Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to specify factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a personality rights infringement claim. The appellant argued procedural errors and excessive damages, but the court found the appeal grounds vague and lacking specific factual assertions. Consequently, the appeal was dismissed as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 559(8)(b), 559(19), 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague, fail to cite specific factual errors, or merely deny the lower court's findings without establishing a distinct legal issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1408 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1408/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " Τ. Ε." που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεμιστοκλή Μερσίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "Σ. Ε. Π. Τ. Τ. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Δούναβη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 14-9-2009 πρόσθετη παρέμβασή του, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1027/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας και κύριας παρέμβασης του ήδη αναιρεσίβλητου, η 6062/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 1.2.2019 [Γ.Α.Κ. 1348 / 104 / 8.2.2019 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Τ. Τ. Ε. Α.Ε."., που νομίμως εκπροσωπείται. Με αυτή, προσβάλλεται η 6062/2018 οριστική απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 6.12.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων (i).- από 7.12.2016 του εκκαλούντος - ήδη αναιρεσίβλητου σωματείου υπό την επωνυμία "Σ.
Ε. Π. Τ. Τ. Ε.", που νομίμως εκπροσωπείται και (ii).- από 28.2.2017 της εκκαλούσας - ήδη αναιρεσείουσας. Εκκαλούμενη ήταν η 1027/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 10.3.2014, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 31.1.2008 αγωγής του ενάγοντος - ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας.
Αφορά δε, η αγωγή απαιτήσεις του ενάγοντος έναντι της εναγομένης από παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας (φήμης) του ενάγοντος. Με την 1027/2014 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Με την 6062/2018 απόφαση του εφετείου, οι αντίθετες εφέσεις, αφού συνεκδικάσθηκαν, έγιναν τυπικά δεκτές και, στη συνέχεια, η από 28.2.2017 έφεση απορρίφθηκε στην ουσία, ενώ η από 7.12.2016 έφεση έγινε δεκτή και στην ουσία, εξαφανίσθηκε, στο σύνολο, η 1027/2014 πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και εν τέλει η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 8.2.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 6.12.2018 -ημερομηνία δημοσιεύσεως της 6062/2018 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της? επίσης, εκδικασθείσης, όπως παραπάνω, της υποθέσεως, στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς διαδικασίας κατά την τακτική διαδικασία, έχει κατατεθεί για την υπό κρίση αναίρεση το οικείο παράβολο.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
(Ι).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998). Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. 3/2020).
Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών? δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ως άνω, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ] δηλ.
η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 1/2016). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ]? ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 255/2010). "Πράγμα" δεν αποτελεί (και) η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 261/2016).
Για το παραδεκτό (ορισμένο) αυτού του λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνεται (και) προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 194/1998). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοιος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΑΠ ολ. 1/2019, ΑΠ ολ. 2/2001, ΑΠ ολ. 12/2000).
Ειδικότερα, ως απαράδεκτο νοείται εκείνο, που απορρέει από αθέτηση δικονομικής διατάξεως, δηλ. δικονομικής ενέργειας, η οποία στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της και όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, που ελέγχεται αναιρετικώς από τον λόγο του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 450/2013). Η νομιμοποίηση των διαδίκων [άρθρο 216 παρ.1 περ. (α) ΚΠολΔ] είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Καθορίζεται δε, η έννομη σχέση, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενο και τους φορείς της, από το ουσιαστικό δίκαιο? δηλ. εκείνος, που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται ενεργητικώς ή παθητικώς, ως ενάγων ή εναγόμενος, αντιστοίχως. Έτσι, η νομιμοποίηση αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας (ΑΠ ολ. 25/2008, ΑΠ ολ. 18/2005).
Για τον έλεγχο της νομιμοποιήσεως, το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους ισχυρισμούς, που εμπεριέχονται στο δικόγραφο της αγωγής. Αρκεί μόνο ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο ίδιος είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος είναι ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσεως, που φέρονται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή είναι ανομιμοποίητη και απορρίπτεται, ως απαράδεκτη (ΑΠ 656/2019). Ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως, σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή, επίσης, απορρίπτεται, ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2008).
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών περιστατικών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν με επίκληση και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ].
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή (γ).- παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Έτσι, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας (i).- στην περίπτωση (α), έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, που δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα, όπως καθορίζονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, όμως, δεν επιτρέπεται η χρήση του, στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 11/2012), (ii).- στην περίπτωση (β), έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και (iii).- στην περίπτωση (γ), παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και στις τρεις περιπτώσεις, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται εκτός των άλλων, και τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα κατά τέτοιο τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους (Ολ. ΑΠ 8/2016). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.
στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 115/2011). Για να είναι παραδεκτός (ορισμένος) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019). (
ΙΙ).- Ο ν. 1264/1982 (ΦΕΚ Α. 79) "για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 4808/2021, ορίζει: Στο άρθρο 1 παρ.1 ότι ο νόμος αυτός (1264/1982) κατοχυρώνει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και ρυθμίζει την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και δράση των συνδικαλιστικών οργανώσεών τους? για την εφαρμογή του δε, εργαζόμενοι είναι όσοι απασχολούνται με σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (μισθωτοί), στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο ή ν.π.δ.δ.
ή ο.τ.α. Στο άρθρο 1 παρ.2 εδ. (α)/(αα) ότι τα σωματεία είναι πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Στο άρθρο 7 παρ. 1 ότι κάθε εργαζόμενος, που έχει συμπληρώσει ένα δίμηνο μέσα στον τελευταίο χρόνο στην επιχείρηση ή στην εκμετάλλευση ή στον κλάδο απασχόλησής του, έχει δικαίωμα να γίνει μέλος μιας οργάνωσης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και μιας του επαγγελματικού κλάδου απασχόλησής του, εφ' όσον έχει τις νόμιμες προϋποθέσεις των καταστατικών τους.
Στο άρθρο 16 παρ.4 ότι ο εργοδότης ή ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός του έχει την υποχρέωση να συναντάται με τους εκπροσώπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων μετά αίτησή τους τουλάχιστον μια φορά τον μήνα και να μεριμνά για την επίλυση των θεμάτων, που απασχολούν τους εργαζομένους ή την οργάνωσή τους. Οι προηγούμενες διατάξεις είναι ουσιαστικού δικαίου και η ευθεία παραβίασή τους στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (ΑΠ 1121/1988).
Εξ άλλου, για την ύπαρξη αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, απαιτείται: α.- Έννομο αγαθό, που προσβλήθηκε και ο φορέας του ("αμέσως ζημιωθείς"), που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του ιδρυτικού της ευθύνης κανόνα δικαίου. β.- Παράνομη συμπεριφορά (θετική πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που προκάλεσε την προσβολή - ζημία.
Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η προσβολή ορισμένου δικαιώματος άλλου ή απλώς συμφέροντός του, προστατευομένου από τον κανόνα δικαίου, που παραβιάζεται (ΑΠ 5/2001, ΑΠ 87/2000). γ.- Υπαιτιότητα αυτού, που έχει προσβάλλει. δ.- Πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια (σύνδεσμος) ζημίας (περιουσιακής απώλειας) και του ζημιογόνου γεγονότος (ΑΠ 656/2019).
Το δικαίωμα της προσωπικότητας, ως πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του ατόμου και είναι με αυτό (άτομο) αναπόσπαστα συνδεδεμένα [άρθρο 2 παρ.1 Συντάγματος], προστατεύεται, σε περίπτωση προσβολής, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει να είναι παράνομη, να γίνεται δηλ. όταν είτε δεν υπάρχει δικαίωμα είτε ασκείται δικαίωμα καταχρηστικώς [άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντάγματος].
Προστατευόμενο αγαθό από την προσωπικότητα είναι και η τιμή, κυρίως, ως κοινωνικό αγαθό, κάθε ατόμου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση απέναντί του των άλλων [άρθρο 5 παρ.2 Συντάγματος] και η πίστη ή η φήμη, η οποία αναγνωρίζεται σε νομικό πρόσωπο. Την προσβολή της πίστεως ή της φήμης, το νομικό πρόσωπο πρέπει να αποδείξει, εφ' όσον η ηθική βλάβη σε νομικό πρόσωπο δεν αναφέρεται, όπως στο φυσικό πρόσωπο, σε ενδιάθετο αίσθημα, που ανάγεται στον εσωτερικό κόσμο και κρίνεται με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, χωρίς αποδείξεις, αλλά αναφέρεται σε συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση.
Αξιώσεις από την προσβολή της προσωπικότητας είναι (και) η άρση της προσβολής, εφ' όσον η προσβολή ευρίσκεται σε ενέργεια, η παράλειψη για το μέλλον, που προϋποθέτει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής στο μέλλον ή αποζημίωση προς αποκατάσταση ηθικής βλάβης. Η ευθύνη του προσβάλλοντος είναι αντικειμενική, ως προς την αξίωση για την άρση και παράλειψη στο μέλλον της προσβολής [άρθρο 57 παρ.1 ΑΚ], ενώ για την αξίωση αποζημιώσεως προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, συνισταμένη, η τελευταία, σωρευτικά ή χωριστά, σε πληρωμή εύλογου χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, απαιτείται και το στοιχείο της υπαιτιότητας [άρθρα 57 παρ.2, 59, 914, 297, 330, 299, 926, 927, 922 ΑΚ]? δηλ.
οι όροι αυτής της παροχής εξομοιώνονται με εκείνους, ως άνω, της αποζημιώσεως. Για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό λαμβάνονται υπ' όψη και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, όπως είναι και το είδος της προσβολής και η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων μερών (ΑΠ ολ. 13/1999, ΑΠ 1445/2003). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το "εύλογο" του ποσού, το οποίο επιδικάζεται, πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ως γενικής νομικής αρχής και δη, αυξημένης τυπικής ισχύος, που εκφράζει τη γενικότερη ελευθερία του ατόμου και έχει την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντισταθμίσεως προσφοράς και οφέλους [άρθρα 2 παρ.1, 25 παρ.1 εδ.
τελευταίο Συντάγματος] ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας [άρθρα 932, 59 ΑΚ]? δηλ. η κρίση του πρέπει (i).- να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό ώστε να μην υπερβαίνει τα όρια, που διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και (ii).- να μην υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί και μέσο ελέγχου της κρίσεώς του, χωρίς να υπάγεται στην εκτεθείσα έννοια της αναλογικότητας.
Έτσι, η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας της αρχής της αναλογικότητας [άρθρα 2 παρ.1, 25 παρ.1 εδ. τελευταίο Συντάγματος], αλλά και η υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας [άρθρα 932, 59 ΑΚ], ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 ή 19 ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. πλ. 9/2015).
Περαιτέρω, το άρθρο 4 παρ.1 Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Η ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών έχει την έννοια ότι ο νομοθέτης -ο κοινός, δηλ.
ο νομοθέτης κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας ή ο κανονιστικός, δηλ. η κατ' εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση- δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η ύπαρξη (συνδρομή) των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, με περιεχόμενο αντίθετο προς το Σύνταγμα (ΑΠ 957/2018, ΣτΕ 2252/2017).
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, έχει εφαρμογή επί κάθε παροχής από ενοχική σύμβαση και απαγορεύει μόνο την άνιση μεταχείριση. Έτσι, ο εργοδότης υποχρεούται εξ επόψεως παροχών να μεταχειρίζεται ομοιομόρφως τους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου και του τρόπου προσλήψεώς τους, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ορισμένου ή ορισμένων εργαζομένων, έναντι των λοιπών εργαζομένων, από ειδικό και σοβαρό, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγο (ΑΠ ολ. 348/1985).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 6062/2018 απόφαση του εφετείου έσφαλε, που δεν απέρριψε την από 31.1.2008 ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, όπως η εναγομένη - ήδη αναιρεσείουσα είχε προτείνει πρωτοδίκως και κατ' έφεση.
Τούτο διότι το ενάγον - ήδη αναιρεσίβλητο "δεν έχει τον χαρακτήρα επιχειρησιακού σωματείου", κατά τα άρθρα 7 και 1 παρ.1 του ν. 1264/1982, έτσι δεν αντλεί από τον συγκεκριμένο ν. 1264/1982 δικαιώματα. "Άλλως, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η 6062/2018 απόφαση του εφετείου στερείται νομίμου βάσεως, στον βαθμό, που εδράζεται για την διαπίστωση της δήθεν παρανόμου συμπεριφοράς της Τ.
Ε. στο ν. 1264/1982" (σελ. 3 της αιτήσεως αναιρέσεως). Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο "εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε την αρχή της ίσης μεταχείρισης ως προς παροχή [άρθρο 288 ΑΚ], ήτοι όσον αφορά τη σύναψη συλλογικών συμφωνιών (μη κανονιστικού) ενοχικού τύπου μεταξύ της Τράπεζας (ήδη αναιρεσείουσας) και της αντιπροσωπευτικότερης συνδικαλιστικής οργάνωσης της επιχείρησης (ήδη αναιρεσίβλητου), βασίσθηκε σε μη εφαρμοστέες εν προκειμένω ρυθμίσεις, άλλως δεν εφήρμοσε ορθώς τις οικείες διατάξεις και γι' αυτό έσφαλε και πρέπει να ανατραπεί η προσβαλλόμενη 6062/2018 απόφασή του".
Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 γ' ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 6062/2018 απόφασή του "δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αντιθέτως, έκανε δεκτές αποδείξεις, που θα έπρεπε να απορρίψει, ως απαράδεκτες διότι αφορούσαν άλλο χρονικό διάστημα από το κρίσιμο για τη συναγωγή δικανικής κρίσης" (σελ. 10 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 6062/2018 απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου τα άρθρα 914, 57, 59, 932 ΑΚ, εφ' όσον διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο π έ μ π τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο παραβίασε ευθέως "την αρχή της αναλογικότητας και τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας", ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως? έτσι, δέχθηκε την αγωγή μερικώς στην ουσία και επιδίκασε στο αναιρεσίβλητο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το "υπερβολικό" ποσό των 20.000 ευρώ.
Κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι -όπως επικαλείται και το αναιρεσίβλητο, με τις από 14.9.2020 έγγραφες προτάσεις του [άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ]- και, ειδικότερα:
-Ο πρώτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ αναφέρεται σε απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο, όμως, οι διατάξεις των άρθρων 7 και 1 παρ.1 ν. 1264/1982, που η αναιρεσείουσα επικαλείται, είναι ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, η αναιρεσείουσα - εναγομένη δεν αναφέρει ότι στο δικόγραφο της από 31.1.2008 ένδικης αγωγής δεν γίνεται επίκληση των κατά νόμο στοιχείων νομιμοποιήσεως των διαδίκων (ενάγοντος και εναγομένης).
Αν ο ίδιος λόγος εκτιμηθεί ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, δηλ. για ευθεία παραβίαση των άρθρων 7 και 1 παρ.1 ν. 1264/1982, είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος διότι στο έγγραφο της αναιρέσεως δεν εκτίθενται όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της 6062/2018 αποφάσεως, σχετικές με τις προηγούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ως άνω η αναιρεσείουσα επικαλείται, αντίθετα, γίνεται μνεία μόνο αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας.
Αν ο ίδιος λόγος, πάλιν, εκτιμηθεί, ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, δηλ. ότι η 6062/2018 απόφαση "στερείται νομίμου βάσεως στον βαθμό, που εδράζεται για τη διαπίστωση της δήθεν παρανόμου συμπεριφοράς της Τ. Ε. (αναιρεσείουσας) στο ν. 1264/1982", όπως η αναιρεσείουσα, κατά τα παραπάνω, επικαλείται, είναι, επίσης, αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος διότι στο έγγραφο της αναιρέσεως δεν αναφέρεται συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, ως προς την παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας στο ν. 1264/1982.
Επίσης, δεν εκτίθεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά, κατά τούτο, από το εφετείο στην 6062/2018 απόφασή του, αλλά γίνεται μόνο μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, όπως η αναιρεσείουσα επιλέγει.
-Ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ως αόριστος διότι δεν εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της 6062/2018 αποφάσεως, αλλά γίνεται μνεία, μόνο, αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας, στις οποίες γίνεται λόγος για την αρχή της ισότητας και όχι για την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
-Ο τρίτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι πέραν της αριθμητικής αναφοράς του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως παραπάνω, δεν προσάπτεται συγκεκριμένη σχετική πλημμέλεια κατά τα εκτεθέντα στην (Ι) μείζονα σκέψη (ΑΠ 11/2012). Αν ο ίδιος λόγος εκτιμηθεί, ως λόγος του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ, δηλ.
ότι το εφετείο στην 6062/2018 απόφασή του "δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", όπως η αναιρεσείουσα κατά τα παραπάνω επικαλείται, είναι, επίσης, απαράδεκτος, ως αόριστος. Τούτο διότι δεν προσδιορίζεται "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια στην (Ι) μείζονα σκέψη, δηλ.
νόμιμος, λυσιτελής, αυτοτελής ισχυρισμός. Αντίθετα, όσα η αναιρεσείουσα επικαλείται στον λόγο αυτό, αποτελούν απλή άρνηση της από 31.1.2008 ένδικης αγωγής. Η άρνηση, όμως, δεν αποτελεί "πράγμα" για τη δημιουργία του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ. Όσα περαιτέρω αναφέρονται στον ίδιο λόγο, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του εφετείου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ] -Ο τέταρτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 914, 57, 59, 932 ΑΚ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της 6062/2018 αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας (εφετείου), σχετικές με τις προηγούμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου? αντίθετα γίνεται μνεία, κατά την επιλογή της αναιρεσείουσας, αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών (σελίδες 17, 18 της αιτήσεως αναιρέσεως).
-Ο πέμπτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση από το εφετείο "της αρχής της αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας", ως προς την επιδίκαση του ποσού των 20.000 ευρώ για εύλογη χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι δεν εκτίθενται καθόλου οι κρίσιμες - σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της 6062/2018 αποφάσεως του εφετείου.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 1.2.2019 αίτηση για αναίρεση της 6062/2018 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείου [άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ].
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.2.2019 αίτηση για αναίρεση της 6062/2018 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), στο σύνολό της. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ