Legislator Case Law & Legislation
1407/2020 AI generated

1407/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1407/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και 'Αννα Φωτοπούλου - Ιωάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1407/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και να καταδικαστεί αυτός και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος υποστηρίζοντος την κατηγορία (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Keywords

AI generated
offences against the family departure of spouse spousal liability family member post-service health impairment spousal consent
AI generated
1189/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη)-Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
2055/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
2351/2008
Όταν το δικαστήριο επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση, άλλως υποπίπτει στις πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση κλπ, με την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών σε κάθε μία από τις αναιρεσείουσες, που μετατράπηκε σε χρηματική, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της, αφού το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Παραπέμπει.
53/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 14 Νοεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:358/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1115/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο αναιρεσείων με την από 17 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.
1060/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1407 / 2020 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1407/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και 'Αννα Φωτοπούλου - Ιωάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα, Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις: Α) του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και Β) του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ...που δεν εμφανίσθηκε περί αναιρέσεως της ΗΤ460/2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Ε. Λ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κοσμά Γιακουμάτο και υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Σ. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Μαρίνου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες ζητούν τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις: Α) με αριθμό και ημερομηνία 33/8-7-2020 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και Β) με ημερομηνία 16-6-2020 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Σ., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 607/2020.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και να αναιρεθεί η απόφαση για το σκέλος της που αφορά την κατηγορουμένη Ε. Λ. του Δ., Β) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Σ. και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο Ν.4620/2019) άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' Νέου ΚΠΔ, "ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή στην Ολομέλειά του", ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ.

α' του αυτού ως άνω άρθρου, οι διάδικοι κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρίστανται με συνήγορο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α' ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση προσηκόντως, ήτοι με συνήγορο ή δι' αυτού, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άνω άρθρα (155-162 ΚΠΔ) και μέσα στην προθεσμία που ορίζει το ανωτέρω άρθρο (166 ΚΠΔ), για να παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, ως ανυποστήρικτη.

Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 514 εδ. β', γ' του ιδίου Κώδικα, "Κατά της απορριπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο. Επίσης δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναίρεσης. Κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α) παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511)".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 7.10.2020 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, Λ. Χ., ο αναιρεσείων, Γ. Σ., κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στο σύνοικο υπάλληλο του, κατά τα άρθρα 155 παρ.ιεδ.β' και 166 του ΚΠοινΔ, για να παραστεί με συνήγορο στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση (10.11.2020), προκειμένου να υποστηρίξει την από 16.6.2020 αίτησή του, για αναίρεση της υπ' αρ.

ΗΤ 460/2020 απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών με αναστολή. Όμως, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη συνεδρίαση αυτή ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως ανυποστήρικτη σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού, σημειωτέον, δεν συντρέχει κάποια εκ των ως άνω κατ' εξαίρεση αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενων περιπτώσεων.

Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και να καταδικαστεί αυτός και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος υποστηρίζοντος την κατηγορία (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠοινΔ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, συνεπώς και αθωωτικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ.

λόγους, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ.), ο οποίος περιέχεται στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠοινΔ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει είτε, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε, όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν απαιτείται, όμως, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης, να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτήν περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου.

Ειδικά, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ.Α.Π. 3/2012). Πιο συγκεκριμένα, για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί ο κατ' είδος ή κατά κατηγορίες προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους ούτε μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα συντρέχει και όταν δεν προκύπτει με βεβαιότητα και ανενδοιάστως, ότι αυτά έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους, αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα, που εισφέρθηκαν σ' αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να θεωρείται μια τέτοια αιτιολογία ως εμπεριστατωμένη.

Η γενική αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης, περί λήψης υπόψη και συνεκτίμησης όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν διαβεβαιώνει αναμφίβολα και τη λήψη υπόψη του καθενός επί μέρους από αυτά, εκτός αν με τρόπο αναμφισβήτητο και αναντίρρητο συνάγεται, από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης στο σύνολο τους και όχι επιλεκτικά μόνο μερικά από αυτά και ότι συμμορφώθηκε προς τις επιταγές που προκύπτουν από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177 και 178 ΚΠοινΔ.

Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ως προς τις αποδείξεις, υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγγραφα ή το συνολικό περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων.

Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει ακόμα, όταν το δικαστήριο παραλείπει να εκτιμήσει στο σύνολο της μια ιδιαίτερα σοβαρή και κρίσιμη μαρτυρική κατάθεση. Η υποχρέωση για συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ.

Το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε ή τελικά δεν πείσθηκε το δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, καθόσον αφορά στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ουσίας, πλην όμως, στην αιτιολογία πρέπει να αναφέρεται γιατί το δικαστήριο πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο ή διαφορετικό.

Ο αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται και επικεντρώνεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνον από αυτά (ΑΠ 626/2019, ΑΠ 264/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η Αντιεισαγγελέα ς του Αρείου Πάγου με την από 8.7.2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και για την οποία συντάχτηκε η υπ' αριθμ.33/2020 έκθεση, ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. ΗΤ 460/2020 τελεσίδικης απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώα η κατηγορουμένη Ε.

Λ. της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία, επικαλούμενη έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και προβάλλοντας συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, που συνιστούν παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης θεμελιούμενο στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ. Το ως άνω Δικαστήριο, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του κήρυξε αθώα την κατηγορουμένη Ε. Λ. του ότι: "Στην Αθήνα και δη επί της οδού ..., την 19-11-2013, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο προέτρεψε με παρεναίσεις, φορτικότητα, πειθώ και συμβουλές τον δεύτερο κατηγορούμενο [Γ.

Σ.] και των αγνώστων στοιχείων δράστη "Π. Α." και προκάλεσε σε έκαστο εξ αυτών την απόφαση, όπως προβούν κατά την 19-11-2013 στην παρακάτω περιγραφόμενη άδικη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία σε βάρος του παθόντος εγκαλούντος Σ. Σ. του Α. Στην ενέργεια της αυτή προέβη λόγω των διενέξεων που διατηρεί με τον εγκαλούντα, ως πρώην σύζυγος της".

Για να καταλήξει στην ανωτέρω απαλλακτική του κρίση το άνω Δικαστήριο, διέλαβε στο σκεπτικό, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την εξής, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του παρόντος δεύτερου κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως [και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο πολιτικώς ενάγων Σ. Σ. και η πρώτη κατηγορουμένη Ε. Λ. υπήρξαν έως το έτος 2012 σύζυγοι και είναι γονείς ενός ανήλικου τέκνου, της Α., που γεννήθηκε το έτος 2008. Λίγους μήνες μετά τη λύση του γάμου της με τον πολιτικώς ενάγοντα η πρώτη κατηγορουμένη, ιατρός-αναισθησιολόγος, τέλεσε γάμο με τον συγκατηγορούμενό της, Γ.

Σ., επιχειρηματία, ο οποίος υπήρξε, κατά το παρελθόν, και εργοδότης του πολιτικώς ενάγοντος. Ωστόσο, οι σχέσεις του τελευταίου και της πρώτης κατηγορούμενης υπήρξαν έντονες συγκρουσιακές, έχοντας σφοδρή αντιδικία τόσο αναφορικά με την επικοινωνία του πρώτου με την ανήλικη κόρη του Α., όσο και αναφορικά και με κάποια ακίνητα συνιδιοκτησίας τους.

Ειδικότερα, στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του με την ανήλικη κόρη του, ο πολιτικώς ενάγων συμφώνησε με την πρώην σύζυγο του να την παραλάβει στις 19.11.2013 και περί ώρα 18.00, από την οικία των άλλοτε πεθερικών του, που βρίσκεται στα ...]. Όταν, όμως, ο πολιτικώς ενάγων έφτασε έξω από αυτήν [οικία], γύρω στις 19.00 η ώρα, με το αυτοκίνητο του, δεν είδε την κόρη του ούτε και κάποιον άλλον να τον περιμένει, αλλά εμφανίσθηκε ξαφνικά ένα τζιπ, μάρκας "MERCEDES", από το οποίο αποβιβάσθηκαν ο δεύτερος κατηγορούμενος και ένας άντρας της προσωπικής του φρουράς, ονόματι Π.

Α.. Οι τελευταίοι, αφού τον έβγαλαν έξω από το αυτοκίνητο του με τη βία και αφού τον ακινητοποίησε ο Π. Α., άρχισαν να του καταφέρουν επανειλημμένα πλήγματα στο πρόσωπο και στο σώμα, με γροθιές και κλωτσιές, προκαλώντας του ειδικότερα ανάρτηση του αριστερού άνω άκρου, θλαστική εξοίδηση και εκχύμωση στο άνω και κάτω βλέφαρο του αριστερού οφθαλμού, εκχύμωση και εξοίδηση στο άνω χείλος του στόματος, εκχύμωση μετά ερυθρότητας στην αριστερή μετωπιαία χώρα, γραμμοειδή εστία ερυθρότητος στην αριστερή πλάγια τραχηλική χώρα, ευμεγέθη εξοίδηση στο κάτω τριτημόριο του δεξιού μηρού και του δεξιού γόνατου, θλαστική εξοίδηση αριστερής παρειάς και κάτω γνάθου αριστερά και υποσημαινόμενη εκχύμωση και εξοίδηση στην αριστερή περιομφάλιο χώρα, όπως προκύπτει από την από 20.11.2013 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Αθηνών Γ.

Ν.-Λ.. Ακολούθως, οι ανωτέρω τράπηκαν σε φυγή, οπότε ο παθών-πολιτικώς ενάγων κάλεσε με το κινητό του τηλέφωνο την Άμεση Δράση και μετέβη προς το πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, όπου και υπέβαλε την από ίδια ημερομηνία έγκλησή του. Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε και από αυτή την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος ανέφερε γενικά και αόριστα: "Η κυρία Λ.

ήξερε για το περιστατικό, αυτή έδωσε την εντολή... ο κ.Σ. ποδηγετείται από την πρώην σύζυγο μου και νυν σύζυγο του", δεν αποδείχθηκε, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι την απόφαση για να τελέσουν την προπεριγραφείσα αξιόποινη πράξη τους ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο έτερος δράστης Π. Α., τους την προκάλεσε η πρώτη κατηγορούμενη Ε.

Λ.. Επομένως, αυτή πρέπει να κηρυχθεί αθώα της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία, για την οποία, εν προκειμένω κατηγορείται". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που εξέδωσε κατ' έφεση την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σκέλος που κήρυξε αθώα την ανωτέρω κατηγορουμένη Ε.

Λ. της ως άνω αξιοποίνου πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συναυτουργία, δεν διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά είναι αυτή ελλιπής, ασαφής και αντιφατική, αφού δεν παρατίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία να αιτιολογείται γιατί το δικαστήριο της ουσίας δεν πείσθηκε για την ενοχή της κατηγορουμένης και δη για την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ως άνω πράξεως, για την οποία κατηγορείται, αλλά ούτε εξηγούνται και οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής της.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη ότι ο πολιτικώς ενάγων Σ. Σ. στα πλαίσια άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του με την ανήλικη κόρη του συμφώνησε με την πρώην σύζυγο του [Ε. Λ.] να την παραλάβει στις 19-11-2013 και περί ώρα 18.00 από την οικία των άλλοτε πεθερικών του, όταν έφθασε στο συγκεκριμένο σημείο δεν βρήκε την κόρη του, ούτε κάποιον άλλον να τον περιμένει, αλλά εμφανίσθηκε ξαφνικά ένα τζιπ, μάρκας "MERCEDES", από το οποίο αποβιβάσθηκαν ο δεύτερος κατηγορούμενος [Γ.

Σ.-νυν σύζυγος της κατηγορουμένης] και ένας άντρας της προσωπικής του φρουράς, ονόματι Π. Α., οι οποίοι, αφού τον έβγαλαν έξω από το αυτοκίνητο του με τη βία και αφού τον ακινητοποίησε ο Π. Α., άρχισαν να του καταφέρουν επανειλημμένα πλήγματα στο πρόσωπο και το σώμα, με γροθιές και κλωτσιές, προκαλώντας ... δεν διέλαβε ουδεμία αιτιολογία για το πώς βρέθηκε ο νυν σύζυγος της άνω κατηγορουμένης μετά του προσωπικού του φρουρού στο σημείο αυτό, ποιος ήταν ο λόγος και ο σκοπός της μετάβασής τους στο εν λόγω σημείο, ποιος τους ενημέρωσε ότι θα πήγαινε ο πολιτικώς ενάγων να παραλάβει την ανήλικη κόρη του, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η μόνη που γνώριζε αυτό ήταν η ανωτέρω κατηγορούμενη, που είχε κάνει τη συμφωνία μαζί του για την άσκηση επικοινωνίας του με την ανήλικη κόρη τους.

Ενώ, προσέτι, ουδεμία σκέψη διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση ποιος ήταν ο λόγος και το κίνητρο που οι ανωτέρω δράστες επιτέθηκαν μετά σφοδρότητος κατά του ως άνω πολιτικώς ενάγοντος και του προξένησαν επικίνδυνη σωματική βλάβη, αφού από το σκεπτικό δεν προκύπτει ότι υπήρχε μεταξύ τους κάποια προσωπική αντιδικία ή ότι προηγήθηκε της επίθεσης, εκείνη τη στιγμή, κάποιο επεισόδιο, αλλά, τουναντίον, υπήρχε σφοδρή αντιδικία μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και της κατηγορουμένης.

Περαιτέρω, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι σχέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και της άνω κατηγορουμένης ήσαν έντονα συγκρουσιακές, έχοντας σφοδρή αντιδικία τόσο αναφορικά με την επικοινωνία του πρώτου με την ανήλικη κόρη του Α., όσο και αναφορικά με κάποια ακίνητα συνιδιοκτησίας τους, στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά και με σκεπτικό που προδίδει λογικά κενά, γίνεται δεκτό ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε και από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος ανέφερε γενικά και αόριστα "η κ.Λ.

ήξερε για το περιστατικό, αυτή έδωσε την εντολή...ο κ.Σ. ποδηγετείται από την πρώην συζυγό μου και νυν σύζυγο του", δεν αποδείχθηκε, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι την απόφαση για να τελέσουν την προπεριγραφείσα αξιόποινη πράξη ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο έτερος δράστης Π. Α., τους την προκάλεσε η άνω κατηγορουμένη Ε.

Λ. και την κηρύσσει αθώα, χωρίς να εξηγεί γιατί είναι αόριστη η κατά το κρίσιμο και ουσιώδες αυτό σημείο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και χωρίς ουδόλως να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και οδηγούν στην απαλλακτική κρίση ως προς αυτήν [ηθικό αυτουργό], καθόσον δεν αρκεί για την με την παραπάνω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως η αρνητική απλώς διαπίστωση ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω κατηγορουμένη προκάλεσε στους ως άνω δράστες την απόφαση να τελέσουν σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος την προαναφερθείσα πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατά συναυτουργία.

Με αυτά τα δεδομένα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά το σκέλος ως προς το οποίο κηρύχθηκε αθώα η ανωτέρω κατηγορουμένη Ε. Λ. για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, κατά συναυτουργία. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠοινΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί εν μέρει κατά το άνω κεφάλαιο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το μέρος αυτό ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, [άρθρο 519 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)

Απορρίπτει την ασκηθείσα ενώπιον της Γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Αθηνών από 16.6.2020 αίτηση του Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ...) για αναίρεση της υπ' αριθμό ΗΤ 460/2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος υποστηρίζοντος την κατηγορία την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Β)

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό ΗΤ 460/2020 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε αθώα η κατηγορουμένη Ε. Λ.. Και

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στο οποίο δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2020. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ