Supreme Court dismisses appeal on expired statute of limitations grounds while allowing partial appeal on liability issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding expired social security debts due to the statute of limitations, ruling the arguments inadmissible. However, the court allowed the appeal concerning the liability of the National Health Organization for debts transferred to the Social Security Fund, overturning the lower court's decision on that specific issue. The judgment distinguishes between time-barred claims and active liabilities, ordering the defendant to pay the confirmed debt amount with interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 176 of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations bars claims for expired social security debts, but does not preclude liability for debts transferred to the Social Security Fund that remain within the limitation period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1408 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1408/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης, υπό την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)" και ήδη "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ & ΘΡΑΚΗΣ" (4η Δ.Υ.Πε.), η οποία εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., το δεύτερο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελευθερία Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και το τρίτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσουμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Β) Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9241/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2392/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" με την από 8-6-2021 αίτησή της και τους από 31-1-2023 προσθέτους αυτής λόγους και το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)" με την από 19-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου, διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων [ΑΠ 1548/2022]. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο [29-1-2024] συζητήθηκαν: α] η από 8-6-2021 (ορθόν: 2022) αίτηση αναίρεσης με τους από 31-1-2023 πρόσθετους λόγους της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" και β] η από 19-9-2022 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" [e-ΕΦΚΑ]. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης από αυτές, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της 2392/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και με τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α) Επί της από 19-9-2022 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" [e-ΕΦΚΑ].
Με την υπό κρίση από 19-9-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2392/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 9241/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου και είχε απορριφθεί η αγωγή κατά των λοιπών εναγομένων, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής τους. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Με το Ν. 3918/2-3-2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις", προκειμένου (όπως αναφέρεται στην Εισηγητική του Έκθεση) να εξασφαλισθεί η ισότιμη πρόσβαση όλων των ασφαλισμένων σε ενιαίο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας και να επιτευχθεί η σύμπραξη όλων των μονάδων πρωτοβάθμιας υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) με τις υπάρχουσες δομές όλων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας ενιαίου δικτύου πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ορίστηκαν και τα ακόλουθα:
Στο άρθρο 17 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011: "1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης... Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2.
Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α. με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008, ως προς τις παροχές σε είδος. 3... 4.... 5....".
Στο άρθρο 18: "1. Σκοπός του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας είναι α. Η παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερόμενων φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 30 Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του παρόντος νόμου... 2.
Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ: α) από τις Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, β) από τους συμβεβλημένους με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τον ΟΑΕΕ και τον ΟΠΑΔ ιατρούς και γ) από τους ιατρούς των Κέντρων Υγείας και των Περιφερειακών Ιατρείων... 3.... 4....". Στο άρθρο 23: "1. Οι υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Α.... Β. α. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος. Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης, οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. β. Η ένταξη των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερόμενων φορέων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με το άρθρο 17 του παρόντος, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στην οποία καθορίζεται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης".
Περαιτέρω, με το άρθρο 29 του ίδιου ως άνω Ν. 3918/2011 ορίστηκε ότι: "1.Α) Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. 2... 3. Οι συμβάσεις των εντασσόμενων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι: "Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.". Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 23 παρ. 1 Ββ' του ν. 3918/2011 εκδόθηκε η ΥΑ Φ.80000/οικ.32115/2009 (Β' 3010/29.12.2011), με την οποία μεταφέρθηκαν, από 1.1.2012, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούσαν οργανικές μονάδες και λειτουργούσαν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ. 266/1989, μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ.
Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι με το άρθρο 17 του Ν. 3918/2011 συστήθηκε ως ΝΠΔΔ ο ΕΟΠΥΥ, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, στους συνταξιούχους και στα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν σε αυτόν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ότι ο ΕΟΠΥΥ, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 και 9 και 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο των ΦΚΑ, που εντάσσονται σε αυτόν, στα οποία περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως προς τις παροχές υγείας σε είδος, οι δε συμβάσεις των εντασσομένων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΣτΕ 759/2020).
Επομένως, μετά το Ν. 3918/2011, για τις προμήθειες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του προγενέστερου του νόμου αυτού χρονικού διαστήματος, αν οι προμήθειες αυτές αφορούν τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ, συνεχίζει τις σχετικές δίκες, ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΕΟΠΥΥ (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΣτΕ 759/2020). Τα ανωτέρω δεν μεταβλήθηκαν με το Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και λοιπές διατάξεις", ο οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17.2.2014), και ορίζει στην παρ. 2 του άρθρου 1, με τον τίτλο "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας", που εντάσσεται στο πρώτο κεφάλαιο του νόμου, ότι: "Στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) συνιστάται Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) της Χώρας" και στο άρθρο 2 ότι: "1.
Τα Κέντρα Υγείας και οι λοιπές Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Δ.Υ.Πε. αποτελούν τις δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ.. 2.... 3. Οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.Πε.
ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρουμένων των Φαρμακείων του Ε.Ο.ΠΥ.Υ., τα οποία παραμένουν και λειτουργούν στον Οργανισμό. 4....", γιατί, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 και 21 παρ. 4, 5, 6, 8 και 9 του νόμου αυτού, για τις συμβάσεις προμηθειών του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ με το Ν. 3918/2011, εξακολουθεί να νομιμοποιείται ο ΕΟΠΥΥ και δεν νομιμοποιούνται οι αντίστοιχες Δ.Υ.Πε. (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΣΤΕ 759/2020).
Στη συνέχεια, με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 4387/12-5-2016 συστήθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (Ε.Φ.Κ.Α.) και έδρα την Αθήνα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, και ορίστηκε ότι από 1/1/2017, που αρχίζει η λειτουργία του, εντάσσονται σ' αυτό αυτοδίκαια οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), που αναφέρονται στο άρθρο 53 επ.
του ιδίου νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έως τότε υφιστάμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, όπως αυτό είχε παραμείνει μετά την ίδρυση του ΕΟΠΥΥ και την ένταξη των νοσοκομείων του στο ΕΣΥ με το άρθρο 32 του ανωτέρω Ν.3918/2011, των οποίων ΦΚΑ ο ΕΦΚΑ καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος. Ως σκοπός του Ε.Φ.Κ.Α.
ορίστηκε η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλισή του προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους, β.
η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους...γ. παροχών ασθένειας σε χρήμα, δ. ειδικών προνοιακών επιδομάτων και ε. κάθε άλλης παροχής σε χρήμα ή υπηρεσιών, για τις οποίες καθίσταται αρμόδιος ο Ε.Φ.Κ.Α. ενώ με το άρθρο 51 Α' παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 46702020, που άρχισε να ισχύει από 1/3/2020, ο ΕΦΚΑ μετονομάσθηκε από την 1.3.2020 σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενος στο εξής "e-Ε.Φ.Κ.Α.".
Στη συνέχεια, ο Ν. 4430/31-10-2016, στην παρ. 1 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ως καθολικού διαδόχου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης", όρισε ότι: "1α) Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θα χρηματοδοτηθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30.4.2016 προς τα Φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), "φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ." [όπως το εντός εισαγωγικών τμήμα προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ.4 περ.
α' του ν. 4447/2016 ]... β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. νοούνται εκείνες που αφορούν τα πριν τις 31.12.2012 έτη και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση, κατά το χρόνο υποβολής, παραστατικά στοιχεία και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί", ενώ στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 όριζε ότι: "4.
Η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού που πραγματοποιείται από Φ.Κ.Α. των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 10 του Ν. 3918/2011, όπως ισχύει, διενεργείται το αργότερο έως 30.6.2017". Η τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 52 του Ν. 4430/2016 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1α του Ν. 4486/7-8-2017 ως ακολούθως: "4.
Μετά τις 30.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α..
Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ και οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο". Επακολούθησε ο Ν. 4578/3-12-2018, ο οποίος στο άρθρο 12 αυτού, που φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση και πληρωμή ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φ.Κ.Α.
που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", όπως η περιπτ. α' της παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε από τότε που άρχισε να ισχύει με το άρθρο 44 του ν. 4611/17-5-2019, όρισε τα εξής: "1. α) Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ., και προς ασφαλισμένους των ΦΚΑ, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ μέχρι 31.12.2019.
Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του πρώην Ο.Π.Α.Δ./Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και εξοφλούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του ν. 4430/2016 ....
β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1.1.2006 και εντεύθεν, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος".
Επίσης, με το άρθρο 13 του ως άνω Ν. 4578/2018, υπό τον τίτλο "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ορίστηκε ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 3918/2011, την παρ. 17 του άρθρου 13 του Ν. 4052/2012.. και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ.
ΙΒ` του άρθρου μόνου του Ν. 4093/2012 ..., στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά τις 30.6.2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1 α' του Ν. 4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως είναι και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως προαναφέρθηκε, (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ε.Φ.Κ.Α.)" και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και συνεπώς στις δίκες αυτές δεν νομιμοποιείται να παραστεί ο ΕΟΠΥΥ, αλλά ο ΕΦΚΑ και ήδη ο ε-ΕΦΚΑ (ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 343/2018, ΣτΕ 759/2020).
Από την γενικότητα της διατύπωσης της ανωτέρω διάταξης και από τον σκοπό, που επιδιώκει, συνάγεται ότι στις ληξιπρόθεσμες αυτές απαιτήσεις του ΕΟΠΠΥ, που "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ε.Φ.Κ.Α.)" συμπεριλαμβάνονται και οι κατ' αυτού απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως είναι και οι απαιτήσεις από άκυρες συμβάσεις προμήθειας ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, που είχε συνάψει με προμηθευτές του το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μέχρι και τις 31/12/2011 (AΠ 433/2023).
Εξάλλου, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην εξόφληση όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από 1.1.2006 και εντεύθεν, όρισε με το άρθρο 12 του Ν. 4578/2018, ότι οι υποχρεώσεις αυτές "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α." μέχρι 31.12.2019 (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), ήδη δε, μετά από διαδοχικές παρατάσεις, μέχρι τις 31/12/2022, δυνάμει της ΥΑ60855/2022(ΦΕΚ Β'3354/2022), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 85 ν. 4825/2021.
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ιδίου νόμου επιλύθηκαν θέματα νομικής παράστασης του Ε.Φ.Κ.Α. υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε εκκρεμείς δίκες, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και ορίστηκε ότι η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται και ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται σε βάρος του.
Η διάταξη, όμως, αυτή, ορώμενη σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις, πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), που οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 3918/2011, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, και οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.4 του ιδίου άρθρου 52 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του Ν. 4486/2017 "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α." (που, άλλωστε, και δυνάμει των νεότερων διατάξεων του άρθρου 12 του Ν. 4578/2018 "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α."), αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ, πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν, μετά τις 30.6.2017, προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α., διότι εξαιρέθηκαν ρητώς, κατά τα ανωτέρω (άρθρο 52 παρ. 4 Ν. 4430/2016, όπως ισχύει και άρθρο 12 Ν. 4578/2018), και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (ΑΠ 853/2023, ΑΠ 795/2023, ΑΠ 433/2023, ΑΠ 643/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 624/2022, ΣτΕ 759/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008,ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με την με αριθμό 314/36/1.10.1998 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ", οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το πρώτο εναγόμενο και δυνάμει της μεταξύ του τελευταίου και της εταιρείας "BRISTOL - MAYERS SQUIBB" με ημερομηνία 19.11.1998 σύμβασης, η τελευταία ανέλαβε να προμηθεύσει το ΙΚΑ, πρώτο εναγόμενο με οστομικά υλικά για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους αρχής γενομένης από 13.11.1998 και, κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων, μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2003.
Στη συνέχεια, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της ως άνω εταιρείας και της κατασκευάστριας των ανωτέρω προϊόντων, αγγλικής εταιρείας με την επωνυμία "CONVATEC", η ενάγουσα ανέλαβε τη διάθεση των προϊόντων αυτών στην ελληνική αγορά. Ειδικότερα, δυνάμει της με αριθμό .../2003 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του Ι.Κ.Α εγκρίθηκε:
α) η τροποποίηση της ανωτέρω σύμβασης και η υποκατάσταση σε αυτή της εταιρείας "BRISTOL-MAYERS SQUIBB" από την ενάγουσα καθώς και β) η απευθείας ανάθεση στην ενάγουσα της προμήθειας οστομικών υλικών για ένα μήνα και, ειδικότερα, από 1.12.2003 έως 31.12.2003. ακολούθως, κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων της σύμβασης, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Ι.Κ.Α, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 31.1.2005, διάφορες ποσότητες οστομικών υλικών, συνολικής αξίας συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α. 11.091,50€.
Ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από 4.2.2005 έως 30.3.2006, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στο Ι.Κ.Α., χωρίς να έχει προηγηθεί η σύναψη δημόσιας σύμβασης προμήθειας κατά τον τύπο και τη διαδικασία του Π.Δ. 394/1996 (Κανονισμός Προμηθειών του Δημοσίου), αλλά κατόπιν προφορικών παραγγελιών των αρμοδίων οργάνων του τελευταίου, διάφορες ποσότητες οστομικών υλικών, συνολικής αξίας συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α. 922.796,00€, εξέδωσε δε τιμολόγια συνολικής αξίας (11.091,50 + 922.796,00 =) 933.887,49€.
Από το ανωτέρω συνολικά οφειλόμενο ποσό, η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της αιτήθηκε την καταβολή του μερικότερου ποσού των 159.625,49€, για το οποίο, όπως ισχυρίζεται, ευθύνεται σε ολόκληρο και η τρίτη εναγομένη, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4238/2014 και της με αριθμό ...-2014 απόφασης του Υπουργού Υγείας, καθώς στην οργανωτική της δομή εντάσσονται οι αναφερόμενες στην αγωγή μονάδες που εμπίπτουν στην περιφέρεια της των Νομών Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Σερρών, Χαλκιδικής, Δράμας, Έβρου, Καβάλας, Ξάνθης και Κομοτηνής και από τις οποίες παρελήφθησαν τα επίδικα προϊόντα ανεπιφύλακτα και χρησιμοποιήθηκαν από αυτή για την εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων σ' αυτό (ΙΚΑ) ασθενών, για δε τις αντίστοιχες πωληθείσες ποσότητες οστομικών υλικών η ενάγουσα εξέδωσε τα παρακάτω τιμολόγια-δελτία αποστολής και ειδικότερα ...
αναγράφονται εκατόν είκοσι τρία (123) τιμολόγια ... συνολικής αξίας συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. 159.625,49€. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων και με βάση το χρόνο έκδοσης των επίδικων τιμολογίων από την ενάγουσα, που αφορούν προμήθεια οστομικών υλικών για τις ανάγκες του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., δηλαδή αφορούν συμβάσεις που εκτελέστηκσν πριν από την 31.12.2014, οι δαπάνες αυτές επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από τον οποίο εξακολουθούσε και μετά την έκδοση του Ν. 4238/2014 να διενεργείται η ενταλματοποίηση και να εκτελούνται σε βάρος του,....
Επομένως, η ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή αφενός στράφηκε μη νομίμως αναφορικά με τις αξιώσεις της από τα επίδικα τιμολόγια κατά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ & ΘΡΑΚΗΣ" (4η Δ.Υ.Πε), η οποία, δεν νομιμοποιείται παθητικά, αφετέρου δε, ναι μεν κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής την 30.3.2017 (βλ.
τις υπ' αριθ. .../2017 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στα Πρωτοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Μ. Κ. οι δύο πρώτες και Μ. Π. η Τρίτη), ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ήταν υπόχρεος για την ικανοποίηση των εν λόγω αξιώσεων, όμως, ενόψει του ότι, βάσει της παραγράφου 4 του άρθρου 52 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το Ν.4486/2017, μετά τις 30.6.2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
που προέρχονται από Φ.Κ.Α. (φορείς κοινωνικής ασφάλισης), των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α., ο οποίος, πλέον, νομιμοποιείται παθητικά στις σχετικές με τις υποχρεώσεις αυτές δίκες και, συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον οι αξιώσεις της ενάγουσας αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., δηλαδή φορέα κοινωνικής ασφάλισης, ο κλάδος υγείας του οποίου είχε ενταχθεί στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., νομιμοποιείται παθητικά ο Ε.Φ.Κ.Α.
και όχι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος μετά την 1.1.2015 δεν νομιμοποιείται να παρίσταται και να συνεχίζει τις δίκες που σχετίζονται με τις μονάδες παροχής υπηρεσιών υγείας, που μεταφέρθηκαν πλέον στις ΔΥΠΕ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε τα ίδια και δέχθηκε ότι νομιμοποιείται παθητικά το εκκαλούν ΝΠΔΔ, ΕΦΚΑ στην προκειμένη υπόθεση και όχι η 4η ΔΥΠΕ και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ορθά τις ανωτέρω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και έκρινε την παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων.
Εξάλλου δεν υποστηρίζεται ούτε από την νομολογία η τεκμαιρόμενη κατά την εκκαλούσα βούληση του νομοθέτη να υπάρχει σωρευτική αναδοχή χρέους του Ι.Κ.Α. με την οποία να δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή του Ι.Κ.Α., του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., της 4ης Δ.Υ.Π.Ε. και του Ε.Φ.Κ.Α., αντιθέτως η παθητική νομιμοποίηση των ανωτέρω ΝΠΔΔ κρίνεται κατά περίπτωση κατά το ισχύον κατά το κρίσιμο χρόνο νομοθετικό πλαίσιο (ΤριμΕφΑθ 6125/2020 ο.π., ΕφΑθ 6491/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα της υπό στοιχείο (α) έφεσης, με το μοναδικό λόγο αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, όπως αντίστοιχα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και η εν λόγω έφεση. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου και οι συναφείς, πρώτος (1ος) λόγος, καθώς και τα σχετικά σκέλη των πέμπτου (5ου και 6ου) λόγων έφεσης, του εκκαλούντος της υπό στοιχείο (β) έφεσης, όπως αυτοί εκτιμώνται, με τους οποίους προτείνεται ένσταση ελλείψεως παθητικής του νομιμοποίησης (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ήδη ΕΦΚΑ), ισχυριζόμενο ότι η αγωγή αφορά αποκλειστικά και μόνο τον πρώην κλάδο υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ήδη αποσχισμένο και ενταγμένο στον ΕΟΠΥΥ από 1-1-2012, ο οποίος αποτελεί καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ για όσες αγωγές ασκήθηκαν το 2011 κατά του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ενώ τυγχάνει μοναδικός φορέας, που νομιμοποιείται παθητικά για την άσκηση της αγωγής από 1.1.2012, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι (ΤριμΕφΑθ 6125/2020 ο.π.), το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ομοίως, τα ανωτέρω, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Εξάλλου, με το δεύτερο (2ο) λόγο έφεσης το ίδιο εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα κρίθηκε ως παραδεκτή η από 23.3.2017 αγωγή κατά του Ε.Φ.Κ.Α. ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., διότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής το ΝΠΔΔ Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. είχε ήδη παύσει από την 1-1-2017 να υφίσταται κατά το άρθρο 51 και επόμενα του Ν.4387/2016 και, συνεπώς, η αγωγή ήταν απαράδεκτη ως στρεφόμενη κατά ανύπαρκτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
Ωστόσο η υπό κρίση αγωγή στρεφόταν κατά του ΝΠΔΔ Ι.Κ.Α. και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ως καθολικού διαδόχου του πρώτου κατά τον ως άνω χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (30.3.2017), διότι δεν είχε επέλθει ακόμη η διαδοχή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από τον Ε.Φ.Κ.Α., η οποία έλαβε χώρα μετά τις 30.6.2017 σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1 του Ν. 4486/2017.
Κατά την κατάθεση της αγωγής δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει η ενάγουσα την καθολική διαδοχή που έλαβε χώρα αργότερα, αλλά στράφηκε με την αγωγή της κατά όλων των ΝΠΔΔ που διαδέχθηκαν το πρώτο εναγόμενο.
Συνεπώς δεν στράφηκε απαραδέκτως κατά ανύπαρκτου προσώπου, αλλά παραδεκτά μετά την εκ του νόμου καθολική διαδοχή του ΕΟΠΥΥ από τον Ε.Φ.Κ.Α. συνέχισε τη δίκη κατά του νέου ΝΠΔΔ και ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, για το δεύτερο λόγο έφεσης σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 52 του ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 του ν. 4486/2017, εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και, επομένως, νομίμως ο ΕΦΚΑ συνέχισε την δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου χωρίς να επέλθει διακοπή αυτής, ως απώτερος καθολικός διάδοχος του αρχικού εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Επομένως, και ο συναφής λόγος έφεσης είναι αβάσιμος, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο και στην προκειμένη περίπτωση απέρριψε ομοίως το σχετικό ισχυρισμό, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ακολούθως, με το δέκατο (10ο) λόγο έφεσής του το ίδιο εκκαλούν εκθέτει ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 4578/2012 αναφορικά με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ, ναι μεν ο ΕΦΚΑ δύναται να εκπροσωπήσει τον ΕΟΠΥΥ και να ασκήσει ένδικα μέσα και βοηθήματα και για λογαριασμό του ΕΟΠΥΥ, πλην όμως, η θέση του τελευταίου δεν θίγεται ως διαδίκου και οι αποφάσεις τον δεσμεύουν και εκτελούνται υπέρ και σε βάρος του και, συνεπώς, η ένδικη υπόθεση αφορά το πρώην κλάδο υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, που έχει ήδη ενταχθεί στον ΕΟΠΥΥ, με επακόλουθο να πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή κατά του e-ΕΦΚΑ.
Ο συγκεκριμένος, όμως, λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (II β) αναφερόμενα, καθώς οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 4578/2018, οι οποίες καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δίκες δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, διότι οι διατάξεις αυτές αφορούν σε εκκρεμείς δίκες, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην Ο.Π.Α.Δ, πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες δεν μεταφέρθηκαν προς εξόφληση στον Ε.Φ.Κ.Α., διότι εξαιρέθηκαν, κατά τα ανωτέρω, και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και του πρώτου εναγομένου - αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητου, κατά της υπ' αριθμ. 9241/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την αγωγή και είχε υποχρεώσει το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 159625,49 ευρώ, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 97 παρ. 1α' Ν. 4486/2017, η οποία ήταν εφαρμοστέα και, επίσης, ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 Ν. 4578/2018, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ποσού 159.625,49 ευρώ με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, από τις αναφερόμενες στην απόφαση 125 άκυρες συμβάσεις πώλησης ιατρικών υλικών στην τοπική Μονάδα Υγείας Αχαρνών αυτού, οι οποίες συνάφθηκαν και εκτελέστηκαν από 4-2-2005 μέχρι τις 30-3-2006 και δεν είχαν εξοφληθεί μέχρι τις 30/6/2017 τόσο από το ΙΚΑ, όσο και από τον οιονεί καθολικό διάδοχό του - αρχικά εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, και συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η εκκρεμής ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δίκη, αφορώσα στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ (και παρέμειναν σε αυτόν και μετά το Ν. 4238/2014 αφού δεν μεταφέρθηκαν στις Δ.Υ.Πε.) συνεχίστηκε νομίμως πλέον από τον ΕΦΚΑ (και ήδη τον e-ΕΦΚΑ), στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές μεταφέρθηκαν και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του, χωρίς να επέλθει διακοπή της δίκης, και ο οποίος πλέον μόνος νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη υπόθεση, χωρίς να παύσει μεταγενέστερα η νομιμοποίηση αυτή του ΕΦΚΑ δυνάμει του άρθρου 13 του Ν. 4578/2018, όπως εσφαλμένως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, γιατί το άρθρο αυτό δεν αφορά στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ και κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α' του Ν. 4486/2017, "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ", αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκος Ναύτου, πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον ΕΟΠΥΥ, αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30/6/2017 προς εξόφληση στον ΕΦΚΑ, γιατί εξαιρέθηκαν ρητά, και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του.
Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, στους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 1 (και όχι και από τους αρ. 9, 14 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ.
α' και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους χωρίς την υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (ΑΚ 346) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως που όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει.
Το ως άνω αποτέλεσμα της οχλήσεως που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξιώσεως, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής (π.χ.
λόγω αοριστίας). Αντίθετα, αν η αγωγή απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, το ανωτέρω αποτέλεσμα της περιελεύσεως του οφειλέτη σε υπερημερία δεν διατηρείται, αφού στην περίπτωση αυτή η όχληση δεν αφορά σε νόμιμη ή βάσιμη απαίτηση (ΑΠ 1789/2009, 1355/2003). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων, του οποίου προγενέστερη αγωγή, που είχε επιδοθεί νομίμως, απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως δικονομικής προϋποθέσεως, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με νεότερη αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως (ΑΠ 178/2016, ΑΠ 106/2014).
Σημειώνεται ότι η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που η επίδοσή της έχει χαρακτήρα οχλήσεως, δημιουργική υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για αντίστοιχους τόκους σύμφωνα με το άρθρο 345 ΑΚ (Ολ ΑΠ 13/1994, ΑΠ 1126/2010)
Επομένως o ενάγων, ο οποίος με προγενέστερη αγωγή του, επιδοθείσα νομίμως, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, είχε ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως, που ενασκεί με τη νέα αγωγή, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας (ΑΠ 1418/2018, ΑΠ 106/2014).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο - βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε.
Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 Ν 3659/2008, το οποίο ορίζει ότι "αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε".
Σύμφωνα λοιπόν με τη νεότερη αυτή διάταξη, η ανωτέρω δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία αφετηριάζεται, αν η απορριπτική απόφαση είναι από την έκδοσή της τελεσίδικη ή εκδόθηκε κατ' έφεση από δικαστήριο του δεύτερου βαθμού, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όχι μόνον όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμείνει την έκδοση αποφάσεως, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διατάξεως, που συνίσταται στη σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση βοηθήματος ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 1039/2017, ΑΠ 53/2012, ΑΠ 1028/2005).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ.1εδ.α'του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, του άρθρου 7 παρ.2 ΝΔ 496/1974, άρθρου μόνου ΠΔ 437/1977, των άρθρων 9 παρ.4 N 1649/1986 και 41 Ν 3659/2008, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο των αγωγών της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ως συνέπεια την άρση των συνεπειών της αγωγής της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την έναρξη της τοκογονίας και ότι η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση της τελεσίδικης αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την αγωγή της για έλλειψη δικαιοδοσίας, ώστε να θεωρηθεί ότι η ένδικη αγωγή ως προς όλες τις έννομες συνέπειές της ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως της από 2-11-2007 αγωγής.
Tο Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, ... το αίτημα για την επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επίδοση της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 40140/2007 αγωγής της προς το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και μέχρι την πλήρη εξόφληση, που απορρίφθηκε τελεσίδικα με τη με αριθμό 1440/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, είναι νόμιμο, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της όχλησης που επήλθε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορρίφθηκε για λόγους, μη ουσιαστικούς, δηλαδή για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, που συνεπάγονται ακυρότητα, η απαράδεκτο του δικογράφου της αγωγής (ΑΠ 1355/2003, 105/2001 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΠατρ 162/2008, ΑχΝομ 2009.62, ΕφΠατρ 223/2005, ΑχΝομ 2006.75) και, συνεπώς, ο τέταρτος και έβδομος λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που ήσαν εφαρμοστέες και εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η παραίτηση της αναιρεσείουσας από τα δικόγραφα των από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν είχε ως συνέπεια την άρση των συνεπειών της ασκήσεώς τους αναδρομικά, επομένως και την άρση των συνεπειών της από 2-11-2007 αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αφού η ένδικη αγωγή ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση της τελεσίδικης αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου που απέρριψε την πρώτη αγωγή της αναιρεσείουσας για έλλειψη δικαιοδοσίας και επομένως θεωρείται ότι αυτή (ένδικη αγωγή) ως προς όλες τις έννομες συνέπειές της ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως της ως άνω από 2-11-2007 πρώτης αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, συνακόλουθα δε, η η αναιρεσείουσα δικαιούται να λάβει τόκους υπερημερίας από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν έπαυσε ως όχληση, δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με τις νεότερες από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγές της αναιρεσείουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκαν στις 10-4-2012 και 2-5-2012 αντίστοιχα, ήτοι εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών του άρθρου 9 παρ.4 Ν 1649/1986 από την επίδοση της 1440/2011 τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου (22-3-2012), επιδίωκε την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεώς της, οπότε οι αγωγές αυτές λογίζονται, όπως εκτέθηκε, ως προς όλες τις έννομες συνέπειές τους ότι ασκήθηκαν κατά τον χρόνο εκείνης που απορρίφθηκε.
Επομένως, o τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά την παράγραφο του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978 "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά έξι μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί. Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις [...]. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι και οι απαιτήσεις από σύμβαση πώλησης, καθώς και για την απόδοση του πλουτισμού από άκυρη σύμβαση πώλησης, των προμηθευτών του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ηλεκτρικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" [e-ΕΦΚΑ], που υπεισήλθε στα δικαιώματα του ΙΚΑ, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, κατ' άρθρο 51 του Ν.4387/2016, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της [άρθρο 251 ΑΚ] και όχι από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, όπως ορίζει το άρθρο 253 ΑΚ, το οποίο αφορά μόνο στις αξιώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 250 ΑΚ [ΑΠ 559/2021].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Επίσης, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, που έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου [ΑΠ 252/2016], κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μην διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορρίφθηκε τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγής εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται σαν να μην έχει διακοπεί.
Στην περίπτωση που η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή αρχίζει από την άσκηση αυτής και διακόπτεται μετά από κάθε νέα διαδικαστική πράξη, οπότε αρχίζει εκ νέου.
Εξάλλου, όπως ήδη εκτέθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983 (περί δικαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων), το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες ότι ασκήθηκε κατά τον χρόνο της ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε. Επομένως, αν η νέα αγωγή ασκηθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, θεωρείται και ως προς την παραγραφή της αξίωσης ότι ασκήθηκε κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αρχικής αγωγής ενώπιον του στερούμενου δικαιοδοσίας δικαστηρίου (ΑΠ 560/2021, ΑΠ 1655/2010, ΑΠ 2098/2009, ΑΠ 942/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 του Ν. 1846/1951,όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, 41 του Ν. 3659/2008, 251 261,263 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα την προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα παραδεκτώς με λόγο έφεσης ένστασή της περί παραγραφής.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, ως προς την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος: "Επιπροσθέτως, με τον τρίτο (3ο) λόγο έφεσης το εκκαλούν, καθώς και με τα σχετικά σκέλη των τέταρτου και έβδομου (4ου και 7ου) λόγων έφεσης, όπως αυτοί εκτιμώνται, ενώ εμμέσως συνομολογεί (καθόσον δεν αρνείται ειδικότερα ούτε προβάλλει σχετικό λόγο έφεσης) ότι η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης ερείδεται επί των ανωτέρω αναφερομένων τιμολογίων, στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της εφεσίβλητης έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 251 ΑΚ, καθώς και ότι την παραγραφή αυτή δεν έχει διακόψει η άσκηση της αγωγής με αριθμ.
καταθ. 40140/2007, που αρχικώς είχε ασκήσει η εφεσίβλητη ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απερρίφθη τελεσιδίκως με την με αριθμ. 1440/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ελλείψει δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, καθόσον η ανωτέρω αγωγή είχε διαφορετική νομική και ιστορική βάση, ήτοι τη σύμβαση και όχι τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ επίσης ισχυρίζεται ότι όλες οι μεταγενέστερες αγωγές της εφεσίβλητης ενσωματώνουν παραγεγραμμένη αξίωσή της.
Επ' αυτών λεκτέα τα εξής: Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας ασκήθηκαν αρχικά με την από 2.11.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 40140/2007 αγωγή που απευθυνόταν ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και στρεφόταν κατά του Ι.Κ.Α. η αγωγή αυτή επιδόθηκε στο τελευταίο στις 8.11.2007 (βλ.
τη με αριθμό 6745Β/8.11.2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Κ.). Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 12544/2009 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το Ι.Κ.Α. να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 933.887,49 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και, επ' αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 1440/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η τελεσίδικη αυτή απόφαση επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 22.3.2012, στη συνέχεια, διακόπηκε εκ νέου η παραγραφή, καθόσον η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30.3.2012 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ 709/2012 και ΕΑΚ 2806/2012 αγωγή της, κατά του πρώτου εναγόμενου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
και επιδόθηκε σε αυτό στις 10.4.2012 (βλ. τη με αριθμό 9303Γ/10.4.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Κ.), δικάσιμος δε ορίστηκε η 10/10/2012, οπότε και αναβλήθηκε για τις 28.1.2015 όπου και ματαιώθηκε. Η αγωγή αυτή ασκήθηκε εντός της δίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 σε συνδυασμό με το άρθρο 41 του Ν. 3659/2008, αφού η προθεσμία αυτή άρχισε από την επομένη της επίδοσης της ως άνω τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στην ενάγουσα (στις 22.3.2012, όπως προκύπτει από την σχετική σημείωση επί της με αρ. 1440/2011 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα) και, συνεπώς, λογίζεται ασκηθείσα στις 6.11.2007, που ασκήθηκε η αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως, με την από 4.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ 113046/2015 και ΕΑΚ 2262/2015 κλήση της που επιδόθηκε στο πρώτο εναγόμενο στις 14.12.2015 (βλ. τη με αριθμό ....2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ.) επανέφερε την ως άνω αγωγή προς συζήτηση, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 22.3.2017, πλην όμως, με το από 1.3.2017 δικόγραφο παραίτησης που επιδόθηκε στο πρώτο εναγόμενο στις 7.3.2017 παραιτήθηκε τόσο από την ως άνω αγωγή όσο και από την ως άνω κλήση, ασκώντας, στη συνέχεια την από 24.4.2012 με .../2012 και .../2012 αγωγή η οποία ασκήθηκε και επιδόθηκε κατά του ΕΟΠΥΥ την 2.5.2012 (όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ....2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.
Κ.), ήτοι, επίσης, εντός του διμήνου που προβλέπει το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 και το άρθρο 41 του Ν. 3659/2008, καθώς η τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών της επιδόθηκε κατά τα ανωτέρω στις 22.3.2012. Δικάσιμος συζήτησης της ανωτέρω αγωγής είχε ορισθεί η 10.10.2012 οπότε και αναβλήθηκε για την 28.1.2015, όπου ματαιώθηκε λόγω αναστολής εργασιών του Πρωτοδικείου Αθηνών εξαιτίας των εθνικών εκλογών της 25.1.2015.
Την ως άνω αγωγή κατά του ΕΟΠΥΥ η ενάγουσα επανάφερε με την από 25.2.2015 κλήση με αριθμό κατάθεσης .../2015 και .../2015, η οποία έλαβε δικάσιμο την 22.3.2017 και επιδόθηκε στον ΕΟΠΥΥ (βλ. την υπ' αριθ. 3203Γ/5.3.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ.). Με τα 1.3.2017 δικόγραφα παραίτησης η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 24.4.2012 αγωγής (.../2012 και .../2012) κατά του ΕΟΠΥΥ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και από το δικόγραφο της από 25.2.2015 κλήσης (.../2015 και .../2015) και την εν λόγω παραίτησή της επέδωσε στον ΕΟΠΥΥ (βλ.
τις υπ' αριθ. 7666Γ και 7665Γ/7.3.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Μ. Κ., αντίστοιχα). Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή απευθυνόμενη και προς την τρίτη εναγόμενη, με την ίδια ιστορική και νομική βάση, η οποία επιδόθηκε στα εναγόμενα κατά τα ανωτέρω στις 30.3.2017. Συνακόλουθα, η διακοπή της πενταετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων επήλθε ήδη από την επίδοση της από 2.11.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 40140/2007 αρχικής αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την άσκηση δε της δεύτερης αγωγής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων επήλθε εκ νέου διακοπή της παραγραφής και ξεκίνησε νέα ισόχρονη παραγραφή, μέχρι την 3.5.2017. Στη συνέχεια, με την από 1.3.2017 δήλωση παραίτησης, που επιδόθηκε στο δεύτερο εναγόμενο στις 7.3.2017, η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 24.4.2012 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 83351/3107/2012 αγωγής της, ωστόσο, προέβη εντός έξι μηνών από την παραίτηση αυτή στην άσκηση της νυν ένδικης αγωγής που επιδόθηκε στα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, κατά τα ανωτέρω στις 30.3.2017.
Συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 παρ.2 του Α.Κ., η οποία,... εφαρμόζεται και στην παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων θεωρείται ότι έχει διακοπεί ήδη από την άσκηση της από 24.4.2012 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 83351/3107/2012 αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε η ενάγουσα.
Εξάλλου, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, εφαρμόζεται το άρθρο 261 παρ.1 εδ. α' του Α.Κ., κατά το οποίο η παραγραφή που διακόπτεται με την άσκηση αγωγής, αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Ενόψει των ανωτέρω, οι επίδικες αξιώσεις δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του Ν. 1846/1951, καθότι η παραγραφεί έχει διακοπεί.
Επομένως, ο σχετικός ως άνω λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως και στην προκειμένη περίπτωση, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον α] η διακοπή της παραγραφής της ένδικης απαίτησης επήλθε αρχικά με την επίδοση της από 2-11-2007 αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία περιελάμβανε την ένδικη απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, β] η παραγραφή διακόπηκε εκ νέου με την επίδοση της από 24-4-2012 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκε εντός δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης επί της ως άνω πρώτης αγωγής, γ] η νέα προθεσμία, με την από 1-3-2017 δήλωση παραίτησης από την δεύτερη ως άνω αγωγή, διακόπηκε εκ νέου με την άσκηση της ένδικης αγωγής, εντός έξι μηνών από την ως άνω παραίτηση.
Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τους αριθμούς 14 και 19 του ίδιου άρθρου], είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 917/2020) όχι, όμως, και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 845/2009).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 (και όχι από τους αρ. 1, 9, 14 και 19 που επικαλείται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν "επιλήφθηκε" του όγδοου λόγου έφεσής του, στον οποίο είχε προβάλει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κηρύξει την εναντίον του απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 70.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί ο σχετικός λόγος έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, προβλήθηκε αλυσιτελώς στο Εφετείο, αφού με την έκδοση της απόφασής του, η εκκαλούμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη και ο λόγος αυτός δεν είχε πλέον αντικείμενο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος, με ρητή διάταξη, καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 306/2017).
Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κ.λπ. (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1628/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Δ. της 26-06/10-07-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου": "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".
Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α` 65/24-04-2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για:
α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος (παρ. 1). Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων... (παρ. 2).
Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρ. 45 του Ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (ΑΠ 1303/2022).
Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω Ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-04-2019 θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-06/10-07-1944 και από 01-05-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΑΠ 1303/2022).
Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τον ΕΦΚΑ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 Θ' του Ν. 4387/2016, που ορίζει ότι ο Ε.Φ.Κ.Α. έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 21 του από 26-6/10-7-1944 διατάγματος "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, που έχει ισχύ και για τον ΕΦΚΑ και έτσι το υποχρέωσε να καταβάλει τόκο, για το μετά την 1/5/2019 χρονικό διάστημα, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής και όχι με το επιτόκιο του άρθρου 45 Ν. 4607/2019, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24.4.2019, ίσχυε τόσο κατά τον χρόνο συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (1-6-2021), όσο και κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (15-2-2022) και καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24.4.2019 ένδικη αξίωση της ιδιώτη - ενάγουσας - εφεσίβλητης - και ήδη αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παρέλειψε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρ. 45 Ν. 4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα και για τον ΕΦΚΑ, για το μετά την 1/5/2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το κάνει και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την 1/5/2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο και συνεπώς και από τον ΕΦΚΑ τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρ. 21 του "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν.393/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου που περιλαμβάνεται στις δαπάνες, οι οποίες θα αποδοθούν στο διάδικο που νίκησε μειώνεται μέχρι το μισό του ελαχίστου ορίου της διατίμησης και δεν μπορεί να υπερβεί κάποιο χρηματικό ποσό αναπροσαρμοζόμενο κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1737/1987 [ΑΠ 559/2021].
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. θ' ν. 4387/2016 [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4445/2016] και 22 παρ. 1 του ν.3693/1957 [που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 1β ΕισΝΚΠολΔ], σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αρ. 2 της 134423/1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών το e-ΕΦΚΑ, έχει τα προνόμια του Δημοσίου και συνεπώς δικαιούται και υποχρεούται ανάλογα σε μειωμένη δικαστική δαπάνη, κατά τους ορισμούς των ως άνω άρθρων [ΑΠ 1848/2023, ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 259/2020].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και της ΚΥΑ 134423/1993, οι οποίες προβλέπουν μειωμένη δικαστικά δαπάνη στα ΝΠΔΔ, μεταξύ των οποίων και το ίδιο, ως διάδοχο του αρχικού διαδίκου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 9241 2020 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και καταδίκασε το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 6600 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε το αναιρεσείον με την έφεσή του και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης με το αιτιολογικό ότι το αναιρεσείον δεν εκπροσωπήθηκε από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και επομένως δεν έχει τα προνόμια του Δημοσίου.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αφού το αναιρεσείον, ως διάδοχο του αρχικού εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, απολαμβάνει τα προνόμια του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και τη μειωμένη δικαστική δαπάνη, όπως αυτή προσδιορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι και από τους αριθμούς 9,14 και 19 του ίδιου άρθρου], είναι βάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των παραπάνω κριθέντων ως βασίμων τρίτου και πέμπου λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων και των δικαστικών εξόδων του πρώτου εναγομένου του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει αυτή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.
α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, να κρατηθεί και να δικαστεί η έφεση και, κατά παραδοχή αυτής, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να δικαστεί η αγωγή της ενάγουσας-ήδη αναιρεσίβλητης κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και να υποχρεωθεί το αναιρεσείον, που συνεχίζει την δίκη ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν (με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μη αναιρούμενο μέρος) ποσό των 159625,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το διάστημα έως και τις 30.4.2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1.5.2019 και εφεξής.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β' του ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται και για το αναιρεσείον κατά το άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ του Ν. 4387/2016, όπως ισχύει (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 259/2020), σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών.
Β) Επί της από 8-6-2022 αίτησης αναίρεσης και των από 31-1-2023 πρόσθετων λόγων της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ".
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτήν απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και ως προς τους οποίους επομένως δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 932/2018, ΑΠ 110/2018, ΑΠ 47/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή της η αναιρεσείουσα παραπονείται μόνον ως προς το μέρος της απόφασης του Εφετείου, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεσή της κατά των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης και οι περιεχόμενες σ' αυτούς πλημμέλειες δεν αφορούν το πρώτο αναιρεσίβλητο, ούτε περιέχεται ως προς αυτόν άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει και του ότι δεν τίθεται ζήτημα αναγκαστικής ομοδικίας των αναιρεσιβλήτων, η κρινόμενη αίτηση, απευθυνόμενη κατ' αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση, στρεφόμενη κατά των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως. Ποια πρόσωπα είναι οι -κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με τη νομιμοποίηση των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...η ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή αφενός στράφηκε μη νομίμως αναφορικά με τις αξιώσεις της από τα επίδικα τιμολόγια κατά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ & ΘΡΑΚΗΣ" (4η Δ.Υ.Πε), η οποία δεν νομιμοποιείται παθητικά, αφετέρου δε, ναι μεν κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής την 30.3.2017 (βλ. τις υπ' αριθ. .../2017 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στα Πρωτοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Μ. Κ. οι δύο πρώτες και Μ. Π. η τρίτη), ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ήταν υπόχρεος για την ικανοποίηση των εν λόγω αξιώσεων, όμως, ενόψει του ότι, βάσει της παραγράφου 4 του άρθρου 52 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το Ν.4486/2017, μετά τις 30.6.2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α. (φορείς κοινωνικής ασφάλισης), των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον
Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α., ο οποίος, πλέον, νομιμοποιείται παθητικά στις σχετικές με τις υποχρεώσεις αυτές δίκες και, συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον οι αξιώσεις της ενάγουσας αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., δηλαδή φορέα κοινωνικής ασφάλισης, ο κλάδος υγείας του οποίου είχε ενταχθεί στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., νομιμοποιείται παθητικά ο Ε.Φ.Κ.Α. και όχι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος μετά την 1.1.2015 δεν νομιμοποιείται να παρίσταται και να συνεχίζει τις δίκες που σχετίζονται με τις μονάδες παροχής υπηρεσιών υγείας, που μεταφέρθηκαν πλέον στις ΔΥΠΕ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε τα ίδια και δέχθηκε ότι νομιμοποιείται παθητικά το εκκαλούν ΝΠΔΔ, ΕΦΚΑ στην προκειμένη υπόθεση και όχι η 4η ΔΥΠΕ και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ορθά τις ανωτέρω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και έκρινε την παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων.
Εξάλλου δεν υποστηρίζεται ούτε από την νομολογία η τεκμαιρόμενη κατά την εκκαλούσα βούληση του νομοθέτη να υπάρχει σωρευτική αναδοχή χρέους του Ι.Κ.Α. με την οποία να δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή του Ι.Κ.Α., του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., της 4ης Δ.Υ.Π.Ε. και του Ε.Φ.Κ.Α., αντιθέτως η παθητική νομιμοποίηση των ανωτέρω ΝΠΔΔ κρίνεται κατά περίπτωση κατά το ισχύον κατά το κρίσιμο χρόνο νομοθετικό πλαίσιο...
Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα της υπό στοιχείο (α) έφεσης, με το μοναδικό λόγο αυτής, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, όπως αντίστοιχα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και η εν λόγω έφεση". Με βάση τις ανωτέρω αιτιολογίες, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς το δεύτερο και το τρίτο των εναγομένων λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 97 περ. 1α του Ν. 4486/2017, και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 4578/2018, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, διότι δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.
Και τούτο διότι, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αναιρεσείουσα είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ποσού 31.439,17 ευρώ με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, από τις αναφερόμενες στην απόφαση άκυρες συμβάσεις πώλησης οστομικού υλικού στο ΙΚΑ, οι οποίες συνάφθηκαν και εκτελέστηκαν από 10-3-2005 έως 20-3-2006 και δεν είχαν εξοφληθεί μέχρι τις 30-6-2017, τόσο από το ΙΚΑ, όσο και από τον οιονεί καθολικό διάδοχό του εναγόμενο ΕΟΠΥΥ, στον οποίο μεταβιβάστηκαν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ [και παρέμειναν σε αυτόν και μετά το Ν. 4238/2014, αφού δεν μεταβιβάστηκαν στις Δ.Υ.Πε.], νομιμοποιείται παθητικά στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, μόνον το πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο (e-ΕΦΚΑ), στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές μεταφέρθηκαν και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του, χωρίς να παύσει μεταγενέστερα η νομιμοποίηση αυτού, δυνάμει του άρθρου 13 του Ν. 4578/2018, δεδομένου ότι η σχετική ρύθμιση δεν αφορά στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ και κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1α του Ν. 4486/2017, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ, αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης [πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκος Ναύτου, πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ], οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον ΕΟΠΥΥ, αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30-6-2017 προς εξόφληση στο ΕΦΚΑ, γιατί εξαιρέθηκαν ρητά, και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση από 8-6-2022 αίτηση αναίρεσης με τους από 31-1-2023 πρόσθετους λόγους αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, εκ των οποίων κατέθεσε προτάσεις το δεύτερο, σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε [άρθρα 176, 183, 19 παρ. 2 ΚΠολΔ], μειωμένα, όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 8-6-2022 αίτηση αναίρεσης με τους από 31-1-2023 πρόσθετους λόγους αυτής και την από 19-9-2022 αίτηση αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 8-6-2022 αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους αυτής της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "WERFEN ΕΛΛΑΣ ΙΑΤΡΙΚΑ ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", για αναίρεσης της υπ' αριθ. 2392/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
Δέχεται την από 19-9-2022 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" [e-ΕΦΚΑ].
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2392/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί και δικάζει την από 19-3-2021 έφεση του πρώτου εναγομένου.
Δέχεται την ως άνω έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Δέχεται την αγωγή ως προς το μέρος αυτό.
Υποχρεώνει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν [με την ως άνω υπ' αριθ. 9241/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μη αναιρούμενο μέρος] ποσό των εκατόν πενήντα εννέα χιλιάδων εξακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών [159.625,49 ευρώ], με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και με επιτόκιο έξι τοις εκατό [6%] ετησίως για το χρονικό διάστημα έως τις 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ