Legislator Case Law & Legislation
1408/2010 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for failure to consider evidence proving counterclaim validity under Article 281 of the Civil Code.

Case Number 1408/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision of 1735/2008 due to a procedural error in evaluating evidence. The appellant argued that the lower court failed to consider fax and bank demand documents proving the counterclaim's validity under Article 281 of the Civil Code. The court ruled that ignoring these critical documents constituted a procedural defect under Article 11γ of Article 559 of the Code of Civil Procedure, necessitating the annulment and remittal of the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 65, 67, 68, 70 of the Commercial Code; Article 21 of Law 2190/1920; Article 281 of the Civil Code; Article 11γ of Article 559 of the Code of Civil Procedure: A court of appeal commits a procedural defect under Article 11γ of Article 559 of the Code of Civil Procedure if it fails to consider evidence submitted by a party to substantiate a counterclaim under Article 281 of the Civil Code, rendering the decision subject to annulment.

Keywords

AI generated
Article 281 Civil Code Article 559 Code of Civil Procedure procedural defect annulment counterclaim validity evidence Court of Appeal error remittal for retrial commercial litigation appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 65, 67, 68 and 70 of the Commercial Code
Article 21 of Law 2190/1920
Article 281 of the Civil Code
Article 11γ of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1408 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1408/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ.-Μ. Σ.-Τ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Βασιλακάκη. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ ΕΜΠΟΡΙΟ-ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ ΑΕ και με τον διακριτικό τίτλο ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ ΑΕ) που εδρεύει στην Αγχίαλο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά, ο οποίος δήλωσε ότι μετά την άσκηση της αναίρεσης η επωνυμία της πιο πάνω εταιρείας ορίσθηκε σε "ΒΑΛΚΑΝ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και με τον διακριτικό τίτλο ΒΑΛΚΑΝ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-5-2002 και 13-5-2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4899/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1735/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 26-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, 18 παρ. 1,2 Κι 22 παρ. 1, 3 του Ν.2190/1920 προκύπτει ότι την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη, που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην εκπλήρωση του σκοπού της (ΑΠ 1510/2006).

Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.2190/1920 ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έγκυρη συζήτηση και λήψη αποφάσεων από το Δ.Σ. της ΑΕ είναι η ύπαρξη νόμιμης σύνθεσης και η συγκέντρωση της απαιτουμένης από το νόμο ή το καταστατικό απαρτίας και πλειοψηφίας. Με την απώλεια της ιδιότητος του συμβούλου από ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, ή σύνθεσή του δεν είναι πλέον νόμιμη και αποβαίνει αναγκαία προπλήρωση της κενής θέσης.

Είναι αδιάφορο εάν το υπόλοιπα μέλη του Συμβουλίου δύναται να αποτελέσουν τη νόμιμη απαρτία, διότι αυτή προϋποθέτει δυνατότητα συμμετοχής όλων των συμβούλων. Η συμπλήρωση είναι δυνατή με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (άρθρο 39 (2) (Β) Ν. 2190/20) από το Διοικητικό συμβούλιο. Αν και ο νόμος σιωπά η λήψη απόφασης χωρίς να υπάρχει νόμιμη σύνθεση του Δ.Σ.

ή χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις περί απαρτίας και πλειοψηφίας ή όταν η απόφαση του Δ.Σ. εκφεύγει της αρμοδιότητάς του ή είναι καταχρηστική ή αντίκειται στο νόμο, στο καταστατικό ή στις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης έχει ως συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της απόφασης (ΑΚ 174) και λογίζεται ως μη γενομένη (ΑΚ 180).

Ειδικότερα η απόφαση αυτή δεν παράγει το σκοπούμενο αποτέλεσμα, συνακόλουθα δε δεν δεσμεύει την εταιρεία και εφ' όσον λογίζεται "μη υπάρχουσα" δεν είναι ανάγκη να προσβληθεί. Η ακυρότητα υπάρχει αυτοδικαίως και καθένας που έχει έννομο συμφέρον και αυτή ακόμη η εταιρεία, οι μέτοχοι, τα μέλη του Δ.Σ. ή τρίτοι μπορούν να επικαλεσθούν την ανυπαρξία της απόφασης με ένσταση ή αγωγή, χωρίς να αποκλείεται βεβαίως και η αναγνωριστική αγωγή (ΚΠολΔ 70), αλλά η επ'αυτής απόφαση δεν κηρύσσει, αναγνωρίζει απλώς την υπάρχουσα ακυρότητα.

Περαιτέρω κατά μεν τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Εν προκειμένω το Εφετείο ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, απέρριψε, ανέλεγκτα από τον Άρειο Πάγο, τις ένδικες αγωγές ως ουσία αβάσιμες με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Με την υπ' αριθμόν 55890/3433/31.10.1963 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που δημοσιεύτηκε στο 671/14.11.1963 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, εγκρίθηκε το καταστατικό της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας.

Κατά το άρθρο 9 παρ.1, του καταστατικού, όπως αυτό τροποποιήθηκε, κωδικοποιήθηκε και δημοσιεύτηκε νομίμως, "η εταιρεία διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο που αποτελείται από 5 έως 9 συμβούλους, που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση με μυστική ψηφοφορία για πενταετή (5) θητεία, που παρατείνεται αυτόματα μέχρι την πρώτη τακτική Γενική Συνέλευση μετά τη λήξη της θητείας τους, η οποία όμως δεν μπορεί να υπερβεί την εξαετία".

Στην παράγραφο 3 του ανωτέρω καταστατικού ορίζεται "Εάν αποχωρήσει σύμβουλος πριν από την λήξη του χρόνου της θητείας του λόγω θανάτου ή παραιτήσεως ή για οποιονδήποτε λόγο εκπτώσεως, οι Σύμβουλοι, που απομένουν είναι υποχρεωμένοι σε διάρκεια ενός μηνός οπό την αποχώρηση να εκλέξουν προσωρινά σύμβουλο σε αντικατάσταση εκείνου, που απεχώρησε.

Η εκλογή υπόκειται στην επικύρωση της από την πρώτη μετά από αυτή Γενική Συνέλευση των μετόχων". Κατά το άρθρο δε 11 παρ.2 του καταστατικού "Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα όταν παρευρίσκονται ή αντιπροσωπεύονται σ' αυτό το ήμισυ πλέον ενός των Συμβούλων, ουδέποτε όμως ο αριθμός των παρόντων αυτοπροσώπως συμβούλων μπορεί να είναι μικρότερος των τριών".

Με την από 27/04/1995 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εναγομένης εκλέχθηκε εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο με πενταετή θητεία έως 27/4/2000. Στη συνέχεια το νεοεκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο με το υπ' αριθμόν 1020/3.5.1995 πρακτικό του, που νομίμως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 2143/ 19.5.1995, συγκροτήθηκε σε σώμα από τους 1) Β.

Ν. Τ., Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, 2) Κ. Ζ., Αντιπρόεδρο, 3) Ρ. Α. Μ., Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο, 4) Π. Π. Τ., 5) Σ. Κ., 6) Σ. Τ., 7) Χ. Π., 8) Ε. Π.-Π. και 9) Δ. Ν. Τ., μέλη. Ακολούθως, κατά το χρονικό διάστημα από 1/6/1995 έως 27/3/1998 λόγω διαδοχικών παραιτήσεων μελών το ανωτέρω Διοικητικό Συμβούλιο άλλαξε σύνθεση πολλές φορές και συγκροτήθηκε σε σώμα κάθε φορά μετά την προσωρινή αντικατάσταση των παραιτηθέντων μελών του, κατά το καταστατικό της εταιρείας, μέχρι την έγκριση των νέων μελών από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων κατά τη λήξη της θητείας τους.

Έτσι, λόγω παραιτήσεως του συμβούλου Χ. Π. το Διοικητικό Συμβούλιο με το 1021/1-6-1995 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 4057/06.07.1995) εξέλεξε ως σύμβουλο τον Σ. Κ.. Στη συνέχεια, λόγω παραιτήσεως της Συμβούλου Ε. Π. - Π., το Διοικητικό Συμβούλιο με το υπ' αριθμόν 1035/24.11.1995 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 6996/13.12.1995) εξέλεξε ως Σύμβουλο τον Γ.

Σ.. Ακολούθως, λόγω παραιτήσεως του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου Ρ. Μ., το Διοικητικό Συμβούλιο με το 1076/28.03.1997 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 1503/ 11.04.1997) εξέλεξε ως Σύμβουλο τον Δ. Γ., έπειτα δε έγινε εκ νέου συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου σε σώμα για το υπόλοιπο της θητείας του (έως 27/04/2000) υπό την αρχική εννεαμελή σύνθεση του, ως εξής: 1) Β.

Ν. Τ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, 2) Κ. Ζ., Αντιπρόεδρος, 3) Δ. Γ., Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, 4) Σ. Κ., μέλος, 5) Δ. Τ. του Ν., μέλος, 6) Γ. Σ., μέλος, 7) Π. Π. Τ., μέλος, 8) Σ. Κ., μέλος, 9) Θ. Μ., μέλος. Μετέπειτα, το Διοικητικό Συμβούλιο με το υπ' αριθμόν 1079/23.05.1997 πρακτικό του αποδέχθηκε την παραίτηση του Β. Τ., μόνο από την ιδιότητα του ως Διευθύνοντος Συμβούλου, παρέμεινε δε ο ανωτέρω ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου.

Παραλλήλως ως διευθύνων σύμβουλος ορίστηκε ο Δ. Γ. χωρίς μεταβολή στην σύνθεση (πρόσωπα) του Διοικητικού Συμβουλίου (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 3114/11.6.1997). Λόγω παραιτήσεως, ακολούθως, του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου Β. Τ. του Ν., το Διοικητικό Συμβούλιο με το υπ' αριθμόν 1087/04.09.1997 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 6529/11.09.1997) εξέλεξε ως Σύμβουλο τον Ν.

Δ. Τ. και στη συνέχεια συγκροτήθηκε σε σώμα για το υπόλοιπο της θητείας του (έως 27.04.2000) υπό την αρχική εννεαμελή σύνθεση του, ως εξής: 1) Ν. Δ. Τ., Πρόεδρος, 2) Κ. Ζ., Αντιπρόεδρος, 3) Δ. Γ., Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, 4) Σ. Κ., μέλος, 5) Δ. Ν. Τ., μέλος, 6) Γ. Σ., μέλος, 7) Π. Π. Τ., μέλος, 8) Σ. Κ., μέλος, 9) Θ. Μ., μέλος. Το Διοικητικό Συμβούλιο με το 1090/10.10.1997 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 8319/28.11.1997) λόγω παραιτήσεως του συμβούλου Π.

Τ. εξέλεξε ως σύμβουλο τον Σ. Τ.. Στη συνέχεια, λόγω παραιτήσεως του συμβούλου Σ. Κ. και μετά αποδοχή της σιωπηρός παραιτήσεως του συμβούλου Γ. Σ., το Διοικητικό Συμβούλιο με το 1093/29.10.1997 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 8319/28.11.1997) εξέλεξε ως συμβούλους τους Μ. Μ. και Ι. Κ.. Λόγω παραιτήσεως του συμβούλου Δ. Ν. Τ., το Διοικητικό Συμβούλιο με το υπ' αριθμόν 1099/09.12.1997 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 441/28.01.1998) εξέλεξε ως Σύμβουλο τον Α.

Κ.. Στη συνέχεια, λόγω παραιτήσεως του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου Ν. Δ. Τ., του Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου Κ. Ζ. και του Διευθύνοντος Συμβούλου Δ. Γ., το Διοικητικό Συμβούλιο με το 1103/1 13.01.1998 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 1406/16.03.1998) εξέλεξε ως συμβούλους τους Α. Τ., Σ. Τ. και Π. Χ., παραλλήλως δε έγινε εκ νέου συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου σε σώμα για το υπόλοιπο της θητείας του (έως 27.04.2000) υπό την αρχική εννεαμελή σύνθεση του, ως εξής: 1) Α.

Τ., Πρόεδρος, 2) Σ. Τ., Αντιπρόεδρος και Γενικός Διευθυντής, 3) Ι. Κ., Διευθύνων Σύμβουλος, 4) Μ. Μ., μέλος, 5) Α. Κ., μέλος, 6) Σ. Κ., μέλος, 7) Σ. Τ., μέλος, 8) Π. Χ., μέλος, 9) Θ. Μ., μέλος. Ακολούθησε στις 20.03.1998 η παραίτηση του Συμβούλου Σ. Κ., η οποία ως μη έχουσα ανάγκη αποδοχής -ληψιδεής- επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της μόλις εκδηλώθηκε και η οποία πάντως έγινε ως εκ περισσού αποδεκτή από το Διοικητικό Συμβούλιο με το 1109/26.03.1998 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 2380/12.05.1998).

Στις 27.03.1998 παραιτήθηκε από Διευθύνων Σύμβουλος ο Ι. Κ., παραίτηση που έγινε δεκτή με το 1110/27.3.1998 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 2380/12.5.1998) Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι με τις δύο τελευταίες παραιτήσεις ο αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, που απέμειναν, ήταν μικρότερος του προβλεπόμενου (εννεαμελούς) Διοικητικού Συμβουλίου από την ανωτέρω Γενική Συνέλευση και τον σχετικό όρο του καταστατικού αυτής.

Το εναπομείναν Διοικητικό Συμβούλιο δεν εξέλεξε αντικαταστάτες των ανωτέρω παραιτηθέντων μελών του αμέσως, όπως είχε τη δυνατότητα εξαιρετικώς κατά το καταστατικό της εναγομένης, για το σχηματισμό της οριζόμενης από το άρθρο 21 παρ.1 του Ν. 2190/1920 και το καταστατικό απαρτίας ώστε στη συνέχεια να συγκροτηθεί και πάλι σε σώμα μέχρι τη λήξη της θητείας του.

Συγκεκριμένως, στη συνεδρίαση της 30/03/1998 το ανωτέρω επταμελές πλέον Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, αποτελούμενο από τους: 1) Α. Τ., 2) Σ. Τ., 3) Μ. Μ., 4) Α. Κ., 5) Σ. Τ., 6) Π. Χ. και 7) Θ. Μ., δεν προέβη πρωτίστως στην νόμιμη αντικατάσταση των μελών του, που παραιτήθηκαν με το να εκλέξει νέα μέλη για την νόμιμη συμπλήρωση της συνθέσεως του, όπως όφειλε και ήταν η μόνη εξουσία που είχε εξαιρετικώς από τον νόμο και το καταστατικό της εταιρείας.

Μάλιστα αντιθέτως το κύριο και μοναδικό θέμα της συνεδριάσεως του ήταν εάν θα εγκριθεί το ιδιωτικό συμφωνητικό "αποκλειστικής διαχειρίσεως" μεταξύ της ήδη ενάγουσας και της εναγομένης, όπως αποδεικνύεται από το 1111/30.3.1998 πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου. Κατά την συνεδρίαση αυτή υπήρξαν έντονες διαφωνίες από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αναφορικώς με την υπογραφή της εν λόγω συμβάσεως με την ενάγουσα, με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις, που προβλέπονταν σε αυτή (σύμβαση), με αποτέλεσμα την ίδια ημέρα να υποβάλλουν τις παραιτήσεις τους δύο ακόμα μέλη αυτού, οι Μ.

Μ. και Α. Κ., οι παραιτήσεις των οποίων επέφεραν αμέσως τα αποτελέσματα τους μόλις δηλώθηκαν, ανεξαρτήτως ότι έγιναν αποδεκτές από το Διοικητικό Συμβούλιο με το 1112/31.03.1998 πρακτικό του (ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 2380/12.05.1998). Τα εναπομείναντα πέντε μέλη αυτού, ήτοι ο Α. Τ.καθώς και τα λοιπά τέσσερα μέλη αυτού Σ. Τ., Θ. Μ., Σ.

Τ. και Π. Χ. συνέχισαν και πάλι τις εργασίες χωρίς να εκλέξουν αντικαταστάτες και των ανωτέρω παραιτηθέντων μελών, η οποία ήταν και η δική τους αρμοδιότητα και ενέκριναν τελικά την υπογραφή του ιδιωτικού εγγράφου της συμβάσεως "αποκλειστικής διαχειρίσεως" μεταξύ της εταιρείας και της ενάγουσας, με την οποία η τελευταία θα αναλάμβανε να παράσχει το εξής έργο, όπως περιγράφεται σ' αυτή: "Τις απαραίτητες χρηματοοικονομικές και διαχειριστικές υπηρεσίες της στον "πελάτη" (εναγομένη) με στόχο να καταστεί η επιχείρηση κερδοφόρα και να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας εξασφαλίζοντας την επαναδιαπραγμάτευση και έγκαιρη αποπληρωμή των τρεχόντων δανείων και οφειλών, καθώς και τη διανομή του μερίσματος στους μετόχους" και ειδικότερα της ανατέθηκε: "Δ) να έλθει σε επαφή με τις πιστώτριες Τράπεζες με στόχο τη ρύθμιση του υπάρχοντος χρέους και την εξεύρεση του κεφαλαίου κίνησης", της παραχωρήθηκε η δυνατότητα: "Ε) να εγκαταστήσει (η ίδια) στην επιχείρηση Γενικό Διευθυντή για την καθημερινή διοίκηση της.

ΣΤ. ... Η σύμβουλος (ενάγουσα) θα διορίσει την πλειοψηφία του ΔΣ της εταιρείας (πέντε μέλη στο 9μελές ΔΣ). Τα υπάρχοντα μέλη θα λειτουργούν ως σύμβουλοι όταν τους ζητείται από τον Γενικό Διευθυντή, σχετικά με θέματα αρμοδιότητας τους...". Περαιτέρω με την ανωτέρω σύμβαση η ενάγουσα - σύμβουλος δεσμεύετο: "1. να προετοιμάσει ένα "Επιχειρησιακό Σχέδιο" για να επισημάνει τα προβλήματα και να προτείνει λύσεις. ...

Παράλληλα θα ασχολείται με την αναδιοργάνωση της εταιρείας, με επιχειρησιακές στρατηγικές για την βελτίωση των πωλήσεων και την εξυπηρέτηση του χρέους, διατηρώντας, όμως, ένα αξιοσέβαστο καθαρό κέρδος. (...) 2. θα έχει δυνατότητα να έλθει σε επαφή με όλες τις πιστώτριες Τράπεζες με σκοπό να επαναδιαπραγματευτεί το τρέχον χρέος (...). 3.

Δικηγόρος θα παρέχει στην Σύμβουλο την απαραίτητη βοήθεια, κατά τις διαπραγματεύσεις με το Ι ΚΑ και τα λοιπά ασφαλιστικά Ταμεία, Εφορία και οποιουσδήποτε άλλους φορείς με σκοπό να μειώσει τα καταλογισθέντα πρόστιμα και να διαμορφώσει ένα λειτουργικό σχέδιο αποπληρωμής των οφειλών.... Η σύμβουλος θα προσλάβει (...) διευθυντή Μάρκετινγκ και Πωλήσεως (...) 6.

Η σύμβουλος θα εξετάσει τη λειτουργία του Νομικού Τμήματος και την αποδοτικότητα του (...) 7. ... Η σύμβουλος θα έχει την δυνατότητα να αναθεωρεί όλες τις λογιστικές διαδικασίες, να εξετάζει και να αναθεωρεί όλους τους εισπρακτέους και πληρωτέους λογαριασμούς καθώς και να επεμβαίνει στα θέματα που αφορούν το προσωπικό και τη μισθοδοσία...

Επίσης αν κρίνει ότι είναι απαραίτητο θα δύναται να προβεί στην εγκατάσταση νέων συστημάτων ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων, να εξετάζει το μάρκετινγκ και τις πωλήσεις, να διαπραγματεύεται τις πληρωμές με τους πιστωτές, να αναθεωρεί την κατάσταση των δανείων, των τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και του ισοζυγίου και της κατάστασης των συμβολαίων, τα οποία δύναται να αναβιώνουν. (...) 8.

Ο χρόνος διαρκείας του συμφωνητικού ορίζεται πενταετής. Υπό την προϋπόθεση της εκτελέσεως των αναφερομένων υπηρεσιών ο "πελάτης" - εναγομένη δεσμεύεται να αποζημιώσει τη "Σύμβουλο" ενάγουσα, κατά τον τρόπο που ορίζεται κατωτέρω: α) μηνιαία αποζημίωση ύψους δέκα εκατομμυρίων δραχμών (10.000.000 δρχ) και επιπλέον ποσοστό 10% επί των καθαρών κερδών της εταιρείας προ φόρων.

Η υποχρέωση του "Πελάτη" για την καταβολή της αποζημίωσης, που συμφωνείται στο παρόν αρχίζει από την υπογραφή του παρόντος (...). β) ένα αυτοκίνητο εταιρεία ... γ) μια πιστωτική κάρτα ... δ) στην περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση πωληθεί η "Σύμβουλος" θα εισπράξει προμήθεια, η οποία θα ανέρχεται σε ποσό ίσο με το 4% του τελικού ποσού, που θα συμφωνηθεί για την πώληση και το οποίο θα καταβληθεί εξ ημισίας από αγοραστή και πωλητή, ε) Περαιτέρω σε περίπτωση σύναψης δανείου η "Σύμβουλος" θα εισπράξει προμήθεια η οποία θα ανέρχεται στο ποσό ίσο με το 2% ετησίως του τελικού ποσού του δανείου. (...)".

Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι, με την υπογραφή της ανωτέρω συμβάσεως από τα πέντε (5) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανατίθονταν ουσιαστικώς ολικά καθήκοντα διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας - εναγομένης στην ενάγουσα. Με το δεδομένο ότι για τη λήψη της ανωτέρω αποφάσεως ήτοι αναθέσεως γενικών καθηκόντων διοικήσεως της εταιρείας σε τρίτο πρόσωπο απαιτείτο συλλογική απόφαση με απόλυτη πλειοψηφία κατά τη διάταξη του άρθρου 11 §4 του καταστατικού από το όργανο, που εκπροσωπεί την εναγομένη, η οποία απόφαση στη συνεχεία θα πρέπει να εγκριθεί και από την Γενική Συνέλευση αυτής, η ανωτέρω απόφαση εγκρίσεως της υπογραφής της επίδικης συμβάσεως είναι απολύτως άκυρη χωρίς να παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν δεσμεύει την εταιρεία - εναγομένη διότι δεν καταρτίστηκε νομίμως ούτε το έγγραφο της υπογράφηκε, μετά από τη λήψη αποφάσεως από το όργανο της διοικήσεως της με νόμιμη συγκρότηση ήτοι από 5 άτομα τουλάχιστον.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η σύμβαση είχε υπογραφεί από την πλευρά της εταιρείας από

πρόσωπο τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Α. Τ., το οποίο κατά το χρόνο της υπογραφής στερούνταν της εξουσίας να την εκπροσωπεί λόγω του ότι δεν ήταν νόμιμη η σύνθεση, κατά τα ανωτέρω, του Διοικητικού Συμβουλίου την 30.3.1998, δεν μπορεί να γίνει λόγος για νόμιμη εξουσιοδότηση του τότε προαναφερόμενου Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου να υπογράψει την ένδικη σύμβαση, όπως ισχυρίζεται τόσο πρωτοδίκως όσο και στο παρόν Δικαστήριο η ενάγουσα - εκκαλούσα.

Εξάλλου τα άλλα (4) πρόσωπα δεν έχουν συμβληθεί στο συμφωνητικό αυτό ως εκπρόσωποι της εναγομένης, όπως ισχυρίζεται τόσο πρωτοδίκως όσο και στον παρόντα βαθμό η εκκαλούσα, αλλά σύμφωνα με την λεκτική διατύπωση της προσθήκης, που έχει τεθεί στο τέλος του κειμένου του επίμαχου συμφωνητικού και μετά τις υπογραφές των προσώπων που φέρονται ως συμβληθέντα αναγράφεται απλώς ότι το εν λόγω συμφωνητικό "προσυπογράφεται" από τα εν λόγω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας.

Δηλαδή οι εκεί υπογραφές έχουν τεθεί όχι ότι εκπροσωπούν την εταιρεία, ιδιότητα που δεν μνημονεύεται στην προσθήκη αλλά στα πλαίσια ατομικής εκ μέρους τους παρασχεθείσης διαβεβαιώσεως προς την ενάγουσα ότι έλαβαν γνώση του συμφωνητικού που είχε ήδη ακύρως συναφθεί και που απλώς προσυπογράφεται από αυτούς.

Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι την εταιρεία εκπροσωπούσε εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο, καθόσον είχαν τεθεί υπόψιν της τόσο τα σχετικά πρακτικά, καθώς και το καταστατικό της εταιρείας, όπως η ίδια ομολογεί με τις αγωγές της και με την υπό κρίση έφεση της. Έτσι, αφού είχε λάβει γνώση του από 13.1.1998 πρακτικού προδήλως είχε λάβει γνώση και των μεταγενεστέρων μεταβολών ήτοι της παραιτήσεως του συμβούλου Σ.Κ.

την 20.03.1998 και του συμβούλου Ι.Κ. Επομένως, εν γνώσει της η ενάγουσα ακύρως συνεβλήθη και δεν μπορεί να ισχυριστεί άγνοια των δεδομένων αυτών ως καλόπιστος τρίτος που συνηλλάγη με την εταιρεία. Ακόμη, η ανωτέρω επίδικη σύμβαση ουδέποτε στη συνέχεια εγκρίθηκε, έστω εκ των υστέρων από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας και τούτο διότι μόλις την 27.04.1998 το Διοικητικό Συμβούλιο εξέλεγε, όπως αυτό φαίνεται στο υπ' αριθμόν 1114/27.04.1998 πρακτικό συνεδριάσεως του, ως συμβούλους προς αντικατάσταση των ανωτέρω ήδη παραιτηθέντων για το υπόλοιπο της θητείας τους, τους 1) Μ.-Γ.

Τ. (ενάγουσα), 2) Α. Σ., 3) Α. Δ. και 4) Α. Δ. και κατέστη έτσι και πάλι εννεαμελές και το οποίο στη συνεχεία συγκροτήθηκε εκ νέου σε σώμα με την ακόλουθη σύνθεση: 1) Μ.-Γ. Τ., Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος, 2) Α. Σ., 3) Α. Δ., 4) Α. Δ., 5) Α. Τ., 6) Σ. Τ., 7) Π. Χ., 8) Θ. Μ. και 9) Σ. Τ. μέλη (ΦΕΚ ΤΑΕ ΕΠΕ 2380/15.05.1998) και ουδέποτε τέθηκε προς έγκριση η ανωτέρω σύμβαση ενώπιον της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας, το οποίο ήταν πλέον απαραίτητο, κατά τα ανωτέρω ήδη αναφερόμενα, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο, διότι επρόκειτο για σύμβαση της εταιρείας με μέλος της διοικήσεως αυτής πλέον, ώστε απαιτούνταν κατά την διάταξη του άρθρου 23α παρ. 2 του ν.2190/1920 σχετική έγκριση από τη Γενική Συνέλευση της εταιρείας επί ποινή ακυρότητας της συμβάσεως".

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι η από 30.3.1998 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης εταιρείας, με την οποία εγκρίθηκε και υπογράφηκε η ένδικη σύμβαση, δυνάμει της οποίας ουσιαστικώς ανατέθηκε η διοίκηση και η εν γένει εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της εναγομένης εταιρείας στην ενάγουσα και περιέχεται στο υπ' αριθ. 111/30.3.1998 πρακτικό αυτού, είναι (αυτοδικαίως) απόλυτα άκυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα ώστε δεν δεσμεύεται η εταιρεία από την υπογραφείσα κατά την ανωτέρω συνεδρίαση σύμβαση, εκ της οποίας η ενάγουσα επιδιώκει την ικανοποίηση και των δύο (2) αγωγικών της αξιώσεων, καθ' όσον συνομολογήθηκε ακύρως και συνεπώς δεν δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη και στη συνέχεια κατ' αποδοχή της σχετικής έκτασης της αναιρεσίβλητης - εναγομένης περί ακυρότητας της από 30.3.1998 απόφαση του Δ.Σ. .....αυτής απέρριψε τις ένδικες αγωγές ως προς την κύρια βάση τους ως ουσία αβάσιμες.

Καταλήγοντας το Εφετείο στο συμπέρασμα αυτό με βάση τις παραπάνω παραδοχές δεν παραβίασε ευθέως με την εσφαλμένη εφαρμογή τους τις προαναφερθείσες διατάξεις στην πρώτη μείζονα σκέψη (πρόταση) αυτού του συλλογισμού, με το να δεχθεί την ακυρότητα της άνω απόφασης της εναγομένης εταιρείας, καθόσον αυτή δεν ήταν νόμιμη και έγκυρη διότι λήφθηκε χωρίς να υπάρχει νόμιμη σύνθεση του Δ.Σ., λόγω παραιτήσεως τεσσάρων μελών του και μη αναπλήρωσης τούτων κατά την συνεδρίαση της 30-3-1998 και περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 11α του καταστατικού της εναγομένης - εταιρείας δεν εγκρίθηκε και από την Γενική Συνέλευση αυτής και εκ του λόγου τούτου αυτή είναι άκυρη και ακόμη όταν στις 27-4-1998 το Δ.Σ.

της εναγομένης κατά την συνεδρίαση του εξέλεξε τους ελλείποντες 4 συμβούλους και μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα και έτσι κατέστει κα πάλι εννεαμελές με νόμιμη σύνθεση, ουδέποτε τέθηκε προς έγκριση η παραπάνω σύμβαση ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης των μετοχών της εναγομένης, διότι επρόκειτο για σύμβαση της εταιρείας με μέλος της διοίκησης αυτής (ενάγουσας) οπότε απαιτούνταν κατά τη διάταξη του άρθρου 23 α § 2 του Ν. 2130/20 σχετική έγκριση από την Γενική Συνέλευση μετόχων της εταιρείας επί ποινή ακυρότητας της συμβάσεως.

Με τις παραπάνω διαπιστώσεις του επίσης το Εφετείο κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και επομένως οι περί του αντιθέτου 1ος και 2ος λόγο αναίρεσης από τους αριθμού 1 εως 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν για την στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν αθροιστικά "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφιο β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί εφόσον όμως αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος γιατί διαφορετικά δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά εφόσον έχουν παραδεκτώς προταθεί στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1846/2005).

Εν προκειμένω ως προκύπτει από την επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των πρωτοδίκων προτάσεων της ενάγουσας, αυτή προέβαλε την αντένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εναγομένης να υποβάλει ένσταση ακυρότητας της από 30.3.1998 συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, την οποία επανέφερε νομίμως και στην κατ' έφεση δίκη.

Για τη θεμελίωση της αντένστασης αυτής επικαλέσθηκε 1) εκπλήρωση στο ακέραιο της απορρέουσας από το 30.3.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως αποκλειστικής διαχείρισης υποχρεώσεως έναντι της εναγομένης εργασθείσας σκληρά και επιτυχώς επί μία διετία για την διάσωσή της, έχουσα την ευθύνη για τη διοίκησή της, με ιδιαίτερα επίμοχθη προσπάθεια που είχε σειρά δυσμενών συνεπειών, όπως να εμφανίζεται στα ποινικά δικαστήρια με την ιδιότητα της κατηγορουμένης για υποθέσεις μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών ή μη εμπρόθεσμα καταβολής δεδουλευμένων (άρθρο 1 ΑΝ 680/1945) αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο καταδίκης σε μεγάλη ποινή λόγω του ύψους των επίδικων ποσών, κατηγορουμένη δηλαδή για πράξεις οφειλόμενες στη δυσπραγία της και μόνη αυτή εμφανιζόμενη για λογαριασμό της με περαιτέρω αποτέλεσμα σημαντικά προβλήματα της υγείας της, στα οποία δεν αναφέρεται λόγω του εντόνως προσωπικού τους χαρακτήρα, β) η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) κατέβαλε μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2000 τα έξοδα διαμονής της στη Θεσσαλονίκη που εδρεύει και επίσης της κατέβαλε την 1.9.2000 με την υπ' αριθ. 2140726/6/9.9/2000 επιταγή της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ το ποσό των 15.000.000 δρχ.

με την αιτιολογία έναντι δαπανών που πραγματοποίησε υπέρ της εναγομένης - εταιρείας και για τις οποίες μέχρι σήμερα δεν έχει αναλάβει τα αντίστοιχα χρήματα από την εταιρεία και έτσι δημιούργησε στην ενάγουσα την πεποίθηση ότι την εξελάμβανε ως συνδεομένη μαζί της με έγκυρη σύμβαση και ότι δεν επρόκειτο να αμφισβητήσει το κύρος της μεταξύ τους συμβάσεως είχε μάλιστα επιδοθεί σ' αυτή (εναγομένη) η από 21.4.2000 εξώδικη δήλωση της με την οποία καθίσταται σαφές ότι επέκειτο η διεκδίκηση εκ μέρους της των απαιτήσεων της, γ) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κατέβαλε εξ ιδίων το ποσό 52.000.000 δρχ.

για να καλύψει έξοδα της εναγομένης, δ) ότι το πρακτικό διορισμού μελών του Δ.Σ. με τον οποίο συνεβλήθηκε, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 16.3.1998 με αποτέλεσμα να είναι σε κάθε περίπτωση καταχρηστική η εκ μέρους της εναγομένης επίκληση της παραίτησης των μελών του Δ.Σ. Στ.Κ., Ι.Κ., Α.Κ. και Μ.Μ.

την 20.3.1998, την 27.3.1998 και την 30.3.1998 (για τους δύο τελευταίους) αντίστοιχα, όταν μάλιστα δεν υπήρξε καμμία άλλη δημοσίευση σχετικά με τη σύνθεση του Δ.Σ. της εναγομένης, στο μέχρι την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως ολιγοήμερο διάστημα και ε) την 16.3.1998 συνήλθε η έκτακτη Γ.Σ. της εναγομένης, με θέμα την έγκριση του επενδυτικού προγράμματος της εταιρείας "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" και την κατάργηση του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων, στην εν λόγω δε Γ.Σ.

άσκησε χρέη Προέδρου της. Το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την αντένσταση αυτή χωρίς να λάβει υπόψη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης τα πιο πάνω υπό τα στοιχεία α, β, γ, δ αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά τα οποία μαζί με εκείνα που λήφθησαν υπόψη είχε προτείνει προς στήριξη της προτεινόμενης αντένστασης του άρθρου 281 ΑΚ η αναιρεσείουσα και τα οποία εάν αποδειχθούν ως αληθή καθιστούν πραγματικά βάσιμη την αντένσταση αυτή.

Συνεπώς το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης και είναι βάσιμος ο 3ος λόγος αναιρέσεως υπαγόμενος στην διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την γνώμη όμως της προεδρεύουσας του Δικαστηρίου τούτου Ρένας Ασημακοπούλου ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι υπό τα εκτεθέντα υπό στοιχ. α, β, γ και δ περιστατικά και το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη περιστατικό το οποίο ελήφθη υπόψη ότι δηλαδή η ενάγουσα " την 16-10-1998 σε έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετοχών της εταιρείας - εναγομένης με θέμα την έγκριση του επενδυτικού προγράμματος της εταιρείας ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ άσκησε χρέη προέδρου της γενικής Συνελεύσεως..." και αληθή υποτιθέμενα, η άσκηση του ειρημένου δικαιώματος της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) να προβάλει ακυρότητα της επίμαχης σύμβασης δεν είναι καταχρηστική δεν ενέχει δηλαδή προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, εν όψει ιδιαίτερα των παραδοχών του Εφετείου ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα0 είχε πλήρη γνώση της ελλιπούς και μη νομίμου συνθέσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και εντεύθεν της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης και των συνεπειών αυτής, καθώς και των έντονων αντιρρήσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που παραιτήθηκαν και β) ότι την 16-10-1998 κατέλαβε τη θέση του Προέδρου στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης "μόνο κατά την έναρξη των εργασίων αυτής, ως προσωρινός πρόεδρος, αντικατασταθείσα στη συνέχεια από τον Π.

Ε., που από τους παρισταμένους και εκπροσωπούμενους μετόχους εξελέγη ως οριστικός πρόεδρος της εν λόγω Συνελεύσεως". Επομένως κατά την μειοψηφούσα γνώμη ο παραπάνω λόγος έπρεπε να απορριφθεί.

ΕΠΕΙΔΗ το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της κρίσης επί της ουσίας της άνω αντενστάσεως, α) το από 25.2.2000 φάξ της εναγομένης προς το ξενοδοχείο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΑΛΛΑΣ" από το οποίο προκύπτει ότι η εναγομένη κατέβαλε μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2000 το ποσό διαμονής της ενάγουσας στη Θεσσαλονίκη και β) την υπ' αριθ. 2140726/6/5.9.2000 επιταγή της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ από την οποία προκύπτει ότι η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα την 1.9.2000 το ποσό των 15.000.000 δρχ. για δαπάνες που έκανε υπερ της εναγομένης, έγγραφα τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε νομίμως η ενάγουσα προς απόδειξη της άνω αντενστάσεώς της. Και τούτο διότι για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα εις ουδεμία μνεία ή σχολιασμό προέβη το Εφετείο όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα παρα την ιδιάζουσα αποδεικτική τους σπουδαιότητα δεδομένου ότι υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό τους μπορούν να χρησιμεύσουν στη συναγωγή τεκμηρίων για την ουσιαστική βασιμότητά της άνω εκ του άρθρου 281 ΑΚ αντενστάσεως της ενάγουσας. Επομένως με το να μη λάβει υπόψη το Εφετείο τα προσκομισθέντα και επικληθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα υπέπεσε στην προσβαλλόμενη από το άρθρο 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο σχετικός εκ του αριθ. 11γ' του εν λόγω άρθρου, 4ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος.

Κατά την γνώμη όμως της προεδρεύουσας του Δικαστηρίου Ρένας Ασημακοπούλου ο λόγος αυτός της αίτησης αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, αφού κατά την προεκτεθείσα γνώμη της μειοψηφίας ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί τα προταθέντα από την αναιρεσείουσα περιστατικά δεν αρκούν για να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ αντένσταση.

Δεδομένου δε ότι η αποδοχή αυτών των λόγων επιφέρει την ολική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι περιττή η έρευνα του λοιπού πέμπτου (5ου) λόγου. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (αρθρ. 176, 183, Κ.ΠΟλ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1735/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας οριζόμενα σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2010 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2010.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ