1408/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ υπό κρίση αίτηση νομίμως ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα, νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμο (σύζυγο) του πρώτου ενάγοντος και πρώτου εφεσιβλήτου-αντεκκαλούντος Χ. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 16-6-2011, ήτοι μετά την 1-4-2011, οπότε συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Αντίθετα οι λοιποί δύο εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Γ. Ρ. και Ε. Ρ. (τέκνα του), οι οποίοι δεν άσκησαν αίτηση αναίρεσης ούτε δήλωσαν νόμιμα ότι συνεχίζουν τη δίκη αλλά μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου που έλαβε χώρα στις 4-10-2016 συνυπέβαλαν με τους λοιπούς αιτούντες τις από 7-10-2016 έγγραφες προτάσεις τους, δεν απέκτησαν νομίμως την ιδιότητα των διαδίκων στην παρούσα δίκη.
Legislator headnote
AI generated1408/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 5-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1408 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1408/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Λ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος Χ. Κ., 2) Ε. Δ. του Ι., 3) Ι. Τ. του Ε., 4) Ά. Ζ. του Γ. και 5) Μ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Γεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2007 αγωγή του πρώτου αρχικά ενάγοντος Χ. Κ. και των ήδη δευτέρας, τρίτου, τετάρτης και πέμπτης αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2008 του ίδιου δικαστηρίου και 4899/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-4-2014 αίτησή τους, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 23-9-2015 κλήση τους μετά τη ματαίωση αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 22-9-2015.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 5-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπό κρίση αίτηση νομίμως ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα, νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμο (σύζυγο) του πρώτου ενάγοντος και πρώτου εφεσιβλήτου-αντεκκαλούντος Χ. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 16-6-2011, ήτοι μετά την 1-4-2011, οπότε συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Αντίθετα οι λοιποί δύο εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Γ. Ρ. και Ε. Ρ. (τέκνα του), οι οποίοι δεν άσκησαν αίτηση αναίρεσης ούτε δήλωσαν νόμιμα ότι συνεχίζουν τη δίκη αλλά μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου που έλαβε χώρα στις 4-10-2016 συνυπέβαλαν με τους λοιπούς αιτούντες τις από 7-10-2016 έγγραφες προτάσεις τους, δεν απέκτησαν νομίμως την ιδιότητα των διαδίκων στην παρούσα δίκη.
2. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του κράτους", η οποία έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου γενέσεως των επιδίκων αξιώσεων, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου, οι οποίες εφαρμόζονται διαχρονικά και στις χρηματικές αξιώσεις κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του ν.δ. 31/1968, 304 του π.δ. 410/1995 και 276 του ν. 3463/2006), προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 91 εδ. α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006). Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, ισχύουσα κατά τα άνω και για τους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας (διετία) είναι μικρότερος όχι μόνο από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) των παρόμοιων αξιώσεων των υπαλλήλων ή εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων (άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 Α.Κ.) αλλά και από το χρόνο παραγραφής (επίσης πενταετία) όλων των άλλων χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου (άρθρο 90 παρ. 1 ν. 2362/1995), καθώς και (πενταετία ή εικοσαετία) των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τρίτων (άρθρο 86 παρ. 2 και 3, αντίστοιχα, ν. 2362/1995), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, πράγμα απαραίτητο για τη λειτουργία της υπηρεσίας του, καθώς και την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Ακόμη δικαιολογείται και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς το οποίο διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των εν λόγω δύο κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες αυτών και το οποίο προστατεύει περισσότερο αποτελεσματικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως σε περίπτωση διεκδικήσεως των δικαιωμάτων τους.
Ως εκ τούτου η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας ούτε στις συναφείς συνταγματικές αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που καθιερώνονται αντίστοιχα με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 αυτού, β) στις διατάξεις των άρθρων 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού οι εν λόγω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια, αμερόληπτα και χωρίς διακρίσεις αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
και 2 παρ. 3, 14 και 26 του ν. 2462/1997 (Α.Ε.Δ. 1/2012, Α.Π. 1399/2013).
3. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι εφεσίβλητοι [ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι] είναι υπάλληλοι του εκκαλούντος ... [του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος Ελευσίνας], συνδεόμενοι με αυτόν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ο πρώτος και ορισμένου χρόνου οι λοιποί, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα ο πρώτος εξ αυτών από 1-1-2003 έως 14-6-2007 ως εργάτης καθαριότητας, οι δεύτερη και τέταρτη από 17-4-2003 έως 17-12-2003 ως εργάτριες καθαριότητας και από 22-12-2003 έως 22-2-2004 ως εργάτριες γενικών καθηκόντων, ο τρίτος από 15-11-2004 έως 30-12-2005 ως μηχανοτεχνίτης αυτοκινήτων και η πέμπτη από 15-11-2004 έως 31-12-2006 ως εργάτρια καθαριότητας και αμείβονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και ειδικότερα μέχρι 31-12-2003 σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3205/2003.
Οι προαναφερθέντες εργαζόμενοι δεν έλαβαν την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, το είδος της εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζομένων και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 14 και 22 του Συντάγματος) ακόμη και μετά την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και των υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτού με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003, αφού η ένδικη μισθολογική παροχή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται από μελλοντικές χορηγήσεις κατά τα προβλεπόμενα από την ίδια διάταξη...
Επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται την ως άνω μισθολογική παροχή... Πλην όμως οι επίδικες παροχές των εναγόντων που ανάγονται σε χρονικό διάστημα προ της 30-12-2005 έχουν υποκύψει στην αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 94 του ν. 2362/1995 λαμβανόμενη υπόψη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από το χρόνο γέννησης της αξίωσης και διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και με τους τρόπους που ορίζονται στο άρθρο 93 του ν. 2362/1995.
Προ της επιδόσεως της αγωγής, που έλαβε χώρα την 24-12-2007, όλοι οι ενάγοντες είχαν υποβάλει στον εναγόμενο αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν την πληρωμή της επίδικης παροχής, όλες δε οι αιτήσεις υποβλήθηκαν στις 30-12-2005, διακόπτοντας κατά το χρονικό αυτό σημείο την παραγραφή όσων εκ των επίδικων αξιώσεων δεν είχαν ήδη υποκύψει σε παραγραφή.
Άλλα προγενέστερα διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα δεν μεσολάβησαν ούτε άλλωστε οι ενάγοντες προσκομίζουν με επίκληση και δη κατά τρόπο ορισμένο στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η διακοπή της παραγραφής σε προγενέστερο της υποβολής των ανωτέρω αιτήσεων χρόνο. Για το λόγο αυτό, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως προς τις αξιώσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν σε χρονικό σημείο προ της 30-12-2005, αφού έχουν υποκύψει στην κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα διετή παραγραφή".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και απέρριψε την αντέφεση των εναγουσών κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως προς τον πρώτο ενάγοντα ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη για κατώτερο του επιδικασθέντος πρωτοδίκως ποσού, την απέρριψε δε ως μερικώς κατ' ουσίαν αβάσιμη λόγω παραγραφής κατά το επί πλέον ποσό ως προς τον πρώτο ενάγοντα και στο σύνολό της ως προς τους λοιπούς.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 17 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ. 3, 14 και 26 του του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, 250 και 937 Α.Κ., αφού σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη η καθιέρωση της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν αντίκειται στις διατάξεις αυτές.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
4. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξεως (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 93 εδ. β ν. 2362/1995 δεν απέρριψε την ένσταση του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή των ενδίκων αξιώσεών τους κατά παραδοχή της αντενστάσεώς τους περί διακοπής της παραγραφής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν το ακριβές περιεχόμενο του ισχυρισμού τους (αντενστάσεως) περί διακοπής της παραγραφής ούτε ισχυρίζονται ότι τον προέβαλαν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τον επανέφεραν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο ή ότι τον προέβαλαν για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη και το λόγο της παραδεκτής βραδείας προβολής του.
5. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση. Εξ άλλου, αν και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την κρίση του ότι η χορήγηση της μισθολογικής παροχής του άρθρου 14 ν. 3016/2002 "συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση" και με τη συνεπεία αυτής επιδίκαση στον πρώτο ενάγοντα των κριθεισών ως μη παραγεγραμμένων ενδίκων αξιώσεών του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015), η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί κατά το μέρος της αυτό ούτε θα μπορούσε να αναιρεθεί αυτεπαγγέλτως με πρόταση της εισηγήτριας (κατά το άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) λόγω μη ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-4-2014 αίτηση για αναίρεση της 4899/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Αυγούστου 2017.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ