Legislator Case Law & Legislation
1408/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's refusal to award default interest due to lack of legal error.

Case Number 1408/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding default interest calculations. The appellant argued that the lower court failed to apply Article 342 of the Civil Code, yet the appellate court correctly found no legal error in its reasoning. The court ruled that the lower court properly established the facts showing the appellant was in default without valid justification for the delay.

Legislator headnote

AI generated

Articles 342 and 559 of the Civil Code; The appellate court's refusal to award default interest does not constitute a violation of substantive law if the lower court correctly identified the facts and applied the relevant legal provisions without error.

Keywords

AI generated
default interest appellate review Civil Code violation legal error contractual delay

Cited Legislation

AI generated
Article 342 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
OLAP 27/1998
OLAP 28/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1408 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1408/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Γεώργιο Γκουζούλη και 2) Εμμανουέλα - Νικολέττα Παπαδοχατζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6225/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1163/2017 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Όσον αφορά τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών, οπότε ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004).

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 245/2018, ΑΠ 533/2008). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή" ενώ κατά το άρθρο 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.

Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη", η δε διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του πρέπει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης. Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια (ΑΠ 754/2017).

Την έλλειψη της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του πρέπει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της υπερημερίας, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή, με την ένσταση, ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 1980/2008).

ΙΙ. Εν προκειμένω το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Τον Οκτώβριο του έτους 2005 η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα προκήρυξε τον υπ’ αρ. ...2005 Ανοικτό Διεθνή Διαγωνισμό με τίτλο "Προμήθεια Εξοπλισμού για την Αυτοματοποίηση Ταχυδρομικών Καταστημάτων" για την προμήθεια, εγκατάσταση και υπηρεσίες κατάρτισης, υποστήριξης και συντήρησης εξοπλισμού πληροφορικής για την υποστήριξη των λειτουργιών της αναθέτουσας αρχής.

Στο διαγωνισμό αυτό έλαβε μέρος και η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της πληροφορικής, υποβάλλοντας την από 20-12-2005 προσφορά, η οποία κρίθηκε ως η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη, με αποτέλεσμα να κατακυρωθεί υπέρ αυτής ο διαγωνισμός. Ακολούθως, συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας, ως αναδόχου και της εναγομένης, ως αναθέτουσας αρχής, η από 14-9-2006 σύμβαση ...2005, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υλοποίηση του πιο πάνω έργου και ειδικότερα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει την εναγομένη με τον αναφερθέντα στην εν λόγω σύμβαση εξοπλισμό και λογισμικό, να εγκαταστήσει και θέσει σε πλήρη λειτουργία τον προσφερόμενο εξοπλισμό και λογισμικό, καθώς και να παράσχει στην εναγομένη υπηρεσίες κατάρτισης χρηστών, συντήρησης και υποστήριξης στη χρήση των υπό προμήθεια συστημάτων.

Το συνολικό συμβατικό τίμημα για τη εκτέλεση του άνω έργου ορίστηκε στο ποσό των 9.008.475 € πλέον ΦΠΑ 19%, ήτοι στο συνολικό ποσό των 10.720.085,25 €. Από το ποσό αυτό, το ποσό των 25.393,59 πλέον ΦΠΑ 19%, ήτοι το ποσό των 30.218,37 € αποτελούσε το συμφωνηθέν τίμημα για τις υπηρεσίες εκπαίδευσης. Η πληρωμή του συνολικού συμβατικού τιμήματος στην ενάγουσα, συμφωνήθηκε να γίνει ως εξής:

α) ποσοστό 20% του συνολικού συμβατικού τιμήματος (πλην αυτού των υπηρεσιών εκπαίδευσης) χωρίς Φ.Π.Α θα καταβαλλόταν, ως προκαταβολή, εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη ισχύος της σύμβασης, β) ποσοστό 85% του συνολικού συμβατικού τιμήματος (πλην αυτού των υπηρεσιών εκπαίδευσης) με Φ.Π.Α και το σύνολο του τιμήματος των υπηρεσιών εκπαίδευσης με Φ.Π.Α θα καταβαλλόταν εντός τριάντα (30) ημερών από την προσωρινή παραλαβή του έργου.

Από το ποσό αυτό θα αφαιρούνταν η προκαταβολή, ύψους 20% του συνολικού τιμήματος και οι αναλογούντες σ’ αυτήν τόκοι και γ) το υπόλοιπο ποσοστό 15% του συνολικού συμβατικού τιμήματος (πλην αυτού των υπηρεσιών εκπαίδευσης) με Φ.Π.Α θα καταβαλλόταν εντός τριάντα (30) ημερών από την οριστική παραλαβή του έργου.

Ως χρόνος προσωρινής παραλαβής του έργου συμφωνήθηκε να λογίζεται ο χρόνος σύνταξης του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής, ενώ ως χρόνος οριστικής παραλαβής του έργου συμφωνήθηκε να λογίζεται ο χρόνος σύνταξης του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής. Η ως άνω σύμβαση ενεργοποιήθηκε στις 6-11-2006. Στις 20-12-2006 η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό της συμφωνηθείσας προκαταβολής, ήτοι αυτό των [(9.008.475 € -25.393,59 €) Χ 20% =] 1.796.616,28 €.

Ακολούθως, η ενάγουσα εκτέλεσε το συμφωνηθέν έργο και εξέδωσε όλα τα τιμολόγια πώλησης, που αφορούσαν τον εξοπλισμό και το λογισμικό, με το οποίο προμήθευσε την εναγομένη, καθώς και όλα τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, που αφορούσαν τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες, τις οποίες παρείχε στην εναγομένη. Στις 30-11-2007 η εναγομένη προέβη στην προσωρινή παραλαβή του έργου, συνταχθέντος προς τούτο του από 30-11-2007 πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την ένδικη σύμβαση και το σχετικό περί της καταβολής του τιμήματος όρο αυτής (άρθρο 12), η εναγομένη όφειλε εντός τριάντα (30) ημερών από τη σύνταξη του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής, ήτοι μέχρι και την 30-12-2007, να καταβάλει στην ενάγουσα το 85% του συνολικού συμβατικού τιμήματος (εκτός αυτού για τις υπηρεσίες εκπαίδευσης) πλέον ΦΠΑ 19%, ήτοι το ποσό των [(9.008.475 € -25.393,59 €) + 19% ΦΠΑ] Χ 85% =] 9.086.386,85 €, καθώς και το σύνολο του τιμήματος που αφορούσε τις υπηρεσίες εκπαίδευσης, ήτοι το ποσό των (25.393,59 € + 19% ΦΠΑ=) 30.218,37 € και συνολικά το ποσό των (9.086.386,85 + 30.218,37 =) 9.116.605,22 €, αφαιρουμένων από το ποσό αυτό αφενός της ως άνω προκαταβολής, ποσού 1.796.616,28 € και αφετέρου των τόκων αυτής.

Στις 15-5-2008 η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 6.217.762,04 €, ενώ ώφειλε να της καταβάλει το ποσό των (9.116.605,22 € - 1.796.616,28 € =) 7.319.998,94 €, δεδομένου ότι το ποσό των τόκων της προκαταβολής, το οποίο στις 15-5-2008 ανερχόταν στο ποσό των 114.712,97 €, προκειμένου να μηv αφαιρεθεί από το ποσό που η εναγομένη θα κατέβαλε στην ενάγουσα, καταβλήθηκε από την τελευταία στην εναγομένη με ισόποση τραπεζική επιταγή.

Ενόψει τούτων, η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των (7.319.998,94 - 6.217.762,04 =) 1.102.226,90 €, το οποίο αποτελούσε μέρος του ποσού που είχε συμφωνηθεί με τη μεταξύ τους σύμβαση ότι έπρεπε να καταβληθεί εντός τριάντα (30) ημερών από την προσωρινή παραλαβή του έργου. Στις 17-6-2008 έγινε η οριστική παραλαβή του έργου από την εναγομένη, συνταχθέντος προς τούτο του από 17-6-2008 πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον προαναφερόμενο όρο της σύμβασης, η εναγομένη όφειλε εντός τριάντα (30) ημερών από τη σύνταξη του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής, ήτοι μέχρι και την 17-7-2008, να καταβάλει στην ενάγουσα το 15% του συνολικού συμβατικού τιμήματος (πλην του αντιστοιχούντος στις υπηρεσίες εκπαίδευσης) πλέον ΦΠΑ 19%, ήτοι το ποσό των [(9.008.475 - 25.393,59) + 19% Φ.Π.A Χ 15% =] 1.603.480,03 €, εξοφλώντας έτσι το σύνολο του συμφωνηθέντος τιμήματος.

Στις 21-11-2008 η εναγομένη κατέβαλε το ως άνω ποσό στην ενάγουσα. Την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 21-11-2008, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα και το ποσό των 30.218,37 €, το οποίο αντιστοιχούσε στο συμφωνηθέν τίμημα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες εκπαίδευσης και το οποίο έπρεπε, κατά τα ανωτέρω, να καταβληθεί μέχρι και την 30-12-2007.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα έναντι του συνολικού συμβατικού τιμήματος το ποσό των (1.796.616,28 + 6.217.762,04 + 1.603.480,03 + 30.218,37 =) 9.648.076,72 €, απομείναντος υπολοίπου του ποσού των (10.720.085,25 -9.648.076,72 =) 1.072.008,53 €. Το ύψος του συμφωνηθέντος συνολικού συμβατικού τιμήματος και οι ως άνω καταβολές συνομολογούνται από τους διαδίκους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 της ένδικης σύμβασης η παράδοση του εξοπλισμού και του λογισμικού σε πλήρη λειτουργία έπρεπε να γίνει εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος της σύμβασης, ενώ ως χρόνος παράδοσης του έργου συμφωνήθηκε να λογίζεται η ημερομηνία που η ανάδοχος ενάγουσα θα κατέθετε στην εναγομένη έγγραφο, το οποίο θα επείχε θέση δήλωσης ετοιμότητας λειτουργίας.

Όπως προαναφέρθηκε η ενεργοποίηση της σύμβασης έγινε στις 6-11-2006 και ως εκ τούτου η ενάγουσα όφειλε να παραδώσει τον εξοπλισμό και το λογισμικό σε πλήρη λειτουργία μέχρι και την 6-5-2007. Η ενάγουσα, κάνοντας χρήση του άρθρου 6 της ένδικης σύμβασης, το οποίο προέβλεπε τη διαδικασία "επικαιροποίησης του εξοπλισμού των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και του Λογισμικού, εφόσον έχουν ανακοινωθεί από τις κατασκευάστριες εταιρείες σχετικές εξελίξεις ή βελτιώσεις ή αντικαταστάσεις σε χρόνο μεταγενέστερο από την υπογραφή της σύμβασης", υπέβαλε προς την εναγομένη την υπ’ αρ. .../7-2-2007 πρόταση για την επικαιροποίηση του εξοπλισμού, με την οποία πρότεινε σ’ αυτήν την αντικατάσταση, μεταξύ άλλων, του αρχικώς συμφωνηθέντος μοντέλου του εκτυπωτή βιβλιαρίων και τιμολογίων, ... passbook printer, με το νεότερο εξελιγμένο μοντέλο ... passbook printer.

Εν αναμονή της απάντησης της εναγομένης επί της ως άνω πρότασης, την 14-3-2007 η ενάγουσα έλαβε από την προμηθεύτριά της εταιρεία ... την υπ’ αρ. 139/2007 επιστολή, με την οποία την ενημέρωνε ότι το ως άνω προταθέν στην εναγομένη μοντέλο εκτυπωτή βιβλιαρίων και τιμολογίων θα μπορούσε να παραδοθεί σ’ αυτήν, κατά την αιτηθείσα ποσότητα μετά από έξι (6) μήνες "καθότι πρόκειται για νέο μοντέλο, το οποίο μόλις ανακοινώθηκε", αντιθέτως δε το συμφωνηθέν κατά την υπογραφή της σύμβασης μοντέλο εκτυπωτή θα ήταν διαθέσιμο εντός 6-8 εβδομάδων.

Η εναγομένη με την υπ’ αρ. πρωτ. ...16-3-2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 20-3-2007, αποδέχθηκε την ως άνω πρόταση επικαιροποίησης της ενάγουσας και την κάλεσε να υπογράψουν την σχετική τροποποίηση της σύμβασης. Η ενάγουσα με την υπ’ αρ. πρωτ. ... από 23-3-2007 επιστολή της, στην οποία επισυνήψε την ως άνω από 14-3-2007 επιστολή της προμηθεύτριάς της, ενημέρωσε την εναγομένη για το πρόβλημα που είχε ανακύψει ως προς το χρόνο παράδοσης του νέου μοντέλου εκτυπωτή και της επέστησε την προσοχή ως προς το ότι "με τα νέα δεδομένα υπάρχει πρόβλημα σχετικά με την τήρηση του χρονοδιαγράμματος στην περίπτωση που επιλεγεί ο νέος εκτυπωτής", ζήτησε δε από αυτήν να προηγηθεί μία συνάντηση μεταξύ των δύο μερών πριν την υπογραφή της επικαιροποίησης του εξοπλισμού, προκειμένου να βρεθεί μία λύση από κοινού, η οποία αφενός θα εξασφαλίζει την καλύτερη επιλογή για την εναγομένη και αφετέρου θα είναι απόλυτα νομότυπη σε σχέση με τη σύμβαση.

Κατά τη συνάντηση αυτή η οποία πραγματοποιήθηκε στις 2-4-2007 με εκπροσώπους αμφοτέρων των διαδίκων, η ενάγουσα ενημέρωσε και προφορικά την εναγομένη για την καθυστέρηση στην παράδοση του συγκεκριμένου εκτυπωτή, πλην όμως η τελευταία, σταθμίζοντας τα δεδομένα και έχοντας πλήρη γνώση της επικείμενης καθυστέρησης, αποφάσισε εν τέλει να αποδεχθεί την προμήθεια του νεότερου μοντέλου εκτυπωτή, υπογράφοντας την επομένη, ήτοι στις 3-4-2007 τροποποίηση της ένδικης σύμβασης με τίτλο "Σύμβαση ...2005 Μεταβολή No 1", η οποία αφορούσε την επικαιροποίηση προϊόντων του εξοπλισμού, μεταξύ των οποίων και του εκτυπωτή της ..., ως προς τον οποίο γινόταν αντικατάσταση του μοντέλου ...

από το μοντέλο ...+. Την ίδια ημέρα (3-4-2007) η ενάγουσα προέβη στην παραγγελία των προς προμήθεια 1.280 εκτυπωτών του νέου μοντέλου. Ακολούθως, η ενάγουσα, κάνοντας χρήση του άρθρου 11 της ένδικης σύμβασης, με το οποίο προβλεπόταν το δικαίωμα της αναδόχου να ζητήσει μετάθεση της προθεσμίας εκτέλεσης του έργου στην περίπτωση που η εκτέλεση της σύμβασης ή επιμέρους δραστηριοτήτων της καθυστερήσει για λόγους που δεν ανάγονται σε περιοχές ευθύνης της ή για λόγους ανωτέρας βίας, με την υπ’ αρ. .../26-4-2007 επιστολή της προς την εναγομένη ζήτησε μετάθεση της προθεσμίας παράδοσης του έργου για τις 31-8-2007, επικαλούμενη την καθυστέρηση παράδοσης από την προμηθεύτρια εταιρεία του επικαιροποιημένου μοντέλου του ως άνω εκτυπωτή.

Η εναγομένη με το υπ’ αρ. πρωτ. ...-5-2007 έγγραφό της απέρριψε το ανωτέρω αίτημα της ενάγουσας. Η τελευταία στις 10-5-2007 με σχετική επιστολή που απέστειλε στην εναγομένη επανήλθε στο αίτημά της για μετάθεση της προθεσμίας παράδοσης του έργου, αναφέροντας σ’ αυτή (επιστολή), εκτός από το πρόβλημα με τον ως άνω εκτυπωτή, και μία σειρά καθυστερήσεων, οφειλόμενες σε γεγονότα, για τα οποία ευθύνη έφερε η εναγομένη και συγκεκριμένα:

α) καθυστέρηση δύο εβδομάδων στον έλεγχο του quality plan, β) καθυστέρηση πέντε εβδομάδων στην αποδοχή της πρότασής της περί επικαιροποίησης του εξοπλισμού, γ) αναμενόμενη καθυστέρηση διότι δεν είχαν δοθεί από την εναγομένη οι απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των καταστημάτων και δ) καθυστέρηση δύο μηνών όσον αφορά την παράδοση από την εναγομένη των εφαρμογών που θα έπρεπε να ελεγχθούν και να φορτωθούν στον εξοπλισμό.

Η εναγομένη αποφάσισε την 21-6-2007 τη μερική αποδοχή του ως άνω αιτήματος της ενάγουσας για αζήμια μετάθεση του συμβατικού χρόνου ολοκλήρωσης του έργου στις 8-7-2007, θεωρώντας ότι για την καθυστέρηση εννέα (9) εβδομάδων ευθύνεται η ίδια. Προς τούτο υπογράφηκε από τους διαδίκους η από 1-8-2007 τροποποιητική σύμβαση με τίτλο "Σύμβαση ......", με την οποία μετετίθετο ο συμβατικός χρόνος παράδοσης του έργου στις 8-7-2007.

Η ενάγουσα, εν τέλει, παρέλαβε το σύνολο των εκτυπωτών στις 8-10-2007, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε την εναγομένη με σχετική επιστολή της, και εν συνεχεία τους εγκατέστησε στα καταστήματα της εναγομένης και παρείχε τις προβλεπόμενες από τη σύμβαση υπηρεσίες εκπαίδευσης των χρηστών τους, ολοκληρώνοντας με τον τρόπο αυτό την εκτέλεση του έργου και υποβάλλοντας στις 16-10-2007 την προβλεπόμενη δήλωση ετοιμότητας λειτουργίας.

Εν τω μεταξύ η ενάγουσα είχε επανέλθει στο αίτημα μετάθεσης του χρόνου παράδοσης του έργου με την από 31-7-2007 επιστολή της προς την εναγομένη, ενώ στις 12-10-2007 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η τελευταία τροποποιητική σύμβαση με τίτλο "Σύμβαση ......", με την οποία μετατέθηκε - παρατάθηκε αναδρομικά ο χρόνος εκτέλεσης του έργου από 1-8-2007 και για τριάντα πέντε (35) εργάσιμες ημέρες, ήτοι έως 19-9-2007.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγομένη το συμφωνηθέν έργο με καθυστέρηση συνολικά 50 ημερών, ήτοι 23 ημέρες από 8-7-2007 έως 31-7-2007 και 27 ημέρες από 19-9-2007 έως 16-10-2007, χωρίς να προσμετράται το ενδιάμεσο διάστημα, ήτοι από 1-8-2007 έως 19-9-2007, καθώς γι’ αυτό αποφασίστηκε παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου.

Η εναγομένη, κάνοντας χρήση του άρθρου 19 της σύμβασης, κατά το οποίο "Σε περίπτωση εκπρόθεσμης εκτέλεσης του έργου, για κάθε ημέρα καθυστέρησης, καταπίπτει αυτοδικαίως υπέρ της Αναθέτουσας Αρχής και σε βάρος του Αναδόχου και ανεξάρτητα από την απόδειξη ζημίας της Αναθέτουσας Αρχής, ποινική ρήτρα, ίση προς το 0,2% του συμβατικού τιμήματος του έργου ή σε περίπτωση που η υπαίτια καθυστέρηση αφορά τμήμα του έργου, ποινική ρήτρα ίση προς το 0,5% του τιμήματος που αντιστοιχεί σε αυτό.

Η συνολική ποινική ρήτρα που μπορεί να καταπέσει σε βάρος του Αναδόχου σε εφαρμογή του παρόντος όρου δεν μπορεί πάντως να υπερβεί το 10% του συνολικού προϋπολογισμού (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), μη αποκλειόμενης της αποδείξεως περαιτέρω ζημίας από την Αναθέτουσα Αρχή", στις 17-4-2008 αποφάσισε την κατάπτωση σε βάρος της ενάγουσας ποινικής ρήτρας, για την ως άνω καθυστέρηση των 50 ημερών, συνολικού ύψους (50 ημέρες Χ 0,2% Χ 10.720.085,25 € =) 1.072.008,53 €.

Το ποσό αυτό η εναγομένη το παρακράτησε, συμψηφίζοντάς το έτσι με το ισόποσο υπόλοιπο του συμβατικού τιμήματος που όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα, κατά τα προαναφερόμενα. Η εναγομένη, πρωτοδίκως, με τις έγγραφες προτάσεις της προέβαλε, κατ’ εκτίμηση του εν λόγω δικογράφου, ένσταση εξοφλήσεως της ένδικης απαίτησης ποσού 1.072.008,53 €, διά συμψηφισμού της ως άνω λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας, ισοπόσου ανταπαιτήσεώς της.

Η ενάγουσα, διά της προσθήκης των προτάσεών της, που κατατέθηκαν εντός της νομίμου προθεσμίας, προέβαλε μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι η ως άνω καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη και δεν την βαρύνει υπαιτιότητα, και συγκεκριμένα στην έλλειψη ενός εξαρτήματος του ως άνω εκτυπωτή, που καθυστέρησε να παραδοθεί στην προμηθεύτριά της και η τελευταία με τη σειρά της καθυστέρησε να παραδώσει σ’ αυτήν, γεγονός για το οποίο ήταν ενήμερη η εναγομένη, η οποία ως εκ τούτου μη νομίμως παρακράτησε το παραπάνω ποσό.

Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί αντένσταση στην ως άνω ένσταση της εναγομένης και θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, αποδεικνύεται βάσιμος και κατ’ ουσίαν. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προμηθευόταν τους passbook εκτυπωτές ... μοντέλο ...+, με τους οποίους θα προμήθευε την εναγομένη, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Συστήματα Πληροφορικής Α.Ε", η οποία δεν εμπίπτει στην έννοια του κατ’ άρ. 334 ΑΚ "βοηθού εκπληρώσεως" και ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν ευθύνεται για το πταίσμα της. Η εν λόγω εταιρεία καθυστέρησε να προμηθεύσει την ενάγουσα με τους ως άνω εκτυπωτές και αυτός ήταν ο λόγος που η τελευταία καθυστέρησε με τη σειρά της να παραδώσει το έργο στην εναγομένη.

Η καθυστέρηση παράδοσης των εκτυπωτών από την ως άνω εταιρεία στην ενάγουσα οφειλόταν στην έλλειψη ενός συγκεκριμένου εξαρτήματος-μέρους του ως άνω εκτυπωτή και ειδικότερα του σαρωτή εγγράφων (scanner), που αποτελεί σημαντικό δομικό στοιχείο του εν λόγω εκτυπωτή. Το εξάρτημα αυτό κατασκευαζόταν στην Κίνα και συγκεκριμένα στο εργοστάσιο της εταιρείας "...", που ήταν ο μοναδικός σε παγκόσμια κλίμακα κατασκευαστής του εξειδικευμένου αυτού εξαρτήματος.

Το εργοστάσιο κατασκευής του ως άνω εκτυπωτή της εταιρείας "...", που εδρεύει στο ..., βρισκόταν σε αδυναμία συνέχισης των εργασιών κατασκευής του εκτυπωτή και συνεπώς παράδοσής του στην ..., η οποία, για τον ίδιο λόγο, καθυστέρησε να τον παραδώσει στην ενάγουσα και η τελευταία αντιστοίχως στην εναγομένη, καθώς υπήρχε έλλειψη του ως άνω συγκεκριμένου εξαρτήματος από την κινεζική κατασκευάστρια εταιρεία.

Το παραπάνω γεγονός συνιστά εύλογη αιτία, εξ αιτίας της οποίας δικαιολογείται η επί 50 ημέρες καθυστέρηση στην εκτέλεση και παράδοση του έργου και δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλεια της ενάγουσας, αφού την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής ανάδοχος έργου ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες και καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια έγκαιρης εκπλήρωσης.

Εξάλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, για το γεγονός αυτό η ενάγουσα είχε εγκαίρως ενημερώσει την εναγομένη, η οποία εν γνώσει της επικείμενης καθυστέρησης αποφάσισε την επικαιροποίηση της σύμβασης, μεταξύ άλλων, και ως προς το εξελιγμένο μοντέλο του ως άνω εκτυπωτή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση του άρθρου 19 της ένδικης σύμβασης.

όπως αυτολεξεί προαναφέρθηκε, δεν προκύπτει αδιαστίκτως ότι η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε να καταπίπτει σε περίπτωση που η καθυστέρηση αφορά ολόκληρο το έργο, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας της αναδόχου, καθόσον, και με δεδομένο ότι κατ’ αρ. 405 ΑΚ η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης περιέλθει σε υπερημερία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται η υπαιτιότητα, και ως εκ τούτου στη σχετική συμφωνία δεν είναι απαραίτητη η αναφορά του όρου της υπαιτιότητας, αν κάτι τέτοιο ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη θα είχαν εκφραστεί με σαφήνεια και ρητά περί τούτου.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, όπου γίνεται χρήση του όρου "υπαίτια", στην περίπτωση που η καθυστέρηση αφορά τμήμα του έργου, καθόσον δεν είναι λογικό στην τελευταία αυτή περίπτωση να απαιτείται υπαιτιότητα και στην περίπτωση καθυστέρησης όλου του έργου να μην απαιτείται.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ενάγουσα δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την εκτέλεση και παράδοση του επιδίκου έργου στην εναγομένη και ως εκ τούτου η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της τελευταίας περί κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας σε βάρος της ενάγουσας και παρακράτησης της αντίστοιχης αμοιβής της είναι μη νόμιμη.

Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα δεν προσέβαλε την άνω απόφαση με την άσκηση διοικητικής προσφυγής, κατ’ άρθρο 17 παρ. 5 του κανονισμού προμηθειών ΕΛ.ΤΑ, -κατά το οποίο ο προμηθευτής μπορεί κατά των αποφάσεων που επιβάλλουν κυρώσεις σε βάρος του να προσφύγει ενώπιον του ΔΣ της εναγομένης και ότι, αν δεν προσφύγει, η εν λόγω απόφαση δεν επιδέχεται προσβολή με άλλη οποιασδήποτε φύσεως διοικητική προσφυγή, αλλ’ ούτε και με άσκηση σχετικής αγωγής ενώπιον δικαστηρίου-, δεν της αποστερεί το δικαίωμα να αμφισβητήσει τη νομιμότητα αυτής (απόφασης) σε μελλοντική δίκη είτε δι’ ασκήσεως αγωγής περί καταβολής της παρανόμως παρακρατηθείσης αμοιβής της, είτε διά προβολής σχετικής ενστάσεως κατά της μαχόμενης υπέρ του κύρους της εναγομένης".

Με τις άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε τους λόγους εφέσεως που έπλητταν την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το σκέλος με το οποίο είχε επιδικαστεί στην αναιρεσίβλητη, ως υπόλοιπο οφειλομένου εκ μέρους της αναιρεσείουσας συμβατικού τιμήματος, το ποσό των 1.072.008,53 €, κάνοντας δεκτή την εκ του άρθρου 342 ΑΚ περί ελλείψεως υπαιτιότητας αντένσταση της πρώτης, προς απόκρουση της προβληθείσης ενστάσεως εξοφλήσεως διά συμψηφισμού της, λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας, ισοπόσου ανταπαιτήσεως της αναιρεσείουσας.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε ευθέως με την εφαρμογή της την ως άνω διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ ούτε με τη μη εφαρμογή τους τις έτερες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 404, 405 § 1, 440, 441 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης.

Ορθώς δηλαδή κρίθηκε από το Εφετείο ότι η καθυστέρηση παραδόσεως των ένδικων εκτυπωτών οφείλεται σε εύλογη αιτία, με την έννοια ότι την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να μην έχει περιέλθει σε υπερημερία και να μην έχει καταπέσει η ποινική ρήτρα, ενώ τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.

Εξ άλλου, κρίνοντας το Εφετείο ότι δεν προκύπτει από τη σύμβαση ότι υπήρξε συμφωνία των διαδίκων να καταπίπτει η ποινική ρήτρα ανεξαρτήτως υπαιτιότητας της αναδόχου εταιρείας με το επιχείρημα ότι αν κάτι τέτοιο ήθελαν τα μέρη θα είχαν εκφραστεί περί τούτου ρητώς, εν όψει του ενδοτικού χαρακτήρα της διατάξεως του άρθρου 405 ΑΚ, δεν διεπίστωσε κενό στη σύμβαση ώστε να χρειάζεται ερμηνεία της με χρήση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον ίδιο αριθμό του άνω άρθρου λόγω ευθείας παραβιάσεως των ερμηνευτικών αυτών κανόνων, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Εξ άλλου ως προς το ζήτημα των τόκων υπερημερίας το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε... ότι η εναγομένη καθυστέρησε να καταβάλει στην ενάγουσα τα κάτωθι ποσά του συμβατικού τιμήματος, τα οποία ήταν καταβλητέα σε δήλη ημέρα, ήτοι: α) το ποσό των 6.217.762,04 €, το οποίο κατά τη συμφωνία τους όφειλε να της καταβάλει εντός τριάντα (30) ημερών από τη σύνταξη του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου, με δεδομένο δε ότι αυτό συντάχθηκε στις 30-11-2007, έπρεπε να είχε καταβληθεί στην ενάγουσα μέχρι 30-12-2007 (αντ’ αυτού καταβλήθηκε στις 15-5-2008), β) το ποσό των 30.218,37 €, το οποίο, κατά τη συμφωνία τους όφειλε να της καταβάλει εντός τριάντα (30) ημερών από τη σύνταξη του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου, ήτοι μέχρι 30-12-2007 (αντ’ αυτού καταβλήθηκε στις 21-11-2008) και γ) το ποσό των 1.603.480,03 €, το οποίο, κατά τη συμφωνία τους, όφειλε να της καταβάλει εντός τριάντα (30) ημερών από τη σύνταξη του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής του έργου, με δεδομένο δε ότι αυτό συντάχθηκε στις 17-6-2008, έπρεπε να είχε καταβληθεί στην ενάγουσα μέχρι 17-7-2008 (αντ’ αυτού καταβλήθηκε στις 21-11-2008).

Η εναγομένη ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και ήδη με τον 6° λόγο της έφεσης αφενός ότι δεν υφίστατο δήλη ημέρα καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας, δεδομένου ότι η σύνταξη του από 30-11-2007 πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου δεν συνιστούσε την κατά τη σύμβαση "προσωρινή παραλαβή", καθώς η αρμόδια επιτροπή προέβη μόνο σε ποσοτική και όχι ποιοτική παραλαβή, και αφετέρου ότι σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση καταβολής της άνω αμοιβής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη και συγκεκριμένα στην εκπρόθεσμη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας.

Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ως χρόνος καταβολής του συμβατικού τιμήματος του έργου ορίστηκε, κατά μεν ποσοστό 85%, προθεσμία 30 ημερών από την προσωρινή παραλαβή του έργου, ως τέτοιας λογιζομένης της σύνταξης του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής, κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό (15%), προθεσμία 30 ημερών από την οριστική παραλαβή του έργου, ως τέτοιας νοούμενης της σύνταξης του πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής.

Επομένως η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα τα μεν ποσά των 6.217.762,04 € και 30.218,37 € το αργότερο στις 30-12-2007, το δε ποσό των 1.603.480,03 € το αργότερο στις 17-7-2008, ήτοι σε δήλη ημέρα, από την παρέλευση της οποίας αυτή καθίστατο υπερήμερη, κατ’ άρ. 341 σε συνδ. με 241, 242 και 243 ΑΚ, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας εξαρτήθηκε από τη σύνταξη πρωτοκόλλου όχι μόνο ποσοτικής αλλά και ποιοτικής παραλαβής του έργου.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της ενάγουσας καθυστέρηση της παράδοσης του έργου συνδέεται αιτιωδώς με την εκ μέρους της εναγομένης καθυστέρηση καταβολής της αμοιβής της πρώτης, δεδομένου ότι αυτή δεν ήταν καταβλητέα σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου αλλά σε μεταγενέστερους χρόνους, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης με τον ίδιο λόγο έφεσης ότι κατ’ άρθρο 12 της ένδικης σύμβασης, η αναθέτουσα αρχή διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή μέρους ή του συνολικού ποσού κάθε τιμολογίου που δεν υποβάλλεται σύμφωνα με τους ορισμούς της σύμβασης ή εάν κάποιο παραδοτέο στο οποίο αντιστοιχεί το τιμολόγιο δεν έχει παραδοθεί σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης, χωρίς όμως να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά ελλείψεων τιμολογίου ή αντιστοιχούντος σε κάποιο τιμολόγιο προϊόντος που δεν έχει παραδοθεί σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, συνεπεία των οποίων αρνήθηκε την πληρωμή κατά το παραπάνω άρθρο της σύμβασης, είναι παντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, της αοριστίας αυτής μη δυναμένης να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως αυτή, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ο εκ του άρ. 342 ΑΚ ισχυρισμός της, κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των άνω ποσών στην ενάγουσα και οφείλει ως εκ τούτου σ’ αυτήν τόκους υπερημερίας, ως εξής: α) για το ποσό των 6.217.762,04 € οφείλει τόκους για το χρονικό διάστημα από την επομένη της δήλης ημέρας που έπρεπε να καταβληθεί, ήτοι από 31-12-2007 έως και την προηγούμενη ημέρα της καταβολής του, ήτοι έως και την 14-5-2008, συνολικού ύψους 277.256,61 €, β) για το ποσό των 30.218,37 € οφείλει τόκους για το χρονικό διάστημα από την επομένη της δήλης ημέρας που έπρεπε να καταβληθεί, ήτοι από 31-12-2007 έως και την προηγούμενη ημέρα της καταβολής του, ήτοι έως και 20-11-2008, συνολικού ύψους 3.217,75 € και γ) για το ποσό των 1.603.480,03 € οφείλει τόκους για το χρονικό διάστημα από την επομένη της δήλης ημέρας που έπρεπε να καταβληθεί, ήτοι από 18-7-2008 έως και την προηγουμένη ημέρα της καταβολής του, ήτοι έως και 20-11-2008, συνολικού ύψους 65.497,34 €".

Κατόπιν των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε και τον τελευταίο λόγο της εφέσεως και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το έτερο σκέλος της, με το οποίο είχε αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ως τόκους υπερημερίας για την καθυστερημένη καταβολή του συμβατικού τιμήματος το συνολικό ποσό των 345.971,70 €.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη εφαρμογής του ως άνω άρθρου, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες).

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη ότι η αναιρεσείουσα, μη καταβάλλοντας τμηματικά το συμφωνηθέν τίμημα κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, εκάστη των οποίων είχε ορισθεί αντίστοιχα ως δήλη ημέρα, κατέστη υπερήμερη οφειλέτρια, οφείλουσα εκ του λόγου αυτού τόκους υπερημερίας, η δε άνευ υπαιτιότητος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καθυστέρηση της παράδοσης του έργου δεν μπορεί να συνδεθεί με την υπαίτια εκ μέρους της αναιρεσείουσας καθυστέρηση καταβολής της ένδικης αμοιβής, δεδομένου μάλιστα ότι η αμοιβή αυτή δεν ήταν καταβλητέα σε χρόνο προγενέστερο της παράδοσης του έργου αλλά σε μεταγενέστερους χρόνους.

Επομένως είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 και επικουρικά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων και της μη προβολής ετέρου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1163/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει δε την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ