Legislator Case Law & Legislation
1408/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against compensation award due to illegal deduction of lawyer fees from compensation amount.

Case Number 1408/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final compensation award regarding compulsory expropriation. The lower court had set lawyer fees at 3% of the total compensation, which the Supreme Court found violated constitutional principles by effectively reducing the compensation paid to the claimants. Consequently, the court annulled the specific parts of the lower court's decision regarding fee calculation and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17(2) and 17(4) of the 1975 Constitution; Article 17(4) of Law 797/1971: Lawyer fees must be determined independently of the compensation amount to prevent the reduction or 'choking' of the compensation payable to the expropriated party.

Keywords

AI generated
compulsory expropriation lawyer fees calculation compensation reduction constitutional violation remand for retrial legal costs Supreme Court annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 17(2) and 17(4) of the 1975 Constitution
Article 17(4) of Law 797/1971
Article 9(5)(c) of Law 1093/1980
Article 22 of Law 3693/1957
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 9/1996
AP 19/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1408 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1408/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιος Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1. α. ..... β. ...., γ. ....., 2. ....., 3. ......, 4 α. ...., β. ....., 5α. ....,β. ....γ. ..... δ. ..... , 6. ....., 7. ....,, 8. ...., 9. ....,, 10 α. ....,β. ...., 11. ...., 12 α. ....β. ...., 13 α. ....,β...., 14 α. ....,β. ...., γ. ....., δ. ...., 15. Ετερόρρυθμης Βιοτεχνικής Εμπορικής εταιρίας (ΕΒΕΕ) με την επωνυμία ".....", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή αυτής ....., 16. Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία «ΣΝΑΪΝΤΕΡ Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία Παιγνιδίων», και τον διακριτικό τίτλο «ΣΝΑΪΝΤΕΡ ΑΕ», που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του Δ.Σ αυτής ...... και 17. ...... . ΄Ολοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Κουκιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, στην οποία αναφέρει ότι: Α. ο 7ος αναιρεσείων (.....) απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α. .....β. .... και γ. ..... και Β. ο 13ος αναιρεσείων ...... απεβίωσε στις 19-10-2004 και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α. .... β. ..... και γ. ...... , τους οποίους εκπροσωπεί δια πληρεξουσίων εγγράφων.

Του καθού η κλήση - αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, τον Νομάρχη Πιερίας και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με αιτήσεις και ανταιτήσεις για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν λόγω συνάφειας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 421/1999 μη οριστική και 2273/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Δεκεμβρίου 2000 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1048/2003 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 11 Απριλίου 2005 κλήση των αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2001 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παύλου Μεϊδάνη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Το άρθρο 17 παρ.1,2 και 4 του Συντάγματος ορίζει ότι «1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος, 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδεχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση… 4.

Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια … Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Το δε άρθρο 17 παρ.1 του ν.δ. 797/1971 που έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, κατ'άρθρο 29 παρ.2 του ν.2882/2001 αφού το εισαγωγικό της παρούσας δίκης δικόγραφο (αίτηση καθορισμού οριστικής αποζημίωσης) έχει κοινοποιηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ορίζει ότι ο προσδιορισμός της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ερμηνευόμενης ενόψει της ως άνω διάταξης του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει ότι «παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του…».

αντικείμενο της δίκης του καθορισμού αποζημίωσης είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτρίωσης αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη.

Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου, σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι ανίσχυρος, ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, υποβαλλομένου αιτήματος στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης περί αναγνώρισης του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό ότι δεν ήταν ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούτο σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή:

α) τη χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου β) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημίωσης γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτου απαλλοτριούμενου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και εντεύθεν την υποχρέωση ή μη της συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτρίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 3 του ν.653/1977 και δ) το αίτημα περί της δικαστικής δαπάνης (Ολ ΑΠ 10 και 11/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και έβδομο λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την, εκ των συμπροσβαλλομένων, 421/1999 μη οριστική απόφαση του, ότι στη δίκη που διεξάγεται κατά την ειδική διαδικασία του ν.δ.797/1971 για τον προδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων που απαλλοτριώνονται αναγκαστικά για τη διάνοιξη των εθνικών οδών, το δικαστήριο περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, χωρίς να μπορεί να εξετάσει την ύπαρξη και έκταση της υποχρέωσης των ιδιοκτητών των παρόδιων ακινήτων που ωφελούνται από τη διάνοιξη για συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης, ότι αυτοί δεν ωφελούνται από την ένδικη απαλλοτρίωση και ότι το τεκμήριο του άρθρου 1 παρ.1 και 3 του ν.653/1977 είναι αμάχητο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Και οι δύο αυτοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο δεν διέλαβε στην ως άνω απόφασή του ότι οι αιτούντες, ως παρόδιοι ιδιοκτήτες διανοιγόμενης εθνικής οδού, ωφελούνται ή βλάπτονται αμαχήτως από την κηρυχθείσα, το έτος 1996, ένδικη απαλλοτρίωση.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4, του ν.δ. 797/1971, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδι8αίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με το ν.2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει ηυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. 'Ελλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται το αναγνωριζόμενο από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του ν.δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της αποζημίωσης και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου και επομένως η περιουσία του θα παρέμεινε χωρίς αποκατάσταση. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημίωσης είναι απότοκο της εφαρμογής της ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι «δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτέλεσης του έργου».

Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριούμενου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και όχι μετά την εκτέλεση του έργου. Ενώ αντιθέτως η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παρ.4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του, και μετά την εκτέλεση του έργου δι'ο η απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 31/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την συμπροσβαλλόμενη 421/1999 μη οριστική απόφασή του, κατά το μέρος που οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες δικαιούχοι της αποζημιώσεως ζήτησαν :α) τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τη μείωση της αγοραίας και εμπορικής αξίας των κτισμάτων και εγκαταστάσεων που βρίσκονται στα τμήματα των ακινήτων που απομένουν εκτός της απαλλοτριώσεως, για δαπάνες και κατασκευές στα ίδια τμήματα, για διαφυγόντα κέρδη, λόγω πρόσκαιρης ή οριστικής δυσχέρειας στην εκμετάλλευση των εκτός της απαλλοτριώσεως ακινήτων ή επιχειρήσεων, καθώς και για δαπάνες μεταφοράς και μετεγκαταστάσεως επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, απέρριψε τις αιτήσεις τους ως μη νόμιμες, γιατί οι ζημίες αυτές από το είδος του έργου που εκτελέστηκε δεν συνάπτονται άμεσα με την αξία των ακινήτων που απαλλοτριώνονται, ούτε αποτελούν προσαύξηση της αξίας των ακινήτων που πρέπει να αποζημιωθεί.

Εξάλλου δε το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη 2273/2000 οριστική απόφασή του δεν εξέτασε τις πιο πάνω αιτήσεις, ως μη νόμιμες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, 1 παρ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 13 παρ.2 και 4 του ν.δ. 797/71 και συνεπώς οι σχετικοί δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης κατά το πρώτος μέρος τους από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

Περαιτέρω οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα, ήτοι τους διαλαμβανόμενους στους αμέσως προηγούμενους τρεις λόγους αναίρεσης ισχυρισμούς για θετικές και αποθετικές ζημίες, που αποτελούσαν αιτήματα για τις δαπάνες και κατασκευές στα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των επιχειρήσεών τους, και για την αποκατάσταση της λειτουργικότητάς τους και της απ' ευθείας πρόσβασης και επικοινωνίας με την Εθνική οδό, γιατί μετά την απαλλοτρίωση έγινε «κλειστή οδός», είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, μετά την ως άνω βασιμότητα των ίδιων λόγων αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος τους.

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή ή την αίτηση, όχι όμως και οι επουσιώδεις ισχυρισμοί που δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αόριστοι ισχυρισμοί.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους 4Α, 6Β, 6Γ, 6Δ, 6Ε, 6ΣΤ, 6Ζ και 6Η λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι κατά τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα ως προταθέντα «πράγματα». 'Όπως, όμως, προκύπτει από την από 10-6-1998 αίτηση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, οι εν λόγω αιτούντες σχετικά με τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων (σελ. 20 κεφ.

Δ') ισχυρίστηκαν τα εξής : «Πολλά από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται ανάμεσα στην Ε.Ο και στην σιδηροδρομική γραμμή του ΟΣΕ. Πριν από την απαλλοτρίωση τα τεμάχια αυτά είχαν αρτιότητα και οικοδομησιμότητα. Μετά την απαλλοτρίωση όμως χάνουν την αρτιότητα… Παράλληλα όμως και ως αγροί δεν είναι πλέον εκμεταλλεύσιμοι διότι :

α) το ελάχιστο βάθος τους σε συνδυασμό με το σχήμα τους καθιστούν αδύνατη ή μη συμφέρουσα τη μηχανική εκμετάλλευση… θα πρέπει να αποζημιωθούν ως εξής : Από 100 τ.μ. έως 4.000 τ.μ. σε 100% της αξίας τους». 'Ετσι προβαλλόμενος ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένα ποια είναι τα πολλά αυτά απαλλοτριούμενα ακίνητα, ποια τεμάχια είχαν αρτιότητα και ποιο το βάθος και σχήμα των αγρών.

Επομένως το Εφετείο με το να μην απαντήσει στον ως άνω αόριστο ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

IV.- Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την συμπροσβαλλόμενη 2273/2000 οριστική απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ότι τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των αναφερόμενων ακινήτων δεν υπέστησαν καμίαν μείωση της αξίας των λόγω της κατατμήσεως, καθόσον: α) όσα μεν κείνται στην αριστερά πλευρά της εθνικής οδού Κατερίνης-Λαρίσης με κατεύθυνση προς Λάρισα και δεν έχουν ανεγερθεί σ' αυτά οικοδομές, ήσαν και προ της απαλλοτριώσεως μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, ενώ τα υπόλοιπα έχουν κτισθεί και έχουν καλύψει τον συντελεστή δομήσεως επί τη βάσει πολεοδομικών διατάξεων, οι οποίες ίσχυαν πριν από το έτος 1993, β) όσα δε κείνται στην δεξιά πλευρά της εθνικής οδού, έχουν ήδη κτισθεί όσα ήσαν άρτια και οικοδομήσιμα και έχει καλυφθεί ο συντελεστής δομήσεως πριν από την κήρυξη της απαλλοτριώσεως ή εν πάση περιπτώσει ήσαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα προ της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως και δεν κατέστησαν τοιαύτα συνεπεία αυτής.

Για τον λόγο αυτό τα σχετικά αιτήματα των λοιπών αιτούντων, τα οποία με την προδικαστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου είχαν κριθεί ως νόμιμα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Οι αναιρεσείοντες, όμως, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., προβάλλουν την αιτίαση ότι είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές οι πιο πάνω αιτιολογίες.

Έτσι προβαλλόμενος ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η επικουρική αιτιολογία «εν πάση περιπτώσει ήσαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα προ της κηρύξεως της απαλλοτριώσεως και δεν κατέστησαν τοιαύτα συνεπεία αυτής», επαρκώς στηρίζει την απόρριψη, του ανωτέρω αιτήματος για τα ακίνητα αυτά, κατ' άρθρο 13 παρ.2, 3 ν.δ. 797/71, αφού δεν κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα συνεπεία της απαλλοτριώσεως.

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 10, που μόνο αριθμητικά αναφέρεται, χωρίς να εξειδικεύεται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Τέλος ο ίδιος λόγος αναίρεσης , από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο «δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα, όπως τις πραγματογνωμοσύνες των πραγματογνωμόνων ....., ...., ....., .....

και .....", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν είναι «πράγματα».

V.- Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Κατά δε την παράγραφο 4 εδάφιο τελευταίο του ίδιου άρθρου η αποζημίωση δεν υπόκειται ως τοιαύτη, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος, Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μην φαλκιδευθεί και να περιέλθει στον δικαιούχο ακέραιη.

Περαιτέρω με το άρθρο 17 παρ.4 του ν. δ. 797/1971 «περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων», όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το 1 του ν.δ. 446/1974, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση… Όμοια ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.5 του νόμου 1093/1980.

Με τις νεότερες διατάξεις των παραγράφων 1, 1α και 6 του άρθρου 9 του νόμου 1093/1980, η δεύτερη των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του νόμου 1868/1989, ορίστηκε : 1) ότι οι αμοιβές των δικηγόρων των διαδίκων, που αξιώνουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, εμπίπτουν στους διανεμητικούς λογαριασμούς που συστήθηκαν στους κατά τόπους Δικηγορικούς Συλλόγους με το άρθρο 161 παρ.7 του Κώδ.

Δικηγόρων, που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ.2 του νόμου 723/1977, 2) ότι το δικαστήριο, με την ίδια απόφαση με την οποία ορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζει και την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, όχι βάσει της κατά τα άρθρα 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενης νόμιμης αμοιβής, αλλά με βάση το ποσοστό που καθορίζεται για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και 3) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφείλουν να παρακρατούν από το ποσό της αποζημίωσης, το ποσό της αμοιβής που προκύπτει με βάση το ως άνω ποσοστό, ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, και να το αποδίδουν στο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο ανήκει ο δικαιούχος δικηγόρος.

Ενόψει όμως της ως άνω συνταγματικής αρχής η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το δε ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ' ού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει, άρα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 Κ.Πολ.Δ.), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως και εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της.

Πρέπει συνεπώς να επιδικάζονται εις βάρος του υποχρέου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης. Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ' αυτόν συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων (άρθρα 100 επ.).

Διότι αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Για το λόγο αυτό κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής αφενός δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με τον δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφετέρου το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό (Ολομ. ΑΠ 9/1996), ούτε σε μείωση ή περιορισμό, κατά το άρθρο 22 του νόμου 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Για τον ίδιο λόγο δεν επιτρέπεται να ορισθεί ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης ποσό άλλο, και μάλιστα βάσει ποσοστού επί της αποζημίωσης το οποίο ορίζεται, κατά Δικηγορικό Σύλλογο, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό να αφαιρεθεί από την καταβλητέα στο δικαιούχο αποζημίωση και να περιέλθει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για να διανεμηθεί στα μέλη του.

Διότι έτσι το ποσό της αποζημίωσης φαλκιδεύεται αφού ο καθ' ου η απαλλοτρίωση επιβαρύνεται με τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής, που αναγκαίως θα πληρώσει στον δικηγόρο του, και εκείνης που προκύπτει βάσει του κανονιστικώς προβλεπομένου ποσοστού, η οποία και παρακρατείται (Ολ.ΑΠ 19/2000).

Εν προκειμένω το Εφετείο, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα απομένοντα τμήματα, ακολούθως αφενός μεν συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας των, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.4 ν.δ. 797/71 και 22 ν. 3693/1957, αφετέρου δε προσδιόρισε τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημιώσεως διαδίκων σε ποσοστό 3% επί του συνόλου της αποζημιώσεως, η οποία αναλογεί υπέρ των εντολέων των, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.5 εδ. γ' ν. 1093/1980.-΄Ετσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 4 του Συντάγματος 1975 και άρθ. 17 παρ.4 ΝΔ 797/1971 όπως αντικαταστάθηκε από το ΝΔ 446/1974.

Συνεπώς κρίνεται βάσιμος ο όγδοος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην συμπροσβαλλόμενη 2273/2000 οριστική απόφαση η αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθούν οι συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις κατά τα ως άνω μέρη τους και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρα 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις με αριθ.421/1999 και 2273/2000 μη οριστική και οριστική, αντίστοιχα, αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη τους.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 27 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ