Appeal dismissed for inadmissibility due to improper summons and failure to prove document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision, ruling the appeal inadmissible due to procedural defects. The appellant argued the lower court distorted a brokerage contract document, but the court found this claim pertained to evidence evaluation rather than a reading error. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the other parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 §§ 1, 2, 3 and 559 §§ 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or is improperly summoned, and arguments regarding evidence evaluation do not constitute a distortion of the document's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1407 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1407/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον …και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παναγιωτόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) J. D., κατοίκου ... 2) T. J., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βλάχο και κατέθεσαν προτάσεις, 3) J. E. (J.) V., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Ε. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Βλάχου και κατέθεσε προτάσεις, 5) Π. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6) Ε. Λ., κατοίκου ..., 7) Θ. Ρ., κατοίκου ..., 8) Μ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Παπαδόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/8/1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1283/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 473/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/10/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 8/5/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία περιλαμβάνεται και η Κύπρος, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ..., ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 § 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Κύπρος, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 Κ.Πολ.Δ.
πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 643/2015). Στην προκειμένη περίπτωση οι τρίτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατά τα άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.../23-12-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Ν.
Π., που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, επιδόθηκε στον πέμπτο αναιρεσίβλητο, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή του κατά την ορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο.
Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτός στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 § 2). Περαιτέρω και όσον αφορά τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, από το υπ' αριθμ. ROG-2015-12/21-1-2015 έγγραφο των αρμόδιων Ελβετικών Αρχών προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν επιδόθηκαν στον προαναφερθέντα διάδικο, καθόσον έχει πλέον αποχωρήσει από την αναφερόμενη στο αναιρετήριο διεύθυνση και έχει εγκατασταθεί στη Δανία.
Κατόπιν τούτου και αφού δεν έγινε πραγματική επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στον απολειπόμενο τρίτο αναιρεσίβλητο και λαμβανομένου υπόψη ότι η (πλασματική) επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αρκεί, πρέπει ως προς αυτόν να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 473/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 9-7-2012 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1283/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η από 16-8-1991 αγωγή της τελευταίας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν 146/1914 "Περί Αθέμιτου Ανταγωνισμού" θεσπίζεται γενική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε πράξη, που είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι περί ηθικής ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση κατά την εκάστοτε περί τούτου γενική αντίληψη και γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού, δηλαδή με πρόθεση ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, χωρίς να απαιτείται πρόθεση για πρόκληση ζημίας στους τελευταίους.
Τέτοια πράξη, η οποία εμπίπτει στην πιο πάνω γενική ρήτρα, μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση πελατείας, με τη συνδρομή όμως ειδικών συνθηκών, που την καθιστούν αθέμιτη, καθόσον κατ' αρχήν, η απόσπαση πελατών είναι σύμφωνη με την υγιή λειτουργία του ανταγωνισμού. Η παρότρυνση, όμως, πελάτη από τρίτον ανταγωνιστή να αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, να αποστεί από αυτές ή καταγγείλει τη σύμβαση, για να συνάψει σύμβαση με αυτόν, προσφέροντας για την υποκίνηση αυτή και την επίτευξη του ανταγωνιστικού σκοπού, μεγαλύτερο αντάλλαγμα, με σκοπό ανταγωνισμού, είναι πάντοτε αθέμιτη ανταγωνιστική ενέργεια.
Αντίθετα, η εκμετάλλευση από ένα τρίτο ανταγωνιστή μιας ήδη αθετηθείσας σύμβασης, με την κατάρτιση σύμβασης με αυτόν, μετά την αθέτηση της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι καθεαυτή αθέμιτη. Μπορεί, όμως, να κριθεί, ότι αντιτίθεται στα χρηστά ήθη, μόνο αν συντρέχουν και άλλες περιστάσεις με βάση, τις οποίες προσδίδεται αυτός ο χαρακτήρας στην κατάρτιση της νέας σύμβασης (ΑΠ 1125/2011).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη νόμου, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι εταιρία ασχολούμενη, μεταξύ άλλων, με την πρακτόρευση πλοίων στον Πειραιά και τη γενική πρακτόρευση και διακίνηση προϊόντων εντός Ελλάδας.
Το έτος 1970, στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς της, συμβλήθηκε με την εταιρία ..., με αντικείμενο αφενός την πρακτόρευση στο λιμάνι του Πειραιά, των πλοίων που η τελευταία ναύλωνε για τη μεταφορά του ολλανδικού γάλατος ..., στην Ελλάδα, και αφετέρου την οργάνωση της εκφορτώσεως, μεταφορτώσεως και διακίνησης του προϊόντος στη χώρα, χωρίς όμως να έχει οποιαδήποτε συνεργασία ή συναλλαγή με την παραγωγό του προϊόντος ολλανδική εταιρία.
Η 1η εναγομένη ήταν ανώνυμη εταιρία με σκοπό την εκτέλεση θαλασσίων μεταφορών. Μεταξύ των δραστηριοτήτων της ήταν και η μεταφορά παντός είδους φορτίων από λιμάνια της Βορείου Ευρώπης προς τη Μεσόγειο, με φορτηγά πλοία που εκείνη ναύλωνε. Επίσης, μεταξύ των άλλων δραστηριοτήτων της, είχε αναλάβει (με σύμβαση με την παραγωγό εταιρία) τη μεταφορά από λιμάνια της Ολλανδίας προς τα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, του ολλανδικού γάλατος με την ονομασία ...
καθώς επίσης και την υποχρέωση να φροντίζει για τη μεταφόρτωση του προϊόντος και την διανομή του σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Δηλαδή, η 1η εναγομένη, από το έτος 1979, ανέλαβε και συνέχισε τη δραστηριότητα, (όσον αφορά την Ελλάδα και ειδικότερα τη μεταφορά του γάλατος ...), της ανωτέρω .... Παράλληλα, η 1η εναγομένη ανέθεσε στην 3η εναγομένη τη γενική πρακτόρευση όλων των πλοίων που χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά των διαφόρων προϊόντων της.
Το έτος 1988, η 1η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα την πρακτόρευση των πλοίων της στον Πειραιά και λοιπά ελληνικά λιμάνια, αναφορικώς με τη μεταφορά του ολλανδικού γάλατος, καθώς και την διακίνηση του γάλατος στην Ελλάδα, μέσω τοπικών πρακτόρων που θα ανεύρισκε η ενάγουσα, τελούσα όμως υπό την εποπτεία της 3ης εναγομένης, που είχε τη γενική εποπτεία και πρακτόρευση όλων των πλοίων της 1ης, ανεξαρτήτως μεταφερομένου φορτίου, όπως προαναφέρθηκε.
Σημειώνεται δε, ότι πάλι η ενάγουσα δεν είχε καμία συμβατική ή άλλη σχέση με την παραγωγό του γάλατος εταιρία. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι υπογράφηκε η από 1-4-1988 σύμβαση αορίστου χρόνου, αναφορικά με τους όρους της μεταξύ τους συνεργασίας, μεταξύ της ενάγουσας και 1ης εναγομένης, αφού τέτοια δεν προσκομίστηκε, υπογεγραμμένη και από τα δύο μέρη, παρά μόνο σχέδιο συμβάσεως που πρότεινε η 1η εναγομένη, και απέστειλε υπογεγραμμένο στην ενάγουσα, το οποίο όμως ουδέποτε υπέγραψε η ενάγουσα (καθόσον δεν συμφωνούσε με κάποιους όρους της συμβάσεως που θεωρούσε αντιβαίνοντες στο οικονομικό της συμφέρον), αφού δεν προσκομίζει είτε υπογεγραμμένο από αυτήν αντίγραφο της συμβάσεως είτε αποδεικτικό επιδόσεως ενός τέτοιου αντιγράφου στην εναγομένη.
Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι η συνεργασία τους ήταν άτυπη και ανανεωνόταν κατ' έτος, γεγονός που κατέθεσε και ο επιμελεία της ενάγουσας εξετασθείς μάρτυρας Α. Ψ. (βλ σχετικά την από 27-2-2011 κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Α. Ψ. "όταν ξεκίνησε η συνεργασία μας με τις εναγόμενες, η συνεργασία ήταν άτυπη και ανανεωνόταν κάθε χρόνο").
Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για άκαιρη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης, όπως επίσης αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα, την οποία εντάσσει στο σχέδιο της τελευταίας προς εξουδετέρωση του τομέα της δραστηριότητάς της αναφορικά με τη μεταφορά του γάλατος. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι στο τμήμα της ενάγουσας, που ασχολείτο με τη διακίνηση του γάλατος, απασχολούνταν, μεταξύ άλλων, και οι 11ος, 12η, 13ος και 14ος των εναγομένων, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '70.
Ειδικότερα, οι 11ος και 13ος, ασχολούνταν με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή ενημέρωναν τις αρμόδιες αρχές στους λιμένες, μετά την αναχώρηση των πλοίων από την Ολλανδία, για την άφιξη και πλεύρισή τους στο λιμένα Θεσσαλονίκης ή στον Πειραιά, για το διορισμό στοιβαδόρων και σημειωτών και φρόντιζαν για την ανασυσκευασία των φθαρμένων φορτίων.
Ο 14ος ασχολείτο με την εκφόρτωση των πλοίων και τη μεταφόρτωση του φορτίου σε άλλα πλοία, με προορισμό τα νησιά ή σε φορτηγά, με προορισμό την ενδοχώρα. Η 12η εργαζόταν στο ταμείο της εταιρίας, ασχολούμενη με τις διατακτικές και την ενημέρωση των πελατών για την άφιξη του φορτίου, προκειμένου να γίνει η παραλαβή του και εισέπραττε τα εκφορτωτικά έξοδα.
Ακόμη αποδείχθηκε, ότι η συνεργασία της ενάγουσας και της 1ης εναγομένης, διακόπηκε στις 5-3-1991, με σχετική προφορική ανακοίνωση του 8ου εναγομένου, ως νομίμου εκπροσώπου της 3ης, παρουσία και του εξετασθέντος μάρτυρος της ενάγουσας, K. de J., προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ο οποίος δεν δέχθηκε τη χορήγηση προθεσμίας για την προοδευτική λύση της συνεργασίας, με χρονικό ορίζοντα την 1η- 4-1988, αλλά ζήτησε να διακοπεί η συνεργασία τους αμέσως, γεγονός που επιβεβαιώνει και ο επιμελεία της ενάγουσας εξετασθείς μάρτυρας Μ. (βλ την από 2-2-2000 κατάθεσή του ενώπιον του αρμοδίου Εισηγητή Δικαστή).
Ακολούθως, από 1-4-1991, η πρακτόρευση των πλοίων που μετέφερε το ολλανδικό γάλα γινόταν πλέον από την 4η εναγομένη (η οποία έχει πλέον λυθεί και έχει διαγραφεί από τα βιβλία του Μητρώου ανωνύμων εταιριών, ήδη από 19-12-1992), νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο 9ος εναγόμενος, η οποία (4η) ιδρύθηκε, από τις τρεις πρώτες εναγόμενες, γι' αυτό το σκοπό, ενόψει των ήδη υψηλών χρεώσεων εκ μέρους της ενάγουσας, για τις υπηρεσίες που παρείχε στην 1η εναγομένη, για τις οποίες (χρεώσεις) η τελευταία είχε επανειλημμένως διαμαρτυρηθεί, σε σχετική αλληλογραφία με την ενάγουσα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η νεοσυσταθείσα εταιρία (4η εναγομένη) προσέλαβε τους τέσσερις τελευταίους των εναγομένων (11° - 14°) για να εργασθούν για λογαριασμό της. Να σημειωθεί ότι οι εναγόμενοι απευθύνθηκαν σε αυτή προς ανεύρεση εργασίας, όταν πληροφορήθηκαν τη διακοπή της συνεργασίας της ενάγουσας και της 1ης εναγομένης, φοβούμενοι για το εργασιακό τους μέλλον, το οποίο γινόταν πλέον αβέβαιο, ενόψει του ανωτέρω γεγονότος, καθόσον πιθανολόγησαν ότι θα περιοριζόταν η σχετική δραστηριότητα της ενάγουσας και δεν θα μπορούσαν να απορροφηθούν σε άλλες θέσεις εργασίας της τελευταίας, αφού οι λοιπές δραστηριότητές της είχαν διαφορετικό αντικείμενο.
Γι' αυτό το λόγο και ενεργώντας στα πλαίσια του δικαιώματός τους για ελεύθερη επιλογή του εργοδότη τους και για αναζήτηση των καλύτερων δυνατών εργασιακών όρων, απευθύνθηκαν στην 4η εναγομένη, η οποία τους προσέλαβε, χωρίς όμως να προκύψει ότι υπήρχε προσυνεννόηση μεταξύ τους ή αθέμιτη παρότρυνσή τους από την εναγομένη για τη λύση των εργασιακών τους συμβάσεων με την ενάγουσα (δηλαδή για την αποχώρησή τους από την ενάγουσα και την εν συνεχεία πρόσληψή τους από την εναγομένη), ούτε ότι τους προσέφερε μεγαλύτερη αμοιβή, αφού κανένας από τους μάρτυρες της ενάγουσας δεν κατέθεσε οτιδήποτε συγκεκριμένο περί αυτών, πέραν από εικασίες.
Επίσης, οι ανωτέρω εναγόμενοι, ήταν απλοί υπάλληλοι της ενάγουσας, χωρίς να κατέχουν νευραλγικές θέσεις στην οργανωτική της δομή, οι οποίοι απλώς είχαν αποκτήσει σημαντική εμπειρία λόγω της πολυετούς απασχόλησής τους με συγκεκριμένο αντικείμενο ο καθένας, που, όμως, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί (η εργασιακή πείρα και μόνη) απόρρητο στοιχείο ή "μυστικά" της επιχειρήσεως της ενάγουσας που δήθεν αποκάλυψαν και χρησιμοποίησαν προς όφελος της 1ης εναγομένης.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι την εργασία των ανωτέρω υπαλλήλων την γνώριζαν και ήταν σε θέση να την εκτελέσουν και οι λοιποί εργαζόμενοι του ίδιου τμήματος της ενάγουσας, όπως άλλωστε κατέθεσαν και οι επιμελεία της εξετασθέντες μάρτυρες Μ. και Ψ.. Το γεγονός, που ιδιαιτέρως επισημαίνει η ενάγουσα, ότι οι εναγόμενοι υπάλληλοι είχαν αποκτήσει "γνωριμίες" με υπαλλήλους του ΟΛΠ καθώς και με τους πράκτορες και μεταφορείς, τις οποίες χρησιμοποίησαν προς όφελος της νέας εργοδότριάς τους (4ης ), δεν μπορεί επίσης να χαρακτηρισθεί ως αθέμιτη συμπεριφορά εκ μέρους τους με σκοπό τον ανταγωνισμό σε βάρος της ενάγουσας.
Άλλωστε, ειδικότερα όσον αφορά το "δίκτυο των πρακτόρων και μεταφορέων" που φέρονται "οι εκπρόσωποι των ανταγωνιστών της", κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας, να γνωστοποίησαν στην 4η εναγόμενη, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ήταν απόρρητο αφού η ενάγουσα είχε υποχρέωση να γνωστοποιεί τους πράκτορες και μεταφορείς που χρησιμοποιούσε, στην 1η αλλά και την 3η εναγομένη (βλ χαρακτηριστικά την από 18-10-1989 επιστολή της ενάγουσας προς την 3η εναγομένη - που προσκομίζεται από αυτήν σε επίσημη μετάφραση από την αγγλική γλώσσα - στην οποία ενάγουσα αναφέρει ότι "εσωκλείουμε στο παρόν κατάσταση ονομάτων των μεταφορέων και του κόστους κάθε διαδρομής.."), ενώ οι διευθύνσεις και τα λοιπά στοιχεία τους δεν ήταν απόρρητα αλλά μπορούσαν ευχερώς να ανευρεθούν με απλή αναζήτηση σε σχετική ναυτική εφημερίδα (δηλαδή με θέματα ναυτικού ενδιαφέροντος όπως π.χ. "Η Ναυτεμπορική").
Επίσης, όσον αφορά τον τρόπο οργάνωσης της εκφόρτωσης του εμπορεύματος και της περαιτέρω διαδικασίας προώθησής του στη χώρα, εκτός του ότι επρόκειτο για απλή πρακτική και όχι για απόρρητο στοιχείο της ενάγουσας, ήταν γνωστά στην 3η εναγομένη - και μέσω αυτής στην 1η - όπως και οι εισπραττόμενες αμοιβές, στα πλαίσια της συνεργασίας τους και πριν τη λήξη της, ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για αθέμιτη χρησιμοποίηση απορρήτων πληροφοριών της ενάγουσας από την 4η εναγομένη, η οποία δήθεν δια των προσληφθέντων εναγομένων υπαλλήλων έμαθε "...κυρίως ποια ήταν η ακριβής οικονομική εμπορική σχέση που τη συνέδεε με τους πράκτορες και τους μεταφορείς της.."..
Στο σημείο αυτό, είναι χαρακτηριστικό να αναφερθεί η από 21-11-1990 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας (σε επίσημη μετάφραση από την αγγλική γλώσσα), στα πλαίσια της προαναφερθείσας ανταλλαγής εγγράφων και απόψεων ως προς τις χρεώσεις της ενάγουσας -στις οποίες αντιδρούσαν οι εναγόμενες εταιρίες, όπως προαναφέρθηκε - όπου γίνεται εκτενής αναφορά στην διαδικασία που ακολουθεί η ενάγουσα αναφορικά "με τις πληρωμές στους ποικίλους παραλήπτες (ενν.
του μεταφερομένου προϊόντος)", μετά την εκφόρτωση του εμπορεύματος στο λιμάνι άφιξης, καθώς και αναλυτικές χρεώσεις ανά τόνο μεταφερομένου φορτίου. Επομένως, και πάλι απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός της ενάγουσας, περί αθέμιτης διαρροής απορρήτων της, αναφορικώς με την οικονομική της πολιτική και σχέσεις με τους πρακτόρους και μεταφορείς του προϊόντος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι μετά την εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της συνεργασίας της με την ενάγουσα, η τελευταία αρνήθηκε να παράσχει τις υπηρεσίες της στα πλοία, που είχαν εν τω μεταξύ καταπλεύσει έμφορτα με το γάλα, γεγονός που προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια των εναγομένων (εταιριών). Παρ' όλα αυτά, οι εναγόμενες απέστειλαν στην ενάγουσα ευχαριστήρια επιστολή για τη μακρόχρονη συνεργασία τους, στην οποία απάντησε αντιστοίχως η ενάγουσα (....).
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι τα φυσικά πρόσωπα, από τους εναγομένους, που κατηγορήθηκαν από την ενάγουσα και διώχθηκαν για το αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού από κοινού, αθωώθηκαν δυνάμει της 1252/1993 αποφάσεως του αρμοδίου Πλημμελειοδικείου Πειραιά, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συστηματικού και οργανωμένου σχεδίου απόσπασης των υπαλλήλων της ενάγουσας, από τις εναγόμενες εταιρείες και τους νόμιμους εκπροσώπους τους, λοιπούς των εναγομένων, με σκοπό την αθέμιτη εκμετάλλευση ξένης οργάνωσης και την παρεμπόδιση της λειτουργίας της ενάγουσας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αθέμιτο ανταγωνισμό της ενάγουσας από τους εναγομένους, και πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη.
Άλλωστε, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η επικληθείσα από την ενάγουσα ζημία, αφού δεν προσκομίστηκαν από αυτήν οικονομικά στοιχεία, ούτε κατατέθηκε οτιδήποτε από τους επιμελεία της εξετασθέντες μάρτυρες, για τον τζίρο που πραγματοποίησε τα έτη 1988 - 1991, που αποτέλεσε τη βάση για τον υπολογισμό της φερομένης ζημίας της δηλαδή των διαφυγόντων κερδών της από την πρόωρη λύση της συνεργασίας της με την 1η εναγομένη".
Ακολούθως το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή της τελευταίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Σημειώνεται εδώ ότι σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή ασάφεια ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Εξάλλου, η επικαλούμενη με τον ίδιο αναιρετικό λόγο παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συνισταμένη στην εκ μέρους του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παραδοχή ότι η μη τήρηση εκ μέρους της εταιρείας ... "της υποχρεωτικά και συμβατικώς θεσπισθείσης προηγούμενης καταγγελίας και μάλιστα ικανού χρόνου (έξι μήνες) δεν ήταν μία απλή πράξις αντισυμβατικής συμπεριφοράς...
συγχωρουμένης εις τα πλαίσια του ελευθέρου ανταγωνισμού και της ελεύθερης επιδίωξης σύναψης συναλλακτικών σχέσεων με τρίτους από δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις που δρούν σε συγκεκριμένη αγορά αλλά πράξις και μέρος εκπονηθέντος σχεδίου ανταγωνισμού και επικρατήσεως εις συγκεκριμένον εμπορικόν και επαγγελματικόν χώρον η οποία οδηγεί εις εμπορικόν αφανισμόν του ανταγωνιστή και αντίκεινται εις τα χρηστά ήθη..." δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την από το άρθρο 559 αριθμ. 1β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον αναφέρεται ευθέως στην παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στα πλαίσια της ερμηνείας κανόνων δικαίου ή της υπαγωγής σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Ειδικότερα, την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι υπογράφηκε η από 1-4-1988 σύμβαση αορίστου χρόνου, αναφορικά με τους όρους της μεταξύ τους συνεργασίας, μεταξύ αυτής και της εταιρείας ..., αφού τέτοια δεν προσκομίστηκε, υπογεγραμμένη και από τα δύο μέρη, παρά μόνο σχέδιο συμβάσεως που πρότεινε η τελευταία και απέστειλε υπογεγραμμένο στην αναιρεσείουσα, το οποίο όμως ουδέποτε υπέγραψε εκείνη (καθόσον δεν συμφωνούσε με κάποιους όρους της συμβάσεως που θεωρούσε αντιβαίνοντες στο οικονομικό της συμφέρον), χωρίς όμως να προσκομίζει είτε υπογεγραμμένο από αυτήν αντίγραφο της συμβάσεως είτε αποδεικτικό επιδόσεως ενός τέτοιου αντιγράφου στην πιο πάνω εταιρεία, β) η συνεργασία της αναιρεσείουσας και της ανωτέρω εταιρείας ήταν άτυπη και ανανεωνόταν κατ' έτος και επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για άκαιρη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της, όπως επίσης αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, την οποία εντάσσει στο σχέδιό της προς εξουδετέρωση του τομέα της δραστηριότητάς της αναφορικά με τη μεταφορά του γάλατος, γ) οι τέσσερις τελευταίοι των αναιρεσιβλήτων, ενεργώντας στα πλαίσια του δικαιώματός τους για ελεύθερη επιλογή του εργοδότη τους και για αναζήτηση των καλύτερων δυνατών εργασιακών όρων, απευθύνθηκαν στην εταιρεία "..." (4η εναγομένη), όταν πληροφορήθηκαν τη διακοπή της συνεργασίας της ενάγουσας και της εταιρείας ..., φοβούμενοι για το εργασιακό τους μέλλον, το οποίο γινόταν πλέον αβέβαιο και η οποία τους προσέλαβε, χωρίς όμως να προκύψει ότι υπήρχε προσυνεννόηση μεταξύ τους ή αθέμιτη παρότρυνσή τους για τη λύση των εργασιακών τους συμβάσεων με την αναιρεσείουσα (δηλαδή για την αποχώρησή τους από αυτήν και την εν συνεχεία πρόσληψή τους από την εναγομένη), ούτε ότι τους προσέφερε μεγαλύτερη αμοιβή, δ) οι προαναφερόμενοι ήταν απλοί υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, χωρίς να κατέχουν νευραλγικές θέσεις στην οργανωτική της δομή, οι οποίοι απλώς είχαν αποκτήσει σημαντική εμπειρία λόγω της πολυετούς απασχόλησής τους με συγκεκριμένο αντικείμενο ο καθένας, που, όμως, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί (η εργασιακή πείρα και μόνη) απόρρητο στοιχείο ή "μυστικά" της επιχειρήσεως που δήθεν αποκάλυψαν και χρησιμοποίησαν προς όφελος της εταιρείας ...
και ε) τα φυσικά πρόσωπα, από τους εναγομένους, που κατηγορήθηκαν από την αναιρεσείουσα και διώχθηκαν για το αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού από κοινού, αθωώθηκαν δυνάμει της 1252/1993 αποφάσεως του αρμοδίου Πλημμελειοδικείου Πειραιά, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη. Κατόπιν τούτων, οι περί του αντιθέτου προαναφερόμενοι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος εκείνο, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 1-4-1988 σύμβασης πρακτόρευσης που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εταιρείας με την επωνυμία "..." "...με το να δεχθεί ότι δεν είχε συναφθεί οιαδήποτε σύμβασις πρακτορεύσεως βάσει του ανωτέρω εγγράφου και περαιτέρω με το δεχθεί ωσαύτως εσφαλμένως ότι: "επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για άκαιρη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης...".
Οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους, ας σημειωθεί, δεν αποδίδεται σφάλμα στην ανάγνωση του εγγράφου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση της παραβάσεως αυτής, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 §1 Κ.Πολ.Δ).
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, ως προς τους αναιρεσίβλητους που ερευνάται, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων πρώτου, δεύτερου, τέταρτου, έκτης, έβδομου και όγδοου των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου, έκτης, έβδομου και όγδοου των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, το οποίο κατανέμεται κατ' ίσα μέρη στις χωριστές παραστάσεις των αναιρεσιβλήτων..
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ