα, για την κατασκευή εμπορικού κέντρου, με πολλαπλές εισόδου και εξόδου, αλλά και με τη χρησιμοποίηση των υπογείων ως χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων, αποτελεί επιχείρημα από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελεί "πράγμα", ώστε να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τον παραδεκτώς προταθέντα ως άνω ισχυρισμό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη του παρά το νόμο τα προσκομισθέντα από την αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη έγγραφα, επειδή ο γραμματέας του Εφετείου δεν καταχώρησε στα πρακτικά τα έγγραφα που προσήχθησαν από τους διαδίκους, κατ'άρθρο 19 παρ.8 εδ.β'του Ν.2882/2001, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η μη μνημόνευση στα πρακτικά των προσαχθέντων εγγράφων των διαδίκων δεν επάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο, αφού από την επισκόπηση των υποβληθεισών στο Εφετείο από 13-10-2008 προτάσεων της ήδη αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή κατάθεσε τις προτάσεις στις 13-10-2008 επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και σε αυτές γίνεται αναλυτική επίκληση των εγγράφων που προσκομίστηκαν. (βλ.σελ.21-22-23 των προτάσεων αυτών).
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του από τον αριθμό 8 από του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων της ιδιοκτησίας τους κατά ποσοστό 50% της αξίας τους, χωρίς να λάβει υπόψη τους ειδικότερους ισχυρισμούς τους για το μέγεθος και τις δυνατότητες αξιοποίησης του αρχικού ακινήτου και το μέγεθος και τις δυνατότητες αξιοποίησης των απομενόντων τμημάτων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ).
Με τον πρώτο λόγο των προσθέτων, αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο έκρινε: α)ότι τα προσκομιζόμενα φύλλα αντικειμενικής αξίας δεν είναι ικανά για αξιολογική εκτίμηση, β)ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου είναι αντιφατικές μεταξύ τους, γ)ότι δεν υπάρχουν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, δ)ότι τα επικαλούμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία δεν κρίνονται από το δικαστήριο ασφαλή κριτήρια, πρόσφορα και κατάλληλα από απόψεως χρόνου και θέσης και ε)ότι οι αντικειμενικές αξίες διαφέρουν σημαντικά από τις αγοραίες. Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω αποτελούν ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, ο δεύτερος λόγος των προσθέτων, κατά μεν το (σκέλος α') από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, αν αυτά χρησίμευσαν για την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατά δε το (σκέλος β'), από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, επί του αιτήματος καθορισμού της αξίας του εδάφους και της ιδιαίτερης αποζημίωσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως προαναφέρθηκε επί των συναφών πρώτου και τρίτου λόγων του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-1-2010 αίτηση και τους από 9-2-2011 προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της 421/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ