Legislator Case Law & Legislation
1408/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank liability judgment, remanding case due to procedural errors and evidence distortion.

Case Number 1408/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding the bank's liability for the investor's loss. The court found that the First Instance Court distorted critical evidence and failed to consider relevant documents submitted by the parties. Consequently, the judgment was annulled and the case remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a claim for damages requires unlawful and causal conduct, and a trial court must not distort evidence or ignore submitted documents, necessitating the annulment of such judgments.

Keywords

AI generated
tort liability bank negligence evidence distortion annulment of judgment remand for retrial civil procedure investor loss

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1408 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1408/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παναγούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπαδημητρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8723/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3665/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/12/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 8-12-2020 (9400/1063/10-12-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 3665/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.

α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β` ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α`), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή"- και του ιδιώτη επενδυτή- ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσόμενων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του ως άνω άρθρου 8 του εν λόγω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).

Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι πέρα από τη θεμελίωση των υποχρεώσεων συμβουλευτικής καθοδήγησης και ενημέρωσης στη γενική υποχρέωση πρόνοιας που απορρέει από την καλή πίστη, καθώς επίσης και στον, κοινοτικής προέλευσης, νόμο για την προστασία του καταναλωτή, το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή απαντάται και στο κοινοτικό δίκαιο των επενδυτικών υπηρεσιών και, ειδικότερα, στο άρθρο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη.

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3606/2007, όπου εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017). Με το άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του Ν. 3606/2007 (με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η ανωτέρω κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ) και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/3-1-2018 (βλ.

άρθρο 98 τούτου), ορίζονται ότι: "1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες........ 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).

Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. 6. Οι ΑΕΠΕΥ που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: (α) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο Κεφάλαιο ΣΤ` του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού, (β) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη, (γ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή, (δ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της. ...7.... 8.... 9.... 10.... 77...... Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου "Συγκρούσεις συμφερόντων 1.Οι ΑΕΠΕΥ κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για τον εντοπισμό των συγκρούσεων συμφερόντων: (α) μεταξύ αυτών, περιλαμβανομένων των διευθυντών και υπαλλήλων τους, των συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους και κάθε προσώπου που συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την ΑΕΠΕΥ με σχέση ελέγχου και πελατών τους, ή (β) μεταξύ πελατών τους. 2.

Εάν οι οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των συγκρούσεων συμφερόντων δεν διασφαλίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό την αποφυγή διακινδύνευσης των συμφερόντων των πελατών, η ΑΕΠΕΥ γνωστοποιεί με σαφήνεια στον πελάτη τη γενική φύση της σύγκρουσης συμφερόντων και τις πηγές της σύγκρουσης συμφερόντων προτού αναλάβει την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών προς τον πελάτη. 3.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή με Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζονται για τις ΑΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα αντίστοιχα σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 3 του άρθρου 18 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ: (α) τα μέτρα που οφείλουν να λάβουν οι ΑΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα για να εντοπίζουν, να αποφεύγουν, να αντιμετωπίζουν και να γνωστοποιούν τις συγκρούσεις συμφερόντων κατά την παροχή των επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, (β) τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό των μορφών σύγκρουσης συμφερόντων, η ύπαρξη των οποίων θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για τα συμφέροντα των πελατών ή των δυνητικών πελατών της ΑΕΠΕΥ ή του πιστωτικού ιδρύματος." Με βάση τα παραπάνω, στην περίπτωση που η τράπεζα απλώς και μόνο παρέχει την υπηρεσία της εκτέλεσης εντολών πελατών της, ή της λήψης και διαβίβασης εντολών, πρέπει μόνο να προχωρήσει στον προβλεπόμενο στην παρ.5 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007 έλεγχο συμβατότητας και να ειδοποιήσει σχετικά τον πελάτη, εκτός εάν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, οπότε η τράπεζα απαλλάσσεται και από τον έλεγχο συμβατότητας.

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω νόμου υποχρεώσεων των ΑΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον καταναλωτή, ιδιώτη επενδυτή, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει, με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση, ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 619/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 2212/2014).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων, την 13.4.2010 πήγε στο κατάστημα ... της 'ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε.', στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας έχει υπεισέλθει η εναγομένη λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της πρώτης από τη δεύτερη και υπέβαλε αίτηση αγοράς τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει της οποίας αγόρασε από αυτήν (Εμπορική Τράπεζα), στη δευτερογενή αγορά, τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου, ονομαστικής αξίας 60.000 ευρώ, με επιτόκιο 5,83%, έκδοσης 7.4.2010 και λήξης την 20.4.2017, αντί του ποσού των 60.298,20 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης των δημοσίων οικονομικών και της αύξησης του δημόσιου χρέους... οι διάφοροι οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας με κίνδυνο την οικονομική κατάρρευση... Μάλιστα, την 23.4.2010, η Ελλάδα προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης, που συγκρότησαν από κοινού το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ΕΚΤ.

Στις συνόδους κορυφής στις 11 και στις 21.7 και 26.10.2011 η Ευρωζώνη κάλεσε τους ιδιώτες επενδυτές να συμβάλουν και αυτοί στην επίλυση του προβλήματος βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας εκ παραλλήλου με τους φορολογούμενους της χώρας και με συνεισφορά των δημοσιονομικά υγιών κρατών της Ευρωζώνης. Επί της αρχής αυτής της τριμερούς χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ενός κράτους μέλους της Ευρωζώνης, το οποίο αδυνατεί να προσφύγει στις αγορές για να χρηματοδοτηθεί με τρόπο βιώσιμο, υιοθετήθηκε η προσέγγιση για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους στη σύνοδο κορυφής της 26.10.2011 σε συνέχεια της δήλωσης της 21.7.2011 από τους επικεφαλής των κρατών μελών της Ευρωζώνης και την οργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει της οποίας συστάθηκε την 7.6.2011 το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), με σκοπό την εξασφάλιση της σταθερότητας στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης.

Στο πλαίσιο αναδιάταξης του ελληνικού χρέους και αντικατάστασης των ΟΕΔ με νέους τίτλους εκτός από τις χρηματοδοτικές διευκολύνσεις που απαιτείται να παρασχεθούν από Ε.Τ.Χ.Σ. ήταν ανάγκη να διαμορφωθεί το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο, προκειμένου το σχετικό εγχείρημα να ολοκληρωθεί με ασφάλεια και επιτυχία.

Στη συνέχεια με το Ν. 4050/2012 ορίσθηκαν οι κανόνες τροποποίησης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία των ομολογιούχων και με την ΠΥΣ 5/24.2.2012 ορίσθηκε η έναρξη διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και καθορισμός όρων ανταλλαγής τους με δε την από πρόσκληση του ΟΔΔΗΧ κλήθηκαν οι ομολογιούχοι για συμμετοχή στην ορισθείσα με την ως άνω ΠΥΣ διαδικασία και με την από 9.3.2012 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος βεβαιώθηκε ότι η διαδικασία τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων τερματίστηκε με την επίτευξη της προβλεπόμενης απαρτίας και ενισχυμένης πλειοψηφίας...

Έπειτα με την ΠΥΣ 10/9.3.2012 εγκρίθηκε η απόφαση των ομολογιούχων για την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων, όπως βεβαιώθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειριστή της διαδικασίας και με την υπ' αριθμ. 2/20964/0023 Α/9.3.2012 πράξη του αναπληρωτή Υπ. Οικονομικών ορίσθηκε ο τρόπος υλοποίησης της τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και έκδοσης νέων τίτλων ομολόγων και τίτλων ΑΕΠ Ελληνικού Δημοσίου.

Μεταξύ των τίτλων που ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΤΧΣ ήταν και τα ομόλογα του ενάγοντος. Ειδικότερα, κάθε παλιός ενεργός τίτλος αντικαταστάθηκε με 24 νέους τίτλους... και ειδικότερα για κάθε 1000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων, προβλέφθηκε η έκδοση 315 ευρώ νέων ομολόγων ελληνικού δημοσίου...

Οι ως άνω διατάξεις του ν. 4050/2012 αποτελούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου και άμεσης εφαρμογής, υπερισχύουν οποιασδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας και η εφαρμογή τους δεν γεννά ούτε ενεργοποιεί οποιοδήποτε συμβατικό ή εκ του νόμου δικαίωμα υπέρ του ομολογιούχου ή επενδυτή ούτε οποιαδήποτε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση σε βάρος του εκδότη ή εγγυητή τίτλων...

Κατόπιν της ανωτέρω νομοθετικής παρέμβασης, την 12-3-2012, ήτοι περί τα δύο περίπου έτη μετά την αγορά των επίδικων ομολόγων, τα ομόλογα του ενάγοντος αντικαταστάθηκαν υποχρεωτικά με άλλους τίτλους (ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου EFSF), όπως αυτοί προτάθηκαν και εν τέλει ορίστηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, μικρότερης αξίας (για κάθε 1.000 ευρώ ονομαστικής αξίας επιλέξιμου τίτλου δόθηκαν σε ανταλλαγή νέοι τίτλοι ονομαστικής αξίας 315,00 ευρώ) και μεγαλύτερης διάρκειας, με αποτέλεσμα να απομειωθεί κατά ένα μεγάλο ποσοστό η αξία τους.

Περαιτέρω... αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσήλθε μεν στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στον Πόρο, εκδηλώνοντας ο ίδιος -σε αναζήτηση τρόπου διασφάλισης των χρημάτων του- την πρόθεση να επενδύσει σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ), πλην όμως, ουδόλως εξηγήθηκαν σε αυτόν από την αρμόδια προς τούτο επιληφθείσα υπάλληλο του καταστήματος οι κίνδυνοι από μια τέτοια επένδυση, ενόψει της ήδη επικρατούσας διεθνούς οικονομικής καταστάσεως...

Η Χώρα ήταν σε κατάσταση πίεσης από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και απολύτως εξαρτώμενη από την εξωτερική χρηματοδότηση και αυτό το γεγονός διαμόρφωσε ένα εξαιρετικά υψηλό κόστος δανεισμού για αυτήν. Τα γεγονότα αυτά ήταν γνωστά στα πιστωτικά ιδρύματα της Χώρας, τα οποία -προς επένδυση, αλλά και προς υποβοήθηση της Ελληνικής Οικονομίας- είχαν, προηγουμένως και μέχρι την έναρξη της κρίσης, αγοράσει ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και, επομένως, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν προς όφελός τους να μη τα διατηρήσουν στο χαρτοφυλάκιό τους, αλλά να τα διαθέσουν προς αγορά στους ιδιώτες, προβαίνοντας στην πώλησή τους μέσω δευτερογενούς αγοράς.

Μάλιστα, όχι απλώς δεν εξήγησε η ως άνω αρμόδια υπάλληλος στον ενάγοντα τους κινδύνους από μια τέτοια επένδυση, αλλά δεν του παρείχε και τα απαιτούμενα στοιχεία εκείνα, ώστε η απόφασή του να είναι αναμφισβήτητα προϊόν της ατομικής του βούλησης και όχι αποκύημα έμμεσης υποβολής και της επιρροής άλλων, αλλά τον διαβεβαίωσε και ότι η επένδυσή του αυτή κινδύνευε μόνο σε εντελώς απρόβλεπτο γεγονός (όπως σε πόλεμο).

Περαιτέρω, δεν διαπιστώθηκε ούτε εάν ο ενάγων-επενδυτής είχε σχετική γνώση, εμπειρία και τα απαιτούμενα κεφαλαιακά αποθέματα και κυρίως η προθυμία του για διακινδύνευση του κεφαλαίου του..., ενώ -αντιθέτως- αυτός είχε προσέλθει στο ως άνω κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας με δεδηλωμένη την πρόθεση να μη διακινδυνεύσει το κεφάλαιό του, επενδύοντας σε τίτλους του ελληνικού δημοσίου, που, μέχρι τότε, για τους επενδυτές (τα Ο.Ε.Δ.) εθεωρούντο ασφαλή και επικερδής επένδυση, ζήτημα όμως για το οποίο έπρεπε να του δοθεί ακριβής ενημέρωση ενόψει της διαμορφωθείσας, ως ανωτέρω, οικονομικής καταστάσεως.

Έτσι ο ενάγων συνήψε... την από 13/4/2010 σύμβαση αγοράς τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ στο άρθρο 1Α των Γενικών Όρων Συναλλαγών... ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι '... Η σύμβαση υπογράφεται αφού ο Επενδυτής μελέτησε την Προσυμβατική Ενημέρωση Επενδυτών και με την υπογραφή της παρούσας αποδέχεται πλήρως αυτήν.

Ως Προσυμβατική Ενημέρωση Επενδυτών (Οδηγίας MiFID) ορίζεται το κείμενο που περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές και διαδικασίες της ΤΡΑΠΕΖΑΣ καθώς και πληροφορίες σχετικές με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από την ΤΡΑΠΕΖΑ και το οποία παρέχεται από την ΤΡΑΠΕΖΑ στον Επενδυτή πριν τη σύναψη της παρούσας σύμβασης.

Ο Επενδυτής δηλώνει ότι έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται η επένδυση σε κινητές αξίες καθώς και σε παράγωγα αυτών και σε οποιασδήποτε μορφής χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως αυτοί (κίνδυνοι) του παρουσιάσθηκαν και αναλύθηκαν μέσω της Προσυμβατικής Ενημέρωσης Επενδυτών και ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθει σε τυχόν ολοκληρωτική απώλεια των επενδύσεων αυτών'.

Επί τη βάσει του ανωτέρω εγγράφου και προς απόδειξη ότι η εναγόμενη Τράπεζα παρείχε την ανωτέρω ενημέρωση, προσκομίζει ένα μη συμπληρωμένο έντυπο με τίτλο 'Προσυμβατική Ενημέρωση Επενδυτών-Οδηγίας MiFID' και το οποίο περιλαμβάνει 27 άρθρα στα οποία εμπεριέχονται πληροφορίες για τις πολιτικές και διαδικασίες της Τράπεζας σχετικά με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.

Το εν λόγω έντυπο φέρει στο τέλος πεδία για υπογραφή ('τόπος, ημερομηνία', 'Υπογραφή πελάτη' και 'Για την Τράπεζα', 'Ονοματεπώνυμο Πελάτη' και 'Ονοματεπώνυμο Λειτουργού'), ενώ περιλαμβάνει πρόσθετα τη σημείωση: 'Υπογράφονται η πρώτη και τελευταία σελίδα του εντύπου'. Πλην όμως, η εναγόμενη δεν προσκόμισε υπογεγραμμένο έντυπο από τον ενάγοντα και, επομένως -ανεξαρτήτως της περί του αντιθέτου αναφοράς στο έντυπο (αίτηση) για την αγορά τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου- δεν αποδεικνύεται ότι ο Επενδυτής έλαβε γνώση του περιεχομένου του συγκεκριμένου εντύπου κατά την υπογραφή της σύμβασης την 13.4.2010, αλλά μόνο των Γενικών όρων των Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.).

Επιπλέον η Τράπεζα, πέραν της σχετικής Αίτησης Αγοράς Τίτλων, η οποία φέρει υπογραφή και στην οποία αναγράφονται το είδος του Τίτλου, η Ονομαστική Αξία, τα Τεμάχια προς αγορά, η Τιμή Διάθεσής τους και το Συνολικό Ποσό Καταβολής, δεν προσκόμισε κάποιο στοιχείο στο οποίο περιγράφεται με επαρκείς λεπτομέρειες, η φύση του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου (ΟΕΔ) και οι κίνδυνοι που αυτό ενέχει, ώστε ο πελάτης να μπορεί να λαμβάνει εμπεριστατωμένες επενδυτικές αποφάσεις.

Κατά συνέπεια, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων -επενδυτής είχε λάβει την απαιτούμενη, ειδική για τους κινδύνους που αφορούν στα ομόλογα, προσυμβατική ενημέρωση, κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 της υπ' αριθμ. 1/452/1.11.2007 Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς... Εξάλλου, στην υπ' αριθμ. 2597/31.10.2007 Πράξη Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 13 του ν. 3606/2007 και στο παράρτημα 6 προβλέπει ότι 'οι τράπεζες οφείλουν να εξακριβώνουν τις περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων και, ειδικότερα, αν είναι πιθανόν να αποκομίσουν οικονομικό κέρδος ή να αποφύγουν οικονομική ζημία σε βάρος του πελάτη από την έκβαση μιας υπηρεσίας που παρέχουν στον πελάτη τους...'.

Στην προκειμένη περίπτωση, η Εμπορική Τράπεζα... δεν του αποκάλυψε ότι προσδοκούσε όφελος από τα έξοδα αγοράς του ΟΕΔ και την πώληση των ομολόγων σε αυτόν, αφού αυτά θα αποκτούντο από τη δευτερογενή αγορά και μάλιστα, από την ίδια ως πωλήτρια, η οποία θα αποκόμιζε και όφελος από την πώληση αυτή...

Συνεπώς, προκύπτει και ότι η Τράπεζα διέθεσε το εν λόγω ομόλογο στον ενάγοντα-Επενδυτή... σε τιμή μονάδος, η οποία ήταν αρκετά υψηλότερη από την τιμή που διαπραγματευόταν το συγκεκριμένο ομόλογο στις αγορές την ημέρα εκείνη... Περαιτέρω... εκδόθηκε η 10/730/22.9.2015 απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με την οποία (μέρος των παραδοχών της οποίας γίνονται, ως ανωτέρω, δεκτές και από το Δικαστήριο, σε συνεκτίμηση με το εν γένει αποδεικτικό υλικό):... 'Την 13.4.2010 υπεγράφη ανάμεσα στην Τράπεζα και τον Επενδυτή Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών στο πλαίσιο της οποίας καταρτίστηκε συναλλαγή αγοράς ομολογιακών τίτλων εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου...

ονομαστικής αξίας € 60.000. Η Τράπεζα, πριν από την αγορά των ΟΕΔ, παρείχε στον Επενδυτή, μέσω του συγκεκριμένου εντύπου προσυμβατικής ενημέρωσης, γενική ενημέρωση αναφορικά με το χρηματοπιστωτικό μέσο, στο οποίο επρόκειτο να επενδύσει. Δεν παρείχε ωστόσο σε αυτόν αναλυτική ενημέρωση με επαρκείς λεπτομέρειες που να εξηγεί τη φύση του χρηματοπιστωτικού μέσου και τους κινδύνους που σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος χρηματοπιστωτικού μέσου (ΟΕΔ) και κυρίως αναφορικά με τον κίνδυνο απώλειας μέρους ή του συνόλου του προς επένδυση κεφαλαίου, με τρόπο ώστε ο Επενδυτής να μπορεί να λάβει εμπεριστατωμένες επενδυτικές αποφάσεις.

Κατόπιν των ανωτέρω δεν προκύπτει ο Επενδυτής να έχει λάβει προσυμβατική ενημέρωση κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ, 1 και 2 της υπ' αρ. 1/452/1.11.2007 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Επιπλέον η Τράπεζα δεν προσκόμισε κάποιο στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει η Ενημέρωση του Επενδυτή σχετικά με την κατηγοριοποίησή του...

Σημειώνεται ότι στη σύμβαση που φέρεται να έχει υπογράψει ο Επενδυτής γίνεται λόγος για τη διαδικασία της κατηγοριοποίησης και του δικαιώματος αλλαγής αυτής, ωστόσο δεν προκύπτει η κατηγορία, στην οποία ενέταξε η Τράπεζα τον εν λόγω πελάτη της... Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι η "ALPHA BANK" ως καθολική διάδοχος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, παρέβη τις διατάξεις α) του άρθρου 8 παρ., 1 και 2 της υπ' αρ. 1/452/1.11.2007 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, β) του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 της υπ' αρ. 1/452/1.11.2007 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, γ) του άρθρου 2 0 παρ. 2α σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 της υπ' αρ. 1/452/1.11.2007 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δ) του άρθρου 27 παρ. 1 του ν. 3606/2007 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 και 3 της υπ' αρ. 1/452/1.11.2007 Απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς...'.

Από δε τα παραπάνω αποδειχθέντα, συνάγεται περαιτέρω αποδεικτικώς... και ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης - ότι δηλαδή οι προστηθέντες υπάλληλοί της είχαν μόνο διαβιβαστικό ρόλο στην εντολή του ενάγοντος για αγορά τίτλων του Δημοσίου και δεν διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα πως οι συγκεκριμένες επενδύσεις αποτελούσαν σίγουρη επένδυση, με σίγουρη απόδοση και χωρίς κανένα κίνδυνο- κρίνονται απορριπτέοι ως μη αποδεδειγμένοι και αβάσιμοι, αφού, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο αγοράς τους, η διαβάθμιση των συγκεκριμένων ομολόγων κυμαίνονταν ως ΒΒΒ+ και ΒΒΒ-, που σημαίνει ότι υπό μη ομαλές οικονομικές συνθήκες, το ελληνικό κράτους θα αντιμετώπιζε πρόβλημα στην εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων και, επομένως, ουδείς εχέφρων επενδυτής που ήθελε, όπως ο ενάγων, τη διασφάλιση των χρημάτων του, δεν θα επένδυε σε αυτά, παρά μόνο εάν του παρείχετο διαβεβαίωση, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι δεν διακινδύνευε η επένδυσή του...

Περαιτέρω, κρίνεται ότι αλυσιτελώς προβάλλεται από την εναγομένη ότι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν κατά τον χρόνο αγοράς των ομολόγων (2010), οι υπάλληλοι της τράπεζας για την μετά διετία (2012) εφαρμογή του PSI, καθόσον... το εριζόμενο κατ' ουσίαν, εν προκειμένω, ζήτημα δεν ήταν ο τρόπος που εφαρμόστηκε εν τέλει η απομείωση της αξίας των ομολόγων, αλλά το εάν τέτοια απομείωση ήταν προβλεπτή, κατά το χρόνο που υπεγράφη η σύμβαση για την αγορά των τίτλων (13.4.2010) και, με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, η εξέλιξη αυτή, ως σφόδρα πιθανή, ήταν γνωστή στην εναγόμενη τράπεζα...

Επομένως, αποδεικνύεται ότι, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, της εναγομένης, ο ενάγων υπέστη ζημία από την απομείωση της αξίας των ομολόγων του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της τράπεζας, η οποία, ενώ είχε προβλέψει την περαιτέρω -στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης- επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας...

εν γνώσει της δεν παρείχε σε αυτόν αναλυτική ενημέρωση, με επαρκείς λεπτομέρειες, που να εξηγεί τη φύση του χρηματοπιστωτικού μέσου και τους κινδύνους που σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος χρηματοπιστωτικού μέσου (ΟΕΔ) και κυρίως αναφορικά με τον κίνδυνο απώλειας μέρους ή του συνόλου του προς επένδυση κεφαλαίου, με τρόπο ώστε να μπορεί να λάβει εμπεριστατωμένες επενδυτικές αποφάσεις, αλλά, αντιθέτως, για την αποφόρτιση του χαρτοφυλακίου της από ομόλογα, που είχε ρίσκο η κατοχή τους, τον διαβεβαίωναν κατά τα ανωτέρω ότι δεν διακινδύνευε η επένδυσή του, παρά μόνο σε περίπτωση πολέμου...".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, αφού δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή του, υποχρέωσε την εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτόν, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία, την οποία υπέστη ως και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, το συνολικό ποσό των 54.588 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι: α) ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, με δική του πρωτοβουλία, αγόρασε, στις 13-4-2010, στη δευτερογενή αγορά, από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος - στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας, υπεισήλθε η εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα - τίτλους ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, ονομαστικής αξίας 60.000 ευρώ, αντί του ποσού των 60.298,20 ευρώ.

β) λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης των δημόσιων οικονομικών και της αύξησης του δημόσιου χρέους, από το έτος 2009, στα πλαίσια αναδιάταξης του ελληνικού χρέους, έλαβε χώρα το "κούρεμα" των ομολόγων, δυνάμει διατάξεων, που θεσπίστηκαν με το ν. 4050/2012, με συνέπεια, στις 12-3-2012, τα ομόλογα του ενάγοντος αντικαταστάθηκαν υποχρεωτικά με άλλους τίτλους, μικρότερης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας, με αποτέλεσμα να απομειωθεί κατά ένα μεγάλο ποσοστό η αξία τους.

γ) Η εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα δεν παρείχε στον ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο, πριν από την αγορά των ομολόγων, προσυμβατική ενημέρωση σχετικά με τη φύση του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου και τους κινδύνους που σχετίζονται με αυτό καθώς και ότι προσδοκούσε κέρδος από τα έξοδα αγοράς των ομολόγων και την πώληση τούτων σε αυτόν από τη δευτερογενή αγορά ούτε προέβη σε έλεγχο συμβατότητας και στη διαδικασία της κατηγοριοποίησής του, ενώ οι ενημερώσεις της δεν ήταν ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές, δεδομένου ότι δεν περιελάμβαναν το στοιχείο της τρέχουσας αποτίμησης του χρηματοπιστωτικού μέσου, που αυτός (ενάγων) κατείχε.

δ) Η εναγομένη, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα για τη μη διακινδύνευση των ομολόγων, παρότι, κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως, η απομείωση της αξίας τους ήταν σφόδρα πιθανή. Και, ε) λόγω της προπεριγραφόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, ο ενάγων υπέστη ζημία από την απομείωση της αξίας των ομολόγων του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία, ενώ είχε προβλέψει, στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, την επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εν γνώσει της δεν παρείχε σε αυτόν αναλυτική ενημέρωση, με επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τη φύση του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου και τους κινδύνους που σχετίζονταν με αυτό και κυρίως για τον κίνδυνο απώλειας μέρους ή και του συνόλου του προς επένδυση κεφαλαίου, κατά τρόπο, ώστε να λάβει τις δέουσες επενδυτικές αποφάσεις.

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς, αντιφατικές και με συλλογιστικά άλματα αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με το κρίσιμο, εν προκειμένω, ζήτημα της συνδρομής ή μη υπαιτιότητας της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας και, εντεύθεν, σχετικά με την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο, παραβιάζοντας εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο, παρότι δέχεται ότι ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος προσήλθε, αυτοβούλως, στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και αιτήθηκε την αγορά των επίμαχων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς την παρότρυνση, τη σύσταση ή τη συμβουλή των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας, αίτημα, το οποίο ικανοποίησαν, με την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, παρέλειψε να προβεί στο χαρακτηρισμό αυτής, ήτοι, αν, μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε γραπτώς ή προφορικώς σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου, κατ' άρθρο 25 παρ. 2 του ν. 3606/2007, οπότε η τράπεζα όφειλε να προχωρήσει στον προβλεπόμενο κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου έλεγχο καταλληλότητας του ενάγοντος-επενδυτή καθώς και στον έλεγχο συμβατότητας τούτου ή πρόκειται για σύμβαση εκτέλεσης εντολών του και οι παρασχεθείσες τραπεζικές υπηρεσίες συνίσταντο, αποκλειστικά, στην εκτέλεση των εντολών αυτών, χωρίς να προηγηθεί παρότρυνσή του από τους υπαλλήλους της τράπεζας ή εκ μέρους τους υποβολή της επενδυτικής του βούλησης, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θεμελιώνεται νόμιμος λόγος απαλλαγής των προστηθέντων της τράπεζας υπαλλήλων από τις ως άνω υποχρεώσεις, κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 25 του ν. 3606/2007, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Περαιτέρω, ενώ, στην προσβαλλόμενη απόφαση, παρατίθεται ότι με ρητό όρο της ένδικης σύμβασης ορίζεται ότι ο επενδυτής (ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος) έλαβε γνώση του εντύπου της Προσυμβατικής Ενημέρωσης Επενδυτών - στο κείμενο της οποίας περιέχονται πληροφορίες σχετικές με την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών της εναγομένης και δήλωση του ενάγοντος ότι έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται η επένδυση σε κινητές αξίες - και ότι δηλώνει ότι αποδέχεται το περιεχόμενό του, υπογράφοντας την ως άνω σύμβαση, εν τούτοις, στη συνέχεια, όλως αντιφατικώς προς τις αμέσως προηγούμενες παραδοχές του, το Εφετείο δέχεται ότι το έντυπο αυτό (Προσυμβατική Ενημέρωση Επενδυτών) δεν φέρει τις υπογραφές των συμβληθέντων μερών στα αντίστοιχα πεδία, που έχουν τεθεί στην κατακλείδα του κειμένου και, εντεύθεν, ο ενάγων δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου του, ενώ, ακολούθως, διαλαμβάνεται ότι η τράπεζα, πριν από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, παρέσχε στον ενάγοντα, μέσω του συγκεκριμένου εντύπου της προσυμβατικής ενημέρωσης, γενική ενημέρωση αναφορικά με το χρηματοπιστωτικό μέσο, στο οποίο επρόκειτο να επενδύσει, η οποία, όμως, δεν ήταν επαρκής, σχετικά με τη φύση τούτου και τους κινδύνους που σχετίζονται με αυτό.

Περαιτέρω, αναφορικά με την αποδιδόμενη στην εναγομένη υπαιτιότητα, η προσβαλλόμενη διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το αν: ι) υπήρχε οποιασδήποτε μορφής σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της εναγομένης τράπεζας και του ενάγοντος και ιι) η εναγομένη, με βάση τα κριτήρια του μέσου συνετού τραπεζικού ιδρύματος, που παρακολουθεί τις κινήσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας σε ΒΒΒ+ και τη διαβάθμιση των συγκεκριμένων ομολόγων ως ΒΒΒ+ και ΒΒΒ-, δηλαδή ομόλογα με σταθερή και επαρκή πιστοληπτική σταθερότητα, όφειλε ή μπορούσε να προβλέψει τη μεταγενέστερη νομοθετική παρέμβαση στην αγορά των Ο.Ε.Δ., με την ψήφιση του ν. 4050/2012, την αντικατάσταση αυτών και την απομείωση της αξίας τους καθώς και την εν γένει ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, με την εντεύθεν δυσμενή εξέλιξη της επένδυσης του ενάγοντος, καθώς και αν διέθετε, κατά το χρόνο αγοράς των επίδικων ομολόγων, κάποιου είδους προνομιακής πληροφόρησης, σχετικά με το ενδεχόμενο μη βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, την εφαρμογή του PSI και την περικοπή των ομολόγων, που έλαβαν χώρα δύο περίπου έτη μετά την επίδικη συναλλαγή, αφού δεν ήταν απόρροια κάποιας συμπεριφοράς αυτής, αλλά αποτέλεσμα της εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4050/2012 και των βάσει αυτών κυβερνητικών πράξεων περί ανταλλαγής συγκεκριμένων ομολογιακών τίτλων, με σκοπό την ισόποση απομείωση του δημοσιονομικού χρέους του ελληνικού κράτους και με δεδομένο ότι η συμμετοχή της εναγομένης τράπεζας στη διαδικασία του PSI και η διαδικασία αντικατάστασης των επιλέξιμων τίτλων ήταν αναγκαστική.

Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 914 του Α.Κ., όπως και η ομοίου περιεχομένου τέταρτος λόγος αυτής κρίνονται βάσιμοι.

Μετά την παραδοχή της βασιμότητας των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει, πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα και των λοιπών λόγων και, εντεύθεν, η έρευνα των δι' αυτών αποδιδόμενων πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης, παρότι το Εφετείο αφενός μεν προέβη στην παραμόρφωση του κρίσιμου αποδεικτικού εγγράφου "Προσυμβατική Ενημέρωση Επενδυτών Οδηγίας MiFID", υπό την έννοια της προσθήκης λέξεων και ενδείξεων, που δεν περιλαμβάνονται στον κείμενό του, αφετέρου δε, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη το νομίμως υπό της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας προσκομισθέν από 13-4-2010 έγγραφο κατηγοριοποίησης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 3665/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στο οποίο δεν θα μετέχει ο Δικαστής, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ