Legislator Case Law & Legislation
1407/2018 AI generated

1407/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1407/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1407/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Keywords

AI generated
company in difficulties sale of business enterprise business activity depletion of assets single economic entity diminution in value
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1407 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1407/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." (...),η οποία εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Στεφανάκη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία Χρηματοδοτικών Μισθώσεων", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Πάντο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 12-10-2011 κύρια παρέμβαση προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3846/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1652/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1652/2016 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της από 12.11.2014 εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 3846/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 2.7.2008 αγωγή της τελευταίας, ως προς την επικουρική της βάση, με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό του 1.259.390 ευρώ, ευθυνόμενη έναντι αυτής με σωρευτική εκ του νόμου αναδοχή χρέους, λόγω της συμβατικής μεταβιβάσεως σ' αυτήν των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη της ενάγουσας (που δεν είναι τώρα διάδικος).

Στη συνέχεια το Εφετείο, δικάζοντας επί της αγωγής, τη δέχθηκε εν μέρει. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση η δε ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει ...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικείμενων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Επιπλέον, ο αποκτών πρέπει να τελούσε εν γνώσει, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί, ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της (ΑΠ 1154/2014, 451/2012).

Επομένως η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη συμβάσεως περί μεταβιβάσεως περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει: α) την ύπαρξη τέτοιας συμβάσεως, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβιβάσεως μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων, που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε εγνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών (ΑΠ 910/2010).

Εξ άλλου η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 480/2010).

Εν προκειμένω η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 2.7.2008 ένδικη αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι ότι δυνάμει της από 24.3.2006 συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως με τα αναφερόμενα παραρτήματα αυτής εκμίσθωσε και παραχώρησε κατά χρήση τον περιγραφόμενο σε αυτά εξοπλισμό έναντι συμφωνηθέντος μισθώματος στην αναφερόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης.

Ότι την τήρηση των όρων της συμβάσεως εγγυήθηκε ο πρώτος εναγόμενος, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης, εις ολόκληρον με την εταιρία αυτή, παραιτούμενος των ενστάσεων του εγγυητή. Ότι, λόγω οφειλών ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων από την πρωτοφειλέτρια, η ενάγουσα κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση στις 20.12.2007. Ότι μετά από αίτησή της εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1766/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέκτησε δύναμη δεδικασμένου μετά τη δεύτερη επίδοση και τη μη άσκηση ανακοπής και με την οποία ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να της καταβάλει 1.157.476,77 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, επέδωσε δε σ' αυτόν αντίγραφο εξ απογράφου του άνω εκτελεστού τίτλου για συνολικό οφειλόμενο ποσό 1.219.515,09 ευρώ.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος στο μεταξύ μεταβίβασε κατά κυριότητα στις 23.10.2007 στη δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, λόγω πωλήσεως, τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, κατά πλήρη κυριότητα ή κατά τα ποσοστά που αναλύονται για καθένα ακίνητο, ευρισκόμενα στο νησί ..., συνολικής εμπορικής αξίας 1.019.390 ευρώ, καθώς επίσης την ψιλή κυριότητα της περιγραφόμενης στην αγωγή οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) ..., εμπορικής αξίας 240.000 ευρώ.

Ότι τα ακίνητα αυτά αποτελούσαν τα μόνα εμφανή περιουσιακά στοιχεία του και μεταβιβάστηκαν στη δεύτερη εναγομένη, εν γνώσει της τελευταίας κατά τη μεταβίβαση ότι η μεταβιβαζόμενη περιουσία του αποτελεί το σύνολο της περιουσίας του. Ζήτησε, κατόπιν αυτών, με το επικουρικό αίτημα της αγωγής, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο, το ποσό των 1.259.390 ευρώ, που αποτελεί την πραγματική αξία των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν σ' αυτήν από τον πρώτο εναγόμενο και αποτελούν το σύνολο της περιουσίας του, επειδή ευθύνεται μέχρι της αξίας τους κατ' άρθρο 479 ΑΚ.

Επομένως η ένδικη αγωγή με το προεκτεθέν περιεχόμενο περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για τη νομική της θεμελίωση στοιχεία, δηλ. τις μεταβιβαστικές συμβάσεις, τις απαιτήσεις της ενάγουσας κατά του οφειλέτη (πρώτου εναγομένου) που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύναψη των συμβάσεων και τη γνώση της αποκτώσης εταιρείας ότι τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία εξαντλούν την περιουσία του μεταβιβάζοντος οφειλέτη, και το Εφετείο, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που κατά νόμον απαιτούνται.

Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 24.3.2006 συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης με τα αναφερόμενα παραρτήματα και τους όρους αυτής η ενάγουσα-ήδη αναιρεσίβλητη εκμίσθωσε και παραχώρησε κατά χρήση τον περιγραφόμενο σε αυτά εξοπλισμό έναντι συμφωνηθέντος μισθώματος στην εταιρία με την επωνυμία "..." με έναρξη της μίσθωσης από 25.7.2007.

Την τήρηση των όρων της σύμβασης εγγυήθηκε ο πρώτος εναγόμενος (που δεν είναι ήδη διάδικος), ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης εις ολόκληρον με την εταιρία, παραιτούμενος των ενστάσεων του εγγυητή. Ο πρώτος εναγόμενος είχε συγχρόνως την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρίας. Λόγω οφειλών ληξιπρόθεσμων μηνιαίων μισθωμάτων από την πρωτοφειλέτρια για τα επιμέρους παραρτήματα της μίσθωσης, με έναρξη υπερημερίας από 25.9.2007, η ενάγουσα κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση στις 20.12.2007, επιδίδοντας σχετική εξώδικη δήλωση και κάλεσε τη μισθώτρια εταιρία να καταβάλει 1.157.274,47 ευρώ πλέον νομίμων τόκων.

Μετά από αίτηση της ενάγουσας εκδόθηκε για την ίδια αιτία η υπ' αριθμ. 1766/2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τόσο η πρωτοφειλέτρια όσο και ο πρώτος εναγόμενος, ως εγγυητής, υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, συνολικό ποσό 1.157.476,77 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.

Αντίγραφο εξ απογράφου του εκτελεστού αυτού τίτλου με επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 1.219.515,09 ευρώ, επιδόθηκε δύο φορές στον πρώτο εναγόμενο, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή εντός της νόμιμης προθεσμίας και η διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου. Το ύψος της αξίωσης της ενάγουσας ανερχόταν σε αυτό το ποσό κατά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Ο πρώτος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας "... Ε.Π.Ε." και εγγυητής της τήρησης των όρων της ως άνω χρηματοδοτικής μίσθωσης, είχε πλήρη γνώση των οφειλών της εταιρίας και του ληξιπρόθεσμου αυτών έναντι της ενάγουσας. Με το υπ' αριθμ. ..482/23.10.2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.-Λ.

Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ίδιος εναγόμενος μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως στη δεύτερη εναγομένη-ήδη αναιρεσείουσα εταιρία με έδρα ..., οκτώ ακίνητα ευρισκόμενα στο νησί ..., τα εξής: 1) το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εντός του οικισμού "Π." στη θέση "..." της κοινότητας Π.ς ... της νήσου ... αποτελούμενο από δύο τμήματα:

το εντός οικισμού τμήμα, έκτασης 1830 τ.μ. και το εκτός οικισμού τμήμα έκτασης 594 τ.μ., όπως αυτά εμφαίνονται στα από Ιούλιο 2007 τοπογραφικά διαγράμματα του πολιτικού μηχανικού I. Μ., 2) ένα οικόπεδο εντός του οικισμού "Π." στη θέση "..." στη ..., έκτασης 500 τ.μ., ως εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα, 3) ένα ελαιοστάσιο με 28 ελαιόδενδρα, έκτασης 1512,63 τ.μ.

στη θέση "..." της αγροτικής περιφέρειας της τέως κοινότητας Π.ς ..., 4) τα 2/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού με οπωροφόρα δένδρα εντός του οικισμού "Π." στη θέση "... - ..." της κοινότητας Π.ς ..., έκτασης 1146,70 τ.μ., 5) οικόπεδο εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός του οικισμού Π. ... στη θέση "... - ..." που αποτελείται από δύο τμήματα:

το εντός οικισμού τμήμα, έκτασης 950 τ.μ., εντός του οποίου υφίσταται οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο επιφανείας 34,40 τ.μ. και πρώτο όροφο επιφανείας 90,05 τ.μ., καθώς και δεξαμενή νερού επιφανείας 12,96 τ.μ. και το εκτός οικισμού τμήμα, έκτασης 300 τ.μ., 6) αγρό εκτός του οικισμού "Π." ... στη θέση "..." έκτασης 3003,60 τ.μ., 7) αγρό με 2 ελαιόδενδρα εκτός του οικισμού "Π." ...

στη θέση "..." έκτασης 1200 τ.μ. και 8) αγρό εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός του οικισμού "Π." ... στη θέση "...", αποτελούμενο από δύο τμήματα: το εντός οικισμού τμήμα, έκτασης 119 τ.μ. και το εκτός οικισμού τμήμα έκτασης 1884 τ.μ. Ως τίμημα για την πώληση των ακινήτων αυτών ορίστηκε συνολικά το ποσό των 130.603,37 ευρώ, που είναι η αντικειμενική αξία τους.

Η εμπορική αξία τους, όμως, ανήρχετο κατά τον ίδιο χρόνο και κατά το αναλογούν στον εναγόμενο ποσοστό συγκυριότητας, ενόψει της θέσης και της κατάστασης τους, σε 320.000 + 14850 + 72.500 + 37.820 + 166.000 + 350.000 + 7500 + 15000 +12000 + 14300 +9420 αντιστοίχως και συνολικά σε 1.019.390 ευρώ (βλ. και την προσκομισθείσα εκτίμηση των ακινήτων από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Γ.

Δ.). Επίσης, ο ίδιος εναγόμενος, την ίδια ημέρα, με το υπ' αριθμ. …483/23.10.2007 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στη δεύτερη εναγομένη εταιρία την ψιλή κυριότητα της υπό στοιχ. ΣΤ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) σε οικοδομή έτους 1974 που βρίσκεται ...

επί της ..., επιφανείας 118 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 125 ‰ εξ αδιαιρέτου. Η μεταβίβαση έγινε στην αντικειμενική αξία του ακινήτου (154.023,19 ευρώ), ενώ η εμπορική του αξία κατά ψιλή κυριότητα με βάση την παλαιότητα, την κατάσταση και την περιοχή, στην οποία βρίσκεται, ανήρχετο κατά τον ίδιο χρόνο σε 240.000 ευρώ (βλ.

και την από 28.2.2008 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου Δ. Α.). Η συνολική, επομένως, εμπορική αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων ανήρχετο σε 1.259.390 (1.019.390 + 240.000) ευρώ. Τα ανωτέρω ακίνητα αποτελούσαν το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του πρώτου εναγομένου, γεγονός που ήταν γνωστό στη δεύτερη εναγομένη, δια του εκπροσώπου της, κατά το χρόνο της μεταβίβασης.

Ειδικότερα, η δεύτερη εναγομένη εταιρία, που εδρεύει ..., υπέβαλε δήλωση έναρξης εργασιών στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιώς στις 31.7.2007 και δηλώθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Ε. Σ., δικηγόρος Πειραιώς και ήδη παραστάς ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρίας στην παρούσα συζήτηση. Η εταιρία αυτή συστάθηκε στις 13.5.2007 ...

χωρίς να διαθέτει άλλη περιουσία στην Ελλάδα. Η εναγομένη εταιρία ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως αλλά και στην παρούσα συζήτηση ότι ..., όπου και η έδρα της, διευθυντής είναι ο Α. Θ., ο οποίος είναι ο μοναδικός μέτοχος. Ότι μετά από δίμηνη έρευνα στην αγορά ακινήτων μέσω αγγελιών κατέληξε στις αρχές Οκτωβρίου 2007 στην παροχή εντολής στον δικηγόρο Ε.

Σ. για διαπραγμάτευση αγοράς των ως άνω ακινήτων του πρώτου εναγομένου, η οποία ολοκληρώθηκε στις 23.10.2007 με τη σύναψη των πωλητηρίων συμβολαίων, η δε αγορά των ακινήτων έγινε ως επενδυτική κίνηση δεκαετίας. Ανέφερε, ακόμη, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν μεταβίβασε το σύνολο της περιουσίας του, διότι είναι ακόμα κύριος του 50% των εταιρικών μεριδίων της πρωτοφειλέτριας εταιρίας "...

Ε.Π.Ε. ". Όμως, δεν προσδιορίζει κανείς από τους εναγόμενους την πραγματική αξία αυτών των μεριδίων ούτε αποδεικνύεται αυτή, η οποία οπωσδήποτε ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης μηδαμινή, λαμβανομένης υπόψη της φθίνουσας πορείας της εταιρίας ήδη πριν από τις επίδικες μεταβιβάσεις και της εν τέλει πτώχευσης αυτής μετά από σχετική δήλωση και αίτηση πτώχευσης, από 8.7.2008, του ιδίου του εναγομένου και του συνεταίρου του ως συνδιαχειριστών αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενόψει πολλαπλών οφειλών σε τέσσερις Τράπεζες, στην ενάγουσα (δυνάμει της υπ' αριθμ. 1766/2008 διαταγής πληρωμής που προαναφέρθηκε), αλλά και στον εκμισθωτή των γραφείων της.

Τα κινητά στοιχεία της εταιρίας αποτελούσαν κυρίως τα αντικείμενα της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Όπως δηλώθηκε, μάλιστα, στη σχετική αίτηση πτώχευσης, η εταιρία έχει αναστείλει την παραγωγική λειτουργία της από το Νοέμβριο 2007, έχοντας σταματήσει να απασχολεί προσωπικό. Κατά τη συζήτηση της δήλωσης πτώχευσης τους συνδιαχειριστές της εταιρίας "...

Ε.Π.Ε. ", μεταξύ των οποίων τον πρώτο εναγόμενο, εκπροσώπησε ο δικηγόρος Ε. Σ.ς, νόμιμος εκπρόσωπος στην Ελλάδα της δεύτερης εναγομένης εταιρίας (βλ. την υπ' αριθμ. 1148/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κήρυξε την πτώχευση της εταιρίας και όρισε χρόνο παύσης πληρωμών την 1.12.2007). Με την υπ' αριθμ. 1007/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης ελλείψει χρημάτων και ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων.

Το ακίνητο που αγόρασε η εταιρία "... Ε.Π.Ε. " ... μέσω δανεισμού ήταν βεβαρημένο με προσημείωση υποθήκης για 2.080.000 ευρώ και εκπλειστηριάστηκε με επίσπευση της δανείστριας Τράπεζας για ποσό 873.424 ευρώ, αφού η εταιρία δεν μπορούσε να εκπληρώσει καμία από τις υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων και την πληρωμή των μισθωμάτων της χρηματοδοτικής μίσθωσης με την ενάγουσα.

Ο Ε. Σ.ς, εξάλλου, υπέγραψε την από 21.2.2008 εξώδικη δήλωση της εταιρίας "... Ε.Π.Ε. " προς την ενάγουσα και λοιπούς δανειστές της εταιρίας, με την οποία ενημέρωνε την ενάγουσα για κλοπές σε κινητά που βρίσκονταν στην εταιρία και αποτελούσαν αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Μάλιστα, όπως ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε στις 25.7.2008 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατά τη διαδικασία δόσεως βεβαιωτικού όρκου, τα περιουσιακά στοιχεία του είναι 5,37 ευρώ σε λογαριασμό της Τράπεζας ...

και μία πλαστική βάρκα ψαρέματος κωπηλάτη αξίας 300 ευρώ (βλ. τα υπ' αριθμ. 18/2008 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Το γεγονός ότι η εναγομένη εταιρία ιδρύθηκε πέντε μήνες πριν από τις επίδικες αγοραπωλησίες, στις οποίες προέβη, κατά τους ισχυρισμούς της, για επένδυση δεκαετίας, ενόψει του ότι τόσο σε ένα από τα ακίνητα της ...

υφίσταται κατοικία, στην οποία διαμένουν οι γονείς του πρώτου εναγομένου, οι οποίοι επίσης διατηρούν και την επικαρπία του διαμερίσματος στο ... και οι οποίοι κατά τη σύναψη των πωλήσεων ήταν περίπου 71 και 80 ετών, δεν αποτελεί πειστική εξήγηση για τη σκοπιμότητα της αγοράς από τη δεύτερη εναγομένη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες των συναλλαγών.

Η εναγομένη εταιρία, μάλιστα, δεν έχει αποκτήσει μέχρι τώρα κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο στην Ελλάδα, περιορισθείσα μόνο σε αυτή την αγορά, γεγονός μη συμβατό με τον επενδυτικό σκοπό που επικαλείται. Όταν, μάλιστα, το διαμέρισμα στο ... αγοράσθηκε από την εναγομένη κατά ψιλή κυριότητα βεβαρημένο με δύο προσημειώσεις, τις οποίες οφείλει να πληρώνει για να εξαλειφθούν στο μέλλον.

Όταν στα ακίνητα ... περιλαμβάνονται ελαιοστάσια, αγροί, μη άρτια οικόπεδα, η κατοικία των γονέων του εναγομένου, ενώ ο τελευταίος δεν είναι εξ ολοκλήρου κύριος ορισμένων εξ αυτών. Δηλαδή η εναγομένη εταιρία επικαλέσθηκε ότι αγόρασε ακίνητα από τον πρώτο εναγόμενο, με σκοπό την επένδυση, τα οποία όμως είναι μικρής σχετικά αξίας, δεν μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα, βαρύνονται με προσημειώσεις (διαμέρισμα), που πρέπει να αποπληρώνει, ο εναγόμενος δεν είναι εξ ολοκλήρου κύριος ορισμένων εξ αυτών και είναι δεσμευμένες οι κατοικίες με επικαρπία των γονέων του, των οποίων η ηλικία καταδείκνυε κατά το χρόνο της μεταβίβασης ότι δεν είναι δυνατή η εκμετάλλευση τους, ενόψει και του αυξημένου πλέον προσδόκιμου ζωής.

Τα ανωτέρω οδηγούν σε πεποίθηση ότι η αγοραπωλησία έγινε αποκλειστικά και μόνο προς διευκόλυνση του πρώτου εναγομένου να απαλλαγεί από την περιουσία του, προκειμένου να αποτραπεί η αναγκαστική εκτέλεση από τους δανειστές του για τα χρέη του, όπως εκείνο προς την ενάγουσα, έναντι της οποίας ευθύνεται ατομικά ως εγγυητής για μία εταιρία ("...

Ε.Π.Ε."), για την οποία γνώριζε, ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ότι δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει τις οφειλές της. Μάλιστα στις 25.7.2007 υπέγραψε, με την ιδιότητα του αυτή και ως εγγυητής, πέραν των άλλων, ένα τελευταίο παράρτημα της χρηματοδοτικής μίσθωσης για εξοπλισμό αξίας 500.000 ευρώ και 84 μισθώματα, για το οποίο η εταιρία έπαυσε να πληρώνει αμέσως μετά από δύο μισθώματα, από 25.9.2007, όπως έπαυσε να εξοφλεί και τα μισθώματα για τα λοιπά παραρτήματα, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος εγγυητής της μίσθωσης ανέμενε άμεσα την καταγγελία της σύμβασης από την ενάγουσα για το σύνολο των οφειλομένων μισθωμάτων της σύμβασης και των παραρτημάτων αυτής.

Δεν αποδείχθηκε, επίσης, κατά τρόπο πειστικό για το Δικαστήριο, η επικαλούμενη δίμηνη έρευνα αγοράς που προηγήθηκε των συμβολαίων, εφόσον σε αυτά αναφέρεται ότι ο Ε. Σ.ς, νόμιμος εκπρόσωπος στην Ελλάδα της εναγομένης, προσκόμισε ειδικό πληρεξούσιο για την υπογραφή των συμβολαίων με ημερομηνία 1.8.2007, δηλαδή ήδη από την επομένη ημέρα της δήλωσης έναρξης εργασιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ενώ η εναγομένη εκθέτει ότι η παροχή εντολής για διαπραγμάτευση στον άνω δικηγόρο δόθηκε στις αρχές Οκτωβρίου 2007 μετά από χρήση αγγελιών και μεσιτών.

Η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας, αδελφή του πρώτου εναγομένου, κατέθεσε ότι ο Ε. Σ.ς, ορισθείς ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης στην Ελλάδα, ήταν πάρα πολλά χρόνια δικηγόρος της ανώνυμης εταιρίας "που έχει" η ίδια και απευθύνθηκε σ' αυτόν για την πώληση των ακινήτων του αδελφού της, γνωρίζοντας, όπως της είχε πει, ότι είναι πληρεξούσιος επενδυτών εξωτερικού, και εκείνος την ενημέρωσε για την δεύτερη εναγομένη εταιρία.

Η κατάθεση αυτή δεν συνάδει με τα αναφερόμενα στις προτάσεις της εναγομένης περί αναζητήσεως επί δίμηνο και εξευρέσεως των επίδικων ακινήτων μέσω αγγελιών και μεσιτών. Επίσης, η ίδια μάρτυρας κατέθεσε ότι έγινε συμφωνία με την αγοράστρια εναγομένη εταιρία να μείνουν οι γονείς του πρώτου εναγομένου και της ιδίας δέκα χρόνια μέσα στα ακίνητα, "δηλαδή όσο ζουν οι άνθρωποι", γεγονός που επίσης δεν συνάδει κατά λογική αναγκαιότητα με επικαλούμενα επενδυτικά σχέδια μιας αλλοδαπής εταιρίας.

Ο εξετασθείς Γ. Κ. στην υπ' αριθμ. 1334/2011 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει η δεύτερη εναγομένη, έκανε λόγο για έναν υπήκοο ... με το όνομα N., τα λοιπά στοιχεία του οποίου δεν κατονομάζει ούτε προκύπτουν από τη δικογραφία, ο οποίος με τα λοιπά μέλη της οικογενείας του ζουν σε διάφορες περιοχές του κόσμου και ασχολείται με επενδύσεις σε διάφορες χώρες μέσω υπεράκτιων εταιριών ή εταιριών ..., ενδιαφερόμενος και για επενδύσεις στην Ελλάδα.

Κατέθεσε, επίσης, ότι ο αλλοδαπός αυτός είχε συστήσει μία κυπριακή εταιρία με παροχή εξουσιοδότησης για επένδυση στον Ε. Σ.. Ότι ο τελευταίος περί τα τέλη Αυγούστου 2007 του είπε ότι το γραφείο του επικοινώνησε μέσω αγγελίας με τον πρώτο εναγόμενο (άρα όχι μέσω της αδελφής του τελευταίου, όπως κατέθεσε η ίδια στο ακροατήριο) και τον ρώτησε αν η αγορά των ακινήτων στην αντικειμενική αξία θα ήταν τιμή ευκαιρίας για την οικογένεια N..

Τα ανωτέρω περιστατικά δεν εκτίθενται από την εναγομένη στις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό ως ισχυρισμοί. Αντίθετα, αναφέρεται ως μοναδικός μέτοχος της εταιρίας ο Α. Θ., κάτοικος ..., ενώ ενσωματώνεται αυτούσια μόνο η ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ.. Αλλά και η εξετασθείσα ενόρκως στην υπ' αριθμ. 1335/2011 ένορκη βεβαίωση Χ.

Κ., υπάλληλος στην εταιρία της αδελφής του εναγομένου και μάρτυρος στο ακροατήριο, εργαζόμενη ως βοηθός της τελευταίας, όπως δήλωσε, κατέθεσε ότι ο πρώτος εναγόμενος επισκεπτόταν συχνά την αδελφή του και της ζητούσε συμβουλές για τα προβλήματα που κατά καιρούς τον απασχολούσαν. Κατέθεσε λεπτομέρειες για την πώληση των ακινήτων, τις οποίες γνώριζε από την αδελφή του εναγομένου, αν και η τελευταία, καταθέτοντας στο ακροατήριο, δήλωσε ότι δεν θυμάται να τις έχει αναφέρει στην υπάλληλο της.

Οι αντιφατικές και αλληλοαναιρούμενες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων δεν καθιστούν πειστικούς τους ισχυρισμούς τους. Καταδεικνύουν όμως τη μη πειστικότητα αυτών στα πλαίσια της άρνησης της γνώσης εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης ότι αγόρασε το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του πρώτου εναγομένου.

Ακόμη και η εσπευσμένη πώληση των ακινήτων στη χαμηλή αντικειμενική αξία αυτών, όταν η εμπορική αξία ανήρχετο σε 1.259.390 ευρώ, δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου ότι έγινε στα πλαίσια αναζήτησης χρημάτων νια την αγορά ακινήτου από την εταιρία "... Ε.Π.Ε.", για την οποία (αγορά) απαιτείτο το ποσό των 2 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά ενισχύει την απόδειξη της γνώσης εκ μέρους της εναγομένης εταιρίας, που τα απέκτησε, ότι ο εναγόμενος εκποιεί τα τελευταία περιουσιακά στοιχεία του.

Το Νοέμβριο 2007, μάλιστα, ο εναγόμενος οφειλέτης απέστειλε στην ενάγουσα, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της "... Ε.Π.Ε.", επιστολή - φαξ, επικαλούμενος την επικείμενη αγορά του ακινήτου αυτού και ζητούσε από την ενάγουσα να δείξει υπομονή για τις οφειλές της εταιρίας, ενώ ήδη από τον ίδιο μήνα είχαν παύσει οι πληρωμές της και είχε ήδη απολυθεί το προσωπικό της, όπως δηλώθηκε και στη συζήτηση της δήλωσης πτώχευσης της εταιρίας, που προαναφέρθηκε.

Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και περιστατικά αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη εταιρία, δια του νομίμου εκπροσώπου της στην Ελλάδα, Ε. Σ., γνώριζε κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων μεταβίβασης και μπορούσε να αντιληφθεί, ενόψει και της ιδιότητας του εκπροσώπου της, ότι τα μεταβιβασθέντα αποτελούσαν το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του πρώτου εναγομένου, σε κάθε δε περίπτωση το σημαντικότερο ποσοστό αυτής, έχοντας ενημερωθεί συγχρόνως και για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η εταιρία "...

Ε.Π.Ε.", η δε απόκτηση από την εναγομένη δεν έγινε για επενδυτικούς λόγους αλλά για εξυπηρέτηση του πρώτου εναγομένου, τον οποίον γνώριζε ο εκπρόσωπος της και ήταν επί σειρά ετών πληρεξούσιος δικηγόρος της αδελφής του αλλά και στη συνέχεια του ιδίου και της εταιρίας που αυτός εκπροσωπούσε. Συντρέχουν, επομένως, οι ειδικές συνθήκες που απαιτείται με βάση το άρθρο 479 Α.Κ.

για να συναχθεί η γνώση του αποκτώντος, η οποία συνάγεται ανάλογα με τη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση (πρβλ. Α.Π. 1151/2014, Α.Π. 1384/2005, ΕφΑθ 2803/2008, ΕφΠειρ 621/2008 ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια, η δεύτερη εναγομένη ευθύνεται, κατ' άρθρο 479 Α.Κ., εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο, για το χρέος του τελευταίου έναντι της ενάγουσας μέχρι την αξία των μεταβιβασθέντων σε αυτή ακινήτων, η δε απαίτηση της ενάγουσας κατά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (βλ., ως προς τον κρίσιμο χρόνο για το ύψος της απαίτησης, Α.Π. 1151/2014) ανερχόταν σε 1.219.515,09 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και αναγνώρισε ότι η δεύτερη εναγομένη-αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει, εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 1.219.515,09 ευρώ στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί εφαρμογής του άρθρου 479 ΑΚ, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες).

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη ότι η αναιρεσείουσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της στην Ελλάδα, δικηγόρου ..., γνώριζε κατά το χρόνο καταρτίσεως των μεταβιβαστικών συμβολαίων αλλά και μπορούσε να αντιληφθεί, ενόψει και της ιδιότητας του εκπροσώπου της, ότι τα μεταβιβασθέντα αποτελούσαν το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη, σε κάθε δε περίπτωση το σημαντικότερο ποσοστό αυτής, συγχρόνως δε είχε ενημερωθεί και για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εταιρία "...

Ε.Π.Ε.". Επομένως είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. 4. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα (δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος) που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. Α.Π. 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη πρότεινε με την αγωγή της τον ισχυρισμό για τη γνώση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά τον κρίσιμο χρόνο περί του ότι η μεταβιβαζόμενη περιουσία αποτελεί το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα ισχυρισμό περί του ότι η γνώση αυτή συνέτρεχε στο πρόσωπο του δηλωθέντος στην Ελλάδα νομίμου εκπροσώπου και πληρεξουσίου δικηγόρου της και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο το Εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αναιρεσείουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της στην Ελλάδα, δικηγόρου ..., γνώριζε κατά το χρόνο καταρτίσεως των μεταβιβαστικών συμβολαίων ότι τα μεταβιβασθέντα ακίνητα αποτελούσαν το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη, ορθώς έλαβε υπόψη του τον άνω προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό, εν όψει του ότι το νομικό πρόσωπο της αναιρεσείουσας εκφράζει τη βούλησή του ή τη γνώση του μέσω των εκπροσωπούντων αυτό, όπως είναι και ο ανωτέρω αναφερόμενος και κατά τη διάταξη του άρθρου 214 ΑΚ η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, με συνέπεια να είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως αυτός.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2016 αίτηση της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." (...) για αναίρεση της 1652/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ