Legislator Case Law & Legislation
1407/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling appeal arguments lack substantive impact on case outcome.

Case Number 1407/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a labor contract dispute. The appellant argued the termination was abusive and lacked legal basis, while the opposing party maintained the dismissal was justified. The court rejected the appeal because the appellant failed to demonstrate that the contested evidence or procedural errors substantially influenced the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 163, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove that the contested judgment contains errors of fact or law that have a decisive influence on the outcome of the case.

Keywords

AI generated
labor contract termination abusive dismissal appeal admissibility substantive impact Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 163, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1407 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1407/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα - Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Χ. του Γ., κατοίκου Χ. Α., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Καλαντζάκου και διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Ρουπακιώτη που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΠΑΠ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικολάου Σακαλή και Κωνσταντίνου Καρβουναρίδη - Καρύδη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 285/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1132/2019 μη οριστική και 5652/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η εμπροθέσμως ασκηθείσα από 4-1-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της 5652/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 10-2-2014 έφεση της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας κατά της με αρ. 285/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 8-4-2013 αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης - αναιρεσιβλήτου και με την οποία η πρώτη, επικαλούμενη την μεταξύ αυτής και της δεύτερης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία η τελευταία κατήγγειλε αναίτια, ζήτησε, 1) να αναγνωριστεί ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και καταχρηστική, γιατί α) έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, β) δεν της καταβλήθηκε η εκ του νόμου προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης και γ) έγινε καθαρά για λόγους εκδίκησης συνεπεία της υπ' αυτής διεκδίκησης τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες της.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα που είναι αρχιτέκτων - μηχανικός, συνεβλήθη μετά της εναγόμενης ανωνύμου εταιρείας: 1) στις 19/5/2005 με σύμβαση διάρκειας 3 μηνών, 2) στις 19/8/2005 με σύμβαση διάρκειας 6 μηνών, 3) στις 20/2/2006 με σύμβαση διάρκειας 12 μηνών, και 4) στις 20/2/2007 με σύμβαση διαρκείας 12 μηνών.

Οι ως άνω συμβάσεις δεν αποτελούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αλλά συμβάσεις παροχής των επαγγελματικών υπηρεσιών της ενάγουσας, ως μηχανικού στην Τεχνική Υπηρεσία της εναγόμενης είτε στα κεντρικά γραφεία αυτής, είτε όπου αλλού συμφωνηθεί, να προβαίνει εντός του πλαισίου των καθηκόντων της, στην εκπόνηση και στον έλεγχο μελετών, στην παρακολούθηση και στην υποστήριξη, του έργου της βελτιώσεως της υποδομής των πρακτορείων ΠΡΟ-ΠΟ και Ο.Π.Α.Π.

Α.Ε. Το ότι οι ως άνω συμβάσεις δεν είχαν το χαρακτήρα και τα γνωρίσματα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, προέκυπτε τόσον από αυτές τούτες τις ως άνω συμβάσεις, όσον και από όρους κάτω από τους οποίους προσέφερε, εν τοις πράγμασι, τις υπηρεσίες της η ενάγουσα. Έτσι, δεν υπήρχε υποχρέωση της ενάγουσας για προσφορά της εργασίας της σε συγκεκριμένο τόπο, ούτε για την τήρηση συγκεκριμένου ωραρίου και την υποχρέωση σημάνσεως της αφίξεως και της αναχωρήσεώς της στην εργασία και ούτε ο αντίστοιχος εργοδοτικός έλεγχος και η προσωπική και νομική εξάρτηση που υφίσταται από την πλευρά του εργοδότη ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεως της εργασίας στην περίπτωση της εξαρτημένης εργασίας.

Αντιθέτως, η ενάγουσα παρείχε τις επαγγελματικές της υπηρεσίες ως αρχιτέκτων - μηχανικός στην εναγομένη, χωρίς να εξαρτάται προσωπικά ή νομικά από την τελευταία. Τούτο εξάλλου προκύπτει και από το άρθρο 7 των ως άνω συμβάσεων που ρητά προέβλεπε ότι οι συμβάσεις αυτές δεν αποτελούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το βιογραφικό σημείωμα της ενάγουσας στο οποίο αναφέρει ότι κατά τα έτη 2003-2007 υπήρξε βασικό στέλεχος της Δ.ΕΠ.Α.ΝΟ.Μ. που είναι εταιρεία του Υπουργείου Υγείας με την ιδιότητα της Αρχιτέκτονος και επιβλέπουσας μηχανικού σε νοσοκομεία και κέντρα υγείας που κατασκευάζονται σε όλη τη χώρα, ως υπεύθυνη των έργων με ρόλο ελέγχου μελετών, επίβλεψης κατασκευής και διαχείρισης μέχρι την οριστική παραλαβή.

Τούτο δε, αποδεικνύεται και από την με ημερομηνία 29/1/07 βεβαίωση της ΔΕΠΑΝΟΜ Α.Ε. Περαιτέρω, στις 6/7/2007 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας διάρκειας 4 ετών, δια της οποίας ανατέθηκαν στην ενάγουσα καθήκοντα Αναπληρώτριας Διευθύντριας Εκτέλεσης Έργων και ρυθμίστηκαν οι συνθήκες απασχόλησης κλπ.

Στη συνέχεια με την από 19/1/2009 τροποποίηση συμβάσεως εργασίας, η ενάγουσα ανέλαβε τη θέση της Διευθύντριας Μελετών και Διαχείρισης Τεχνικών Έργων. Ακολούθως, με το από 11/11/2010 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της σύμβασης εργασίας οι διάδικοι έλυσαν αζημίως την από 6/7/2007 σύμβαση εργασίας (συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων αυτής), υπογράφοντας την από 11/11/2010 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα ορίσθηκε ως η Προϊσταμένη της Διευθύνσεως Μελετών και Διαχειρίσεως Τεχνικών Έργων.

Με την ως άνω σύμβαση ρητώς συμφωνήθηκε ότι η παροχή της εργασίας της στην εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζεται ως προϋπηρεσία της και προσμετράται για την εξεύρεση του χρόνου παροχής των υπηρεσιών της στην εναγόμενη. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του Κανονισμού εργασίας της εναγόμενης ανωνύμου εταιρείας : "Οι συμβάσεις εργασίας του τακτικού προσωπικού είναι αορίστου χρόνου και μπορούν να λυθούν με καταγγελία εκ μέρους της Εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".

Περαιτέρω, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης που ελήφθη στις 8/2/2013 απεφασίσθη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας, η οποία έγινε εγγράφως στις 12/2/2013 και κατεβλήθη η νόμιμη αποζημίωση της (βλ. και την από 12/2/2013 απόδειξη εισπράξεως) με συνέπεια την απόλυση της ενάγουσας.

Η ως άνω καταγγελία δεν είναι άκυρη, αφού δεν απεδείχθη ότι έγινε από εκδικητικότητα, όπως - αβασίμως - ισχυρίζεται η ενάγουσα, καθόσον, δεν απεδείχθη ότι τελευταία διεκδικούσε κάποια εργασιακά δικαιώματά της και γι' αυτό μπήκε στο στόχαστρο της εργοδοσίας με συνέπεια να την απολύσει ενεργώντας εκδικητικά.

Εξάλλου δεν απεδείχθη καμία έγγραφη διαμαρτυρία της κατά τη διάρκεια που εργαζόταν στην εναγόμενη, ούτε προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας. Όσον αφορά δε, τις προστριβές της με τον Γενικό Διευθυντή της εναγομένης (Ε.. Κ.), ο οποίος άλλωστε δεν ήταν εκπρόσωπος της εναγομένης, ούτε καν μέλος του Δ.Σ. αυτής, οποιαδήποτε δε διαφωνία κατά τη συνεργασία τους ελύετο, όπως είναι φυσικό με την υπερίσχυση της γνώμης του Γενικού Διευθυντή της εναγόμενης ο οποίος ήταν προϊστάμενος της, ως ιεραρχικώς ανώτερος και ως έχων τον γενικό συντονισμό όλων των Διευθύνσεων της εναγόμενης και συνεπώς, αλυσιτελώς προβάλλεται ο λόγος αυτός ως αιτία δήθεν εκδικητικής απόλυσης σε βάρος της, αφού όπως συνομολογεί και η ενάγουσα, οι διαφωνίες της με τον ως άνω Γενικό Διευθυντή, ελύοντο με την υιοθέτηση της απόψεως του Γενικού Διευθυντού και έτσι η εναγόμενη ως εργοδότρια και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής δεν εμπλέκετο στις διαμάχες αυτές.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε , αφού η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που αποτελεί δικαίωμα της εναγομένης και δεν απέδειξε η ενάγουσα ότι εγένετο από εμπάθεια, μίσος, έχθρα ή εκδικητικούς λόγους, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα της ενάγουσας και ο συναφής λόγος εφέσεως (να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας), ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και το αίτημα περί ακυρότητας της καταγγελίας, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως, για το λόγο ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε ολόκληρη τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, συνυπολογίζοντας και το χρονικό διάστημα από 19/5/2005 έως 5/7/2007, καθόσον ως ανωτέρω απεδείχθη, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δεν υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων.

Περαιτέρω, από τον έκτακτο έλεγχο που διενήργησε το Μάρτιο του 2012 η εναγομένη για το χρονικό διάστημα από το 2009 και εντεύθεν, αναθέτοντας 1) στην εταιρεία PWC, την επισκόπηση των διαδικασιών επί των διαγωνισμών για την ενιαία εταιρική εικόνα των πρακτορείων της ΟΠΑΠ Α.Ε. και 2) στον εξωτερικό τεχνικό σύμβουλο, ήτοι, την εταιρεία Π.Β. engineering Π.

Β., δειγματοληπτικό έλεγχο με σκοπό την αντιπαραβολή των επιμετρήσεων με τις ήδη πραγματοποιηθείσες σε πρακτορεία στα οποία είχε ολοκληρωθεί το έργο της εφαρμογής της ενιαίας εταιρικής εικόνας διαπιστώθηκαν (βλ. και από 18/6/2012 έκθεση εκτάκτου ελέγχου) αποκλίσεις στις προσμετρήσεις των μεταλλικών επενδύσεων στις όψεις των πρακτορείων μεταξύ των εξωτερικών μηχανικών και των φύλλων ελέγχου όπου αναφέρονται τα τ.μ.

της Διακήρυξης των Μηχανικών της Διεύθυνσης Μελετών και Διαχείρισης Τεχνικών Έργων/Ποσοτήτων Διακήρυξης. Εξάλλου, στις 18/9/2012 συγκροτήθηκε με απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης Τριμελής Επιτροπή με σκοπό την περαιτέρω διερεύνηση των αποτελεσμάτων του εκτάκτου ελέγχου της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της ΟΠΑΠ Α.Ε., αναφορικά με τους πραγματοποιηθέντες διαγωνισμούς-έργα που αφορούν την εφαρμογή της ενιαίας εταιρικής εικόνας στα πρακτορεία της ΟΠΑΠ Α.Ε.

και συνέταξε τη σχετική έκθεση κατά την οποία διαπίστωσε σημαντική ζημία της εναγομένης και ευθύνη της ενάγουσας, ποσού 493.313,65 ευρώ. Πλην όμως, η εναγομένη, χωρίς να κοινοποιήσει ουδέν εκ των ανωτέρω ελέγχων στην ενάγουσα, κατήγγειλε αναιτιωδώς κατά τα προαναφερόμενα και εγκύρως, όπως είχε δικαίωμα, τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας στις 12/2/2013 και της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση της ποσού 23.422 ευρώ, την οποία η ενάγουσα εισέπραξε, λυθείσης αυθημερόν της ως άνω συμβάσεως εργασίας της.

Περαιτέρω, η εναγόμενη μετά τη λύση της ενδίκου συμβάσεως με το από 14/2/2013 έγγραφο της προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, διεβίβασε την από 18/9/2012 έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής διερεύνησης αποτελεσμάτων εκτάκτου ελέγχου μετά των συνημμένων εγγράφων και η υπόθεση διεβιβάσθη στον Πταισματοδίκη Αθηνών (23 ο προανακριτικό τμήμα) για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως (βλ.

και το υπ' αριθμ. πρωτ. ... από 29/8/2013 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ομοίως, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε, κατά τα προαναφερθέντα την έφεση της αναιρεσιβλήτου - εναγομένης, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ήδη η αναιρεσείουσα - εναγομένη προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις ακόλουθες αιτιάσεις:

Α. με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, 1) με το πρώτο σκέλος αυτού, την από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη α) τον Κανονισμό της Εταιρείας και β) την από 11-11-2010 σύμβαση εργασίας, από τα άρθρα 9 και 11 των οποίων, αντιστοίχως, προκύπτει συνδυαστικά ότι η σύμβαση εργασίας αυτής μπορούσε να καταγγελθεί μόνο με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τη σχετική (πρώτη σελίδα του 4ου φύλλου της απόφασης) βεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες αυτής, που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα επικαλούμενα, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα, αλλά κατέληξε σε αντίθετο με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποδεικτικό πόρισμα, συνεκτιμώντας αυτά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, 2) με το δεύτερο σκέλος αυτού, την από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα-ενάγουσα αγωγικό της ισχυρισμό, που επανέφερε και ενώπιόν του με λόγο εφέσως, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την εναγομένη είναι άκυρη, επειδή απαιτείτο η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, εξαιτίας του όρου 11 αυτής, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του Κανονισμού της εναγομένης -αναιρεσίβλητης, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απερρίφθη με την αντίθετη παραδοχή του, 3) με το τρίτο σκέλος αυτού, την από τον αριθμό 1 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...και ειδικότερα ότι κατά την απόρριψη του προαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας-εναγομένης περί ακυρότητος της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως παρέλειψε να εφαρμόσει, παρότι όφειλε, τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173, 200 ΑΚ, εφόσον δέχθηκε πως επί της ένδικης σχέσης εφαρμοζόταν η από 11-11-2010 σύμβαση εργασίας και ο Κανονισμός Εργασίας της αναιρεσίβλητης, τα οποία περιέχουν αντίθετες διατάξεις σχετικά με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού αυτής.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανελεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας των όρων της από 11-11-2010 συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας και ειδικότερα του όρου 11 αυτής, σχετικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι με αυτόν προβλέπεται η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αυτής μόνο σε περίπτωση υπάρξεως σπουδαίου λόγου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ώστε να έπρεπε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στο σκέλος αυτό του αναιρετικού λόγου αιτιάσεις, σχετικά με την, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ερμηνεία και το νόημα του ως άνω όρου, αλλά και την αληθή βούληση των συμβληθέντων μερών, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς το σαφές περιεχόμενο του ανωτέρω όρου και συνακόλουθα ως προς τη μη συνδρομή κενού ή ασάφειας, και επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες, 4) με το τέταρτο σκέλος του αυτού λόγου, τις από τους αριθμούς 19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι α) η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθόσον από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν καθόλου τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα:

Ενώ "η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται κατ' επανάληψη και εκτενέστατα στις προτάσεις της, ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, ότι απολύθηκα για το "σπουδαιότατο", όπως τον χαρακτηρίζει, λόγο, ότι δήθεν παραβίασα, επί ζημία της εταιρείας τις εντολές της ή άλλως τους κανόνες της κατασκευαστικής τέχνης......Παρ' όλα αυτά η αναιρεσιβαλλομένη εξαντλείται στις παρυφές του ζητήματος συνδρομής ή μη σπουδαίου λόγου, χωρίς να αναφέρει οποιεσδήποτε αιτιολογίες, υπό την έννοια πως δεν αναφέρει στην ελάσσονα πρόταση οποιοδήποτε πραγματικό περιστατικό ή παραδοχή, βάσει των οποίων κατέληξε στην κρίση περί του εγκύρου της καταγγελίας χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου...." στερούμενη έτσι νομίμου βάσεως, λόγω ελλείψεως παντελώς αιτιολογιών, ως προς την κρίση της ότι η καταγγελία είναι έγκυρη χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, άλλως ουδόλως έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητη, ότι η καταγγελία έγινε πράγματι για σπουδαίο λόγο, που ασκεί αναμφίβολα επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς το σκέλος αυτό, είναι προεχόντως αόριστος, δοθέντος ότι για μεν την πληρότητα της πρώτης επικαλούμενης πλημμέλειας δεν αναφέρεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη την οποία το Εφετείο παραβίασε κατά την εφαρμογή της εκ πλαγίου, για δε την πληρότητα της δεύτερης επικαλούμενης πλημμέλειας δεν αναφέρεται ότι ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας επικαλέστηκε τη δικαστική ομολογία της αναιρεσιβλήτου-εναγομένης με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις της.

Σε κάθε περίπτωση, ενόψει των σαφών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της, ότι δηλαδή α) η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, είναι σύβαση αορίστου χρόνου β) η καταγγελία της συμβάσεως αυτής είναι αναιτιώδης και είναι έγκυρη, καθόσον για το κύρος αυτής δεν είναι απαραίτητο να υφίσταται σπουδαίος λόγος γ) καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως και περαιτέρω δ) δεν είναι καταχρηστική, αφού δεν έγινε από λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας της εναγομένης προς την ενάγουσα, το Εφετείο δεν όφειλε, ούτε ήταν αναγκαίο, να ερευνήσει τους ισχυρισμούς της εναγομένης περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την υπ' αυτής γενομένη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας.

Συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλονται οι ως άνω αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και κατά το σκέλος του αυτό ο ερευνώμενος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Β. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η υπό της εναγομένης γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αυτής, δεν είναι καταχρηστική ως ασκηθείσα από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως εξαιτίας των προστριβών της ιδίας με το Γενικό Διευθυντή της εναγομένης Ε.

Κ., ο οποίος ως εκ της θέσεώς του, διέθετε αποφασιστική δυνατότητα στο περιβάλλον της εργοδότριας-εναγομένης, είναι δε κοινώς γνωστό ότι οι εισηγήσεις προσώπων, στα οποία έχει ανατεθεί η άσκηση εποπτείας από τον εργοδότη, όπως εν προκειμένω, ασκούν επίδραση στην υπ' αυτού λήψη αποφάσεων, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 β και 19 του KΠολΔ, διότι α) κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υπήγαγε τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά στις διατάξεις των άρθρων 57, 281, 334, 648, 652, 653 ΑΚ,5 παρ. 1 του Συντάγματος και β) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες κατά την εφαρμογή των αυτών ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, εφόσον δεν αιτιολογεί πως είναι δυνατό να μην επηρεάζει τη Διοίκηση σε αποφάσεις, όπως αυτή της απόλυσής της, η ιδιότητα του Ε.

Κ. ως Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο, όπως εκθέτει στην αγωγή της και το προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο, υπήρχαν προστριβές. Ο λόγος αυτός, α) κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ. β' KΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, καθόσον η πλημμέλεια αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας λόγω εμπάθειας και εκδικητικότητας από τα όργανα διοίκησης της εναγομένης και τα πρόσωπα εμπιστοσύνης της διοίκησης αυτής, όπως ο Γενικός Διευθυντής Ε.

Κ., οι μετά του οποίου επικαλούμενες προστριβές, δεν αποτέλεσαν, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου, αιτία εκδικητικής απόλυσης της αναιρεσείουσας, η οποία συνομολογεί ότι επιλύοντο πάντοτε με την υιοθέτηση της άποψης του Γενικού Διευθυντή, ο οποίος είχε και την ευθύνη του γενικού συντονισμού όλων των Διευθύνσεων της εναγομένης, χωρίς καμία εμπλοκή των οργάνων διοίκησης αυτής, β) κατά το σκέλος του με το οποίο υπό την επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, έλλειψη νόμιμης βάσης με την μορφή της ελλείψεως αιτιολογιών, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθόσον, όπως προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου, δεν υφίσταται παραδοχή αυτής περί εμπάθειας ή εχθρικής συμπεριφοράς του Ε.

Κ. προς το πρόσωπο της αναιρεσείουσας, ώστε να υφίστατο περίπτωση ανάγκης αιτιολογίας για το αν αυτός υπό την ως άνω ιδιότητά του επηρέασε ή όχι την απόφαση της διοίκησης της εναγομένης περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αυτής. Γ. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, "ενόψει ότι η αναιρεσίβλητη, ισχυρίζεται κατ' επανάληψη στις προτάσεις της και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πως δήθεν κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας, για "σπουδαιότατο λόγο", συνιστάμενο στην πρόκληση μεγάλης ζημίας σε βάρος της περιουσίας της κατά παράβαση των διατάξεων περί εντολής", προβάλλονται οι ακόλουθες αιτιάσεις: 1) με το πρώτο σκέλος αυτού, η από τον αρ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το υπ' αυτής ενώπιόν του προσκομισθέν με επίκληση με αριθμό 1830/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε μετά την άσκηση της εφέσεως, και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της για την πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση, η οποία φέρεται να είχε τελεσθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια προσφοράς των υπηρεσιών της σε αυτήν, για την απόδειξη του περί ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της εναγομένης, ισχυρισμού της, β) με το δεύτερο σκέλος αυτού, ότι "και αν υποτεθεί ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω βούλευμα, με βάση τις αιτιολογίες του οποίου δεν συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας (κατηγορουμένης) ο απαιτούμενος δόλος για η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απιστίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος της αναιρεσίβλητης, το δικαστήριο της ουσίας, αγνόησε τον 11ο όρο της σύμβασης αυτής και το άρθρο 9 του Κανονισμού Εργασίας, απέφυγε τον έλεγχο μεγάλου όγκου αποδεικτικών στοιχείων τα οποία η ίδια προσεκόμισε, μεταξύ των οποίων και ένορκες βεβαιώσεις, προς αντίκρουση του ανωτέρω ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί δήθεν πρόκλησης απ' αυτήν ζημίας κατά την προσφορά των υπηρεσιών της ως Διευθύντριας Μελετών και Διαχείρισης Τεχνικών 'Εργων και χωρίς αιτιολογία φαίνεται να δέχεται, αντί της απαιτούμενης συγκεκριμένης αιτιολόγησης, την πρόκληση ζημίας απ' αυτήν σε βάρος των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης" και έτσι υπέπεσε, αφενός μεν στην εκ του αριθμού 19, αφετέρου δε στην εκ του αριθμού 11 παράβαση του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γ) με το τρίτο σκέλος αυτού, η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα ότι, αν και η αναιρεσίβλητη όφειλε να αποδείξει την πρόκληση ζημίας, ενόψει του προβληθέντος αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αυτής, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ουδόλως αιτιολογεί αν η αναιρεσίβλητη απέδειξε την πρόκληση ζημίας σε βάρος της και παράλληλα φέρεται να δέχεται τον ισχυρισμό αυτό χωρίς αιτιολόγηση των παραδοχών της κατά παράβαση των κανόνων του βάρους της απόδειξης, δ) με το τέταρτο σκέλος αυτού, ενόψει ότι, εφόσον το 1830/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφαίνεται, ότι δεν υπήρξε ζημία σε βάρος της αναιρεσίβλητης από ενέργειες ή παραλείψεις της ίδιας της αναιρεσείουσας και το Εφετείο, με αόριστο τρόπο, φαίνεται να διαπιστώνει το αντίθετο, ότι υπέπεσε, στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον εν προκειμένω δεν πραγματώθηκε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 ΕΣΔΑ), άλλως, στην εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εφόσον δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το παραπάνω βούλευμα ιδιαίτερα σημαντικό για την έκβαση της δίκης, ούτε παρατέθηκε σαφής αιτιολογία για ποιό λόγο δεν γίνεται σεβαστό το τεκμήριο αθωώτητος που παράγεται από την ως άνω απόφαση.

Ο λόγος αυτός, καθ' άπαντα τα σκέλη αυτού, ανεξαρτήτως των υφισταμένων πλημμελειών του κάθε επικαλουμένου λόγου αναιρέσεως, ως προς το ορισμένο και παραδεκτό αυτών, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Συγκεκριμένα: ενόψει του προεκτεθέντος περιεχομένου της αγωγής της αναιρεσείουσας-ενάγουσας και των σαφών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της, ότι δηλαδή α) η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, είναι σύβαση αορίστου χρόνου β) η καταγγελία της συμβάσεως αυτής είναι αναιτιώδης και είναι έγκυρη, καθόσον για το κύρος αυτής δεν είναι απαραίτητο να υφίσταται σπουδαίος λόγος, γ) η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην αναιρεσείουσα τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως και περαιτέρω δ) δεν είναι καταχρηστική, αφού δεν έγινε από λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας της εναγομένης προς την ενάγουσα, το Εφετείο, ως εκ περισσού περιέλαβε παραδοχές περί διενέργειας εκτάκτου ελέγχου, υπό της εναγομένης-αναιρεσιβλήτου, από τον οποίο προέκυψε ζημία σε βάρος της αναιρεσίβλητης και την, μετά την απόλυση της αναιρεσείουσας και τη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως, διαβίβαση των αποτελεσμάτων του εκτάκτου ελέγχου, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ούτε όφειλε, ούτε ήταν αναγκαίο, να ερευνήσει τους ισχυρισμούς της εναγομένης περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την υπ' αυτής γενομένη καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, περί πρόκλησης ζημίας σε βάρος της από την αναιρεσείουσα-ενάγουσα.

Σε κάθε περίπτωση, αναγκαίο είναι να διευκρινισθεί ότι σε περίπτωση, όπως και εν προκειμένω, ασκήσεως αγωγής με την οποία ζητείται η καταβολή μισθών υπερημερίας, αίτημα το οποίο στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και η οποία αποτελεί τη βάση της αγωγής, στην οποία (αγωγή) περιέχεται καθ' υποφορά αγωγικός ισχυρισμός (αντένσταση στην ενδεχόμενη ένσταση του εργοδότη-εναγομένου, ότι η σύμβαση έχει λυθεί με καταγγελία και δεν υποχρεούται στην καταβολή μισθών υπερημερίας) ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι απολύσεως του εργαζόμενου, διαφορετικοί από αυτούς που επικαλείται ο ενάγων, αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας και δεν ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του.

Συνεπώς, οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης-εναγομένης ότι υπέστη ζημία από την αναιρεσείουσα-ενάγουσα, ως Διευθύντρια Μελετών και Κατασκευών, όπως προέκυπτε από τον διενεργηθέντα έκτακτο έλεγχο, τα αποτελέσματα του οποίου διαβίβασε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν αφορούν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως οι τυχόν, ως άνω αναφερθείσες, επικαλούμενες πλημμέλειες δεν ιδρύουν τους αντίστοιχους αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως, αφού το διατακτικό στηρίζεται πλήρως στις προεκτεθείσες παραδοχές και στην παραδοχή ότι η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική.

Δ. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια: Ειδικότερα: ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, τις με τις ενώπιον του, και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υποβληθείσες προτάσεις προσκομισθείσες και επικληθείσες ...

ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Τζήμα, που είχαν ληφθεί με προηγούμενη κλήτευση της αναιρεσιβλήτου, β) την με ημερομηνία 7-6-2012 έγγραφη διαμαρτυρία της ιδίας και όλων των συναδέλφων της Τεχνικής Υπηρεσίας και γ) την από 1-10-2013 τεχνική γνωμάτευση του πολιτικού μηχανικού Μ. Σ., πρώην Διεθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης, από τις οποίες προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα συνέχιζε να εφαρμόζει εν γνώσει του Δ.Σ τις μελετητικές και κατασκευαστικές εφαρμογές, που ακολουθούσε επί έτη η αναιρεσίβλητη και ουδεμία ζημία προκάλεσε σε βάρος αυτής.

Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι πρωτίστως αόριστος, καθόσον για την πληρότητά του δεν εκτίθεται το περιεχόμενο των αναφερομένων ενόρκων βεβαιώσεων και εγγράφων, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτά τα αποδεικτικά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του επικαλουμένου ισχυρισμού ότι ουδεμία ζημία προκάλεσε η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, σε κάθε δε περίπτωση είναι αλυσιτελής αφού κατά τα ανωτέρω το ζήτημα της προκλήσεως ή μη ζημίας στην αναιρεσίβλητη στερείται ουσιώδους επιρροής στην έκβαση της δίκης.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρα 176, 163, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-1-2021 αίτηση της Ε. Γ.. Χ. για αναίρεση της 5652/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ