Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding termination of employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a final labor court decision. The appellants argued that the employer's termination of their contracts was abusive and lacked legal basis, claiming the employer acted out of revenge rather than legitimate business reasons. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and noting that the termination was based on the loss of work objects, not personal animosity, thus upholding the original judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged abuse of termination rights is inadmissible if the lower court provided clear and consistent reasoning regarding the factual circumstances and the absence of personal motives.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1407 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1407/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Α. του Ι., κατοίκου … , 2) Ε. Β. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 3) Σ. Π. του Γ., και 4) Α. Π. του Δ., κατοίκων …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Ταρπινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πολύγυρο Χαλκιδικής και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ευφημίας Παπαϊωάννου και Ανέστη Αϊβαζίδη που ανακάλεσαν τη δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν η 16/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 295/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-3-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Η, από 4-3-2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 104/13-3-2019, αίτηση αναίρεσης κατά της, με αριθμό 295/31-1-2019, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας εφέσεως της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και τότε εναγομένης, κατά της, με αριθμό 16/2016, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της, με αριθμό κατάθεσης 7/1/5-1- 2015, αγωγής των αναιρεσειόντων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 13-3-2019, εντός της, υπό του νόμου, τασσόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 11-2-2019, σύμφωνα με την με αριθμό 734513/11-2-2019 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης ΘΩΜΑ ΣΤΑΪΟΥ (άρθρα 552, 553, 556παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) παρά την απουσία του δευτέρου αναιρεσείοντος Ε. Β. (άρθ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ), ο οποίος κλήθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου ΚΤΕΛ, που επισπεύδει τη συζήτηση, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην παρούσα δικάσιμο πλην όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο μετά ή δια συνηγόρου (βλ. υπ' αριθ. 7343Β/11.2.2019 έκθεση επιδόσεως του Δικ. Επιμελητή της Περιφέρειας Εφετείου Θεσ/νίκης ΘΩΜΑ ΣΤΑΪΟΥ).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Με τη, με αριθμό κατάθεσης ..., αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν κατά τους χρόνους που αναφέρονται για τον καθένα χωριστά από την εναγομένη εταιρεία, που εξυπηρετεί, μέσω δρομολογίων λεωφορείων, τη μετακίνηση του επιβατικού κοινού στην αναγραφόμενη σ' αυτή γεωγραφική περιοχή, προκειμένου να απασχοληθούν ως εισπράκτορες με κύριο αντικείμενο εργασίας την έκδοση εισιτηρίων στους επιβάτες των λεωφορείων, αντί των εκάστοτε νομίμων αποδοχών, και ότι σε εκτέλεση των συμβάσεων τους αυτών προσέφεραν έκτοτε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες τους μέχρι τις 30-10-2014 οι πρώτος και δεύτερος, μέχρι τις 12-11-2014 ο τρίτος και μέχρι τις 10-12-2014 ο πέμπτος από αυτούς, οπότε η εναγομένη, με πρόσχημα την αναδιάρθρωση της επιχείρησής της προς τον σκοπό μείωσης του μισθολογικού κόστους, κατήγγειλε τις εργασιακές τους συμβάσεις.
Ότι οι ως άνω καταγγελίες είναι άκυρες: α) διότι κυρίως έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ, (Π.Δ. 246/2006) καθώς δεν συνέτρεχε κανένας από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 26 του Κανονισμού αυτού λόγους απόλυσης, β) άλλως, διότι αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ καθώς υπαγορεύτηκαν από διάθεση εκδίκησης της διοίκησης της εναγομένης και με σκοπό την κάμψη του ηθικού του προσωπικού της επιχείρησης και τη διάλυση του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων της, επειδή διεκδικούσε τη διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων των μελών του και κατήγγειλε προς τις Αρχές τις αυθαίρετες, παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες της διοίκησής της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, γ) άλλως, ότι είναι άκυρες ως καταχρηστικές διότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος από την πλευρά της εναγομένης ήταν αποτέλεσμα της άρνησής τους να αποδεχτούν την εργοδοτική πρόταση για μερική απασχόλησή τους, δ) άλλως, και για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι υφίσταντο οικονομικές ή γενικότερες τεχνικές ανάγκες αναδιοργάνωσης της εναγομένης επιχείρησης, ισχυρίζονταν οι ενάγοντες ότι οι ένδικες καταγγελίες είναι άκυρες διότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι ο επιδιωκόμενος από αυτές σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη λήψη άλλου, ηπιότερου, μέτρου και δη αυτού της μονομερούς επιβολής του καθεστώτος διαθεσιμότητας στους εργαζομένους της ειδικότητας τους.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν: 1) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη, με την απειλή χρηματικής ποινής, να τους επαναπροσλάβει στην εργασία τους, απασχολώντας τους στην ίδια θέση και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και 3) να υποχρεωθεί να τους καταβάλει, νομιμοτόκως, τα αναφερόμενα στην αγωγή τους χρηματικά ποσά στον καθένα, ως μισθούς υπερημερίας τους για το χρονικό διάστημα από την απόλυση εκάστου και μέχρι τη συμπλήρωση ενός έτους από αυτή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η πρωτόδικη, με αριθμό 16/2016, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που αφού απέρριψε την κύρια βάση της ως μη νόμιμη, την έκανε δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη κατά την πρώτη επικουρική της βάση, ως προς τους παραπάνω ενάγοντες, και ειδικότερα αναγνώρισε την ακυρότητα των καταγγελιών των εργασιακών τους συμβάσεων, ως γενομένων από λόγους εκδίκησης της διοίκησης της εναγομένης εταιρείας και με σκοπό την κάμψη του ηθικού του προσωπικού της επιχείρησης και τη διάλυση του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων της, που διεκδικούσε τη διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων των μελών του, και υποχρέωσε την εναγομένη με την απειλή χρηματικής ποινής να τους απασχολεί πραγματικά και να καταβάλει σε κάθε ένα από αυτούς τα άνω αιτηθέντα χρηματικά ποσά, ως μισθούς υπερημερίας.
Κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης η εναγομένη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθμό 295/2019, του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως προς όλες τις ως άνω επικουρικές βάσεις της.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρα 561 § 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΟΛΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 2/1989), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή -ανάλογα- ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 258/2019) και γενικότερα οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, ως επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων που αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχουν αυτοτέλεια, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 79/2019, ΑΠ 430/2011), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988), εκτός αν υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ.
προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό ( Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 408/2019).
Τέλος, όταν η, από το άρθρο 281 ΑΚ, ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης ( Ολ ΑΠ 88/1980, ΑΠ 222/2019, Απ 461/2019, ΑΠ 1002/2009, ΑΠ 1399/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης τους, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο. 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., επικαλούνται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, στην, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ.
θεμελίωση και αποδοχή της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής τους για ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, για τον λόγο ότι έλαβαν χώρα αποκλειστικά και μόνον εξαιτίας της έντονης συνδικαλιστικής δράσης που ανέπτυξαν μέσω του σωματείου τους, καθώς και εξαιτίας των εκδικητικών αισθημάτων που έτρεφε η διοίκηση της εναγομένης εναντίον τους.
Ειδικότερα επικαλούνται επί λέξει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη τη βάση αυτή της αγωγής τους, χωρίς να λάβει υπόψη του τα προταθέντα απ' αυτούς με το δικόγραφο της αγωγής τους παρακάτω αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικά εκτιμώμενα προσδίδουν προδήλως καταχρηστικό χαρακτήρα στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του: i) τις συνεχείς δημόσιες απειλές του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, Γ.
Α., ότι θα διέλυε το ανωτέρω σωματείο εργαζομένων, ii). Ότι η διοίκηση της εναγομένης εταιρείας είχε θέσει ως άμεση και ύψιστης σημασίας προτεραιότητα για την ίδια τη, με κάθε τρόπο, σταδιακή απομάκρυνση όλων των μελών του σωματείου και τη διάλυση της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης, iii). Ότι ο ίδιος ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, Γ.
Α., είχε υποσχεθεί στους μετόχους της τη σταδιακή απομάκρυνση όλων των μελών του σωματείου από την επιχείρηση και την οριστική απαλλαγή από τους συνδικαλιστές μισθωτούς, ίν). Ότι η κορύφωση της αντιπαράθεσης μεταξύ του σωματείου τους και της διοίκησης της εναγομένης εταιρείας έλαβε χώρα, όταν οι εκπρόσωποι της πληροφορήθηκαν ότι το σωματείο τους συγκέντρωνε στοιχεία της θερινής περιόδου Μαΐου - Αυγούστου 2014, προκειμένου να τα αποστείλει στις αρμόδιες αρχές, αλλά και στη Βουλή των Ελλήνων, θέλοντας να καταστήσει ευρύτερα γνωστούς τους τρόπους, με τους οποίους λειτουργεί και αντιμετωπίζει η επιχείρηση τους εργαζομένους της.
ν). Ότι κατά τη στιγμή της κορύφωσης της ως άνω αντιπαράθεσης μεταξύ του σωματείου των εργαζομένων και της εναγομένης εταιρείας, η διοίκηση της τελευταίας, ακριβώς εξαιτίας της δράσης του σωματείου να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία των παραβιάσεων της εργατικής νομοθεσίας, για την περίοδο Μαΐου - Αυγούστου 2014, και ακολούθως να τα αποστείλει στις αρμόδιες αρχές και τη Βουλή των Ελλήνων, όπως και έπραξε, προέβη στις ακόλουθες εκδικητικές ενέργειες:
α). Υπέβαλε έγκληση (ΑΒΜ ... - ΑΒΩ ...) ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης εναντίον του Γενικού Γραμματέα του Σωματείου Π. Π., αποδίδοντάς του κατηγορίες για ψευδορκία μάρτυρα, ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση, ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση, ψευδή αναφορά στην αρχή, κατ' εξακολούθηση και συκοφαντική δυσφήμιση ανώνυμης εταιρίας, β).
Στις 7.10.2014 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του Προέδρου του Σωματείου των εργαζομένων της εταιρείας, Ι. Π., έχοντας ομοίως υποβάλει εναντίον του, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, την, από 1.10.2014 και με αριθ. ΒΜ Ε 2014/1441, έγκληση, με την κατηγορία της διάπραξης του αδικήματος της υπεξαίρεσης και τέλος γ) Στις 30.10.2014 κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας του πρώτου και δεύτερου εναγόντων, στις 12.11.2014 τη σύμβαση εργασίας του τρίτου και στις 10.12.2014 του τέταρτου ενάγοντος.
Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δέχθηκε, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη ιδρύθηκε και λειτούργησε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ" κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 102/1973 και στη συνέχεια μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην εξυπηρέτηση μέσω δρομολογίων λεωφορείων ιδιοκτησίας των μετόχων της, που έχουν εκμισθωθεί σ' αυτή, του επιβατικού κοινού από τη Θεσσαλονίκη προς τη Χαλκιδική και τανάπαλιν, καθώς και εντός των ορίων του νομού Χαλκιδικής.
Ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από αυτή στις 23-9-2002, 31-7-2002, 4-4-2000 και 1-4-2003 αντίστοιχα και εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της, προκειμένου να παρέχουν, με τις νόμιμες κάθε φορά αποδοχές, τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα του εισπράκτορα. Ότι σε εκτέλεση των συμβάσεων τους αυτών οι ενάγοντες παρείχαν κανονικά τις συμφωνημένες υπηρεσίες τους στην εναγομένη μέχρι τις 30-10-2014 οι πρώτος και δεύτερος, μέχρι τις 12-11-2014 ο τρίτος και μέχρι τις 10-12-2014 ο πέμπτος, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους, καταβάλλοντος και την προβλεπόμενη νόμιμη αποζημίωση λόγω απόλυσης.
Περαιτέρω, με την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής τους οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι οι καταγγελίες είναι άκυρες ως γενόμενες καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς υπαγορεύτηκαν από διάθεση εκδίκησης της διοίκησης της εναγομένης και με σκοπό την κάμψη του ηθικού του προσωπικού της επιχείρησης και τη διάλυση του επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων της, επειδή διεκδικούσε τη διασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων των μελών του και κατήγγειλε προς τις Αρχές τις αυθαίρετες, παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες της διοίκησής της.
Ότι επί των ισχυρισμών τους αυτών λεκτέα τα ακόλουθα: Αποδείχθηκε κατ' αρχάς ότι η εναγομένη τον Μάρτιο μήνα του 2012 είχε προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εκ των εναγόντων Ν. Α. και Ε. Β., καθώς και των επίσης εισπρακτόρων Α. Ρ. και Ε. Α. και των οδηγών της Ε. Ν., Ά. - Σ. Κ. και Σ. Κ.. Επί ασκηθεισών αγωγών των άνω απολυθέντων, εκδόθηκαν η, με αριθ. 24/2012, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που αναγνώρισε την ακυρότητα των καταγγελιών των εργασιακών συμβάσεων των Ε.
Β., Ν. Α., Ε. Ν., Ά. - Σ. Κ. και Σ. Κ. και η, με αριθ. 7/2013, οριστική απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, που αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του Ε. Α., δεχόμενες ότι αυτές έλαβαν χώρα καθ' υπέρβαση των περιορισμών του άρθρου 26 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΚΤΕΛ (ΠΔ 246/2006) και των διατάξεων των άρθρων 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος.
Ότι για τις απολύσεις αυτές, το επιχειρησιακό Σωματείο των εργαζομένων της εναγομένης με την επωνυμία "Σ. Ε. Σ. Κ. Ν. Θ. Κ. Χ." εξέφρασε την έντονη αντίθεσή του και εξήγγειλε άμεσα απεργιακές κινητοποιήσεις, ζητώντας την ανάκληση των απολύσεων και την επάνοδο των απολυθέντων στις θέσεις εργασίας τους. Στο επακολουθήσαν διάστημα, το άνω σωματείο των εργαζομένων, μέλη του οποίου ήταν και οι ενάγοντες, κατήγγειλε προς τις διάφορες Αρχές, ενεργώντας άλλοτε μεμονωμένα και άλλοτε με τη σύμπραξη της Ο.
Ε. Μ. (ΟΣΜΕ) ή του Ε. Κ. Θ. (ΕΚΘ), διάφορες έκνομες, κατά τις θέσεις του, ενέργειες της διοίκησης της εναγομένης. Πλέον συγκεκριμένα, εκτός από τις αγωγές που είχαν ασκήσει οι τότε απολυθέντες, το Συνδικάτο των εργαζομένων με την από 30-3-2012 εξώδικη δήλωσή του εξήγγειλε και πραγματοποίησε απεργιακές κινητοποιήσεις για τις 31-3-2012 και 1-4-2012, με την από 5-4-2012, εξώδικη δήλωσή του εξήγγειλε και πραγματοποίησε απεργιακές κινητοποιήσεις για τις 7-4-2012 και 8-4-2012, με την από 27-4-2012 εξώδικη δήλωσή του εξήγγειλε και πραγματοποίησε απεργιακές κινητοποιήσεις για τις 28-4-2012 και 29-4-2012.
Όμοια και για τον αυτό λόγο απεργιακή κίνηση πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Σωματείου και στις 13-6-2012. Περαιτέρω, με την από 14-9-2012 επιστολή του το Σωματείο κατήγγειλε προς το αρμόδιο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας Ν. Χαλκιδικής τη δήθεν απώλεια των ιατρικών πιστοποιητικών του άρθρου 5 του ΠΔ/τος 246/2006 από τους ατομικούς φακέλους των εργαζομένων της επιχείρησης, στις 17-9-2012 εξέδωσε Δελτίο Τύπου, μετά την έκδοση των με αριθ. 24/2012 και 555/2012 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πολυγύρου, δυνάμει των οποίων είχε αναγνωριστεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των σ' αυτές αναφερομένων εργαζομένων της επιχείρησης, στις 29-10-2012 απέστειλε επιστολή προς την εναγομένη και προς το αρμόδιο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας, με θέμα τις "παράνομες μειώσεις των αποδοχών του προσωπικού", το αυτό έπραξε και στις 21-12-2012 καταγγέλλοντας προς την αυτή Υπηρεσία τη "διακοπή απασχόλησης των εργαζομένων - μελών του σωματείου κατά την ημέρα της Κυριακής", στις 12-7-2013 η Ο.
Σ. Μ. Ε. (ΟΣΜΕ) απέστειλε προς την Προϊσταμένη του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Χαλκιδικής επιστολή με την οποία κατήγγειλε τη μη χορήγηση στο προσωπικό θερινής στολής εργασίας και τη μη τήρηση των διατάξεων των σχετικών με τα διαλείμματα και τις διακοπές - αναπαύσεις, στις 8-10-2013 και 31-10-2013 το Σωματείο των εργαζομένων απέστειλε επιστολές προς την εναγομένη, με τις οποίες ζητούσε τη χορήγηση των οικονομικών στοιχείων της επιχείρησής της, που δεν του χορηγούνταν, τον Νοέμβριο μήνα του 2013 υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με αίτημα την αναστολή της από 1-11-2013 απόφασης της εναγομένης περί μονομερούς επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τον αυτό μήνα το Σωματείο των εργαζομένων, η εργαζομένη Α.
Κ. και ο Πρόεδρος του Σωματείου Ι. Π., προσέφυγαν στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Χαλκιδικής, καταγγέλλοντας παράνομες ενέργειες της διοίκησης της εναγομένης (βλαπτική μεταβολή όρων εργασίας), στις 30-12-2013 το Σωματείο κατήγγειλε εγγράφως στο αρμόδιο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Χαλκιδικής τη μη καταβολή της εκ του νόμου προβλεπόμενης προσαύξησης 75% για εργασία σε ημέρες αργίας, στις 15-1-2014 κατήγγειλε προς την αυτή Υπηρεσία τη διακοπή καταβολής της προσαύξησης 75% για τις ημέρες που δεν ανήκουν στις υποχρεωτικές αργίες του ιδιωτικού τομέα, στις 16-5-2014 το Σωματείο κατήγγειλε στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας Ν.
Χαλκιδικής την παραβίαση του ωραρίου εργασίας των οδηγών και τη μη τήρηση της διαδικασίας γνωστοποίησης του ωραρίου εργασίας, ώστε να διαπιστώνονται οι υπερβάσεις του, στις 5-8-2014 η Ο. Σ. Μ. Ε. κατήγγειλε προς το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας Ν. Χαλκιδικής τη λεκτική και σωματική βία που ασκήθηκε σε βάρος του συναδέλφου των εναγόντων και μέλους του σωματείου, Α.
Τ., από τον Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, Γ. Α., στις 25-9-2014 το Σωματείο κατήγγειλε προς την Περιφερειακή Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας Κεντρικής Μακεδονίας Θεσσαλονίκης "τις συνεχείς παραβιάσεις του Νόμου" από πλευράς της εναγομένης, με την από 10-10-2014 εξώδικη δήλωσή του το Σωματείο διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη για το "παράνομο και αντισυμβατικό περιεχόμενο των αναγγελιών των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας" που είχε αυτή κοινοποιήσει προς τους εργαζομένους της, με την από 15-10-2014 καταγγελία του προς κάθε Δημόσιο φορέα, το Σωματείο κατήγγειλε τη διαρκή από πλευράς της εναγομένης παραβίαση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και "τον ανελέητο και ανήθικο αγώνα της εις βάρος των εκπροσώπων του σωματείου", ενώ μετέφερε την αντιπαράθεσή του αυτή και σε πολιτικό επίπεδο, όπως τούτο προκύπτει από τις από 30-10-2014 και 14-4-2015 ερωτήσεις βουλευτών προς τους Υπουργούς Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων και προς τους Υπουργούς Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, αντίστοιχα, με θέμα τις συνθήκες εργασίας στα ΚΤΕΛ Χαλκιδικής.
Είναι προφανές ότι η δράση αυτή του Σωματείου των εργαζομένων προκάλεσε ένταση στις σχέσεις του με τη διοίκηση της εναγομένης, οι αντιδράσεις της οποίας άλλοτε μεν συνίσταντο σε παράσταση προς τις αρμόδιες Αρχές για υπεράσπιση των θέσεών της, άλλοτε δε σε υποβολή μηνύσεων σε βάρος μελών της διοίκησης του Σωματείου για αναφερόμενες από αυτή αξιόποινες ενέργειές τους, καθώς και σε βάρος ορισμένων εργαζομένων, και κυρίως σε βάρος όσων συμμετείχαν σε συγκεκριμένες απεργιακές κινητοποιήσεις κατά το έτος 2012 (άλλες απεργιακές κινητοποιήσεις δεν έλαβαν χώρα) και προκάλεσαν, κατά τα, από αυτή, υποστηριζόμενα, παρακώλυση των συγκοινωνιών.
Μηνύσεις υποβλήθηκαν και σε βάρος άλλων εργαζομένων για διάφορα άλλα αδικήματα. Ορισμένες από τις μηνύσεις αυτές οδήγησαν σε καταδίκη κάποιων προσώπων και άλλες όχι. Ότι στις 30-10-2014 η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των, εκ των εναγόντων, Ν. Α., Ε. Β. και Ε. Χ., στις 12-11-2014 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του Σ.
Π. και στις 10-12-2014 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του Α. Π.. Πιο πριν όμως, η διοίκηση της εναγομένης, με την από 17-9-2014, έγγραφη πρόσκλησή της προς το Συνδικάτο των εργαζομένων της, κάλεσε τη διοίκηση του επιχειρησιακού σωματείου σε ενημέρωση και διαβούλευση αναζήτησης λύσεων, προκειμένου να "εξαντληθούν όλα τα περιθώρια αναζήτησης ηπιότερων, της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εισπρακτόρων, μέτρων", όπως επί λέξει αναγράφεται σ' αυτή, επικαλούμενη ότι κατά τη χρονική περίοδο από τις 15 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους μέχρι και τις 15 Ιουνίου του επομένου έτους υφίσταται ανάγκη απασχόλησης τεσσάρων (4) και μόνο εισπρακτόρων.
Κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε με τους εκπροσώπους της κάθε πλευράς στις 29-9-2014, η εναγομένη εξέθεσε το πρόβλημα της μη ύπαρξης αντικειμένου απασχόλησης για τους εργαζομένους με την ειδικότητα του εισπράκτορα κατά τη χρονική περίοδο από τις 15 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους έως τις 15 Ιουνίου του επομένου έτους και, στα πλαίσια αναζήτησης ηπιότερων της καταγγελίας μέτρων, πρότεινε εναλλακτικά είτε τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας όλων των εισπρακτόρων σε μερικής απασχόλησης (δύο ημερών εβδομαδιαίως επί 8-9 μήνες κατ' έτος) και τη διατήρηση του καθεστώτος πλήρους απασχόλησης για τους λοιπούς 3-4 μήνες ετησίως, είτε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας οκτώ εισπρακτόρων, επί συνόλου δέκα τριών απασχολουμένων, με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και την πρόσληψη αυτών με εποχιακές συμβάσεις τρίμηνης ή τετράμηνης διάρκειας κάθε έτος, μέχρι και το έτος 2019.
Μετά δε από την άρνηση του Σωματείου των εργαζομένων για αποδοχή είτε της μιας είτε της άλλης από τις προταθείσες λύσεις, η εναγομένη προέβη στην καταγγελία των ενδίκων εργασιακών συμβάσεων στους χρόνους που πιο πάνω παρατίθενται. Οι καταγγελίες όμως αυτές δεν αποδείχθηκε ότι υπαγορεύτηκαν από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης προς τα πρόσωπα των εναγόντων εξ αιτίας της προαναφερθείσας έντονης δράσης του συνδικάτου των εργαζομένων της, μέλη του οποίου τύγχαναν βεβαίως και οι ενάγοντες.
Ούτε αποδείχθηκε ότι έγιναν προς τον σκοπό διάλυσης του σωματείου τους και εξάλειψης κάθε προσπάθειας αντίδρασής του στις εργοδοτικές αυθαιρεσίες της, όπως αβασίμως και πάλι αυτοί υποστηρίζουν. Τέτοιοι λόγοι, που στηρίζονται σε εικασίες και μόνο των εναγόντων, ουδόλως αποδείχθηκαν. Και, ναι μεν, στα πλαίσια της έντονης μεταξύ των ήδη αντιδίκων πλευρών αντιπαράθεσης, ο Πρόεδρος της διοίκησης της εναγομένης, Γ.
Α. δήλωσε προς τον Πρόεδρο του Σωματείου των εργαζομένων, Ι. Π., ότι θα διαλύσει "τη διοίκηση του Σωματείου", τούτο, όμως, ουδεμία σύνδεση έχει με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, οι οποίοι είναι απλά μέλη αυτού και δεν συμμετείχαν στη δημιουργηθείσα διένεξη, ούτε είχαν την οποιαδήποτε ανάμειξη στη διαδικασία επίλυσής της.
Αντιθέτως, από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η πραγματική αιτία της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν η έλλειψη αντικειμένου εργασίας τους μετά την εισαγωγή ειδικών συσκευών έκδοσης εισιτηρίων. Πλέον συγκεκριμένα, η εναγομένη έλαβε την επιχειρηματική απόφαση και περί τον Αύγουστο μήνα του 2011 εγκατέστησε σε όλα τα λεωφορεία ειδικά μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων, τα οποία τα χειρίζονται οι οδηγοί και στους οποίους καταβάλλεται για τον λόγο αυτόν επίδομα οδήγησης λεωφορείων χωρίς εισπράκτορα, όπως προβλέπεται και από τις ρυθμίσεις του άρθρου 10 Β παρ. 4 περ.
ι του ΠΔ/τος 246/2006. Με τα μηχανήματα αυτά, τα οποία είναι συνδεδεμένα με on line σύστημα gps, επιτυγχάνεται η έκδοση εισιτηρίου σε διάστημα ελάχιστων μόλις δευτερολέπτων, αφού η συσκευή αναγνωρίζει το σημείο στο οποίο κάθε φορά βρίσκεται το λεωφορείο, ο δε οδηγός αρκείται στο να πιέσει μόνο το ειδικό σημείο όπου αναγράφεται ο συγκεκριμένος προορισμός του επιβάτη και κατόπιν εκδίδεται το εισιτήριο αυτόματα, αφού όλες οι στάσεις των λεωφορείων είναι καταχωρημένες στο σύστημα αυτό.
Ότι η χρήση των εν λόγω συσκευών έκδοσης εισιτηρίων από τους οδηγούς είναι καθ' όλα νόμιμη, αφού, σύμφωνα με το άνω άρθρο 10 Β παρ. 4 περ. ι του ΠΔ/τος 246/2006, "ο οδηγός υπεραστικού λεωφορείου, το οποίο δρομολογείται χωρίς εισπράκτορα εκτελεί καθ' οδόν και χρέη εισπράκτορα. Στην περίπτωση αυτή, καταβάλλεται αποζημίωση, όπως καθορίζεται κάθε φορά από τις οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας", ενώ πράγματι με τις εκάστοτε ισχύσασες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού κίνησης- διαχείρισης και του υπηρετικού προσωπικού των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ όλης της Χώρας" προβλέφθηκε η καταβολή "επιδόματος" ή "αποζημίωσης" των οδηγών για την περίπτωση αυτή.
Εξαιτίας της εγκατάστασης των ειδικών αυτών συσκευών, εξέλιπε, ήδη από το τέλος του θέρους 2011, η ανάγκη απασχόλησης εισπρακτόρων κατά τους χειμερινούς μήνες για τις περισσότερες διαδρομές -πλην ορισμένων μόνο διαδρομών, που δικαιολογούν τη συνεχή απασχόληση τεσσάρων (4) συνολικά εισπρακτόρων, όσων δηλαδή προβλέπονται και από το, από 11-2-2013, οργανόγραμμα της εναγομένης.
Εξέλιπε, ειδικότερα, η ανάγκη εκτέλεσης των κυρίων καθηκόντων των εισπρακτόρων, που είναι η έκδοση και χορήγηση των εισιτηρίων καθ' οδόν. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι κατά τους χειμερινούς μήνες στις διαδρομές στις οποίες απασχολούνταν οι ενάγοντες (όπως πχ. στο δρομολόγιο ... - …) αντιστοιχούν περί τα 4 έως 5 εκδιδόμενα καθ' οδόν εισιτήρια ανά δρομολόγιο.
Η εναγομένη μάλιστα, προκειμένου να ενθαρρύνει τους επιβάτες για έκδοση εισιτηρίων στα κατά τόπους σταθμαρχεία, χορήγησε κίνητρο μειωμένης τιμής σε περίπτωση έκδοσης εισιτηρίου μετ' επιστροφής, που μόνο σε σταθμαρχείο είναι δυνατόν να εκδοθεί. Έτσι η τελευταία, με την απόφαση της αυτή, να εισάγει νέα τεχνολογία, η οποία δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ως προς τη σκοπιμότητα ή την αναγκαιότητά της, μείωσε δραστικά τα λειτουργικά της έξοδα κατ/ αύξησε την κερδοφορία της.
Επισημαίνεται, δε, ότι συνήθως οι επιχειρηματικές αποφάσεις λαμβάνονται με στόχο τη μείωση των εξόδων ή τη βελτίωση της αποδοτικότητας της επιχείρησης. Όμως, οι επιχειρηματικές αποφάσεις μπορεί να έχουν ως στόχο την αύξηση των κερδών μιας ήδη κερδοφόρας και αποδοτικής επιχείρησης, χωρίς να καθίστανται εξ αυτού και μόνο του λόγου καταχρηστικές.
Ότι μέχρι και το έτος 2012 η λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης δεν ήταν ζημιογόνα, ούτε εξάλλου προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός από μέρους της. Περαιτέρω, ούτε η απόφαση της εναγομένης επιχείρησης να αναθέσει ορισμένες εργασίες, που μέχρι πρότινος εκτελούνταν από δικό της προσωπικό, σε τρίτη επιχείρηση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Ειδικότερα, η εναγομένη ανέθεσε με συμβάσεις πρακτόρευσης τη λειτουργία ορισμένων σταθμαρχείων, ήτοι του …, της … και της αποθήκης του σταθμαρχείου της …, σε τρίτους, οι οποίοι ανέλαβαν τη λειτουργία τους με την απασχόληση προσωπικού προσλαμβανόμενου από αυτούς. Τούτο έλαβε χώρα στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της και προς τον σκοπό αποκόμισης σημαντικού οφέλους, αφού επιβαρύνεται μεν με την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής στον ιδιώτη πράκτορα, εξοικονομεί όμως σημαντική δαπάνη από τη μη απασχόληση του αναγκαίου για τη λειτουργία τους προσωπικού.
Ουδόλως, εξάλλου, αποδείχθηκε ότι στις συμβάσεις πρακτόρευσης υποκρύπτονται συμβάσεις εργασίας, όπως αβασίμως οι ενάγοντες υποστηρίζουν. Έτσι, δεν αποδείχθηκαν οι επικαλούμενοι λόγοι εμπάθειας και εκδικητικότητας, που θα καθιστούσαν τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων άκυρες, ως γενόμενες κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ.
Εξάλλου, μια τέτοια παραδοχή δεν δίνει απάντηση στο ερώτημα, γιατί κατά τους χρόνους των ενδίκων απολύσεων καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις εργασίας μιας μόνο συγκεκριμένης ειδικότητας (ήτοι, των εισπρακτόρων) και δεν απολύθηκαν και άλλοι εργαζόμενοι, όπως για παράδειγμα οδηγοί, των οποίων επίσης τα εργασιακά θέματα αποτέλεσαν αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ του σωματείου των εργαζομένων και της διοίκησης της εναγομένης.
Μολονότι οι τελευταίοι ασκούν ίδιας έντασης συνδικαλιστική δραστηριότητα, εξακολουθούν να εργάζονται χωρίς να έχει καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας κανενός από αυτούς. Ότι, πέραν τούτων, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν υποκινήσει με οποιονδήποτε τρόπο τη δράση του σωματείου, ώστε να είναι δυνατό να συνδεθεί με αυτή η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους.
Μάλιστα, δε, τέτοια συμπεριφορά δεν επικαλούνται ούτε οι ίδιοι. Μόνη η προπεριγραφείσα δράση του σωματείου τους, δεν μπορεί να καταστήσει, άνευ άλλου τινός, καταχρηστική την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των μελών του. Ενδεικτικό των αληθών κινήτρων της εναγομένης είναι και το γεγονός ότι πριν από την καταγγελία είχε καλέσει σε ενημέρωση και διαβούλευση τη διοίκηση του Σωματείου των εργαζομένων, προς εξεύρεση λύσεων άλλων, πλην της καταγγελίας.
Πέραν, όμως, όλων των άλλων, η μη αναγκαιότητα της απασχόλησης των εναγόντων αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι από τους χρόνους των απολύσεών τους και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ήτοι επί τρία και πλέον έτη, η εναγομένη πραγματοποιεί τις μεταφορές των επιβατών με την απασχόληση τεσσάρων και μόνον εισπρακτόρων χωρίς τη δημιουργία του παραμικρού προβλήματος και χωρίς την οποιαδήποτε διαμαρτυρία του επιβατικού κοινού.
Σημειώνεται, ότι τους απολυθέντες τον Μάρτιο μήνα του 2012 εισπράκτορές της, που επανήλθαν μετ' ολίγο στην εργασία τους σε εκτέλεση διάταξης δικαστικής απόφασης, η εναγομένη τους απασχόλησε ως οδηγούς και όχι ως εισπράκτορες, αφού στην πραγματικότητα δεν είχε ανάγκη τέτοιων υπηρεσιών. Είναι άλλο θέμα, βεβαίως, η απασχόληση έκτακτου προσωπικού εισπρακτόρων κατά τους θερινούς και μόνο μήνες, κατά τους οποίους παρουσιάζεται εμφανώς αυξημένη μετακίνηση του επιβατικού κινητού με τα λεωφορεία της εναγομένης, λόγω του τουριστικού χαρακτήρα της περιοχής.
Αυτό, άλλωστε, αποτελούσε εν προκειμένω πρόταση της εναγομένης, ως ηπιότερο μέτρο, αντί της απόλυσης των εισπρακτόρων, κατά τα προαναφερόμενα. Ότι αβάσιμα περαιτέρω οι ενάγοντες επικαλούνται απασχόληση ως εισπρακτόρων τρίτων προσώπων κατά το διάστημα αυτό. Ειδικότερα, οι αδελφοί Ε. και Ι. Α. είναι άτομα με ειδικές ανάγκες και με νοητική υστέρηση.
Τα πρόσωπα αυτά δεν είναι σε θέση να προσφέρουν εργασία και συχνά με την ανοχή των οδηγών επιβιβάζονται στα λεωφορεία της εναγομένης κατά τη διάρκεια των δρομολογίων, προκειμένου να αποκτήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνικότητα. Ότι ο Γ. Κ., συνταξιούχος αστυνομικός, ηλικίας σήμερα 62 ετών, συνοδεύει τη θυγατέρα του Κ.
Κ., ιδιοκτήτρια και οδηγό λεωφορείου ενταγμένου στη δύναμη της εναγομένης, κατά τη διάρκεια πραγματοποίησης νυχτερινών δρομολογίων, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, για την ασφάλειά της, χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε αμοιβή γι' αυτό. Επί πλέον, ο Β. Α., ηλικίας σήμερα 76 ετών, ήταν εργαζόμενος στην εναγομένη και τώρα μέτοχος αυτής.
Κατοικεί στα Σ. Χ. και καθημερινά μετακινείται δωρεάν, ως επιβάτης του ΚΤΕΛ, από τον τόπο κατοικίας του με το πρωινό λεωφορείο προς το σταθμαρχείο ..., συναντιέται με φίλους και γνωστούς και επιστρέφει στην κατοικία του με το λεωφορείο που έχει ώρα έναρξης την 1 μμ. Ότι η διαδρομή αυτή περιλαμβάνει μία μόνο στάση, στην ..., ως εκ τούτου δεν απασχολείται εισπράκτορας, ούτε κατά τους θερινούς μήνες, και δεν απασχολείτο εισπράκτορας ούτε και όταν η εναγομένη διατηρούσε προσωπικό είκοσι πέντε εισπρακτόρων.
Αυτονόητο είναι ότι καθήκοντα εισπράκτορα δεν εκτελεί ούτε ο Β. Α., ο δε Ι. Κ., παλιός εργαζόμενος του ΚΤΕΛ και αυτός, συνοδεύει ενίοτε τον γιο του Δ., οδηγό λεωφορείου της εναγομένης, για λόγους προσωπικούς (προβλήματα υγείας του γιου του) κατά την εκτέλεση του δρομολογίου … - .... Το δρομολόγιο αυτό κατά ποσοστό 90% δρομολογείται με εισπράκτορα, ακόμη και τον χειμώνα, λόγω της κίνησης που εμφανίζει, καθώς εξυπηρετεί τη μετάβαση των επιβατών από και προς το ....
Επομένως, κανένας από τους προαναφερόμενους δεν απασχολείται ατύπως στην εναγομένη, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες κρίνονται αβάσιμα. Ο δε έτερος ισχυρισμός των εναγόντων, ότι δηλαδή η εναγομένη ενόψει και μόνο της παρούσας δίκης αποφεύγει σκοπίμως να προσλάβει εισπράκτορες για μόνιμη εργασιακή απασχόληση, δεν κρίνεται βάσιμος:
Αν πράγματι υπήρχε και υπάρχει ανάγκη τέτοιας εργασίας και η εναγομένη σκοπίμως αποφεύγει να το πράξει, προφανώς και θα είχαν δημιουργηθεί προβλήματα στη λειτουργία της στο μεσολαβήσαν τούτο χρονικό διάστημα, που όμως δεν αποδείχθηκαν. Είναι προφανές, εξάλλου, ότι η άνετη και ασφαλής μεταφορά του επιβατικού κοινού αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση και μέλημα της εναγομένης.
Τέλος, η τελευταία για την εκτέλεση των δρομολογίων της απασχολεί δέκα οδηγούς, ως υπαλλήλους, για την οδήγηση των έξι λεωφορείων ιδιοκτησίας της. Τα λοιπά 54 λεωφορεία δρομολογούνται από τους ίδιους τους μετόχους της. Τα 60 αυτά λεωφορεία πραγματοποιούν μηνιαίως 2.500 και πλέον δρομολόγια. Μία φορά κατά τη διάρκεια του μήνα ένας από τους δέκα οδηγούς της εναγομένης συμβαίνει να μην έχει αντικείμενο απασχόλησης, οπότε στην περίπτωση και μόνο αυτή απασχολείται ως εισπράκτορας (εφόσον ούτως ή άλλως του καταβάλλεται ο μισθός από την εναγομένη), χωρίς να έχει στην ουσία πραγματικό αντικείμενο.
Από την τακτική αυτή της εναγομένης, που εκ των πραγμάτων εφαρμόζεται, δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα περί της ύπαρξης πραγματικού αντικειμένου απασχόλησης των εναγόντων. Αναφέρεται επιπροσθέτως στο σημείο αυτό, ότι η εναγομένη μέχρι τις αρχές του έτους 2012 απασχολούσε 25 εισπράκτορες, δεν μπορούσε όμως να καταγγείλει τις συμβάσεις τους γιατί δεσμευόταν από τη διάταξη του άρθρου 26 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ (ΠΔ 246/2006), που προβλέπει τη δυνατότητα απόλυσης του προσωπικού για τους λόγους και μόνο που προβλέπονται περιοριστικά σ' αυτό.
Ήδη, όμως, μετά την έκδοση της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 6/2012 και, ακολούθως, της με αριθ. 2307/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε ότι συνάδουν με τα άρθρα 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος οι διατάξεις της άνω ΠΥΣ, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 5, που κατήργησε όλες τις διατάξεις που προβλέπουν ρήτρες "μονιμότητας" του προσωπικού, οι οποίες δηλαδή αποκλείουν την τακτική καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας την από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους (άρα και αυτή του άνω άρθρου 26 ΠΔ/τος 246/2006), προέβη στις ένδικες απολύσεις των πλεοναζόντων εισπρακτόρων, σε συνέχεια των απολύσεων του μηνός Μαρτίου 2012, που είχαν κριθεί άκυρες από τα δικαστήρια της ουσίας, ως αντιβαίνουσες στο άνω άρθρο 26 του Γενικού Κανονισμού, κατά τα προαναφερόμενα.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής και αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, ως αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς τη βάση αυτή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ευκρινώς ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έλαβε υπόψη του, εξέτασε αυτοτελώς, αξιολόγησε και απάντησε αιτιολογημένα σε όλους τους παραπάνω πραγματικούς ισχυρισμούς των εναγόντων - αναιρεσειόντων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας των συμβάσεών τους από μέρους της εναγομένης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους υπαγορεύτηκαν από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης προς τα πρόσωπα των εναγόντων εξ αιτίας της προαναφερθείσας έντονης δράσης του συνδικάτου των εργαζομένων της, μέλη του οποίου τυγχάνουν και οι ενάγοντες, ότι ο τελευταίος είχε δηλώσει στον Πρόεδρο του Σωματείου Ι.
Π. ότι θα διαλύσει τη διοίκηση του Σωματείου με την σταδιακή απομάκρυνση των συνδικαλιστών, ότι το σωματείο απέστειλε στοιχεία προς βουλευτές του Κοινοβουλίου, οι οποίοι βάσει αυτών προέβησαν και σε σχετικές επερωτήσεις στη Βουλή, καθώς και στους Υπουργούς Υποδομών, Μεταφορών Δικτύων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, σχετικά με τις συνθήκες εργασίας τους, ότι υπέβαλε η διοίκηση της εναγομένης μηνύσεις σε βάρος των μελών της διοίκησης του Σωματείου, καθώς και σε βάρος άλλων εργαζομένων για τις αναφερόμενες πράξεις κλπ.
Επομένως, ελήφθησαν υπόψη τα προαναφερόμενα αυτοτελή περιστατικά που, συνολικά εκτιμώμενα με τα υπόλοιπα περιστατικά που πρόβαλλαν οι ενάγοντες, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο δικαίωμα καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων, όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε σε αντίθετες παραδοχές από αυτές που στοιχειοθετούν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από μέρους της εναγομένης. Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αριθμός. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμο.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και γ) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ( ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 1278/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τόσο με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη της βασιμότητας της ένδικης πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής τους και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη α):
το αντίγραφο του υπ' αριθ. ... Δελτίου Εργατικής Διαφοράς της Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασίας Κεντρικής Μακεδονίας, β) αντίγραφο της, από 1.10.2014, εγκλήσεως σε βάρος του πρώην Προέδρου του Σωματείου Ι. Π. και γ) τις με αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Π. Π., Ε. Κ., Χ. Τ. και Α. Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πολυγύρου, οι οποίες δόθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης.
Ο λόγος αυτός είναι ορισμένος. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι από αυτήν, για την έκδοση του αποδεικτικού της πορίσματος και του διατακτικού της, λήφθηκαν υπόψη επί λέξει τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα: οι ένορκες στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός από κάθε διάδικο μέρος), που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εκτιμώνται κατά τον λόγο γνώσης και αξιοπιστίας εκάστου, τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ως πλήρη αποδεικτικά μέσα, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, δίχως κάποιο από αυτά να παραλειφθεί για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα ποινικών δικογραφιών, που προσκομίζονται με επίκληση και εκτιμώνται ελεύθερα στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια...
αλλά και τα έγγραφα άλλων πολιτικών δικών μεταξύ της εναγομένης και λοιπών εργαζομένων της, που προσκομίζονται ομοίως με επίκληση και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..., σε συνδυασμό και με τις με αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πολυγύρου, των Π. Π., Ε. Κ., Χ. Τ. και Α.
Σ., αντίστοιχα, που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης ..., τη με αριθ. 182/12.10.2016 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της αυτής Ειρηνοδίκου, του Α. Τ., και τις με αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Άτσαλα, των Α. Α. και Γ. Κ., αντίστοιχα, που λήφθηκαν ομοίως με επιμέλεια της εναγομένης μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων..., από τη με αριθ. 37055/8.01.2018 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της άνω Συμβολαιογράφου Μαρίας Άτσαλα, των Ι.
Κ., Δ. Α. και Α. Γ., που λήφθηκε με επιμέλεια της εναγομένης μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων... μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και η οποία παραδεκτώς προσκομίζεται και λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια της παρούσας - δευτεροβάθμιας δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1α' ΚΠολΔ..., τέλος δε από τη με αριθ. ...
ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, των Β. Χ. και Ι. Π., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, και τις με αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής Ευσεβίας Καμπούρη, των Β. Α. και Γ. Β., αντίστοιχα, που προσκομίζονται με επίκληση από την εναγομένη και οι οποίες (με αριθ. ...) δόθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε άλλες δίκες και δεν συνιστούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτές διατυπώσεις...".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, καθώς και οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Από το σύνολο δε των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται για τη συνεκτίμηση τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, απλώς κατέληξε το Εφετείο σε αντίθετο συμπέρασμα απ' αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.
Επομένως ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/ 1920 και 1, 5 του v. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.
Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την οικονομική δυσπραγία της επιχείρησης, την οποία, ως περιστατικό αρνητικό του περί καταχρήσεως, ισχυρισμού του εργαζόμενου, μπορεί να προβάλει ο εργοδότης. Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική.
Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 729/2018, ΑΠ 539/2018, ΑΠ 166/2018, ΑΠ 77/2018, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016). Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για οικονομικούς λόγους που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η ορθότητα της απόφασης του εργοδότη να ανταπεξέλθει με απολύσεις στην οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχεται, όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην απόφασή του και στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζόμενου, ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης, και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζόμενου προς απόλυση έναντι άλλων, που πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ Ειδικότερα ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου, από απόψεως ικανότητας, προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρηση και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1481/2018, ΑΠ 539/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 38/2020).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δεν υπάρχει άλλωστε ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 444/2019).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1188/2019, ΑΠ 1009/2010, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 669 παρ. 2 και 281 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955. Ειδικότερα, κατά τους αναιρεσείοντες η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στηρίζεται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και δέχθηκε ότι διάφορες πτυχές της δραστηριότητας που ανέπτυξε το σωματείο εργαζομένων της εναγομένης κατά τη διετία 2012 έως 2014 με στόχο την προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων των μελών του, ότι στην ανωτέρω δράση που ανέπτυξε το σωματείο, εκτός από τις, κατ' επανάληψη, καταγγελίες και τις διαμαρτυρίες που γίνονταν με έγγραφα της διοικήσεως του, συγκαταλέγονταν και αγωγές που είχαν ασκήσει οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες και αφορούσαν στην προσβολή των απολύσεων που είχαν λάβει χώρα τον Μάρτιο του 2012 και είχαν ακυρωθεί με την, υπ' αριθ. 24/2012, απόφαση του Μονομελούς Πρωτ/κείου Χαλκιδικής, εννέα (9) νόμιμες απεργιακές κινητοποιήσεις, οι οποίες έλαβαν χώρα στις 31.3.2012, 1.4.2012, 5.4.2012, 7.4.2012, 8.4.2012, 27.4.2012, 28.4.2012, 29-4-2012 και 13.6.2012 και στις οποίες συμμετείχαν όλα τα μέλη του σωματείου της επιχείρησης και μία αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν επίσης όλα τα μέλη του άνω σωματείου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, τον Νοέμβριο του 2013, ζητώντας την αναστολή της από 1-11-2013 αποφάσεως της εναγομένης περί μονομερούς επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας από τη διοίκηση της εναγομένης, διαμαρτυρόμενοι για την προσπάθειά της να μειώσει μονομερώς τις αποδοχές των αναιρεσειόντων, και δέχεται, επίσης, ότι η ως άνω δράση του σωματείου προκάλεσε προφανή ένταση στις σχέσεις του με τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι επίδικες καταγγελίες δεν υπαγορεύθηκαν από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης προς τα πρόσωπα των εναγόντων, εξαιτίας της έντονης δράσης του συνδικάτου των εργαζομένων της, μέλη του οποίου τύγχαναν και οι ενάγοντες και ότι μόνη η προπεριγραφείσα δράση του σωματείου τους, δεν μπορεί να καταστήσει, άνευ άλλο τινός, καταχρηστική την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των μελών του ... ", χωρίς να διευκρινίζει για ποιο λόγο και με ποιο τρόπο διαχωρίζεται η "δράση" του άνω σωματείου από τη συνδικαλιστική δράση των μελών του, τη στιγμή που η δραστηριότητα κάθε συνδικαλιστικής οργάνωσης υπαγορεύεται και ασκείται στο πλαίσιο των αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεων των μελών της και επιπλέον αφορά αποκλειστικά στην προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων τους, λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνδικαλιστική δραστηριότητα ενός σωματείου όχι μόνο δεν διαχωρίζεται, αλλά ταυτίζεται απόλυτα με τη δραστηριότητα των μελών που εκπροσωπεί, εκκινώντας από τη συμμετοχή τους στη συνδικαλιστική οργάνωση και φθάνοντας μέχρι τη λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο λειτουργίας της Γενικής του Συνέλευσης, την ανάδειξη εκπροσώπων διοίκησής του, την προκήρυξη απεργιακών κινητοποιήσεων και γενικότερα την επιλογή και υλοποίηση διάφορων μορφών δράσης απέναντι σε εργοδοτικές αποφάσεις που περιορίζουν εργασιακά δικαιώματα, ο διαχωρισμός της δραστηριότητας αυτής, που γίνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον, αν η ανωτέρω δράση ήταν έντονη, όπως δέχεται η απόφαση, ως συνδεόμενη άρρηκτα με τη συνδικαλιστική δράση των μελών του ανωτέρω σωματείου, αφού στο όνομα και για λογαριασμό τους ασκούνταν, όχι μόνο δικαιολογεί, αλλά και υπαγορεύει την εκδικητική απόφαση της αναιρεσίβλητης εταιρείας να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων.
Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει αν η κατά τα ανωτέρω "έντονη συνδικαλιστική δράση του σωματείου εργαζομένων της επιχείρησης της εναγομένης, του οποίου οι ενάγοντες είναι μέλη", ήταν νόμιμη ή παράνομη, ήταν "αρεστή" ή όχι στην εναγομένη εταιρεία και τη διοίκησή της, ήταν αντίθετη ή όχι προς τα συμφέροντα της επιχείρησης της εναγομένης και τελικά είχε προκαλέσει ή όχι αισθήματα εμπάθειας και εχθρικής προκατάληψης σε βάρος του συγκεκριμένου σωματείου και των μελών που συμμετέχουν σε αυτό.
Επιπλέον, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει, για ποιο λόγο η συνδικαλιστική δράση του σωματείου εργαζομένων της επιχείρησης της εναγομένης, που αφενός είχε οδηγήσει σε "προφανή ένταση μεταξύ του σωματείου αυτού και της διοίκησης της εταιρείας", και αφετέρου είχε προκαλέσει "τη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της πως θα διαλύσει τη διοίκηση του σωματείου", απέκλειε την ανάπτυξη εκδικητικής διάθεσης της εναγομένης σε βάρος της ανωτέρω συνδικαλιστικής οργάνωσης, καθώς και την πρόθεση της διάλυσης της, η οποία επιτυγχάνεται είτε δια της απολύσεως των μελών της, είτε αποτρέποντας - και μέσω των απολύσεων αυτών - τους εργαζόμενους να συμμετέχουν σε αυτήν και ότι, οι ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί πως δεν είναι ελλιπείς, είναι προδήλως αντιφατικές, σε σχέση, με την παραδοχή του Δικαστηρίου πως οι επίδικες καταγγελίες "...
δεν υπαγορεύθηκαν από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης προς τα πρόσωπα των εναγόντων, εξαιτίας της έντονης δράσης του συνδικάτου των εργαζομένων της, μέλη του οποίου τύγχαναν βεβαίως και οι ενάγοντες ...", αφού δεν είναι δυνατό από τη μία πλευρά, η απόφαση να δέχεται πως ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας είχε δηλώσει πως θα διέλυε τη διοίκηση του ανωτέρω σωματείου, παραδοχή που, ανάμεσα σε άλλα, αποκαλύπτει και διάθεση εκδίκησης και πρόθεση διάλυσης της συγκεκριμένης συνδικαλιστικής οργάνωσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ενώ από την άλλη, η ταυτόχρονη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας ορισμένων εκ των μελών της να μη συνδέεται με τα ανωτέρω εκδικητικά αισθήματα και την πρόθεση διάλυσης του σωματείου, καθόσον μέσο για την επιδιωκόμενη αυτή διάλυση είναι η απομάκρυνση των μελών της και η αποτροπή συμμετοχής σε αυτήν, δια της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ" αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης του δικαιώματος καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων.
Ειδικότερα διέλαβε σαφείς και επαρκείς παραδοχές για το ποιες ήταν οι συνθήκες που επικρατούσαν μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης εταιρείας πριν την άσκηση της καταγγελίας, ποια ήταν η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε και για ποιο λόγο η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης για καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η πραγματική αιτία της καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ήταν η έλλειψη αντικειμένου εργασίας τους μετά την εισαγωγή ειδικών συσκευών έκδοσης εισιτηρίων και όχι λόγοι εκδίκησης και εμπάθειας της διοίκησης της εναγομένης εταιρείας προς τους ενάγοντες και γενικά τα μέλη του σωματείου των εργαζομένων της.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "ζητήματα" και δεν ιδρύουν τον ανωτέρω λόγο οι αποδιδόμενες ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αφού στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, και το αποδεικτικό του πόρισμα είναι σαφές.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πλήττοντας κυρίως, κατ' άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δ., υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ,Πολ.Δ., την ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, είναι αβάσιμος.? Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό (άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 104/13-3-2019 αίτηση αναίρεσης των 1) Ν. Α., 2) Ε. B., 3) Σ. Π. και 4) Α. Π., κατά της, με αριθμό 295/31-1-2019, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ