Legislator Case Law & Legislation
1408/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of lawyer's fee claim due to procedural error.

Case Number 1408/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the lawyer's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's dismissal of his fee claim. The lower court had rejected the claim based on the lawyer's admission of a compensatory error regarding the payment amount, but the Supreme Court found this argument procedurally inadmissible. The court ruled that the claim was never formally proposed in the trial minutes and was not raised in the appellate brief, violating procedural requirements. Consequently, the appeal was granted to remand the case for a new trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527(3) and 559(8), (14) of the Code of Civil Procedure; A claim not formally proposed in trial minutes and not raised in the appellate brief is inadmissible and must be examined by the appellate court.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility unproposed claim lawyer fee dispute appeal grounds trial minutes remand for retrial compensatory error

Cited Legislation

AI generated
Article 42(1) of Law 4194/2013
Article 46(2) of Law 4194/2013
Article 527(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1408 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1408/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Α., κατοίκου ……. που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρία με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Φωτεινής Ακριώτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 2692/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 736/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του νόμου 4194/2013, ήτοι του νέου κώδικα περί δικηγόρων που ισχύει από 29-9-2013, "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.

Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Από τη διάταξη αυτή καθίσταται σαφές ότι σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα, αμείβεται γι` αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 4194/2013 Κώδικας Δικηγόρων, που εφαρμόζεται όσον αφορά την καταγγελία της ένδικης σύμβασης, η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται, μεταξύ άλλων, με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή επί ποινή ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βουλήσεως του εντολέως περί καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή στον εντολοδόχο. (ΑΠ Ολ.45/2002, 25/2002, ΑΠ 140/2020, 908/2017, 1636/2012).

Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, της μη υπέρβασης, δηλαδή, των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Όταν η υπέρβαση των ορίων αυτών είναι προφανής, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη και, κατά συνέπεια, άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και, κατ` αναλογία, της σύμβασης παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, καθίσταται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος της μονομερούς λύσης της σύμβασης. Αυτό συμβαίνει σε περιπτώσεις, που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εντολέα, συμπεριφοράς του δικηγόρου.

Αντιθέτως, δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν, απλώς, λείπει κάποια εμφανής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, με μόνο περιορισμό τη μη άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη, ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που, ως εκ περισσού, επικαλέσθηκε γι` αυτήν ο εντολέας ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρξε εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο δικηγόρος και εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εντολέα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1420/2006).

Παρομοίως, η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς αυτού παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η με υπαιτιότητα αυτού σοβαρή διαταραχή του κλίματος εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας, που πρέπει να επικρατεί, γενικώς, στο χώρο μιας επιχείρησης και, ειδικότερα, μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου (ΑΠ 205/2018, 245/2015, 1265/2014, 1636/2012, 740/2002).

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 893/2017, 319/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2102/2014).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλονται οι ακόλουθες αιτιάσεις κατά της 736/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το ζήτημα της εγκυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη: 1) οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε την έννοια του σπουδαίου λόγου καθώς και αυτή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672 ΑΚ, 46 του ν. 4194/2013 και 281 ΑΚ, διότι απαιτείτο για την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος-αναιρεσείοντος δικηγόρου η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, ο οποίος δεν απαντάται εν προκειμένω, παραβιάζοντας έτσι τις αυτές ως άνω διατάξεις και εκ πλαγίου, με αντιφατική αιτιολογία, 2) οι από τις αυτές ως άνω διατάξεις αιτιάσεις, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή μη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής, 3) η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντες ενώπιόν του αγωγικούς ισχυρισμούς και συγκεκριμένα:

α) ότι μέτοχοι της εναγομένης, η Πρόεδρος του ΔΣ αυτής και η διευθύνουσα σύμβουλος επέδειξαν εις βάρος του αναιρεσείοντος συμπεριφορά απόλυτα απαξιωτική και περιφρονητική, επιχειρώντας να τον ταυτίσουν ως πρόσωπο, με την οικογένεια του θανόντος Β. Κ., προσωποποιώντας σε βάρος μου τις οικογενειακές και προσωπικές τους διαφορές, β) ότι η νέα διοίκηση με νέους δικηγόρους που είχε προσλάβει, τον παρέκαμψαν κατά τη σύγκληση και διενέργεια της Γενικής Συνελεύσεως της εταιρείας και έπαψαν κάθε επικοινωνία μαζί του, με αποτέλεσμα να εξαναγκασθεί σε παραίτηση από μέλος του ΔΣ της εναγομένης, που ουσιαστικά ήταν απαίτηση της τελευταίας, και γ) ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του συνείχετο με την πρόσληψη άλλων νομικών συμβούλων, πριν από την παραίτησή του, με αποτέλεσμα εσφαλμένως το Δικαστήριο να υπαγάγει στην έννοια του σπουδαίου λόγου την από 20-6-2018 παραίτησή του, ενώ ήταν αποτέλεσμα απαίτησης τρίτων μετόχων και των προαναφερθεισών ενεργειών της εναγομένης, 4) η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε την ύπαρξη σπουδαίου λόγου χωρίς απόδειξη και 5) η από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα τα δημοσιεύματα του τύπου, σύμφωνα με τα οποία επρόκειτο περί οικογενειακών διαφορών και μόνον, καθώς και περί επιλογής των πλειοψηφούντων μετόχων να αναλάβουν τη διοίκηση οι θυγατέρες τους και σημερινές νόμιμες εκπρόσωποι της εταιρείας αυτής.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 KΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: " Ο ενάγων, ο οποίος είναι δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου ………, τα τέλη Οκτωβρίου 2006 κατήρτισε ατύπως, με την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία.............σύμβαση έμμισθης εντολής, δυνάμει της οποίας η εναγομένη εταιρεία τον προσέλαβε, για να παρέχει τις υπηρεσίες του, ως δικηγόρος, με μηνιαία πάγια αντιμισθία 1.500 ευρώ......Η συμβατική αυτή σχέση των διαδίκων αποτελεί σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, αντί πάγιας αντιμισθίας επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί δικηγόρων.......Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι τον Ιούνιο 2018 ξεκίνησε κρίση, μεταξύ των μετόχων της εναγομένης.

Η διαχρονική πορεία των γεγονότων, που επισυνέβησαν έχει ως ακολούθως: Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες στον χώρο εμπορίας, επεξεργασίας και διακίνησης προϊόντων σιδήρου και χάλυβα στην Ελλάδα, ιδρύθηκε το έτος 1984 με κύριο μέτοχο τον Β. Κ., ο οποίος κατείχε το 40% των μετοχών και το υπόλοιπο 60% κατείχαν ισομερώς τα αδέλφια του Α.

και Κ. Κ.. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας, από το έτος 2000, που εισήχθη η Εταιρεία στο Χρηματιστήριο αποτελούνταν από επτά άτομα, ήτοι, από τον Β. Κ. και μετά τη συνταξιοδότησή του, από την κόρη του Ε., από τον Α. και τον Κ. Κ. και μετά τη συνταξιοδότηση των τελευταίων από τις κόρες τους Μ. και Α., αντίστοιχα, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα άτομα επέλεγε ο Β.

Κ. και κατόπιν, μετά τη συνταξιοδότησή του, η κόρη του Ε.. Πλην, όμως, η συμμετοχή των δύο αδελφών, Α. και Κ. στο Διοικητικό Συμβούλιο και άρα και στη διοίκηση της εταιρείας ήταν τυπική κι όχι ουσιαστική. Τα ως άνω αδέλφια εργάζονταν και οι δύο στο εμπόριο σίδηρου, ασχολούμενοι με τη μετακίνηση και φόρτωση των εμπορευμάτων, ενώ, για κάθε είδους οικονομικής, νομικής, δανειακής και επενδυτικής φύσεως θέματα, η συμμετοχή των δύο αδελφών ήταν ανύπαρκτη, λόγω της εμπιστοσύνης, που έδειχναν, από την ίδρυση της εταιρείας, στον αδελφό τους, Β.

Κ.. Χαρακτηριστικό, δε, ήταν, ότι σε καμία Γενική Συνέλευση ή σε πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου δεν έχει αποτυπωθεί κάποια αντίρρηση ή αντίθετη άποψη των δύο αδελφών ή οποιουδήποτε άλλου μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, αφού, για όλα, τα, διοικητικής φύσεως, θέματα αποφάσιζε ο Β. Κ.. Η δε, Ε.. Κ., κόρη του τελευταίου, από την 28-6-2002 μέχρι την 1-7-2008 διετέλεσε αναπληρώτρια διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας και την 1-7-2008 ανέλαβε, πλήρως, τη διοίκηση της τελευταίας, παράλληλα, με την ιδιότητα της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, ενεργούσα ως καταστατικό όργανο, μέχρι και την παραίτησή της από την ως άνω θέση της την 18-6-2018.

Σημειωτέον, ότι η σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, με βάση το από 24-6-2016 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, είχε ως εξής: 1) Ε.. Κ. του Β., Πρόεδρος & Διευθύνουσα Σύμβουλος, 2) Μ. Κ. του Α., εκτελεστικό μέλος, 3) Α. Κ. του Κ., εκτελεστικό μέλος, 4) Σ. Α. του Α., μη εκτελεστικό μέλος, 5) Ν. Π. του Α. (ενάγων), μη εκτελεστικό μέλος, 6) Α.

Κ. του Α., ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος και 7) Α. Α. του Ε., ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος. Λεκτέον, ότι τα μη εκτελεστικά μέλη προσφέρουν, με την αντικειμενικότητα και την εξειδίκευσή τους, στην αξιολόγηση και την εποπτεία των αποφάσεων της διοίκησης. Τα ανεξάρτητα μέλη είναι μη εκτελεστικά μέλη του ΔΣ, που ικανοποιούν ορισμένα κριτήρια ανεξαρτησίας.

Για να θεωρηθεί ένα μέλος ανεξάρτητο θα πρέπει (μεταξύ άλλων κριτηρίων) να μην έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου της επιχείρησης. Η θητεία, του ως άνω ΔΣ, ορίσθηκε τριετής, ήτοι, έως την 24-6-2019, με δυνατότητα παρατάσεως αυτής, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, εντός της οποίας πρέπει να συνέλθει η αμέσως επόμενη Τακτική Γενική Συνέλευση, (...) Τέσσερις ημέρες, πριν την υποβολή της παραίτησής της, από τα αξιώματα της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου, ήτοι, την 14-6-2018, οι Κ.

Κ. και Α. Κ., κάνοντας χρήση του σχετικού δικαιώματος τους, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 2190/1920, εκπροσωπώντας το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου και κατέχοντας το 25,966% και 24,512% αυτού, αντίστοιχα, επέδωσαν την από 13-6-2018 γνωστοποίηση - αίτηση, προς την Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, με το αίτημα, όπως το Διοικητικό Συμβούλιο εγγράφει στην ημερήσια διάταξη της Ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης την 29 Ιουνίου 2018 τα κατωτέρω πρόσθετα θέματα: 1ον) Ανάκληση των μελών του υπάρχοντας Διοικητικού Συμβουλίου και εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας τριετούς διάρκειας και κάθε άλλο συναφές θέμα και 2ον) την αντικατάσταση των μελών της επιτροπής ελέγχου και εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής Ελέγχου και κάθε άλλο συναφές θέμα, προτείνοντας το νέο Διοικητικό Συμβούλιο να αποτελείται από επτά μέλη και ειδικότερα από τους 1) Ε..

Κ., εκτελεστικό μέλος, 2) Μ. Κ. του Α., εκτελεστικό μέλος, 3) Α. Κ. του Κ., εκτελεστικό μέλος, 4) Σ. Α. του Α., μη εκτελεστικό μέλος, 5) L. G. D. P., μη εκτελεστικό μέλος, 6) Φ. Β. του Ι., μη εκτελεστικό μέλος και 7) Α. Κ. του Α., μη εκτελεστικό μέλος και αντίστοιχα, προτείνοντας ως Νέα Μέλη της Επιτροπής Ελέγχου τριετούς διάρκειας τους 1) L.

G. D. P., 2) Φ. Β. του Ι. και 3) Α. Κ. του Α., καθώς τα προτεινόμενα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 44 του ν. 4449/2017, ενώ έχρηζαν αντικατάστασης, ο ενάγων Ν. Π. - Πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου και Νομικός Σύμβουλος της εναγόμενης - και ο Α. Α., καθώς δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του επίμαχου νόμου.

Ειδικότερα, στις 24-1-2017 δημοσιεύθηκε και τέθηκε σε άμεση ισχύ ο ν. 4449/2017, σχετικά, με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, τη δημόσια εποπτεία, επί του ελεγκτικού έργου και λοιπές διατάξεις, μεταξύ των οποίων και σχετικές, με την επιτροπή ελέγχου. Ειδικότερα, το άρθρο 44, του εν λόγω νόμου, εισάγει νέες διατάξεις, για τη σύσταση, δομή και στελέχωση της επιτροπής ελέγχου και στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού ορίζονται αυξημένες αρμοδιότητες και υποχρεώσεις.

Επιπλέον, στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή, για την εποπτεία και τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 44, από τις εποπτευόμενες, από αυτήν, εταιρείες με κινητές αξίες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενώ με βάση τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του αυτού άρθρου, ως μέλη, που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων δύναται να είναι τα ανεξάρτητα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία πληρούν τις διατάξεις, περί ανεξαρτησίας του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ τ.

Α'/110). Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η ανωτέρω γνωστοποίηση - αίτηση των δύο αδελφών πραγματοποιήθηκε, διότι είχαν διαπιστωθεί σοβαρές παραλείψεις στη Διοίκηση της Εταιρείας, από την Διευθύνουσα Σύμβουλο Ε.. Κ., η οποία ήθελε να διαχειρίζεται μόνη της και με τους δικούς της συνεργάτες την εταιρεία, χωρίς την ενεργό και ουσιαστική συμμετοχή των λοιπών μετόχων.

Επίσης, είναι αναγκαίο να σημειωθεί, ότι, στη συνεδρίαση του ΔΣ της εναγόμενης (χωρίς πρόσκληση και χωρίς να έχουν ορισθεί θέματα), που έλαβε χώρα στις 20-6-2018, η Ε.. Κ. παραιτήθηκε, από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και τα μέλη Ν. Π. (εναγών), Α. Κ. και Α. Α. παραιτήθηκαν από την ιδιότητά τους αυτή. Κατόπιν τούτου, τα εναπομείναντα τρία μέλη δήλωσαν, ότι θα συνέλθουν το δυνατό συντομότερο σε Σώμα, για να προασπίσουν τα συμφέροντα της εναγόμενης εταιρείας.

Εν συνεχεία, η Γενική Συνέλευση της εναγόμενης εταιρείας προέβη στις 12-7-2018 σε εκλογή νέου ΔΣ, απαρτιζόμενη από επτά μέλη, ήτοι τους: 1) Α. Κ., 2) Μ. Κ., 3) Γ. Κ., 4) Σ. Α., 5) Κ. Β., 6) L. G. D. P. και 7) Φ. Β., η, δε, Μ. Κ. ορίσθηκε Διευθύνουσα Σύμβουλος και η Α. Κ. ως Πρόεδρος. Το θέμα αυτό της έλλειψης διοίκησης της εναγόμενης έγινε γνωστό στον εμπορικό κόσμο, υπήρξαν, δε, αρνητικά δημοσιεύματα, κλονίσθηκε η φήμη και η αξιοπιστία της εναγόμενης, ενώ θορυβήθηκαν οι πιστώτριες τράπεζες, για το μέλλον της εταιρείας, οι οποίες ζήτησαν και παραβρέθηκαν στην ως άνω Γενική Συνέλευση.

Ακολούθησαν, δε, διαπραγματεύσεις της νέας Διοίκησης με πιστώτριες τράπεζες και αναδιάρθρωση δανειακών υποχρεώσεων αυτής (εναγόμενης), προς τις τράπεζες Αlpha Βαηk, Εθνική και Πειραιώς, ενώ η Εurobank τιτλοποίησε και μεταβίβασε το συναφθέν με αυτήν δάνειο σε εταιρεία ειδικού σκοπού. Ακολούθως, αποδείχθηκε, ότι στις 7-9-2018, η νέα Διευθύνουσα Σύμβουλος της εναγομένης, Μ.

Κ., με επιστολή της, προς τον ενάγοντα του ζήτησε να απέχει από κάθε δραστηριότητα, σχετική, με την εταιρεία, για τον λόγο, ότι είχε κλονισθεί η εμπιστοσύνη, προς το πρόσωπό του, μετά την παραίτησή του και όσα επακολούθησαν. Τελικά, στις 8-11-18, η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα την από 31-10-2018 καταγγελία, της, μεταξύ τους, σύμβασης έμμισθης εντολής, ενώ ως σπουδαίους λόγους επικαλέστηκε, ότι κλονίστηκε, ανεπανόρθωτα, η σχέση εμπιστοσύνης της, προς το πρόσωπο του ενάγοντος, επικαλούμενη α) την παραίτησή του από το ΔΣ, η οποία δημιούργησε προβλήματα στην εταιρεία, σε συνδυασμό, με το γεγονός, ότι δεν απέτρεψε τα άλλα δύο μέλη του ΔΣ να παραιτηθούν, β) ότι συμμετείχε σε παρανόμως συγκληθέντα ΔΣ, γ) ότι παρατύπως ήταν μέλος του ΔΣ και ταυτόχρονα συνεργάτης της εταιρείας ως δικηγόρος, δ) ότι δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του και σε αιτήματα του οικονομικού διευθυντή και της διευθύνουσας συμβούλου της εταιρείας και ε) ότι δεν ενημέρωσε την εταιρεία, για κατάσχεση, που της επέβαλε η Ε' ΔΟΥ……., για ατομικά του χρέη.

Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, καθίσταται φανερό, ότι ο ενάγων, με την προηγούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά του προκάλεσε την απόφαση στη νεοεκλεγείσα Διοίκηση να καταγγείλει την έμμισθη εντολή της, προς αυτόν, δημιουργώντας σ' αυτήν, με την παραίτησή του από (μη εκτελεστικό) μέλος του Δ.Σ, την εδραία πεποίθηση, ότι παρέβη την υποχρέωση πίστης έναντι αυτής και διαφύλαξης των συμφερόντων της.

Ειδικότερα, ο ενάγων όφειλε ως Δικηγόρος της εναγομένης εταιρείας, λόγω του καθήκοντος της επιμέλειας, με το οποίο βαρύνεται, αλλά και ως μη εκτελεστικό μέλος (που κατά τα προαναφερθέντα προσφέρει, με την αντικειμενικότητα και την εξειδίκευσή του, στην αξιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης), να εκφράσει στο δικό του πεδίο ευθύνης (λειτουργικό δικαίωμά του) σαφή και αξιόπιστη αξιολόγηση της υφιστάμενης κατάστασης, για την αντιμετώπιση και αποτροπή της κρίσης, που προκλήθηκε, από την σύγκρουσή συμφερόντων, μεταξύ της απελθούσας και της νέας διοίκησης, ώστε να περιοριστούν οι τριβές, μεταξύ των μετόχων, αλλά και να δημιουργηθεί ένα κλίμα καλύτερης συνεργασίας και διαφάνειας.

Εντούτοις, αυτός με την παραίτησή του από το Δ.Σ, με τον τρόπο, που προαναφέρθηκε, έθεσε σε κίνδυνο τα εταιρικά συμφέροντα της εναγομένης, διότι το θέμα αυτό της έλλειψης διοίκησης της εναγόμενης, είχε ως αποτέλεσμα η εταιρεία να υποβαθμιστεί, τουλάχιστον, κατά δύο βαθμίδες από τις Τράπεζες, οι οποίες, λόγω των αρνητικών δημοσιευμάτων στον Τύπο περιόρισαν την πίστωση.

Εξαιτίας των παραπάνω, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία των διαδίκων μερών, σε τέτοιο βαθμό, ώστε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, να μην είναι επιτρεπτό να αξιωθεί από την εναγόμενη η συνέχιση της σχέσης, που κατέστη, έτσι, μη ανεκτή από αυτή, με συνέπεια την καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος, η οποία γενομένη, κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες, δηλαδή, την συνδρομή σπουδαίου λόγου, είναι έγκυρη, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας.

Πράγματι, από τα ανωτέρω εκτεθέντα περιστατικά, σε συνδυασμό και με το ότι δεν μπορεί, νομίμως, να επιδιωχθεί ο εξαναγκασμός της εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, αφού αυτό δεν έχει εφαρμογή στη σύμβαση έμμισθης εντολής, στην οποία προέχει η σχέση προσωπικής εμπιστοσύνης εντολέα και δικηγόρου, είναι πρόδηλο, ότι δεν μπορεί να αξιωθεί, από την εναγόμενη, να διατηρήσει σε ισχύ την, μεταξύ αυτής και του ενάγοντος, υφιστάμενη σύμβαση έμμισθης εντολής, αφού, από τον κλονισμό της εμπιστοσύνης, προς το πρόσωπό του, έχει σοβαρότατα διαταραχθεί η ομαλή συνεργασία τους.

Η καταγγελία αυτή, επίσης, δεν μπορεί, για τους ως άνω λόγους, να αποδοθεί σε δόλο ή ακόμη και αμέλεια της εναγομένης, αλλά συνιστά περιστατικό δυσμενούς εξέλιξης της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. το οποίο, πάντως, δεν είναι ασύνηθες σε παρόμοιου είδους σχέσεις. Και είναι μεν αληθές, ότι το κείμενο της ανωτέρω καταγγελίας περιλαμβάνει και λόγους καταγγελίας, που δεν είναι αληθείς, ο ανωτέρω, όμως, λόγος, επαρκεί, για να στηρίξει το κύρος αυτής.............

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, ότι από την πλευρά της εναγομένης δεν υπήρχε πλέον εμπιστοσύνη, προς το πρόσωπο του ενάγοντος, η ύπαρξη της οποίας αποτελεί προυπόθεση, για την παροχή υπηρεσιών, σε οποιαδήποτε θέση. Συνακόλουθα των όσων προαναφέρθηκαν, η απόφαση της νέας Διοίκησης της εναγομένης, για καταγγελία της έμμισθης εντολής του εφεσίβλητου δεν ενέχει στοιχεία εκδικότητας, ούτε κρίνεται ως καταχρηστική, όπως, αβάσιμα, διατείνεται ο ενάγων, αλλά ελήφθη, λόγω της ελλείψεως πνεύματος συνεργασίας και εκ του λόγου αυτού, κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης των μελών της νέας Διοίκησης, προς αυτόν.".

Με τις παραδοχές του αυτές, και ειδικότερα ότι: α) η συνδέουσα τον ενάγοντα με την εναγομένη σύμβαση, έχει τον χαρακτήρα της συμβάσεως έμμισθης εντολής δικηγόρου περί παροχής υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, β) η από 31-10-2018 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την εναγομένη, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 8-11-2018, περιέχουσα το λόγο της απόλυσης, είναι έγκυρη, και γ) η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική, το Εφετείο, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την υπό της εναγομένης ασκηθείσα έφεση κατά της με αρ. 2692/2020 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει αντιθέτως, κατά το κεφάλαιο αυτό, και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση.

Τα περιστατικά δε που αναφέρονται στον ως άνω λόγο αναίρεσης ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της κρίσης του και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ενόψει ότι, κατά τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη, η καταγγελία συμβάσεως έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται με καταγγελία η οποία είναι αναιτιώδης.

Άλλωστε ο εντολέας περιορίζεται να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής μόνο αν υπάρχει σπουδαίος λόγος στη μοναδική περίπτωση, κατά την οποία για το προσωπικό αυτού ισχύει κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία του προσωπικού, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, καθ' όλα αυτού τα σκέλη, με τον οποίο εκφέρονται αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταγγελίας συμβάσεως έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, η οποία είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου αναιτιώδης, σχετικά με την έννοια του "σπουδαίου λόγου", και την ύπαρξη ή μη "σπουδαίου λόγου" κατά τη θεμελίωση του εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμού περί ακυρότητος αυτής, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος.

Ακολούθως, με τις διατάξεις, ειδικότερα, της παρ. 2 του άρθρου 46 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013 - ΦΕΚ Α` 208/27.9.2013), που ισχύει από την 27.9.2013 (βλ. άρθρο 166 αυτού), ορίζεται ότι η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται, μεταξύ άλλων, με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο, ενώ με τις διατάξεις της παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση.

Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) με τέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετή υπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία.., Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα".

Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 46 του ιδίου Κώδικα "μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές, που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας". Από αυτή τη διάταξη σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε, λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.

Πρόκειται δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 του ΑΚ εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως.

Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας το μαχητό αυτό τεκμήριο να το ανατρέψει και να απαλλαγεί αν επικαλεστεί και αποδείξει, ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως, οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ.

ΑΠ 570/1986). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 256 παρ. 1δ`, 591 παρ. 1δ KΠολΔ συνάγεται ότι στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.

Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική προβολή των ισχυρισμών και αντίστοιχη καταχώρηση στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν την πλήρη (και μόνη) απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής KΠολΔ 259). Έμμεση συναγωγή της προβολής των ισχυρισμών από το περιεχόμενο είτε των μαρτυρικών καταθέσεων που επακολουθούν, είτε των προτάσεων που κατατίθενται στην έδρα, δεν επιτρέπεται (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 2101/2022, 416/2022, 641/2021, 127/2016).

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω της κατάθεσης της ένδικης έφεσης μετά την 1.1.2016, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν : 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (447/2020, 1245/2019, 105/2017, 9/2014).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 493/2020, 447/2020, 201/2017). Ακόμη, ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (Ολ ΑΠ 3/1997, 200/2013, 1933/2006).

Τέλος, κατά τον αριθμό 14 του ίδιου ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 1099/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι με καταγγελία της αναιρεσίβλητης λύθηκε η σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος δικηγόρου, στον οποίο καταβλήθηκε ελλιπής αποζημίωση, λόγω συγγνωστής πλάνης και εύλογης αμφιβολίας της πρώτης ως προς το ύψος της σχετικής αποζημιώσεως και για το λόγο αυτό απέρριψε το επικουρικό αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αμοιβής του μέχρι πλήρους αποζημιώσεως.

Από το προσκομιζόμενο όμως αντίγραφο των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, προκύπτει ότι ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός δεν έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά αυτά και συνακόλουθα δεν προτάθηκε νομίμως και δεν μπορούσε γι` αυτό να προταθεί παραδεκτά ούτε στο Εφετείο (άρθρο 527 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη ουδόλως επικαλέστηκε με το δικόγραφο της έφεσής της, όπως από το δικόγραφο αυτό προκύπτει, τη συνδρομή των, από το άρθρο 527 ΚΠολΔ, οριζομένων προϋποθέσεων, για το παραδεκτό του προβληθέντος αυτού ισχυρισμού της, δηλαδή της ένστασης συγγνωστής πλάνης και εύλογης αμφιβολίας, ούτε βέβαια στην προσβαλλομένη απόφαση περιέχονται σχετικές παραδοχές, αν ήθελε θεωρηθεί αυτός ως νέος πραγματικός ισχυρισμός της εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τα άρθρα 559 αρ 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) δεν κήρυξε απαράδεκτο και ερεύνησε τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού ως προς το προαναφερθέν κεφάλαιο της προσβαλλομένης με την αναίρεση απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου λόγου της αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφορά τις επικαλούμενες πλημμέλειες σχετικά με το ορισμένο της ως άνω ενστάσεως.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πιο πάνω κεφάλαιο αυτής, που αφορά την επιδίκαση της συμφωνημένης αμοιβής του αναιρεσείοντος μέχρι την πλήρη καταβολή της αποζημιώσεως ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 736/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ