Legislator Case Law & Legislation
1407/2014 AI generated

1407/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1407/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την από 18/2/2010 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση αγωγή της πρώτης των ως άνω αναιρεσίβλητων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/4/2012 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1407/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει σε αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.

Keywords

AI generated
damage to electrical installations electrical and radio equipment electromagnetic interference unlawful abstraction of energy safety regulations violation electronic waste
AI generated
196/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 18-4-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του 6ου των ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και την από 31-3-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2007οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2185/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν ο 6ος ήδη αναιρεσίβλητος με την από 4-6-2008 αίτησή του και τους από 2-1-2009 πρόσθετους λόγους του και οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 9-6-2008 αίτησή τους και τους από 16-12-2008 πρόσθετους λόγους τους.
1763/2010
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναίρεση μερική.
964/2009
Supreme Court dismisses appeal on worker's death compensation, ruling mental damages require employer fault under specific statutes.
949/2015
Supreme Court dismisses appeal on admissibility grounds, rejecting argument that appellate court improperly considered evidence.
1638/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1407 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1407/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Μ. του Χ., 2) Μ. συζύγου Δ. Μ. το γένος Γ. Κ., 3) Χ. Μ. του Δ., 4) Ε. Μ. του Δ., 5) Ά. Μ. του Δ., 6) Γ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κουτσούκου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ …COMPANY AE", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Τ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαρή και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την από 18/2/2010 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση αγωγή της πρώτης των ως άνω αναιρεσίβλητων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/4/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 3/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρ. 439 και 432 επ.

του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει σε αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως στην περίπτωση κατά την οποία από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου το δικαστήριο της ουσίας καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι καθεαυτή, αναιρετικώς ανέλεγκτη .

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ... έκθεσης έρευνας των τεχνικών επιθεωρητών του Σώματος Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου (ΚΕΠΕΚ) του Υπουργείου Απασχόλησης Δ.

Τ. και Π. Σ.. Ειδικότερα, εκθέτουν ότι ενώ στην έκθεση αυτή αναγράφεται ότι "Ο θανών εργαζόταν στο Ξενοδοχείο από τριετίας ως συντηρητής γενικών καθηκόντων, χωρίς να επιλαμβάνεται της συντήρησης ή των βλαβών της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δ/ντή και του Ηλεκτρολόγου του Ξενοδοχείου", το Εφετείο δέχθηκε ότι ο θανών "...Χ.

Μ. του Δ., υιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός των λοιπών (ήδη αναιρεσειόντων), ο οποίος διέθετε πτυχίο ηλεκτρονικού είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) τον Μάιο του έτους 2008, όντας σε ηλικία 28 ετών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του συντηρητή - ηλεκτρολόγου στο ξενοδοχείο "RODOS VILLAGE" στο ...

που εκμεταλλευόταν η ίδια, στο οποίο είχε εργαστεί με αυτή την ειδικότητα και κατά της δύο προηγούμενες τουριστικές περιόδους" και ότι με την παραδοχή του αυτή, ότι δηλαδή ο θανών εργάστηκε ως "συντηρητής - ηλεκτρολόγος" και όχι ως "συντηρητής γενικών καθηκόντων" παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου.

Με το λόγο όμως αυτό αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου όχι σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανωτέρω αναδειχθείσα έννοια, αλλά σφάλμα του Δικαστηρίου (Εφετείου) περί την εκτίμηση των πραγμάτων, ήτοι για κρίση του αναιρετικώς ανέλεγκτη, στην οποία κατέληξε από τη συνεκτίμηση του εγγράφου αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, που εσφαλμένα αναγράφεται στην αίτηση, είναι απαράδεκτος. Από τα άρθρ. 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και, σε περίπτωση θανάτου αυτού, οι επιζώντες σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα τούτου, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή των προστηθέντων από αυτόν (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1914.

Τέτοιο πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ είτε η τήρηση των μέτρων αυτών από τον εργοδότη, επιβάλλεται από τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά.

Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με το ν. 1586/85 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων" οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται στην εξεταζόμενη περίπτωση.

Ειδικότερα με το νόμο αυτό ορίζονται και τα εξής: α) ο εργοδότης οφείλει να μεριμνά, όπως οι ηλεκτρικές μηχανές, συσκευές και εργαλεία, που χρησιμοποιούνται στον τόπο εργασίας, να είναι κατασκευασμένα έτσι ώστε κατά τη χρήση τους να υπάρχει επαρκής προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 23 παρ. 7) β) ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, καθώς επίσης και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 αρ. 1 και 3).

Εξάλλου, κατά το άρθρ. 300 παρ.1α του ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Για να καταλήξει το δικαστήριο στη σχετική κρίση του εκτιμά ελεύθερα τα περιστατικά της εκάστοτε περίπτωσης, η κρίση του δε αυτή δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως αναγομένη στην ενάσκηση διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου.

Έτσι, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος, δηλαδή η έκταση και ο βαθμός αυτού, καθώς και το ποσοστό στο οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Αλλά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Για να υπάρχει συντρέχον πταίσμα, πρέπει η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πιο πάνω πράξη ή η παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Χ. Μ. του Δ. γιος των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός των λοιπών (ήδη αναιρεσειόντων), ο οποίος διέθετε πτυχίο ηλεκτρονικού είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) τον Μάιο του έτους 2008, όντας σε ηλικία 28 ετών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του συντηρητή - ηλεκτρολόγου στο ξενοδοχείο "RODOS VILLAGE" στο ...

που εκμεταλλευόταν η ίδια, στο οποίο είχε εργαστεί με αυτή την ειδικότητα και κατά της δύο προηγούμενες τουριστικές περιόδους. Ο προαναφερόμενος, ο οποίος εργαζόταν σε βάρδιες με άλλους δύο συναδέλφους του είχε αναλάβει την συντήρηση των συσκευών του εν λόγω ξενοδοχείου δηλ. των κλιματιστικών, μικροσυσκευών, τηλεοράσεων, τηλεφωνικών συσκευών κτλ., την επισκευή των υδραυλικών και ενίοτε την άντληση των υδάτων από το φρεάτιο του ανελκυστήρα μεταφοράς πρώτων υλών, όταν αυτό υπερχείλιζε.

Συγκεκριμένα ο εν λόγω ανελκυστήρας βρίσκεται στο ημιυπόγειο αποθηκευτικό χώρο του ξενοδοχείου, στον οποίο υπάρχουν ψυγεία, καταψύκτες, αποθήκες φρούτων λαχανικών και ιματιοθήκες, χρησιμοποιείτο δε κατά το παρελθόν, όπως προαναφέρθηκε για τη μεταφορά πρώτων υλών από το ημιυπόγειο στην κουζίνα του ξενοδοχείου, ενώ πλησίον του ανελκυστήρα διέρχεται αγωγός απορροής υδάτων από το πλύσιμο των μαγειρικών συσκευών στο λιποσυλλέκτη.

Όμως, δεδομένου ότι ο αγωγός αυτός είχε εν μέρει αποφραχθεί και σπάσει σε κάποιο σημείο, τα ακάθαρτα ύδατα από το πλύσιμο των μαγειρικών σκευών διοχετεύονταν στο φρεάτιο του ανωτέρω ανελκυστήρα, βάθους περίπου 20 εκατοστών, με συνέπεια αυτό να υπερχειλίζει και να πλημμυρίζει το δάπεδο του ημιυπογείου αποθηκευτικού χώρου και επειδή για τον προαναφερόμενο λόγο η κίνηση των ξενοδοχοϋπαλλήλων στο ημιυπόγειο καθώς και η μεταφορά τροφίμων και άλλων αντικειμένων (σεντονιών και πετσετών από την ιματιοθήκη) καθίσταντο δυσχερείς, ήταν αναγκαία η άμεση απάντηση των υδάτων από το φρεάτιο του ανελκυστήρα εργασία την οποία έκανε ο Χ.

Μ. μία δύο φορές την εβδομάδα και ως εκ τούτου ως συχνά επαναλαμβανόμενη εργασία, εντάσσεται στο πλαίσιο των γενικότερων καθηκόντων του, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί κατόπιν εντολών του δεύτερου εναγόμενου. Την 13-8-2008 και περί ώρα 17:55 ο εν λόγω εργαζόμενος ήταν σε ώρα υπηρεσίας και αφού είχε ειδοποιηθεί σχετικά από την διεύθυνση του ξενοδοχείου, μετέβη στον ημιυπόγειο αποθηκευτικό χώρο του, το δάπεδο του οποίου είχε καλυφθεί με ύδατα από την κουζίνα ύψους 2- 3 εκατοστών, προκειμένου να απαντλήσει από το φρεάτιο του ανωτέρω ανελκυστήρα, τα υπερχειλή ύδατα.

Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια εμβαπτιζόμενη αντλία και ένα προβολέα - ιδιοκατασκευή, του οποίου το πλαίσιο ήταν συγκολλημένο πάνω σε μεταλλικό σωλήνα, έφερε καλώδιο 75 εκατοστών ενώ ο μεταλλικός σωλήνας ήταν συγκολλημένος σε τρίποδο με ρόδες, ώστε να μετακυλίεται εύκολα, διότι εντός του φρεατίου δεν υπήρχε φωτισμός, πάνω δε στο σωλήνα ήταν προσδεδεμένο ακάλυπτο (ήτοι μη στεγανό) πολύμπριζο με πέντε ρευματοδότες και μήκος καλωδίου 8 μέτρων.

Κατά την ανωτέρω εργασία του ο Χ. Μ. συνέδεσε τον ρευματοδότη του πολύπριζου στον ρευματοδότη που βρισκόταν στο ημιυπόγειο, ωστόσο για αδιευκρίνιστους λόγους, σταγόνες νερού ήλθαν σε επαφή με το πολύμπριζο, με συνέπεια να διαρρεύσει ρεύμα στον μεταλλικό σωλήνα που κρατούσε. Λόγω δε της χαμηλής αντίστασης που παρουσίαζε το σώμα του, αφού βρισκόταν σε άμεση επαφή με το νερό (λιμνάζοντα ύδατα), χωρίς να φέρει υποδήματα με ηλεκτρική μόνωση, ποσότητα ρεύματος διαπέρασε το σώμα του προς τη γη, με αποτέλεσμα να υποστεί ηλεκτροπληξία κι να επέλθη αιτιωδώς ο ακαριαίος θάνατός του.

Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο προαναφερόμενος προβολέας ιδιοκατασκευή δεν αποδείχθηκε ότι είχε κατασκευαστεί από τον ίδιο τον θανόντα όπως αβάσιμα ισχυρίζονται σι εναγόμενοι.............. Εξάλλου το ανωτέρω θανατηφόρο συμβάν σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην με αριθμ. πρωτ. ... έκθεση έρευνας, καθώς και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ηλεκτρολόγου - μηχανικού Σ.

Κ., οφείλεται στο ότι: α) ο προβολέας ήταν ιδιοκατασκευή, χωρίς προδιαγραφές ασφαλείας και μονωτική λαβή, με λανθασμένη τοποθέτηση του μη στεγανού πολύπριζου, πάνω στο μεταλλικό σωλήνα, β) ο ηλεκτρικός πίνακας δεν έφερε αυτόματο διακόπτη διαφυγής έντασης (ρελέ), ο οποίος θα διέκοπτε την παροχή ρεύματος σε περίπτωση διαρροής του προς την γη έντασης μεγαλύτερη των 30 mA, γ) χρησιμοποιήθηκε φορητός φωτισμός υψηλής τάσης άνω των 42 Volt και δ) ο θανών δεν έφερε, κατά τα ανωτέρω υποδήματα με ηλεκτρική μόνωση.

Με βάση τα ανωτέρω (συνεχίζει το Εφετείο) κρίνεται ότι το εν λόγω εργατικό ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και τούτο διότι: α) η πρώτη εναγομένη δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας και ειδικότερα οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου δεν είχαν εναρμονιστεί με τα ισχύοντα πρότυπα, ήτοι με την τοποθέτηση αντιηλεκροπληξιακών ρελέ, δεν παρείχε φωτιστικά σώματα που να πληρούν τις προϋποθέσεις ασφαλείας και ανεχόταν την χρήση του ανωτέρω φωτιστικού ιδιοκατασκευής, χωρίς η χειρολαβή να είναι μονωμένη και χωρίς το μη στεγανό πολύπριζο να είναι σωστά τοποθετημένο στο μεταλλικό σωλήνα, ενώ τέλος, δεν παρείχε στον θανόντα κατάλληλα υποδήματα που θα επέτρεπαν τη διέλευση του ρεύματος μέσω του σώματος του προς τη γη και β) ο δεύτερος εναγόμενος παρά την ανωτέρω επικινδυνότητα των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και των ηλεκτρικών συσκευών εξέθεσε σε κίνδυνο τον Χ.

Μ., αναθέτοντάς του την απάντηση των προαναφερθέντων υδάτων, χωρίς να του παράσχει κατάλληλα υποδήματα και ανεχόμενος τη χρήση του μη ορθά μονωμένου προβολέα. Ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου, ότι κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος δεν έχει δώσει εντολή στον θανόντα για την απάντηση των υδάτων στο φρεάτιο δεν αποδείχθηκε. ..........Παρά ταύτα (συνέχισε το Εφετείο) συνυπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος είναι και ο ίδιος ο θανών, αφού ενόψει του γεγονότος ότι ο προβολέας δεν πληρούσε τα πρότυπα ασφαλείας, το δάπεδο του ημιυπογείου ήταν πλημμυρισμένο από νερό και δεν φορούσε προστατευτικά υποδήματα, όφειλε και μπορούσε ενόψει και της αυξημένης επικινδυνότητας των δεδομένων συνθηκών της συγκεκριμένης εργασίας, την οποία είχε κάνει και άλλη φορά κατά το παρελθόν και είχε αποκτήσει και τη σχετική εμπειρία, να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή που θα επεδείκνυε και ένας μέσος συνετός άνθρωπος, πολύ δε περισσότερο ο ίδιος λόγω των ειδικότερων γνώσεων του στην ηλεκτρολογία και της σχετικής πείρας του, ώστε να μην έλθει το νερό σε επαφή με το ακάλυπτο πολύπριζο που είχε τοποθετήσει πάνω στον προβολέα.

Κατόπιν δε αυτών το ποσοστό ευθυνών των εναγομένων ανέρχεται σε 75% και του θανόντα σε 25%, δεκτή γενομένης εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης συνυπαιτιότητας των εναγομένων". Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και μετ' εκτίμηση των κατά νόμο στοιχείων επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες (γονείς) το ποσό των 80.000 ευρώ στον καθένα, αντί του ποσού των 100.000 ευρώ στον καθένα, που είχε επιδικαστεί πρωτοδίκως, και στους λοιπούς ενάγοντες (αδέλφια) το ποσό των 30.000 ευρώ στον καθένα, αντί του ποσού των 45.000 ευρώ στον καθένα, που είχε επιδικαστεί πρωτοδίκως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν ειδικότερα ότι ο ως άνω θανών υπέστη εργατικό ατύχημα και το οποίο οφειλόταν στην προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων αναιρεσιβλήτων, εργοδότριας εταιρείας και προστηθέντος από αυτήν (διευθυντή), αλλά και σε δική του συνυπαιτιότητα, και ότι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις μνημονευθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 300 ΑΚ σε συνδ.

με 330 Α.Κ., ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο δεύτερος εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, σε σχέση με την ειδικότητα του παθόντος ως άνω εργαζομένου, κατά την εκτέλεση της εργασίας του.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί. Έτσι δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του (ως πλήρη απόδειξη) την ομολογία των αναιρεσιβλήτων, "τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο δευτεροβάθμιο", ότι ο θανών Χ.

Μ. του Δ., γιος και αδελφός των αναιρεσειόντων, εργαζόταν στο ξενοδοχείο των αναιρεσιβλήτων ως συντηρητής και όχι ως ηλεκτρολόγος, με συνέπεια να δεχθεί συνυπαιτιότητα αυτού στο θάνατό του από ηλεκτροπληξία που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Ο λόγος αυτός ανεξαρτήτως της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρεται ότι είχαν επικαλεστεί στο Δικαστήριο της ουσίας ομολογία των αναιρεσιβλήτων περί της ειδικότητας του εργαζομένου ως συντηρητή, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως (προτάσεων, πρακτικών) οι αναιρεσίβλητοι δεν ομολόγησαν ότι ο θανών εργαζόταν ως συντηρητής των εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου τους αλλά ως ηλεκτρολόγος συντηρητής των ηλεκτρικών συσκευών του ξενοδοχείου, δηλαδή αρνήθηκαν αιτιολογημένα τον αγωγικό ισχυρισμό περί της ειδικότητας του θανόντος ως συντηρητή, αναφέροντας ως ειδικότητά του εκείνη του συντηρητή ηλεκτρολόγου.

Ο ίδιος λόγος, που κατά τα λοιπά αποδίδει στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι κατ' άρθρον 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει, καθεαυτή, του αναιρετικού ελέγχου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2012 αίτηση των Δ. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της 49 /2012 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ