Legislator Case Law & Legislation
1407/2011 AI generated

1407/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1407/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2008 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/9/2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1407/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και αυτό γιατί και το μέρος της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη του δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Keywords

AI generated
claim for insurance benefits reapplication for disability benefits suspension of insurance cover reinstatement of insured status paralysis insurance insurer reimbursement claim
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1407 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1407/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Τ. του Θ., 2) Χ. Τ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL TRUST (ΓΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ) Α.Ε.Ε.Γ.Α." της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2008 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/9/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 28/4/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 1619 Ε'/15-5-2010 και 1620 Ε'/25-5-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κοζάνης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο (6-5-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Δ. Τ. του Θ. και Χ. Τ. του Θ.. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 παρ. 1 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημιά, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η ουσιαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που ο δικαιούχος της αποζημίωσης έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου σε αποζημίωση, εφόσον δε η αξίωση απευθύνεται κατά του ασφαλιστή, η παραγραφή αυτής είναι, κατά το άρθρο 10 παρ.2 του Ν. 489/1976, διετής και αρχίζει να τρέχει από την ημέρα του ατυχήματος για όλες τις ζημίες ενιαίως.

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ.α' ΑΚ και 221 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως αποζημιώσεως, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.α' ΑΚ, κατά το οποίο "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά από εικοσαετία και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως της αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται κατ' αρχήν επιμήκυνση της πενταετούς ή διετούς παραγραφής σε εικοσαετή, αρχομένη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της αξιώσεως αποζημιώσεως, της αναγομένης σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση.

Και αυτό γιατί και το μέρος της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη του δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η επιμήκυνση, όμως, του χρόνου της παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια (πενταετή ή διετή) παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003).

Εξαίρεση υπάρχει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ζημία είναι απρόβλεπτη, οπότε ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή, κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα.

Επομένως, αν με τελεσίδικη απόφαση ο παθών από το ατύχημα κρίθηκε πρόσκαιρα ανίκανος προς εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκε για το διάστημα αυτό αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για την ίδια αιτία, λόγω της επικαλούμενης εφόρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως, ως προς την έκταση των ζημιών, διότι κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση που είχε αντικείμενο αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα.

Αντιθέτως, αν πρόκειται για προβλεπτές ζημίες, η παραγραφή παρατείνεται σε εικοσαετή, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας, ή της διετίας, κατά περίπτωση, καθώς και ότι στο μεταξύ διάστημα, μέχρι την τελεσιδικία, δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε τυχόν προβλεπόμενη συντομοτέρου χρόνου παραγραφή (ΑΠ 39/2007, ΑΠ 515/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: Με την από 22-3-1999 με αριθμό κατάθεσης 25189/172/1999 αγωγή, που άσκησε ο ενάγων κατά των αυτών εναγομένων, ισχυριζόμενος ότι, λόγω σοβαρού τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, που προκλήθηκε στις 4-4-1997, από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη, κατέστη ανίκανος προς εργασία, ζητούσε την καταβολή αποζημιώσεως για απωλεσθέντα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα από 1-3-1998 έως 4-4-1999, που συνίσταντο στη διαφορά μεταξύ της μηνιαίας σύνταξης που ελάμβανε και του μισθού που θα εισέπραττε με βεβαιότητα, εάν δεν τραυματιζόταν.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.453/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία, αφού έκρινε ότι ο ενάγων ήταν συνυπαίτιος στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 40%, καθώς και ότι, λόγω του τραυματισμού του, κατέστη ανίκανος προς εργασία και συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα, επιδίκασε αποζημίωση για την πιο πάνω αιτία και για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν έφεση και αντέφεση, οι οποίες απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 122/6-5-2003 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και κατ' αυτόν τον τρόπο βεβαιώθηκε τελεσίδικα η ύπαρξη της αξίωσης αποζημίωσης του εναγομένου για αποθετική ζημία για το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Ήδη ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή, επικαλούμενος τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, ζητεί το αναφερόμενο σε αυτήν ποσό, ως περαιτέρω αποζημίωση για νέα αποθετική ζημία που ανάγεται σε μεταγενέστερο χρόνο (από 5-10-2001 έως 31-3-2004), που αντιστοιχεί επίσης στη διαφορά μεταξύ της σύνταξης που λαμβάνει, λόγω πρόωρης συνταξιοδότησής του και του μισθού που θα ελάμβανε, εάν δεν συνέβαινε το ατύχημα, ισχυριζόμενος ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος.

Ήδη όμως από το επίδικο ατύχημα (4-4-1997) συνεπεία του οποίου ο ενάγων υπέστη βαρύ τραυματισμό και κατέστη ανίκανος προς εργασία και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση και με αριθμό κατάθεσης 145/22-4-2004 αγωγής, με την επίδοση αυτής στους εναγόμενους, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και συνεπώς η σχετική αξίωση του ενάγοντος έναντι των εναγομένων έχει υποπέσει σε παραγραφή, λόγω παρόδου πενταετίας, ως προς τους δύο πρώτους εξ αυτών, αφού ο χρόνος παραγραφής για το σύνολο της ζημίας άρχισε από το χρόνο που συνέβη το ατύχημα, κατά το οποίο έλαβε ο ενάγων γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και των υποχρέων προς αποζημίωση και διετίας από τον αυτό χρόνο, κατ' άρθρο 10 παρ.2 του Ν. 489/1976, ως προς την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Ότι η αρχική αγωγή που ασκήθηκε για μέρος μόνο της αξίωσης αποζημίωσης δεν επέφερε διακοπή της παραγραφής και ως προ το (μη επίδικο τότε) μέρος της αξίωσης για τις ήδη επίδικες περαιτέρω ζημίες που ήταν προβλεπτές, αφού η προαναφερόμενη εξακολούθηση των δυσμενών συνεπειών του ατυχήματος στην υγεία του παθόντος ήταν προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ούτε άλλωστε και ο ενάγων επικαλείται απρόβλεπτη ζημία).

Ως προς το ήδη επίδικο μέρος της αξίωσης, η παραγραφή συμπληρώθηκε πολύ πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και πριν τη δημοσίευση της 122/6-5-2003 απόφασης του δικαστηρίου αυτού επί της αρχικής αγωγής, ώστε, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, να μην έχει επέλθει επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής σε εικοσαετία.

Ακόμη και από την 17-2-1998, που η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Πτολεμαΐδος, με την υπ' αριθμ. 12/17-2-1998 γνωμάτευση, έκρινε τον ενάγοντα ανίκανο για πάσα εργασία, η παραγραφή συμπληρώθηκε τόσο με την πάροδο της διετίας αλλά και της πενταετίας πριν από τη δημοσίευση της πιο πάνω απόφασης. Η τελευταία αυτή απόφαση δεν μπορούσε να επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το επίδικο μέρος, που δεν είχε αρχικά ασκηθεί αγωγή και ως προς αυτό και είχε υποκύψει πριν από την τελεσιδικία σε παραγραφή.

Έτσι που έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αφού δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 261 και 268 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι σχετικές πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που οι αιτιάσεις αναφέρονται σε παραβίαση των διατάξεων, 116, 221, 222 και 331 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι εν λόγω διατάξεις είναι δικονομικές και δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του απορρέοντος από την υπ' αριθμ. 122/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, δεδικασμένου, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το εν λόγω δεδικασμένο είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

Τέλος, σχετικά με το ζήτημα του προβλεπτού της ένδικης αξιώσεως αποζημιώσεως, καθώς και αυτό του χρόνου έναρξης της παραγραφής, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου τρίτου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 172/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου τρίτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Σεπτεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ