Supreme Court dismisses appeal against bank liability for death due to lawful account freezing under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Appeal's judgment regarding their son's death caused by the bank's lawful freezing of their joint account. The appellants argued that the bank's actions constituted a tort causing financial ruin and psychological distress, while the bank contended its actions were legally mandated to prevent criminal liability. The court ruled that complying with the law cannot constitute a tort, and the appellants' vague procedural complaints were inadmissible for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 and 932 of the Civil Code; Compliance with statutory obligations does not constitute a tort, and vague procedural complaints regarding evidence evaluation are inadmissible for appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1407 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1407/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Β. του Π. και 2. Γ. συζ. Ε. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γκιγκιλίνη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Π. Γ. Τ., κατοίκου ... και 3. Α. Χ., κατοίκου ... . Οι 1η και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος ανεκάλεσε την από 6-12-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και ο τρίτος παραστάθηκε με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, 25-5-2004 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4689/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2018/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-10-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 3-5-2012 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των αναιρεσιβλήτων την από 21-9-2003 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί και το ανήλικο τέκνο τους Π. ήταν μοναδικοί δικαιούχοι του ανοιγέντος, στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου στη ..., κοινού τραπεζικού λογαριασμού, ο οποίος την 13-6-2000 παρουσίαζε υπόλοιπο 100.961.213 δραχμών και ότι οι εναγόμενοι (τράπεζα και υπάλληλοί της) υπαιτίως και παρά τον νόμο εδέσμευσαν τον εν λόγω λογαριασμό και αρνήθηκαν να τους αποδώσουν το κατατεθειμένο σ' αυτόν χρηματικό ποσό, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη, λόγω οικονομικής αδυναμίας των, η έγκαιρη μετάβαση του ασθενούς τέκνου τους σε νοσοκομείο του εξωτερικού για θεραπεία και να επέλθει εκ της αιτίας αυτής ο θάνατος του, εζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του τέκνου των, καθώς και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την προσβολή της μνήμης του ιδίου τέκνου των και της δικής τους τιμής και υπολήψεως από τις αναφερόμενες στην αγωγή συκοφαντικές και δυσφημιστικές δηλώσεις των εναγομένων.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η 4689/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατά το περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κεφάλαιό της και δη για το ποσό του 1.000.000 ευρώ, ενώ ως προς το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης το δικαστήριο ανέστειλε τη συζήτηση μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 20-3-2001 αγωγής των ιδίων εναγόντων κατά της πρώτης εναγομένης, Εθνικής Τραπέζης, με την οποία εζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι είναι μοναδικοί δικαιούχοι του κοινού ως άνω λογαριασμού και να υποχρεωθεί η θεματοφύλακας εναγομένη τράπεζα να τους αποδώσει, σε εκπλήρωση της μεταξύ τους συμβάσεως ανωμάλου παρακαταθήκης, το κατατεθειμένο σ' αυτόν ποσό των 105.343.524 δραχμών και επικουρικώς να υποχρεωθεί να τους καταβάλει :
α) το μέχρι την 13-6-2000 κατατεθειμένο ποσό των 100.961.213 δραχμών και β) το από 13-6-2000 έως 21-2-2001 κατατεθειμένο σ' αυτό ποσό των 460.000 δρχ. ως αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ότι από την υπ' αριθ. 72/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως των εναγόντων με την υπ' αριθ. 253/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, παράγεται δεδικασμένο ως προς το προδικαστικό ζήτημα της υποχρεώσεως της πρώτης εναγομένης Εθνικής Τραπέζης να αποδώσει στους ενάγοντες τα χρήματα του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού, ερευνώντας δε κατά τα λοιπά κεφάλαιά της την αγωγή, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 α' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Με τη συγκεκριμένη διάταξη παρέχεται η δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου της ψευδούς ερμηνείας ή εσφαλμένης εφαρμογής των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με τα ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας γενόμενα δεκτά, αν δηλαδή αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε το δικαστήριο με την απόφασή του, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητος ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικώς με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικώς, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννoµες συνέπειες (Α.Π. 1397/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 α' Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του ότι από την προηγηθείσα υπ' αριθμ. 253/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε την από 20-3-2001 αγωγή των αναιρεσειόντων, παράγεται δεδικασμένο για την ένδικη αξίωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, διότι έχει καταστεί αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως αναιρέσεως, ενώ το αληθές είναι ότι οι ενάγοντες έχουν ασκήσει εμπροθέσμως κατά της αποφάσεως αυτής αίτηση αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος, διότι για την ύπαρξη δεδικασμένου αρκεί η οριστική απόφαση να καταστεί τελεσίδικη και κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως και του αναιρετηρίου η προϋπόθεση αυτή συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η υπ' αριθ. 253/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, όπως από την επισκόπησή της πιστοποιείται απέρριψε την έφεση των εναγόντων κατά της υπ' αριθ. 72/2006 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 20-3-2001 αγωγή των ιδίων.
Συνεπώς η τελευταία αυτή απόφαση κατέστη τελεσίδικη, και παράγει δεδικασμένο και όχι η απορριπτική της κατ' αυτής ασκηθείσης εφέσεως υπ' αριθμ. 253/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Ενόψει δε τούτου, η μνεία στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η προειρημένη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κατέστη αμετάκλητη και παράγει δεδικασμένο, αφού οι ενάγοντες δεν άσκησαν κατ' αυτής αναίρεση, οφειλομένη προφανώς σε παραδρομή, στερείται, για το υπό έρευνα ζήτημα οποιασδήποτε εννόμου επιρροής.
Επειδή, από την επισκόπηση της τελεσιδίκου υπ' αριθ. 72/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, προκύπτει ότι μ' αυτήν κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, που δεσμεύει τους νυν διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε, δηλαδή τους ήδη αναιρεσείοντες (ενάγοντες στη δίκη εκείνη) και την πρώτη αναιρεσίβλητη (μόνη εναγομένη στην ιδία δίκη), ότι οι καταθέσεις χρημάτων στον τηρούμενο στην εναγομένη Εθνική Τράπεζα επ' ονόματι των εναγόντων κοινό τραπεζικό λογαριασμό αυτών ήταν προϊόν παρανόμου εράνου και ότι η Τράπεζα δεν είχε συμβατική υποχρέωση να αποδώσει το ποσόν του λογαριασμού στους ενάγοντες, και συνακολούθως η άρνησή της για απόδοση του ποσού τούτου δεν συνιστά αδικοπραξία και δη υπεξαίρεση του αντιστοίχου ποσού, όπως υπεστήριξαν οι ενάγοντες με την κριθείσα μη νόμιμη πρώτη επικουρική βάση της αγωγής των.
Η ως άνω δε υποχρέωση της εναγομένης προς απόδοση των χρημάτων του επίμαχου λογαριασμού αποτελούσε προδικαστικό ζήτημα στη μεταγενέστερη δίκη επί της οποίας εξεδόθη η ήδη προσβαλλομένη απόφαση. Τούτο δε διότι αντικείμενο της δίκης αυτής αποτελούσε η καταψήφιση της Τραπέζης και των συνεναγομένων υπαλλήλων της προς καταβολήν στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του ανηλίκου τέκνου των, οφειλομένου στην υπαίτια και παράνομη άρνηση της Τραπέζης δια των συνεναγομένων προστηθέντων υπαλλήλων της να αποδώσει στους ενάγοντες το ποσό του λογαριασμού, με αποτέλεσμα να μη καταστεί δυνατή η μετάβαση του βαρέως νοσούντος ανηλίκου τέκνων των προς νοσηλεία στο εξωτερικό και να επέλθει έτσι ο θάνατός του.
Η επιδίκαση της ανωτέρω χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την νομική υποχρέωση της εναγομένης Τραπέζης προς απόδοση του ποσού του επίμαχου λογαριασμού, η οποία όμως έχει μετά δυνάμεως δεδικασμένου κριθεί ήδη ότι δεν υφίσταται. Επομένως, το Εφετείο, δεχόμενο ότι για το ως άνω προδικαστικό ζήτημα υφίσταται δεδικασμένο έναντι των εναγόντων και της πρώτης εναγομένης και ότι δεσμεύεται απ' αυτό, δεν υπέπεσε στην προσαπτομένη σ' αυτό αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο παραδοχής της υπάρξεως δεδικασμένου και ο περί του αντιθέτου δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 α' Κ.Πολ.Δ., όπως εκτιμάται, λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Καθ' ο μέρος, όμως το Εφετείο δέχθηκε ότι το δεδικασμένο εκτείνεται και στους λοιπούς εναγομένους, υπαλλήλους της Τραπέζης, οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στη δίκη επί της οποίας εξεδόθη η τελεσίδικη ως άνω απόφαση, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, αφού τα πρόσωπα στα οποία, πέραν των διαδίκων, εκτείνεται το δεδικασμένο ορίζονται περιοριστικώς στα άρθρα 325-329 του Κ.Πολ.Δ.
και σ' αυτά δεν περιλαμβάνονται επί δίκης κατά νομικού προσώπου και οι εις ολόκληρον μετ' αυτού ευθυνόμενοι προστηθέντες υπάλληλοί του, μετά των οποίων τελεί σε απλή ομοδικία.
Συνεπώς κατά το μέρος αυτό είναι βάσιμος ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, η προβολή όμως του λόγου τούτου τυγχάνει αλυσιτελής, αφού η κατά παραδοχή τούτου εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θα επαγόταν οποιαδήποτε έννομη συνέπεια υπέρ των αναιρεσειόντων που να δικαιολογεί το έννομο συμφέρον αυτών για την κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως.
Τούτο δε διότι η έλλειψη υποχρεώσεως αλλά και νομικής δυνατότητος της πρώτης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων τραπέζης να αποδώσει στους αναιρεσείοντες, το ποσό του επίμαχου τραπεζικού λογαριασμού, που έχει κριθεί μετά δυνάμεως δεδικασμένου, καθιστά νόμιμη την άρνηση αυτής αλλά και των συνεναγομένων και συναναιρεσιβλήτων νομίμως προστηθέντων υπαλλήλων της, να αποδώσουν στους αναιρεσείοντες το εκ παρανόμου εράνου προερχόμενο ποσό του εν λόγω λογαριασμού.
Κατά συνέπειαν, μη στοιχειοθετουμένης, ελλείψει παρανόμου ενεργείας, της θεμελιούσης την δευτέρα αγωγή αδικοπραξίας της πρώτης εναγομένης τραπέζης, την οποία φέρεται ότι ετέλεσε δια των υπαλλήλων της, που αρνήθηκαν την απόδοση των χρημάτων, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί αδικοπρακτικής εκ της αυτής αιτίας ευθύνης των τελευταίων και ως εκ τούτου καθίσταται άνευ αντικειμένου οποιαδήποτε σχετική περαιτέρω έρευνα και ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ελλείψει του αναγκαίου για την ευδοκίμησή του εννόμου συμφέροντος.
Εξάλλου, συναφής προς τους ανωτέρω είναι και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση η αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 α' Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου περί της ενδίκου ενώπιόν του απαιτήσεως εξ αδικοπραξίας, απορρέοντος εκ της υπ' αριθμ. 253/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, μολονότι η απόφαση αυτή ήταν αναιρετέα και αναιρεσιβλήθηκε για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικώς στην υπό κρίση αίτηση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το δεδικασμένο, το οποίο το Εφετείο δέχθηκε υφιστάμενο περί της εκκρεμούς ενώπιόν του αξιώσεως εξ αδικοπραξίας, απορρέει, ως προεξετέθη, από την υπ' αριθμ. 72/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσης εφέσεως με την προδιαληφθείσα υπ' αριθμ. 253/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, και δεν επηρεάζεται από την ασκηθείσα κατά της τελευταίας αίτηση αναιρέσεως.
Περαιτέρω ο αυτός αναιρετικός λόγος, καθ' ο μέρος ενσωματώνει και επαναφέρει τους λόγους που προεβλήθησαν ήδη κατά της υπ' αριθμ. 253/ 2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, επί τω τέλει ανατροπής του εξ αυτής δεδικασμένου, τυγχάνει απαράδεκτος, αφού η απόφαση αυτή δεν υπόκειται ήδη σε αναίρεση ούτε άλλωστε και προσβάλλεται.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του προσήκοντος κανόνος δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τους, τα εξής: "Στις 22/9/1999, διαγνώστηκε ... ότι το ανήλικο τέκνο των εναγόντων Π. Β., που γεννήθηκε στις 21/1/1998, έπασχε από νευροβλάστωμα ... και εισήχθη προς θεραπεία στην ειδική μονάδα ... του Νοσοκομείου ...
Στις 4/11/2000, όμως, σημειώθηκε υποτροπή της ασθένειας και, επειδή ... διαπιστώθηκε η αδυναμία, στην Ελλάδα ... να υποβληθεί ο ανήλικος σε άλλη επέμβαση και οποιαδήποτε πρόσθετη χημειοθεραπεία, κρίθηκε απαραίτητη η εφαρμογή αγωγής με ακτινοβόληση και η επί μακρό χρονικό διάστημα νοσηλεία του στο νοσοκομείο.
Κατόπιν αυτών, οι ενάγοντες εξέτασαν τη δυνατότητα μεταφοράς του ανηλίκου τέκνου τους για νοσηλεία σε εξειδικευμένη μονάδα νοσηλευτικού ιδρύματος του εξωτερικού. Οι δαπάνες, όμως, ... για τη νοσηλεία ... ήταν υπέρογκες και δυσβάσταχτες για την οικονομική κατάσταση αυτών, ... αφού ο μεν ενάγων πατέρας, εργάτης οικοδομών, ήταν, τότε, άνεργος, η δε ενάγουσα μητέρα στερείτο επαγγέλματος ασχολούμενη με τα οικιακά.
Η ασθένεια του μικρού Π. και η ... δεινή οικονομική κατάσταση της οικογένειας, ευαισθητοποίησε ... την τοπική κοινωνία και ... τοπικοί φορείς δραστηριοποιήθηκαν προκειμένου να στηρίξουν ... την οικογένεια ... προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις δαπάνες που απαιτούνταν για τη θεραπεία του ανηλίκου. Έτσι, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Γέρας, του οποίου οι ενάγοντες ...
ήταν δημότες ... αποφάσισε την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας με το ποσό των 200.000 δραχμών και την ανάληψη πρωτοβουλίας για τη συγκέντρωση χρημάτων για τον ίδιο σκοπό διοργανώνοντας και έρανο στις 12/5/2000. Παράλληλα, στις 4/5/2001 ο ... δάσκαλος στο χωριό των εναγόντων, με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα του στον ...
ιδιοκτήτη του ... τηλεοπτικού σταθμού "ΤV ΜΥΤΙΛΗΝΗ", τον ενημέρωσε για το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε το τέκνο των εναγόντων. Μέσω των τηλεοπτικών μεταδόσεων...του τοπικού αυτού τηλεοπτικού σταθμού από την 4 έως την 9/5/2000 το θέμα αυτό έγινε ευρύτατα γνωστό ... με την αναμετάδοσή του από την 8/5/2000 έως την 13/5/2000 από ...
πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικούς σταθμούς ... Παράλληλα, με πρωτοβουλία του πιο πάνω ιδιοκτήτη και διευθυντή του ίδιου τηλεοπτικού σταθμού η υπάλληλός του Γ. - Ε. Π. μετέβη στο υποκατάστημα ... της πρώτης εναγομένης Τράπεζας στη Μυτιλήνη και ... προέβη στις 5/5/2000 στην κατάρτιση σύμβασης καταθέσεων, ... και στο άνοιγμα του με αριθμό ...
κοινού λογαριασμού καταθέσεων με δικαιούχους τους ενάγοντες και το ανήλικο τέκνο τους, για την εξυπηρέτηση του πιο πάνω σκοπού, με την κατάθεση ποσού 100.000 δραχμών εκ μέρους του...τηλεοπτικού σταθμού "ΤV ΜΥΤΙΛΗΝΗ"... Μέχρι την 13/6/2000 πραγματοποιήθηκαν περίπου 5.000 καταθέσεις στο λογαριασμό αυτό, και, συνολικά, είχε συγκεντρωθεί το ποσό των 100.961.213 δραχμών, ενώ οι ενάγοντες ανέλαβαν ...
διάφορα χρηματικά και συνολικά, το ποσό των 1.710.000 δραχμών προκειμένου να αντιμετωπίσουν οικονομικές ανάγκες ... Στις 7/6/2000, η Δ. Κ., προϊσταμένη των ταμείων στο υποκατάστημα Μυτιλήνης της εναγομένης, κατ' εντολή του δευτέρου εναγομένου Π. Τ., διευθυντή του υποκαταστήματος, προέβη στη δέσμευση του λογαριασμού, όταν διαπίστωσε, ότι σ' αυτόν γίνονταν καταθέσεις από τρίτους υπό τη μορφή των ερανικών εισφορών κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 5101/1931, δεδομένου, ότι για το άνοιγμα αυτού, δεν είχε προηγηθεί η απαιτούμενη, με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας σχετική άδεια διενέργειας εράνου, συμμορφούμενη στη σχετική από 19/10/1999, με αριθμό πρωτοκόλλου Γ3 β/25 96 επιστολή του τότε Υφυπουργού Υγείας και Πρόνοιας ...
και την από 8/2/2000 σχετική υπηρεσιακή εγκύκλιο της πρώτης εναγομένης που προέβλεπε ότι τα καταστήματα θα συνέχιζαν να δέχονται αιτήματα για το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού για τη συλλογή χρημάτων με την προϋπόθεση, ότι οι ενδιαφερόμενοι θα προσκομίζουν την απαιτούμενη κατά τον πιο πάνω νόμο άδεια, που δίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας - Πρόνοιας.
Έκτοτε, η εναγομένη τράπεζα αρνήθηκε στους ενάγοντες την ανάληψη ποσών από τον ... λογαριασμό, έχοντας διαπιστώσει, ότι στη σύμβαση καταθέσεων, δυνάμει της οποίας άνοιξε ..., γίνονταν καταθέσεις χρηματικών ποσών λόγω ερανικών εισφορών, η σύμβαση δε αυτή (γνήσια σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης υπέρ των εναγόντων) μέχρι την 2/3/2001, οπότε εκδόθηκε η με αριθμ.
Η2Β/ΟΙΚ.644/2-3-2001 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, με την οποία χορηγήθηκε η σχετική έγκριση - άδεια προκειμένου η εναγόμενη να αποδώσει στους ενάγοντες το πιο πάνω, μόνο ποσό, ήταν μετέωρη, γιατί μέχρι των ημερομηνία αυτή υπέκειτο στην απαγορευτική διάταξη του ν. 5101/1931 και μέχρι την ημερομηνία αυτή (2/3/2001) δεν είχε γεννηθεί αξίωση των δικαιούχων να απαιτήσουν την πληρωμή του κατατεθειμένου στο λογαριασμό ποσού και αντίστοιχη υποχρέωση της (εναγομένης) Τράπεζας να καταβάλει το ποσό αυτό, όπως ακριβώς κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την με αριθμό 253/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Ωστόσο, οι καταθέσεις στον λογαριασμό αυτό συνέχισαν να γίνονται κανονικά, όχι μόνο μέχρι την 27/6/2000, όταν με συναπόφαση των υπαλλήλων του υποκαταστήματος Π. Τ., διευθυντή, Ε. Χ., υποδιευθυντή και Δ. Κ., προϊσταμένης των ταμείων, τοποθετήθηκε "οη line" η ένδειξη "καλέστε προϊστάμενο", αλλά και μετά, μέχρι το έτος 2001, σε μικρότερο, όμως, αριθμό.
Περαιτέρω, ... μετά την, κατά τα παραπάνω, με δύναμη δεδικασμένου κριθείσα, έλλειψη υποχρέωσης της εναγομένης να αποδώσει το ποσό αυτό, ούτε οι προστηθέντες από την εναγομένη Τράπεζα υπάλληλοί της, δύο λοιποί εναγόμενοι, είχαν: α) αρμοδιότητα να αποδεσμεύσουν έγκαιρα τον τραπεζικό λογαριασμό ενόψει της ισχύουσας τότε νομοθετικής ρύθμισης του ν. 5101/1931 (άρθρο Ι), σύμφωνα με την οποία "από της ισχύος του (νόμου αυτού) απαγορεύονται οι πάσης φύσεως έρανοι και λαχειοφόροι ή φιλάνθρωποι αγοραί και η δια παντός άλλου τρόπου συλλογή χρημάτων ή αντικειμένων και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (άρθρο 2), δύναται με αιτιολογημένες αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και ανάληψη των συγκεντρωθέντων κατά την 13/6/2000 χρημάτων, ύψους 100.961.213 δραχμών, αφενός μεν ενόψει της με αριθμό πρωτοκόλλου Γ3β/2596 επιστολής του κατ' εκείνη την εποχή αρμόδιου Υφυπουργού Υγείας και Πρόνοιας, κατά την οποία "Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 5101/1931 άδεια συλλογής χρημάτων με άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών δίδεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας - Πρόνοιας", αφετέρου δε της από 8/2/2000 εγκυκλίου της εναγομένης Τράπεζας, σύμφωνα με την οποία, τα υποκαταστήματά της θα συνέχιζαν μεν να δέχονται αιτήματα για το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού, για τη συλλογή χρημάτων και με το περιεχόμενο της οποίας όφειλαν να συμμορφώνονται τα όργανα της, υπό την προϋπόθεση, όμως ότι οι ενδιαφερόμενοι θα προσκομίζουν την απαιτούμενη άδεια που δίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και Πρόνοιας.
Στις 13/6/2000 και ενώ ο λογαριασμός είχε ήδη δεσμευθεί ως προς τις αναλήψεις, ο δεύτερος εναγόμενος διευθυντής του υποκαταστήματος κάλεσε τον ενάγοντα προς ενημέρωση και, καθ' υπόδειξη του, ο τελευταίος υπέγραψε αφενός μεν την πιο πάνω σύμβαση του λογαριασμού κατάθεσης ..., αφετέρου δε την από 13/6/2000 ... αίτηση προς το Υπουργείο Υγείας - Πρόνοιας, την οποία συνέταξε μηχανογραφικά ο ίδιος ...
και ... την απέστειλε με τηλεομοιοτυπία από το εν λόγω υποκατάστημα και με την οποία ο ενάγων ζητούσε τη χορήγηση της απαιτούμενης άδειας του Ν. 5101/1931 προκειμένου να εκταμιευθεί το ποσό 100.961.213 δρχ, από το λογαριασμό αυτό. Κατόπιν αυτών, ο, τότε, Δήμαρχος Γέρας ... Π. Β., με το με αριθμό πρωτοκόλλου 62/18-6-2000 ενημερωτικό έγγραφο του με αποδέκτες τους: 1) Υπουργό Οικονομικών ... 2) ...
ζήτησε την άμεση επίλυση του θέματος ... Μετά δε την προαναφερθείσα υποτροπή της ασθενείας του ανηλίκου τέκνου τους, οι ενάγοντες ... απευθύνθηκαν ... στο νοσοκομείο "ΤΗΕ ROYAL MARSDEN" της Αγγλίας και για την κάλυψη της αναγκαίας δαπάνης ζήτησαν...από την εναγομένη την εκταμίευση αντίστοιχου ποσού ... Κατόπιν ...
νέας όχλησης της τελευταίας, ο τότε, Υφυπουργός Υγείας και Πρόνοιας ενημέρωσε για την προωθούμενη με ... κατεπείγουσα τροπολογία, τροποποίηση του νόμου 5101/1931, με την οποία θα προβλεπόταν η δυνατότητα ανοίγματος λογαριασμών επ' ονόματι των ατόμων και ανάληψης χρημάτων για την αντιμετώπιση σοβαρότατων προβλημάτων υγείας τους.
Ωστόσο, η σχετική τροπολογία υπεγράφη από τους αρμόδιους Υπουργούς μόλις στις 30/1/2001, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στο σύνολο του στη Βουλή στις 15/2/2001 και δημοσιεύθηκε στις 2/3/2001. Την ίδια δε ημέρα ... με την προαναφερθείσα Αριθ. Πρωτ. Οικ. 644/2-3-2001 απόφαση του τότε Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας και αποδέκτες την εναγομένη Τράπεζα ...
χορηγήθηκε η απαιτούμενη άδεια - έγκριση για την ανάληψη του κατατεθειμένου στον πιο πάνω λογαριασμό ποσού. Κατόπιν τούτου, η εναγομένη κάλεσε τους ενάγοντες για την ανάληψη του ποσού την ... 5/3/2001. Όμως την προηγουμένη, ημέρα... το τέκνο των εναγόντων είχε αποβιώσει. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα ... δεν αποδείχθηκε, ότι η πρώτη εναγομένη δια των προστηθέντων οργάνων της αρνούμενη κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα να αποδώσει στους ενάγοντες το ποσό του κατατεθειμένου λογαριασμού, αδικοπράκτησε, ούτε ότι οι προστηθέντες υπάλληλοί της, παραλείποντας να αποδώσουν το ποσό αυτό, είχαν πρόθεση να αφήσουν αβοήθητο το ήδη πάσχον ανήλικο τέκνο των εναγόντων με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος αυτού.
Τούτο δε γιατί, οι τελευταίοι ενήργησαν συμμορφούμενοι στις πιο πάνω ισχύουσες τότε διατάξεις του νόμου, και με τις προεκτεθείσες ενέργειες τους, αντίθετα, επέδειξαν ενδιαφέρον για τη νομότυπη περαίωση της υπόθεσης δεδομένου ότι η τυχόν αποδέσμευση του πιο πάνω ερανικού λογαριασμού από αυτούς θα επέσυρε κατ' αυτών ποινικές και πειθαρχικές ευθύνες.
Εξάλλου, ως αδικοπραξία νοείται και η παράβαση νόμου και η εντεύθεν εξ αυτής ζημία αποκαθίσταται εκ του νόμου με την αγωγή από αδικοπραξία, αποκαθίσταται δε και η τυχόν επελθούσα από την αδικοπραξία ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Δεν μπορεί δε να στοιχειοθετήσει αδικοπραξία μία συμπεριφορά η οποία είναι σύμφωνη με τους κείμενους νόμους, καθόσον αδικοπραξία συνιστά η παραβίαση των νόμων και όχι η συμμόρφωση προς αυτούς ακόμη και αν η άρνηση της παρανομίας προκαλεί ζημία ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, σχετικά με την αβασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων περί αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων έναντι αυτών, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. Επομένως, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος του αναιρετηρίου, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αυτός ως άνω τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του τυγχάνει απαράδεκτος, διότι υπό την τυπική και αόριστη επίκληση αναιρετικών πλημμελειών εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8, 10, 11 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Ο ισχυρισμός δε τούτων (αναιρεσειόντων ) ότι δεν υποχρεούνται σε καταβολή δικαστικών εξόδων, διότι με την υπ' αριθμ. 424/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τους έχει χορηγηθεί το ευεργέτημα της πενίας, τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την διάταξη του άρθρου 199 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει σαφώς ότι η παροχή του ευεργετήματος της πενίας δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έτυχε του εν λόγω ευεργετήματος, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστού (Α.Π. 1403/2012, 1419/2000).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2010 αίτηση των Ε. Β. και Γ. συζ. Ε. Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2018/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 22α Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 27η Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ