Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to consider facts regarding contractor's right to rectify defects before delivery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's first ground of appeal, finding the appellate court erred by failing to consider the contractor's claim to rectify defects during the work's execution. The appellate court incorrectly dismissed the claim based on a post-delivery assertion, ignoring the legal requirement that the right to claim withdrawal from the contract arises only after delivery. Consequently, the Supreme Court quashed the appellate decision and remitted the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 688-690 of the Civil Code; Article 559, No. 8 of the Code of Civil Procedure: The right to claim withdrawal from a construction contract due to substantial defects arises only after the work has been delivered, and failure to consider the contractor's prior claim for rectification during execution constitutes a procedural error requiring retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1409 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1409/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Κανέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4391/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 877/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2007 αίτησή της και τους από 26-3-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 21-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δευτέρου και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, με αυτές ρυθμίζεται η ευθύνη του εργολάβου μετά την περάτωση του έργου και επομένως η ενάσκηση των αξιώσεων που στηρίζονται σ" αυτά και ειδικότερα η αξίωση από το άρθρο 689 ΑΚ για υπαναχώρηση του εργοδότη από τη σύμβαση, στην περίπτωση που το έργο που εκτελέσθηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο ή δεν έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες, προϋποθέτει έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε (ανεξάρτητα αν βαρύνεται με ελαττώματα και ελλείψεις) ή προσφέρθηκε προς παράδοση, πριν από την οποία δεν γεννάται η αξίωση αυτή. Εξάλλου ως πράγματα, η λήψη ή η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εν προκειμένω, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, η εκτίμηση του οποίου υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου προς διαπίστωση της αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων προταθέντων και ειδικότερα αγωγικής βάσης, εκτίθεται ότι, δυνάμει συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων περί τα τέλη Ιουλίου του έτους 2002, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει και να τοποθετήσει τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην από 19-7-2002 προσφορά του κουφώματα από αλουμίνιο στην υπό ανακαίνιση οικία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας στη ..., αποτελούμενης από ημιυπόγειο και ισόγειο όροφο, ότι περί τα μέσα του μηνός Αυγούστου 2002 και ενόψει του ότι προέκυψε ανάγκη αλλαγής ορισμένων διαστάσεων της υπό ανακατασκευή τοιχοποιίας της προσόψεως και της κουζίνας του ισογείου της άνω οικίας, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να αλλαχθούν συνολικά τέσσερα τεμάχια παραθύρων αλουμινίου και να κατασκευασθούν δύο ακόμη, σύμφωνα με την από 20-8-2002 έγγραφη προσφορά του αναιρεσιβλήτου που αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα, ότι εκτός από μία κουζινόπορτα που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να μη γίνει με την από 6-10-2002 προσφορά του αναιρεσιβλήτου την οποία επίσης αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα, συμφωνήθηκε να προβεί εκείνος στις αναφερόμενες λεπτομερώς μικροκατασκευές εξ αρχής καθώς και αλουμινοκατασκευές, αντί συνολικά συμφωνηθείσης αμοιβής 14.287,70 ευρώ και χρόνο παράδοσης του έργου μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου 2002.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 9-10-2002 έως 20-11-2002 ο αναιρεσίβλητος εκτέλεσε μέρος του συμφωνηθέντος έργου με την τοποθέτηση στην οικία ορισμένων εκ των συμφωνηθέντων πραγμάτων τα οποία όπως διαπίστωσε η αναιρεσείουσα από άμεσο πρόχειρο έλεγχο είχαν τα αναφερόμενα λεπτομερώς στην αγωγή πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων, την ύπαρξη των οποίων αλλά και την διόρθωση τους μέχρι το χρόνο παραδόσεως του έργου υποσχέθηκε ο αναιρεσίβλητος μετά από υπόδειξη και κλήση της αναιρεσείουσας προς διόρθωση αυτών.
Ότι περί τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου 2002 και στις 11-12-2002 ο αναιρεσίβλητος τοποθέτησε επίσης στην οικία ορισμένα άλλα εκ των συμφωνηθέντων πραγμάτων, που αναφέρονται ειδικά στην αγωγή, τα οποία επίσης εμφάνιζαν τα αναφερόμενα στην αγωγή ελαττώματα, την διόρθωση των οποίων υποσχέθηκε ρητά ο αναιρεσίβλητος μετά τις διαμαρτυρίες της αναιρεσείουσας και κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος της, ενώ παράλληλα ζήτησε μικρή παράταση του χρόνου παραδόσεως του όλου έργου μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2002, στην οποία και συμφώνησε η αναιρεσείουσα.
Ακολούθως εκτίθεται στην αγωγή ότι στις 9-1-2003, ο αναιρεσίβλητος, αφ' ενός μεν έφερε προς τοποθέτηση ορισμένα πράγματα εκ των συμφωνηθέντων αφ' ετέρου δε παρέδωσε ως διορθωμένα από τον ίδιο κατά τα συμφωνηθέντα, δύο τεμάχια παραθύρων αλουμινίου και δύο κουφώματα αλουμινίου, τα οποία, όπως διαπίστωσε από άμεσο έλεγχο η αναιρεσείουσα, είχαν τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συνομολογηθεισών ιδιοτήτων και ζήτησε τη διόρθωση τους, πλην όμως ο αναιρεσίβλητος, μεταβάλλοντας για πρώτη φορά τη στάση του, αρνήθηκε να πραγματοποιήσει οιαδήποτε εργασία διορθώσεως και δήλωσε στην αναιρεσείουσα την ίδια ημέρα ότι της παρέδωσε πλέον ολόκληρο το συμφωνηθέν έργο, ζητώντας παράλληλα το υπόλοιπο της συμφωνηθείσης αμοιβής του, δήλωση την οποία, αυθημερόν επίσης, δεν αποδέχθηκε η αναιρεσείουσα αλλά δήλωσε σ' αυτόν ότι επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της.
Ότι μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις 24-1-2003 από την εταιρεία "PROFIL ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΑΕ" και διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης από αρμόδια όργανα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος κατόπιν αιτήσεως της, διαπιστώθηκε η ύπαρξη ουσιωδών ελαττωμάτων που καθιστούσαν άχρηστο το έργο και η έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων και ως εκ τούτου με την ένδικη αγωγή της δήλωσε στον αναιρεσίβλητο ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε ακολούθως να αναγνωρισθεί ότι η υπαναχώρηση της ασκήθηκε νόμιμα και επήλθε ως εκ τούτου αμοιβαία απόσβεση των εκατέρωθεν εκ της συμβάσεως απαιτήσεων και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.354,31 ευρώ το οποίο του κατέβαλε τμηματικά και προκαταβολικά έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής του κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Από το ανωτέρω εκτεθέν λεπτομερώς ιστορικό της ένδικης αγωγής, είναι σαφές ότι η αναιρεσείουσα άσκησε το εκ του άρθρου 687 ΑΚ νόμιμο δικαίωμά της διορθώσεως των ελαττωμάτων του συμφωνηθέντος έργου διαρκούσης της εκτελέσεως του έργου, τάσσοντας στον αναιρεσίβλητο εύλογη προθεσμία προς διόρθωση των ελαττωμάτων μέχρι τον χρόνο παραδόσεως αυτού, η οποία παρήλθε, άπρακτη, επομένως πριν την προσήκουσα παράδοση του σ' αυτήν, παράδοση η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, απαιτείται προκειμένου να λάβει χώρα η εκλεκτική συρροή των δικαιωμάτων των άρθρων 688-690 ΑΚ.
Το δίκασαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα "με την ένδικη αγωγή εκθέτει πως μετά τη διαπίστωση ότι το παραδοθέν έργο είχε ουσιώδη ελαττώματα ζήτησε τη διόρθωση αυτών, έτσι δε προβαίνοντας στην επιλογή του ενός εκ των παραπάνω παρεχομένων υπέρ του εργοδότη δικαιωμάτων τα οποία συρρέουν διαζευκτικά, δεν μπορεί πλέον να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει άλλο", ακολούθως δε, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό αυτού και είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στη συνέχεια απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι άσκησε το δικαίωμα της διορθώσεως των ελαττωμάτων κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου και παράλληλα έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα δηλαδή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ζήτησε τη διόρθωση των ελαττωμάτων μετά την παράδοση του έργου, με εντεύθεν έννομη συνέπεια τη θεμελίωση της αγωγής επί ανύπαρκτης αγωγικής βάσης.
Επομένως, ο σχετικός πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 877/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ