Legislator Case Law & Legislation
1408/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of 15-year service severance claim due to erroneous legal interpretation.

Case Number 1408/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a claim for severance pay based on fifteen years of service. The plaintiffs argued that the First Instance Court erred in applying the law because the employer was not part of the public sector at the time of their departure, yet they had received a lump sum exceeding the statutory minimum. The Court found the First Instance Court's interpretation of the statutory conditions and the prohibition against double recovery to be flawed, reversing the dismissal and remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 of Law 3198/1955; Art. 6 of Law 2112/1920: The court established that an employee cannot claim both a contractual severance payment and the statutory severance under Law 3198/1955 if the contractual amount exceeds the statutory minimum, and that the statutory conditions for the fifteen-year service benefit depend on the specific nature of the employer at the time of termination.

Keywords

AI generated
severance pay entitlement fifteen year service contractual severance statutory severance double recovery prohibition public sector status appeal against dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 of Law 3198/1955
Art. 6 of Law 2112/1920
Art. 560 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1408 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1408/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου) και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 620/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5623/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-9-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 4-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 8 εδ. α' του Ν.3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 § 1 του Ν.2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 §§ 1 και 2 του αυτού Νόμου.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που συνεχίζει να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65 έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του καθοριζομένου ορίου ηλικίας.

Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του Ν.435/1976 (§ 1) το δεύτερον εδάφ. του άρθρου 8 του Ν.3198/55 το προστεθέν δια της § 4 του άρθρ. 8 του ΝΔ 3789/57 αντικαθίσταται ως ακολούθως: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγηση πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνονται ταύτης παρά του εργοδότου των λαμβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της υπό του νόμου 2112/20 οριζομένης απροειδοποιήτου αποζημιώσεως".

Κατά δε την § 3 του ίδιου άρθρου "Τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 του παρόντος". Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρ. 680 ΑΚ, 3 § 1 Ν.3239/1955, 7 § 2 Ν.1876/1990, 8 § 1 Ν.2112/20) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στη περίπτωση του εδαφ.

α' του παραπάνω άρθρου 8 του Ν.3198/1955, το οποίο, όπως και το ανωτέρω άρθρο 5 (§ 1) του Ν. 435/1976, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής "ως ευνοϊκότεροι όροι νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας.Τέλος, η διάταξη του άρθρου 2 § 2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζει ότι, όταν εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τράπεζα ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις, που επιχορηγούνται από το Κράτος, η οφειλόμενη από το Ν. 2112/1920, όπως ήδη ισχύει, αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δρχ., καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974 στο ποσό των 600.000 δρχ., με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985 στο ποσό των 1.000.000 δρχ. και ανέρχεται ήδη, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990, στο ποσό των 1.500.000 δρχ. Ακολούθως, οι §§ 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του Α.Ν. 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων από το Δημόσιο κ.λ.π." ορίζουν η μεν πρώτη ότι το τιθέμενο από τη διάταξη του άρθρου 2 § 2 του Α.Ν. 173/1967 ως άνω ανώτατο όριο αποζημιώσεως ισχύει για κάθε περίπτωση αποζημιώσεως, που οφείλεται, σύμφωνα με γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, στους αποχωρούντες, απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τραπεζών, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεων, επιχορηγουμένων από το Κράτος, που συνδέονται με αυτά με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καταργουμένης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου, η δε δεύτερη ότι η ισχύς της προηγούμενης παραγράφου ανατρέχει στο χρόνο ενάρξεως της ισχύος του Α.Ν. 173/1967 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο, για το ζήτημα αυτό δε ισχύουν ήδη οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, με τις οποίες έγινε επανοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και ορίστηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο αυτές που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία.

Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ. 618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους και, συνεπώς, υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 § 1 περ.

δ' του Ν. 1892/90. Έγινε δεκτό, όμως, ότι, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου (Oλ ΑΠ 1/2006).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και Αθηνών ΑΕ", που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26-9-1953, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ.2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τραπέζης σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σ` αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους δια τους Διευθυντάς, Υποδιευθυντάς, Συμπράττοντας Υποδιευθυντάς και Τμηματάρχας, β) ...

γ) ... δ) ... Επίσης στο ίδιο άρθρο (26 αριθ. 2δ εδ. β`) ορίζεται και ότι "οι προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας απολυόμενοι δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δικαιούνται και της κατά νόμον αποζημιώσεως". Τέλος, με την από 28-5-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ της Διοικήσεως της εκκαλούσας και του Συλλόγου Υπαλλήλων αυτής, που εγκρίθηκε από το ΔΣ αυτής, "παρεσχέθη η δυνατότητα σε ορισμένους υπαλλήλους να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την υπηρεσία, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, εφόσον υπέβαλαν σχετικές δηλώσεις παραίτησης, το αργότερο έως 28-6-2002, στη Διεύθυνση Προσωπικού της Τράπεζας, οπότε η τελευταία θα τους χορηγούσε, κατ` επιλογήν τους μία από τις κατωτέρω παροχές:

α) προαγωγή στον αμέσως ανώτερο βαθμό του κατεχομένου από τον υπάλληλο με ειδική αρχαιότητα...... β) αποζημίωση ισόποση με τη διαφορά μεταξύ του ποσού το οποίο αποχωρώντας θα λάβουν ως εφάπαξ αποζημίωση από το Ταμείο αυτασφάλισης Προσωπικού ΕΤΕ και εκείνου το οποίο θα ελάμβαναν εάν δεν ίσχυε το προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις ανώτατο όριο (πλαφόν) εφάπαξ αποζημιώσεως η οποία δεν δύναται να είναι κατώτερη του ποσού των 14.700 ευρώ, και ότι οι αποχωρούντες κατ' εφαρμογή της εν λόγω ΕΣΣΕ δεν θα δικαιούνται καμίας άλλης παροχής εκτός της επιλεγείσας μίας και μόνον εκ των προβλεπομένων παροχών.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Η πρώτη ενάγουσα, που γεννήθηκε το έτος 1954, η δεύτερη το 1953, η τρίτη το 1956 και η τέταρτη το 1954, προσλήφθηκαν από την εναγόμενη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στις ...-1-1981 η πρώτη, στις ...-11-1982 η δεύτερη, στις ...-6-1981 η τρίτη και στις ...-11-1982 η τέταρτη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και υπαγόμενες στον Οργανισμό της εναγομένης, υπηρέτησαν έκτοτε συνεχώς μέχρι τις ...-8-2002, οπότε αποχώρησαν με τη συγκατάθεση της εναγομένης.

Συγκεκριμένα, οι ενάγουσες υπέβαλαν τις από ...-6-2002 η πρώτη, ...-6-2002 η δεύτερη, ...-6-2002 η τρίτη και ...-6-2002 η τέταρτη έγγραφες αιτήσεις τους προς την εναγομένη περί υπαγωγής τους στη ρύθμιση της προαναφερόμενης επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας και δήλωσαν ρητώς ότι παραιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας (με λύση της σχέσεως εργασίας από τις ...-8-2002 ), υπό τις οριζόμενες στην από ...-5-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας προϋποθέσεις (ο όρος 2β της οποίας όριζε ποσό όχι μικρότερο των 14.700 ευρώ και ακόμη στον όρο 5 αναφερόταν ότι οι αποχωρούντες δεν δικαιούνται καμίας άλλης παροχής πλην της επιλεγείσας, όπως προαναφέρθηκε), και ότι επιθυμούν να λάβουν το προβλεπόμενο από την ανωτέρω ΕΣΣΕ χρηματικό ποσό αποζημιώσεως.

Η ΕΣΣΕ προέβλεπε αυξημένο ποσό αποζημιώσεως σε περίπτωση υποβολής και αποδοχής αίτησης εθελούσιας εξόδου, το οποίο για τις ενάγουσες ανήλθε στο καθαρό ποσό των 14.700 ευρώ. Η εναγομένη τράπεζα κατόπιν επιλογής των εναγουσών κατέβαλε σ' αυτές την προβλεπόμενη υπό μορφή δανείου παροχή, ήτοι 14.700 ευρώ, με κατάθεση στο λογαριασμό τους στις ....

Η μεταξύ των εναγουσών και της εναγομένης εργασιακή σχέση, η οποία είχε καταστεί αόριστου χρόνου, εφόσον με βάση τον προαναφερόμενο Κανονισμό Εργασίας είχε αναγνωριστεί στις ενάγουσες το δικαίωμα λύσης της εργασιακής τους σύμβασης και πριν από τη λήξη του ορισμένο χρόνου, αφού τίθεται όριο ηλικίας το 62ο έτος για υποχρεωτική έξοδο από την υπηρεσία, λύθηκε στις ...-8-2002.

Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εφόσον η λύση της σύμβασης εργασίας των εναγουσών έγινε (με βάση την από ...ΕΣΣΕ) με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του νόμου 3198/1955, δεδομένου ότι η αποζημίωση που έλαβαν υπερβαίνει το αιτούμενο ποσό των 4.402,05 ευρώ, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, οι δε ενάγουσες, εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, δεν δικαιούνται να αξιώσουν αθροιστικώς πέραν της συμφωνηθείσας και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση.

Αντίθετα δε οι ενάγουσες, πριν την αποχώρησή τους από την υπηρεσία τους, στις άνω έγγραφες δηλώσεις τους προς την εναγομένη ανέφεραν ότι δεν διατηρούν οποιαδήποτε αξίωση κατά της τελευταίας. Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ακολούθως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις ανωτέρω παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραβίασε ευθέως τις άνω διατάξεις, αφού κατά το έτος 2002, οπότε αποχώρησαν οι αναιρεσείουσες από την υπηρεσία τους, η αναιρεσίβλητη δεν υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε το σύνολο ή πλειοψηφία των μετοχών της ανήκε στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, υπολογίζεται δε η αποζημίωση βάσει του συνολικού χρόνου απασχολήσεώς τους και του ύψους των τακτικών αποδοχών τους του τελευταίου προ της αποχωρήσεώς τους μηνός, ενώ οι παροχές που επέλεξαν να λάβουν οι αναιρεσείουσες ταυτίζονται μεν με την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 και του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 και ο μισθωτός δεν μπορεί να αξιώσει αθροιστικά την καταβολή αμφοτέρων, πλην εάν η συμβατική αποζημίωση που καταβλήθηκε είναι μικρότερη της προβλεπόμενης από τις άνω διατάξεις, όπως στην κρινόμενη περίπτωση είναι, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών στην παραδεκτώς επισκοπούμενη αγωγή τους, δικαιούνται να αξιώσουν τη διαφορά της αποζημιώσεως του Ν.2112/1929 και 8 του Ν.3198/1955 και εκείνης που έλαβαν ποσού 14.700 ευρώ, την οποία (διαφορά), κατ' εκτίμηση της αγωγής, ζητούν.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ( και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως κατά προφανή παραδρομή αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως), κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5623/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ