Legislator Case Law & Legislation
1407/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment in commercial contract dispute over termination and damages.

Case Number 1407/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a commercial contract dispute. The appellant argued for damages due to contract termination, but the court found the termination was a legitimate business decision following a market acquisition approved by the Competition Commission. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as the lower court correctly applied the principle of res judicata regarding the acquisition's legality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; Article 495 para. 3 sub-item d; Articles 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final judgment is inadmissible if the lower court correctly applied the principle of res judicata to a prior administrative decision binding the parties.

Keywords

AI generated
commercial contract termination res judicata principle Competition Commission decision market acquisition legality appeal dismissal business judgment rule damages calculation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 sub-item d of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1407 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1407/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 12/4/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." (πρώην "...") με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 374/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/10/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 26-10-2020 (8477/1007/2-11-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 374/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Με την από 27-5-2011 (135416/7621/2011) αγωγή της η ενάγουσα εταιρεία (νυν αναιρεσείουσα) εξέθεσε ότι, κατά το έτος 2007, συνήψε με την τότε πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." τη στο δικόγραφο περιγραφόμενη άτυπη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, την οποία, η τελευταία κατήγγειλε ακαίρως, το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του 2011, ενόψει εξαγοράς του σήματος και της πελατείας της από τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "..." και ζήτησε να αναγνωριστεί ότι α) η πρώτη εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει ι) το ποσό των 81.517,83 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της οφειλόμενης εύλογης αμοιβής της, κατά τα τέσσερα έτη, που διήρκεσε η ως άνω σύμβαση και ιι) το ποσό των 158.924,48 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας και β) αμφότερες οι εναγόμενες είναι υποχρεωμένες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, ι) το ποσό των 24.000 ευρώ, ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη ενός έτους και ιι) το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 39/2013 απόφασή του, απέρριψε την ως άνω αγωγή, ως προς τη δεύτερη εναγομένη και τη δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη, ως προς την πρώτη, αναφορικά με το αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσής της να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 158.924,48 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, ενώ, απέρριψε ως αόριστο και με επάλληλη αιτιολογία ως νόμω αβάσιμο το αίτημα, που αφορούσε στην αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη.

Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις. Επ' αυτών εκδόθηκε η 3298/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν οι ως άνω εφέσεις, οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της πρώτης εναγομένης και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση, απορρίφθηκε η την αγωγή ως προς τη δεύτερη των εναγομένων και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη εξ αυτών, την οποία υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το ίδιο ως άνω ποσό, ως αποζημίωση πελατείας, ενώ επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς την αξίωση των διαφυγόντων κερδών (που ενδιαφέρει στην υπό κρίση περίπτωση).

Ακολούθως, με την από 25-6-2013 (91058/2622/1-7-2013) αγωγή της η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα), επικαλούμενη την ίδια ως άνω έννομη σχέση, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη ("...", πρώην "..." και το δ.τ. "...", ήδη αναιρεσείουσα με την επωνυμία "....") να της καταβάλει ως αποζημίωσή της για διαφυγόντα κέρδη, επικαλούμενη παράβαση των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 146/1914, επικουρικώς των άρθρων 281, 288 και 914 του Α.Κ., άλλως του άρθρου 919 του Α.Κ., άλλως του άρθρου 18α του ν. 146/1914, άλλως του άρθρου 4γ του ν. 703/1977, άλλως του άρθρου 9 παρ. 1γ, 3β του π.δ. 219/1991, το ποσό των 643.825 ευρώ, άλλως, το ποσό των 128.765,05 ευρώ, άλλως το ποσό των 42.941 ευρώ, το οποίο περιόρισε, με τις έγγραφες προτάσεις της, στο ποσό των 20.000 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής, αρχικά, εξεδόθη η 3037/2014 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλη η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί των προαναφερόμενων αντίθετων εφέσεων κατά της 39/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Μετά την έκδοση της 3298/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με κλήση της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 197/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.

Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε την από 2-5-2017 (5532077/501937/2017) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 374/2017/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και, αφού δικάστηκε η ως άνω αγωγή, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, που καθιερώνεται με το άρθρο 361 του Α.Κ., είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Δηλαδή, ο διανομέας ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις του εμπορίου. Στη σύμβαση αυτή, εφόσον συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία, με βάση τα οποία η διαμεσολαβητική λειτουργία του διανομέα να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, όπως, όταν αυτός αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα:

α) να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα του πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα του στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες και ε) να γνωστοποιεί στον εντολέα του το πελατολόγιο του, ήτοι αναλαμβάνει υποχρεώσεις που καθιστούν το διανομέα αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα του-παραγωγού, αφού η εμπορική του δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα του, εφαρμόζονται αναλογικά και οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 (Ολ.Α.Π. 16/2013).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3, 4 και 8 του ως άνω π.δ/τος, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων μπορεί να την καταγγείλει, ελευθέρως, χωρίς αιτιολογία, με την τήρηση, όμως, ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών.

Σε περίπτωση καταγγελίας, χωρίς την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 8 παρ. 4 του ως άνω π.δ/τος, ο διανομέας δικαιούται, κατ' άρθρο 9 παρ. 1γ' του ως άνω π.δ/τος, πλην της αποζημίωσης πελατείας και ανόρθωση κάθε περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη, όπως ορίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και, συνεπώς και αποζημίωση από τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκόμιζε, αν εξακολουθούσε η σύμβαση, όχι, όμως, για όσο χρονικό διάστημα ανέμενε να διαρκέσει η σύμβαση, αλλά μόνο για το χρονικό μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της.

Κατά την παρ. 8 του άρθρου 8, η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3α' του π.δ/τος 219/1991, δεν οφείλεται η κατά τα ανωτέρω αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, εφόσον ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση και μάλιστα κατά πάντα χρόνο, λόγω υπαιτιότητας του διανομέα.

Τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία καθώς και την υπαιτιότητα του διανομέα, δικαιούται να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που κατήγγειλε τη σύμβαση και βαρύνεται με την υποχρέωση αποζημίωσης. Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις τακτική εκ μέρους του αντιπροσωπευόμενου καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, δεν συνεπάγεται γι` αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική, κατά το άρθρ. 281 του Α.Κ., άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση, δηλαδή, της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ. (Α.Π. 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη, εξ αιτίας της καταγγελίας, ζημία ή και ηθική βλάβη.

Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία, χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί, ωστόσο, για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (Α.Π. 979/2014, Α.Π. 697/2012, Α.Π. 390/2004).

Η καταγγελία, πάντως, δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 του Α.Κ.) καλόπιστης απ` αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (Ολ.Α.Π. 12/2004, Α.Π 683/2010, Α.Π. 1933/2009).

Η γέννηση της, κατά το άρθρο 9 παρ. 1(γ) του π.δ/τος 219/1991, προβλεπόμενης αποζημίωσης του κοινού δικαίου για ανόρθωση της τυχόν ζημίας του διανομέα απαιτεί υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του παραγωγού ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας και προϋποθέτει πρόκληση ζημίας στο διανομέα από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα.

Η αποζημίωση αυτή καλύπτει κάθε περαιτέρω θετική ή αποθετική ζημία του διανομέα (Α.Π. 979/2014). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 298 του Α.Κ., η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Στην περίπτωση της αποκλειστικής διανομής συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Εάν δεν έχει καθοριστεί με τη σύμβαση διανομής χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 κα 4 του π.δ. 219/1991, όσον και την αποζημίωση του κοινού δικαίου για θετική ή αποθετική ζημία, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα. (Α.Π. 1370/2019, Α.Π. 1135/2019, Α.Π. 533/2016, Α.Π. 4/2015, Α.Π. 165/2015).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 27/2008, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005, Α.Π. 674/2021).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή, στην έννομη συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 27/2008, Ολ.Α.Π. 28/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αν παρά την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή, το διατακτικό της απόφασης, βάσει των παραδοχών της, είναι ορθό, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται. Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, όπως και η ατελής ή η αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου της ουσίας, σε σχέση με την αγωγή ή την ένσταση ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση ως προς την ερμηνευτική εκδοχή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για τον ανωτέρω λόγο (ούτε για το λόγο από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 1501/2021, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 164/2021).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νομική βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.Α.Π. 24/1992).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ως άνω διάταξης, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις δε του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π. 861/1984).

Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, προφανώς εσφαλμένα, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 651 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν, επίσης, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/1995).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997), που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης και τα επιμέρους περιστατικά, που το συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 25/1995), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π. 2/1989).

Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς, που δεν λήφθηκαν υπόψη, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000). Δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004), ούτε τα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση, με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 335, 337 και 338 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ενώ δεν είναι απαραίτητο να περιέχει νομική βάση. Τυχόν μνεία στην αγωγή περί υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται ο διάδικος για τη θεμελίωσή της, σε νομική διάταξη, δεν δεσμεύει το δικαστήριο να την εφαρμόσει, όταν αυτή, με βάση την εκτίμηση του περιεχομένου της, δεν είναι εφαρμοστέα.

Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό, διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους ή μη αναφερόμενο στο δικόγραφο της αγωγής, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθότι στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη, και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα (Α.Π. 258/2019, Α.Π.2219/2014, Α.Π. 1392/2014, Α.Π. 33/2014).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Η αξίωση της ενάγουσας ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε για μια πενταετία, άλλως για ένα έτος, άλλως για τέσσερις μήνες από τη λύση της σύμβασης, τυγχάνει ως απαράδεκτη λόγω δεσμευτικού δεδικασμένου, που απορρέει από την με αριθμό 3298/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τη βάση που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και δη σε εκείνες των άρθρων 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 18α του Ν. 146/1914 "Περί αθέμιτου ανταγωνισμού", άλλως στις διατάξεις του Ν. 703/1977 "Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", που απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση δεδικασμένου που κατά τις διατάξεις των άρθρων 277 ΑΚ, 269 παρ. 2 εδαφ.γ' και 527 παρ. 3 ΚΠολΔ παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά στο Εφετείο και να απορριφθεί η αξίωση της ενάγουσας για την επιδίκαση διαφυγόντων κερδών, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στις προαναφερόμενες διατάξεις ως απαράδεκτη λόγω υφιστάμενου δεδικασμένου από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση....

Περαιτέρω, η αξίωση της ενάγουσας ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη χρονικού διαστήματος πέντε ετών, ύψους 20.000 ευρώ, άλλως ενός έτους, ύψους 20.000 ευρώ, που η ενάγουσα, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε για μια πενταετία, άλλως για ένα έτος, μετά τη λύση της σύμβασης, ήτοι για διαφυγόντα κέρδη που αφορούν το πέραν του τετραμήνου από την καταγγελία της σύμβασης χρονικό διάστημα..., κατά το μέρος που θεμελιώνεται στις διαδοχικές βάσεις της αδικοπραξίας (αρ. 1 ν. 146/1914, 281, 288 Α.Κ., 919 Α.Κ., σε συνδυασμό με άρθρο 914 Α.Κ.) δεν είναι νόμιμη...

Κατά το μέρος που η εν λόγω αξίωση θεμελιώνεται στην επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης και στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, δεν είναι νόμιμη, γιατί... στη σύμβαση αορίστου χρόνου (όπως η επίδικη), η προς ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, για τα διαφυγόντα κέρδη, αξίωση του αποκλειστικού διανομέα, σε περίπτωση υπαίτιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντιπροσωπευόμενου (εντολέα-προμηθευτή), συνίσταται στα κέρδη που θα εισέπραττε αυτός, όχι για όσο χρόνο επιθυμεί, αλλά μόνο μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί, κατά τις διατάξεις του πιο πάνω διατάγματος, για την καταγγελία της σύμβασης και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, είναι τετράμηνος.

Κατά τα λοιπά, η αξίωση της ενάγουσας είναι νόμιμη, μόνο, για το διάστημα τεσσάρων μηνών από τη λύση της επίδικης σύμβασης (οπότε συμπληρώνεται η προβλεπόμενη από το ανωτέρω ΠΔ 219/1991 προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της), η οποία (επίδικη σύμβαση), κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, διήρκεσε για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών και καταγγέλθηκε από την εναγομένη, χωρίς την τήρηση της απαιτούμενης από το ΠΔ 219/1991 τετράμηνης προθεσμίας, στηριζόμενη (για τα διαφυγόντα κέρδη του τετραμήνου μετά τη λύση της σύμβασης στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και δη σε εκείνες των άρθρων 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα το άρθρο 1 του ν. 146/1914 "Περί αθέμιτου ανταγωνισμού", άλλως στις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1γ' του ΠΔ 219/1991, των άρθρων 914 επ., 297, 281, 288, 723, 724, 725 του Α.Κ.

Κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα... Από την επανεκτίμηση της κατάθεσης της μάρτυρος... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα εταιρεία, που έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων και την εμπορία ειδών παγωτού, το μήνα Ιανουάριο του έτους 2007, σύναψε με την εναγομένη, παραγωγό των παγωτών υπό τα σήματα ΕΒΓΑ, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με διάρκεια μέχρι την 31-12-2007, η οποία ανανεωνόταν στις αρχές κάθε επόμενου έτους, μέχρι τις 31-12-2010...

Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα αποδεικνύεται ότι μεταξύ των παραπάνω διαδίκων εταιρειών υπήρξε και λειτούργησε σύμβαση αποκλειστικής διανομής, επί της οποίας εφαρμόζονται αναλογικά οι προαναφερθείσες διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 και μάλιστα αορίστου χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίζονταν μερικότερες διαδοχικές συμβάσεις, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο.

Κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 2011, η εναγόμενη, ενόψει της εξαγοράς του σήματος και της πελατείας της από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., διέκοψε τη συνεργασία της με την ενάγουσα και δεν ανανέωσε τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, καταγγέλλοντας έτσι ατύπως αυτήν. Η διακοπή της συνεργασίας που συνιστά άτυπη καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής εμπορίας, διάθεσης και προώθησης παγωτού της πρώτης, καθώς συμπίπτει χρονικά με την έκδοση στις 13-1-2011 της υπ' αριθμ. 523/VI/2011 απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία επιτράπηκε η παραπάνω εξαγορά.

Δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης συνιστά δόλια μεθόδευση με σκοπό την απόσπαση πελατείας της ενάγουσας και την εκτόπιση της ενάγουσας από την αγορά. Τούτο διότι η πελατεία της ενάγουσας ήταν ήδη ενταγμένη στο πελατολόγιο της εναγομένης και δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε μεθόδευση της πελατείας της ενάγουσας.

Εξάλλου, η λύση της σύμβασης λόγω εξαγοράς του σήματος της πελατείας της εναγομένης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... συνιστά επιχειρηματική δυνατότητα της ενάγουσας που ήταν αντικειμενικά προβλέψιμη στα πλαίσια της άσκησης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, κατά τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές και σχετίζεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της.

Η εξαγορά του τομέα εμπορίας, διάθεσης και προώθησης παγωτού της εναγομένης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... επιτράπηκε με την υπ' αριθμ. 523/VI/2011 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατά της οποίας η ενάγουσα άσκησε προσφυγή, με αίτημα της ακύρωσή της, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 29/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών...

από την παραπάνω απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρέει δεδικασμένο ως προς το κύρος της άνω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που δεσμεύει και το δικαστήριο τούτο κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους της εν λόγω απόφασης που αμφισβητεί η ενάγουσα. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διέκοψε τη συνεργασία της με την ενάγουσα πρόωρα, ήτοι πριν την οικονομική απόσβεση των επενδύσεων, στις οποίες είχε προβεί η ενάγουσα στα πλαίσια της συνεργασίας με την εναγομένη και χωρίς δικαιολογητικό λόγο, έτσι ώστε η συμπεριφορά της εναγομένης να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και να είναι παράνομη...

Τούτο δε διότι δεν αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα από την ενάγουσα περιστατικά περί σχεδίου παράνομης συγκέντρωσης ούτε περί μεθοδεύσεων μεταξύ της εναγομένης και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... προς απόσπαση της πελατείας της ενάγουσας, η οποία, άλλωστε, ήταν ήδη ενταγμένη στο πελατολόγιο της εναγομένης ή συντονισμένες προσπάθειες οικονομικής αποσταθεροποίησης της ενάγουσας-διανομέως στα πλαίσια της μη απόσβεσης του κόστους των επενδύσεων στις οποίες είχε προβεί.

Τούτο διότι δεν υφίσταται υποχρέωση της προμηθεύτριας να συνεχίσει την όποια συνεργασία μέχρι την αποπληρωμή των επενδύσεων που έχει κάνει η διανομέας. Εξάλλου, η προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα της εναγομένης συμπεριφορά της ενάγουσας δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, καθώς εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτέλεσης της ενοχής και επιβάλλεται από τον νόμο.

Συνεπώς, μόνο το γεγονός της εν λόγω εξαγοράς, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη... ούτε συνιστά πράξη ανταγωνισμού με χρήση μεθόδων που αντιτίθενται στην ομαλότητα των συναλλαγών και με σκοπό την με την εκτόπισή της από τη σχετικά αγορά και την αθέμιτη απόσπαση της πελατείας της. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης δεν αντιβαίνει τις διατάξεις 281, 288 Α.Κ., σε συνδυασμό με την 914 Α.Κ. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε... ότι η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης έλαβε χώρα προς υλοποίηση παράνομης συγκέντρωσης με σκοπό την εκτόπιση της ενάγουσας από την αγορά και συνεπώς είναι ανήθικη πράξη που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι έγινε χωρίς νόμιμο και ουσιώδη δικαιολογητικό λόγο και με σκοπό την οικονομική καταστροφή της ενάγουσας... Η εναγομένη... είχε το δικαίωμα να προβεί στη μεταβίβαση κλάδων της επιχείρησής της, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας...

Συνεπώς, το γεγονός της καταγγελίας της σύμβασης αυτοτελώς χωρίς την απόδειξη των ως άνω επικαλούμενων περιστατικών... δεν συνιστά ανήθικη πράξη και δεν πληροί το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ. Τέλος στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής συνιστά υπαίτια παραβίαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, αλλά ότι εντάσσεται στα πλαίσια της άσκησης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, κατά τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές και σχετίζεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης (δια των νομίμων εκπροσώπων της), που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, αντικειμένη στα χρηστά ήθη, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914, ούτε συμπεριφορά που να πληροί το πραγματικό των άρθρων 281, 188 ΑΚ...

ούτε και αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 919 Α.Κ. ούτε θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του κοινού δικαίου κατ' άρθρο 9 παρ. 1γ' του ΠΔ 291/1991 και ως εκ τούτου η αξίωση της ενάγουσας για αποζημίωση που συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος, το οποίο θα αποκόμιζε, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εφόσον εξακολουθούσε κανονικά η σύμβαση μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως νόμιμη την αξίωση της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας για ανόρθωση της αποθετικής ζημίας, την οποία υπέστη, δηλαδή την αποζημίωση για τα κέρδη, που μετά πιθανότητας θα απεκόμιζε, κατά το χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4) μηνών, ήτοι την προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της σύμβασης κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991, την οποία, όμως, απέρριψε κατ' ουσία, καθόσον έκρινε ότι η λύση της ένδικης σύμβασης δεν οφείλεται σε αδικοπρακτική ή αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, ώστε να θεμελιώνεται, κατά τις διατάξεις του Α.Κ., η εν λόγω αξίωση, προς αποκατάσταση της υπ' αυτής επικαλούμενης αποθετικής ζημίας.

Με τον υπό στοιχ. 1α λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 3α του άρθρου 9 του π.δ/τος 291/1991, σύμφωνα με την οποία ο εντολέας δεν οφείλει να καταβάλει αποζημίωση (διαφυγόντων κερδών), όταν καταγγείλει τη σύμβαση και δη κατά πάντα χρόνο, λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διατάξεως αυτής δικαιούται να επικαλεστεί και να αποδείξει μόνον η εντολέας, ήτοι, εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη, η οποία κατήγγειλε τη σύμβαση, προκειμένου να θεμελιώσει τη μη υποχρέωσή της για καταβολή αποζημιώσεως στην αποκλειστική διανομέα (αναιρεσείουσα), λόγω υπαιτιότητας της τελευταίας.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεξε περίπτωση έκτακτης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, ενώ, αντιθέτως, όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι έλαβε χώρα η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ίδιου π.

δ/τος άτυπη καταγγελία της ένδικης σύμβασης, στην οποία, ελευθέρως, μπορεί να προβεί οποιοδήποτε των συμβληθέντων μερών, χωρίς, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, να έχει τηρηθεί η τετράμηνη προθεσμία, που προβλέπεται στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Οι στον ίδιο λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες αποδίδεται η αυτή αναιρετική πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης στη μείζονα πρόταση, εσφαλμένα εφάρμοσε τις περί εντολής διατάξεις, ως προς το ζήτημα της λύσης της επίδικης σύμβασης, είναι, ωσαύτως, απαράδεκτες, ως βάλλουσες κατά της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης.

Με τον υπό στοιχ. 1β λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγμα, που προτάθηκε από αυτήν και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, τις στο αγωγικό δικόγραφο αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 361 του Α.Κ., 8 παρ. 4, 9 παρ. 1γ και 3α' του π.δ/τος 219/1991, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 4β' του ν. 3557/2007 καθώς και τα θεμελιούντα την επικουρική βάση της πραγματικά περιστατικά.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 26-5-2013 (91058/2622/1-7-2013) αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα θεμελιώνει την επίδικη αξίωση (αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη), πλην των άλλων βάσεων και στην επικουρική τοιαύτη των άρθρων 288, 281, 361 ΑΚ, 9 παρ. 1γ, 3α ΠΔ 219/1991 σε συνδυασμό με άρθρο 14 παρ. 4β' Ν. 3557/2007 και υποστηρίζει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη υπαιτίως, δια καταγγελίας, έλυσε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, πρόωρα και, συνεπώς, η αξίωση διαφυγόντων κερδών είναι βάσιμη, αφού πληρούται και η προϋπόθεση της υπαιτιότητας της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας πρόωρης λύσης της σύμβαση δια καταγγελίας και των απολεσθέντων διαφυγόντων κερδών.

Από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, όπως ήδη προεκτέθηκε, ότι το Εφετείο έλαβε μεν υπόψη την ως άνω (επικουρική) νομική βάση της αγωγής, κατέληξε, όμως, σε νομικό συμπέρασμα, διαφορετικό από τα υπό της ενάγουσας υποστηριζόμενα, από τα οποία, άλλωστε, δεν δεσμεύεται και, εν τέλει, δέχθηκε, με βάση τα ανελέγκτως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση, κατ' άρθρο 8 παρ. 3 του π.δ. 219/1991, χωρίς, όμως, να τηρήσει την υπό της παρ. 4 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη προθεσμία, ενώ δεν συνέτρεξε υπαιτιότητά της ή αντισυμβατική συμπεριφορά της, απορρίπτοντας κατ' ουσία τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρείδε τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τους οποίους ερεύνησε, κατέληξε, όμως, σε διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό τους, ως είχε το προς τούτο δικαίωμα και, εντεύθεν, σε ουσιαστική κρίση διαφορετική από την υπό της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας υποστηριζόμενη.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Με τον υπό στοιχ. αα' λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και δέχθηκε ως προταθέν από την εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη περιστατικό, θεμελιωτικό της ένστασής της εκ του άρθρου 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991, που συγκροτεί σπουδαίο λόγο, δικαιολογούντα την έκτακτη καταγγελία της σύμβασης, την ολοκλήρωση εξαγοράς των σημάτων της μετά της πελατείας από την εταιρεία "...", η οποία εγκρίθηκε με την 523/VI/2011 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε από την εναγομένη τόσον πρωτοδίκως όσον και κατ' έφεση.

Από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι έλαβε χώρα έκτακτη καταγγελία της ένδικης σύμβασης, κατά τη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 8 του π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3α του ίδιου π.δ/τος, αλλά ότι η καταγγελία αυτή εχώρησε, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, χωρίς, όμως, να έχει τηρηθεί από την καταγγέλλουσα (εναγομένη- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη) η κατά νόμο προβλεπόμενη προθεσμία, πλην όμως, η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημίωση διαφυγόντων κερδών, καθόσον η λύση της συμβάσεως δεν οφείλεται σε αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, αλλά στην εξαγορά του τομέα εμπορίας, διάθεσης και προώθησης του παγωτού από την εταιρεία "...", η οποία επιτράπηκε με την 523/VI/2011 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και συνιστά αναφαίρετο δικαίωμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης, με συνέπεια αυτή να αδυνατεί πλέον να συνεχίσει τη λειτουργία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της, όπως διατυπώθηκε στις από 8-5-2018 έγγραφες προτάσεις της προς απόκρουση της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις, δέχθηκε ότι: α) η καταγγελία της ένδικης σύμβασης, δεν οφείλεται σε υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων της ήδη αναιρεσίβλητης, αλλά στην προαναφερόμενη θεμιτή επιχειρηματική ενέργειά της, δηλαδή, την εξαγορά του σήματος, της πελατείας και της προώθησης των προϊόντων της από άλλη εταιρεία.

β) Η μη τήρηση της προβλεπόμενης από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 8 του π.δ. 219/1991 τετράμηνης προθεσμίας της κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου καταγγελίας δεν συνιστά υπαίτια παραβίαση της σύμβασης ούτε καθιστά άκυρη τη λύση αυτής, αλλά γεννά αξιώσεις του αντιδίκου του καταγγέλλοντος, όπως αυτή των διαφυγόντων κερδών, εφόσον συντρέχουν και οι θεμελιωτικές της αξιώσεως αυτής προϋποθέσεις του Α.Κ., οι οποίες δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση.

Και, γ) ενόψει όσων προεκτίθενται δεν συντρέχει περίπτωση έκτακτης καταγγελίας, λόγω συνδρομής έκτακτων περιστάσεως ή λόγω παραλείψεως εκτελέσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και, συνακόλουθα, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνονται στους υπό στοιχ.

ββ και γγ λόγους της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 και 4 και 9 παρ. 3α' του π.δ/τος 219/1991, τυγχάνουν αβάσιμες. Με τον υπό στοιχ. 3 λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το επικληθέν από την ήδη αναιρεσείουσα παραχθέν από την 3298/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεδικασμένο, ως προς το ζήτημα της λύσης της σύμβασης με υπαιτιότητα της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και της μη απαλλαγής της από την καταβολή αποζημίωσης πελατείας και περαιτέρω ζημίας.

Από την επισκόπηση της ως άνω 3298/2014 απόφασης, ως προς ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη (νυν αναιρεσίβλητη) κατείχε κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασής της με την ενάγουσα δεσπόζουσα θέση στην εγχώρια αγορά παγωτού...

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της ενάγουσας (νυν αναιρεσείουσας) ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης ήταν καταχρηστική... Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη διέκοψε αιφνίδια τη συνεργασία της με την ενάγουσα-διανομέα της, καταχρώμενη την οικονομική εξάρτηση της τελευταίας από αυτήν, αφού, όπως και η ίδια η ενάγουσα εκθέτει, η δεύτερη εναγομένη, τον Ιανουάριο του έτους 2011 εξαγόρασε τον τομέα εμπορίας, διάθεσης και προώθησης παγωτού της πρώτης, η οποία για αντικειμενικούς λόγους αδυνατούσε πλέον να συνεχίσει τη σύμβαση διανομής με την ενάγουσα.

Μόνο δε το γεγονός της εν λόγω εξαγοράς, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών... δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη... ούτε συνιστά πράξη ανταγωνισμού με χρήση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών, έχουσα σκοπό την επαγωγή στην ενάγουσα οικονομικής βλάβης με την εκτόπισή της από τη σχετική αγορά και την αθέμιτη απόσπαση της πελατείας της.

Η πρώτη εναγομένη εύλογα, κατά τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές, μπορεί να χρησιμοποιήσει δικά της κριτήρια επιχειρηματικής δραστηριότητας, στην οποία περιλαμβάνεται και η μεταβίβαση κλάδων της επιχείρησής της, που αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της. Η λύση της σύμβασης για ένα τέτοιο λόγο εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την ενάγουσα δυνατότητες της πρώτης εναγομένης και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της...

Επίσης, η εξαγορά του τομέα εμπορίας, διάθεσης και προώθησης παγωτού της πρώτης εναγομένης από τη δεύτερη δεν αποτελεί συγκέντρωση επιχειρήσεων που αντιβαίνει στο άρθρο 4γ' του ν. 703/1977 (ήδη άρθρο 7 του ν. 3959/2011) γι' αυτό και επιτράπηκε με την υπ' αριθμ. 513/VI/13-1-2011 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατά της οποίας η ενάγουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωσή της, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 29/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών...

Σύμφωνα δε με το άρθρο 35 του ν. 3959/2011, από την παραπάνω απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρέει δεδικασμένο ως προς το κύρος της άνω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που δεσμεύει και το δικαστήριο τούτο κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους της εν λόγω απόφασης που αμφισβητεί η ενάγουσα...

Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές... δεν στοιχειοθετείται συμπεριφορά των εναγομένων (δια των νομίμων εκπροσωπών τους), αντικειμένη στα χρηστά ήθη, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914, ούτε συμπεριφορά που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ... ούτε και αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 919 ΑΚ ή αυτό του άρθρου 18α του Ν. 146/1914...

ούτε τέλος αντιβαίνουσα στο άρθρο 4γ' του ν. 703/1977 (ήδη άρθρ. 7 ν. 3959/2011)...". Από τις ανωτέρω παραδοχές σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο, με την 3298/2014 απόφασή του, δέχθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι η διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων οφείλεται στο γεγονός της εξαγοράς του τομέα εμπορίας, διάθεσης και προώθησης παγωτού της εναγομένης από την εταιρεία "...", η οποία επιτράπηκε με την 523/VI/2011 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και αποτέλεσε δυνατότητα της εναγομένης να χρησιμοποιήσει δικά της κριτήρια επιχειρηματικής δραστηριότητας, η δε λύση της επίδικης σύμβασης εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες δυνατότητές της, σχετική με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της.

Τα ίδια δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις αναλυτικά ως άνω παρατιθέμενες παραδοχές της, συμμορφούμενη με το παραχθέν με την ως άνω απόφαση δεδικασμένο και, συνεπώς, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-10-2020 (8477/1007/2-11-2020) αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 374/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ