1407/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1407/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του (κατά λέξιν) τα ακόλουθα: "Α: Ο πρώτος εναγόμενος ... οικοδομικός συναιτερισμός (σημ.: δηλαδή ο εδώ πρώτος αναιρεσείων) ... έχει ως σκοπό τη μέριμνα για τις στεγαστικές ανάγκες των μελών του. Όλοι οι εναγόμενοι είναι μέλη του .... Συνεταιρισμού ....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1407 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1407/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός - Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Συν.ΠΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γκούμα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σταύρο Ανδριανόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2003 και 5-7-2005 αντίθετες αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6904/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3354/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-9-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος, ανέγνωσε την από 6-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 57 εδ. α, 59 εδ. α, 914, 932 ΑΚ και 361, 362, 363, 367 ΠΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση υπαίτιας προσβολής της τιμής ή της υπολήψεως άλλου με συκοφαντική δυσφήμιση ή απλή δυσφήμιση ή εξύβριση, το δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη του προσβληθέντος? ο άδικος όμως χαρακτήρας τέτοιας προσβολής με απλή δυσφήμιση ή εξύβριση, (όχι όμως και με συκοφαντική δυσφήμιση) αίρεται σε περίπτωση που ο προσβολέας προβαίνει σε δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (πρβλ.
ΑΠ 72/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του (κατά λέξιν) τα ακόλουθα: "Α: Ο πρώτος εναγόμενος ... οικοδομικός συναιτερισμός (σημ.: δηλαδή ο εδώ πρώτος αναιρεσείων) ... έχει ως σκοπό τη μέριμνα για τις στεγαστικές ανάγκες των μελών του. Όλοι οι εναγόμενοι είναι μέλη του .... Συνεταιρισμού ....
Η ενάγουσα (σημ.: η εδώ αναιρεσίβλητος) υπήρξε μέλος του πρώτου εναγομένου μέχρι την 7-4-2002, οπότε διαγράφηκε την ίδια ημερομηνία με σχετική απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μελών του, επιπλέον δε υπήρξε γενική γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του από τον Μάρτιο του έτους 1999 μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2001.
Ο δεύτερος εναγόμενος (σημ.: ο εδώ δεύτερος των αναιρεσειόντων) την 23.6.2000 (δύο ημέρες πριν από τη Γενική Συνέλευση των μελών του πρώτου εναγομένου της 25.6.2000) κατέθεσε κατά της ενάγουσας και των λοιπών μελών του τότε Δ.Σ. την από 22.6.2000 μήνυση του για απάτη από κοινού και βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενό της, που μεταξύ των άλλων - διαλάμβανε ότι:
Την 24.3.2000 στην Αθήνα η ενάγουσα υπό την παραπάνω ιδιότητά της, σε συνεργασία με τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. του πρώτου εναγομένου, μεταξύ των οποίων ο τότε Πρόεδρός του, Τ, μεταβίβασαν δυνάμει συμβολαίου προς τον Ζ, νέο μέλος του πρώτου εναγομένου, ένα οικόπεδο του τελευταίου ... αντί καταβληθέντος τιμήματος 23.000.000 δρχ. (και αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος 20.000 δρχ.). "Το ποσό όμως αυτό δεν καταβλήθηκε στο Συνεταιρισμό, αλλά προφανώς περιήλθε στους μηνυόμενους, οι οποίοι έτσι ωφελήθηκαν παρανόμως σε βάρος της περιουσίας του Συνεταιρισμού, αφού προηγουμένως παρέστησαν ότι το οικόπεδο πουλήθηκε προς 20.000 δρχ., αποκρύπτοντας, ότι το πραγματικό τίμημα, που επέτυχαν, ήταν 23.000.000 δραχμές.
Με τον τρόπο αυτό οι μηνυόμενοι εξαπάτησαν τα μέλη του Συνεταιρισμού και ζημίωσαν τον ίδιο το Συνεταιρισμό και ωφελήθηκαν παρανόμως κατά το ποσόν των δραχμών 22.980.000. Ο δεύτερος εναγόμενος τα ανωτέρω περιστατικά υποστήριξε και κατά την τακτική γενική συνέλευση του πρώτου εναγομένου την 25.6.2000, αλλά και στη μεταγενέστερη γενική συνέλευση του τελευταίου την 15.10.2000, όταν - εκτός των άλλων - ανέφερε ότι "Όλοι αυτοί είναι της συμμορίας...
Ανακαλώ τη λέξη συμμορία. Στη φωλιά του κούκου να την πω... ". Επί της από 22-6-2000 μηνύσεως του δεύτερου εναγομένου εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 4233/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικυρώθηκε - κατόπιν εφέσεως του μηνυτή - με το υπ' αριθμ. 2572/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και την υπ' αριθμ. 537/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, τα οποία αποφάνθηκαν ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά της ενάγουσας, διότι: ".. .σύμφωνα με τα παραπάνω...
δεν υπάρχει παράσταση ψευδών περιστατικών, εφόσον η μεταβίβαση των οικοπέδων με τη μορφή πωλήσεως αντί συμβολικού τιμήματος έγινε σε εκπλήρωση σχετικού όρου του Καταστατικού και με το συνήθη τρόπο, ο οποίος είναι γνωστός και αποδεκτός, τόσο από τα μέλη του Συνεταιρισμού (όλες οι μέχρι σήμερα μεταβιβάσεις έχουν τη μορφή της πώλησης με αναφερόμενο τίμημα 20.000 δρχ.
ανά μερίδα), όσο και από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ούτε ζημία του Συνεταιρισμού, ο οποίος δεν εισπράττει τίμημα από τις μεταβιβάσεις, ενώ το καταβληθέν από τον Ζ ποσό των 24.000.000 δρχ. αποτελεί χρηματικό αντάλλαγμα προς τον ... για την εκχώρηση της μερίδας του και όχι τίμημα πώλησης του οικοπέδου, το οποίο (τίμημα) είναι ανύπαρκτο, κατά τα προαναφερθέντα, και για το λόγο αυτό δεν υφίσταται παράνομη ιδιοποίηση του εκ μέρους κάποιου...".
Ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε την προπεριγραφείσα συνήθη πρακτική αποκτήσεως οικοπέδου με εκχώρηση συνεταιριστικής μερίδας, σύμφωνα με την από 7.2.2001 κατάθεσή του ως μάρτυρα ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, δοθέντος ότι: Πρώτον, ο ίδιος είχε αποκτήσει οικοπεδικά μερίδια με παρεμφερή συμβόλαια, όπως το επίδικο (υπ' αριθμ. 58/2004), που συντάχθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο συνεταιρισμό με εκχώρηση κατά το έτος 1999 και καταβολή του τιμήματος στον εκχωρητή.
Δεύτερον, λόγω της ιδιότητάς του ως μεσίτη είχε γνώση τόσο ότι και στο παρελθόν είχαν γίνει πολλές μεταβιβάσεις από τον πρώτο εναγόμενο συνεταιρισμό προς τρίτους όσο και ότι, εφόσον εκχωρηθεί η συνεταιριστική μερίδα ενός μέλους σε τρίτο ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να προβεί σε μεταβίβαση του οικοπέδου.
Ο δεύτερος εναγόμενος με την κατάθεση της μηνύσεως του δύο ημέρες πριν από τη σύγκληση της γενικής συνελεύσεως (την 25.6.2000) του πρώτου εναγομένου αποσκοπούσε να δημιουργήσει κρίση στην τότε διοίκηση του τελευταίου (στην οποία συμμετείχε και η ενάγουσα), ώστε να προκαλέσει την έκπτωση της. Το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος έχει αθωωθεί αα) με την υπ' αριθμ. 10348/2005 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως ελλείψει δόλου και ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς προστασία της περιουσίας του πρώτου εναγόμενου συνεταιρισμού, ββ) με την υπ' αριθμ. 18363/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για όσα ανέφερε στη γενική συνέλευση της 15.10.2000 περί συμμορίας (συκοφαντική δυσφήμηση), επειδή με τη χρήση της λέξεως αυτής δεν υπήρχε η έννοια του "γεγονότος" και ελλείψει δόλου και σκοπού εξυβρίσεως, δεν αναιρεί το ότι αυτός γνώριζε την αναλήθεια των καταγγελθέντων εκ μέρους του.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από το αιτιολογικό της υπ' αριθμ. 4449/2006 τελεσίδικης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε από την υπ' αριθμ. 2180/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου ...
Β. Ακολούθως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
α. Οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων, υπό την ιδιότητα του Προϊσταμένου και των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου συνεταιρισμού αντίστοιχα. στους οποίους κατά τη γενική συνέλευση του τελευταίου της 25.6.2000 τους είχε δοθεί η εντολή για τη διερεύνηση της νομιμότητας της μεταβιβάσεως του επίδικου ακινήτου σε τρίτο και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, κατά τις εργασίες της προαναφερόμενης γενικής συνελεύσεως της 15.10.2000 ανέγνωσαν την από 1.9.2000 έκθεση τους, στην οποία - εκτός των άλλων - διαπίστωναν ότι: "Το Διοικητικό Συμβούλιο το παρόν, δια του Προέδρου του Τ, εκπροσωπώντας το Συνεταιρισμό πώλησε και μεταβίβασε στις 24.3.2000 προς τον νεοεισελθέντα συνεταίρο Ζ το ΑΙ 95 οικόπεδο του Ο.Τ. 95, τμήμα του κτήματος ...
αντί του αναγραφομένου τιμήματος των 20.000 δρχ.... Η εν λόγω πώληση έγινε χωρίς προηγουμένως να πάρει σχετική απόφαση η Γενική Συνέλευση των μελών του Συνεταιρισμού για την πώληση καθεαυτή, καθώς και για την τιμή διάθεσης του οικοπέδου, όπως επιβάλλουν το άρθρο 35 στοιχείο δ' του Καταστατικού, ως και το άρθρο 11 παράγραφος 4 εδάφιο ε' του Π.Δ. 93/87...
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνεταιρισμού στην περίπτωση της εν λόγω πωλήσεως ενήργησε καθ' υπέρβαση αρμοδιότητας... και δεν προστάτευσε ως όφειλε το συμφέρον του Συνεταιρισμού, αλλά τον έβλαψε και τον εξέθεσε και σε κινδύνους άλλων παρανόμων συνεπειών, διαπράττοντας διαχειριστική ανωμαλία... Γι' αυτό το λόγο το Εποπτικό Συμβούλιο εισηγείται προς τη γενική Συνέλευση την απόδοση σχετικής μομφής στο Διοικητικό Συμβούλιο και την έκπτωση του προς πρόληψη αναλόγων περιστατικών καθώς και την αναζήτηση όλων των ζημιών του Συνεταιρισμού και ευθυνών από το περιστατικό αυτό εις βάρος των μελών του παρόντος Διοικητικού Συμβουλίου... ".
β. Οι ίδιοι εναγόμενοι (τρίτος, τέταρτος και πέμπτη), με την προαναφερόμενη ιδιότητα τους, το περιεχόμενο της πιο πάνω εκθέσεως, σε συνδυασμό με τη διαδικασία μεταβιβάσεως του επίμαχου οικοπέδου, περιέλαβαν τόσο στην από 18.10.2000 αίτηση τους ασφαλιστικών μέτρων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) όσο και στην από 19.10.2000 αίτηση τους για διορισμό προσωρινής διοικήσεως (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) ενώπιον (σε αμφότερες; τις περιπτώσεις) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
γ. Ο έκτος εναγόμενος, (σημ.: ο εδώ τρίτος των αναιρεσειόντων) ως Πρόεδρος του προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου του πρώτου εναγόμενου συνεταιρισμού, που είχε διορισθεί με την υπ' αριθμ. 1471/20.2.2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την 16.5.2001 με την από 14.5.2001 "πρόσκληση, άλλως κλήση", την οποία επέδωσε στην ενάγουσα με δικαστικό επιμελητή, καλούσε τα μέλη της προηγούμενης διοικήσεως του πρώτου εναγομένου (μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα) να εμφανισθούν ενώπιον του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού κατά τη συνεδρίαση της 28.5.2001 για να παράσχουν εξηγήσεις και να απολογηθούν επί των προσαπτόμενων (από τον συνεταιρισμό) αιτιάσεων, άλλως κατηγοριών, εναντίον τους για την επιδειχθείσα εκ μέρους τους άσκηση των καθηκόντων τους για τη χρονική περίοδο από 28.3.1999 μέχρι 20.2.2001.
Το περιεχόμενο της προσκλήσεως αυτής - μεταξύ των άλλων - διαλάμβανε και τα εξής: 1) Την από 22.6.2000 μήνυση του δεύτερου εναγομένου κατά των μελών της προηγούμενης διοικήσεως του πρώτου εναγομένου (που συμμετείχε και η ενάγουσα) για απάτη από κοινού, 2) αναφορά στην υπ' αριθμ. 1471/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν αιτήσεως του Εποπτικού Συμβουλίου του πρώτου εναγομένου, με την οποία παύθηκε η πιο πάνω διοίκηση και 3) μνεία σε εκκρεμούσες αγωγές τρίτων (έτους 2000) εις βάρος του συνεταιρισμού με αξιώσεις ύψους 745.550.743 δρχ., που απειλούσαν την υπόσταση του (συνεταιρισμού) και επέφεραν ζημία του, οφειλόμενες σε αμελείς ή εξ ενδεχόμενου δόλου χειρισμούς της πιο πάνω διοικήσεως.
δ. Οι έκτος και έβδομος των εναγομένων, ως Πρόεδρος και Ταμίας του προσωρινού Δ.Σ. του πρώτου εναγομένου αντίστοιχα, την 28.5.2001 απέστειλαν στα περίπου 7.000 μέλη του τελευταίου "πρόσκληση τακτικής γενικής συνέλευσης & αρχαιρεσιών" περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ως 4ο θέμα "Εισήγηση στη Γ.Σ. του Μικτού Συμβουλίου (Εποπτικού & Διοικητικού) για διαγραφή των μελών του παυθέντος τέως Διοικητικού Συμβουλίου".
Την ως άνω ημερομηνία τα πρώην μέλη του Δ.Σ. (μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα) διαγράφηκαν (από τα μητρώα του πρώτου εναγόμενου συνεταιρισμού) με σχετική απόφαση του προαναφερόμενου αρμόδιου οργάνου.
ε. Την 18.6.2001 ο έκτος εναγόμενος, ως Πρόεδρος του Δ. Σ. και εκπρόσωπος του πρώτου εναγομένου, προκειμένου να αντικρούσει την από 1 1.6.2001 αίτηση της ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως διαγραφής της τελευταίας, κατέθεσε το από 18.6.2001 σημείωμα του πρώτου εναγομένου, που διαλάμβανε - εκτός των άλλων - τα ακόλουθα: "...επώλησαν αδιστάκτως προς αυτόν μέρους εμού ως πωλητού, το ανωτέρω ακίνητο μου δια του υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Νικολούδη ... εις το οποίο μάλιστα ανέγραψαν απατηλώς τίμημα 20.000 δραχ., ενώ όπως απεκαλύφθη ύστερα ... είχε καταβληθεί παρά του αγοραστού αληθινό τίμημα 24.000.000 δρχ., το οποίο ιδιοποιήθηκε παρανόμως και απατηλώς προφανέστατα από τον ανωτέρω, χωρίς τούτο να εισρεύσει ποτέ όπως έπρεπε εις το ταμείο εμού του μόνου δικαιουμένου τούτου πωλητού..., του οποίου τα συμφέροντα ως εκ της ιδιότητος των ως μελών της διοικήσεως μου είχαν - υποτίθεται - εκ του νόμου και εκ του καταστατικού μου την υποχρέωση να προστατεύσουν πρωτίστως οι αντίδικοι...
Συνεπεία των ανωτέρω φοβερών ατασθαλιών και αποκαλύψεων, υπεβλήθη κατά των αντιδίκων πρόταση μομφής κατά την Γ.Σ. της 25.6.2000... Οι αντίδικοι ωστόσο ηρνήθησαν να παραδώσουν την διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας μου, γιατί προφανώς επεδίωκαν να χρονοτριβήσουν για να προλάβουν να συγκαλύψουν και άλλες παρόμοιες ατασθαλίες των, αντιποιούμενοι επί πολύ διοικητική και διαχειριστική εξουσία (ανωμαλία) που πλέον δεν τους ανήκε... ".
Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 5364/2001 απόφαση του δέχθηκε την αίτηση και ανέστειλε την εκτέλεση των προαναφερόμενων αποφάσεων των οργάνων του πρώτου εναγόμενου συνεταιρισμού.
Γ. Περαιτέρω, προκύπτουν τα ακόλουθα νομικά και πραγματικά δεδομένα:
α. Τα πραγματικά γεγονότα - σχετικά με τη μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου βάσει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου - που διαλαμβάνονται, αα) στο περιεχόμενο της από 22.6.2000 μηνύσεως του δεύτερου εναγομένου καθώς και όσα ο ίδιος υποστήριξε στις εργασίες της γενικής συνελεύσεως του πρώτου εναγόμενου συνεταιρισμού της 25.6.2000 και της 15.10.2000, ββ) όσα ανέφερε ο έκτος εναγόμενος στην από 14.5.2001 πρόσκληση και όσα διέλαβε στο από 18.6.2001 σημείωμα προς αντίκρουση της παραπάνω αιτήσεως της ενάγουσας, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν αποδεικτικό υλικό και κυρίως τόσο από τις υπ' αριθμ. 4449/2006 και 80/2006 τελεσίδικες αποφάσεις όσο και από τις υπ' αριθμ. 2180/2007 και 2179/2007 αμετάκλητες αποφάσεις αντίστοιχα. Ακόμη, προέκυψε ότι οι εν λόγω εναγόμενοι, όχι μόνο γνώριζαν την αναλήθεια των δυσφημιστικών για την ενάγουσα περιστατικών που ανέφεραν, αλλά γνώριζαν και ότι αυτά βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή της, καθόσον είχαν γνώση της ανακρίβειας τους, εκτός των όσων έχουν ήδη προπαρατεθεί και για τον λόγο ότι ήταν παλαιά και έμπειρα μέλη του πρώτου εναγομένου, είχαν επιπλέον αυτοί ή μέλη της οικογενείας τους αποκτήσει οικοπεδικά μερίδια με εκχώρηση και γνώριζαν τη διαδικασία και πρακτική που ακολουθούσε ο πρώτος εναγόμενος στην εκχώρηση των εταιρικών μεριδίων...
Συνεπεία των ανωτέρω προσβολών εκ μέρους του πρώτου, δεύτερου και έκτου των εναγομένων, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και προς αποκατάσταση αυτής δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Περαιτέρω, με βάση τις ειδικές περιστάσεις, που αποδείχθηκαν και ειδικότερα το είδος και την βαρύτητα της προσβολής της ενάγουσας, την έκταση της ηθικής βλάβης της, τις συνθήκες τελέσεως της προσβολής καθώς και το βαθμό και την ένταση του πταίσματος των εναγομένων, την περιουσιακή και την κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών και τον βαθμό της αναπτύξεως τους, το Δικαστήριο κρίνει με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και της λογικής ότι πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτήν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 15.000€, το οποίο θεωρεί ως εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας.
Συνεπώς, πρέπει (i) να υποχρεωθούν ο πρώτος και ο έκτος των εναγομένων, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 15.000€, (ii) να αναγνωρισθεί ότι ο δεύτερος εναγόμένος οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 15.000€, εντόκως .....
Δ. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό περί οικείου πταίσματος της ενάγουσας ....
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αντίδικος τους, μολονότι ήταν υπόχρεη εκ της ιδιότητας της (ως γενικής γραμματέως του ΔΣ του συνεταιρισμού) να εφαρμόζει τα διατασσόμενα από τον νόμο και το καταστατικό και να προστατεύει παντοιοτρόπως τα συμφέροντα του συνεταιρισμού, εν τούτοις παραβίασε το σχετικό καθήκον της και διαμεσολάβησε δίκην μεσίτη στην επίμαχη πώληση με αγγελία στην εφημερίδα "..." και δημοσίευσε κρυφά και άλλες τέτοιες αγγελίες στην κρίσιμη χρονική περίοδο, συντελώντας η ίδια με οικείο πταίσμα της στην εκδήλωση των αποδιδόμενων σ' αυτούς αδικοπρακτικών συμπεριφορών, οι οποίες ήταν απότοκοι και αναπόφευκτη συνέπεια της προηγηθείσης στάσεως της.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι: Μετά την πρώτη καταγγελία του δεύτερου εναγομένου στην πιο πάνω γενική συνέλευση η ενάγουσα κατέθεσε πάραυτα όλα τα σχετικά έγγραφα στη διάθεση του εποπτικού συμβουλίου του συνεταιρισμού για να αποδειχθεί και διασαφηνισθεί το σύννομο της επίδικης μεταβιβάσεως του επίμαχου ακινήτου από τον εκχωρητή ...
στον εκδοχέα .. Το πραγματικό γεγονός της διαμεσολαβήσεως της ενάγουσας για τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στον ., όπως αυτός αναφέρει στην από 24.11.2000 αναφορά του προς τον συνεταιρισμό, κατόπιν της αγγελίας που η ενάγουσα είχε καταχωρίσει στην εφημερίδα "..." με την αναγραφή του προσωπικού της τηλεφώνου καθώς και η ενημέρωση που παρέσχε στον ανωτέρω εκδοχέα σχετικά με την ακολουθητέα διαδικασία προς κτήση του ίδιου ακινήτου, δεν θεμελιώνουν την ύπαρξη οικείου πταίσματος, εφόσον το ως άνω γεγονός δεν σχετίζεται με τη στοιχειοθέτηση εις βάρος της ενάγουσας της πράξεως της παράνομης ιδιοποίηση του ποσού των 24.000.000 δρχ.".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες: (α) Σχετικά με την αντικειμενική και υποκειμενική στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως, που τέλεσαν οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων (ενεργούντες ως μέλη συλλογικού οργάνου του πρώτου) εις βάρος της αναιρεσιβλήτου, για την οποία αυτοί διέδωσαν ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας, ότι η τελευταία (μαζί με άλλα πρόσωπα, πρώην μέλη της διοικήσεως του πρώτου αναιρεσείοντος), εξεποίησε, με πώληση, οικόπεδο του συνεταιρισμού αντί 23.000.000 δραχμών και εμφάνισε τούτο ως εκποιηθέν αντί 20.000 ωφελήθηκε δε ίδια (και τα άλλα πρόσωπα) την διαφορά των δυο ποσών.
Β) Σχετικά με την αβασιμότητα της ενστάσεως των αναιρεσειόντων περί συνυπαιτιότητος της αντιδίκου των στην τέλεση του ενδίκου εις βάρος της αδικήματος. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι ο δεύτερος, ο τρίτος, (κατά το πρώτο μέρος του, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ) με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Πρέπει να σημειωθεί: 1) Ότι οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανάγονται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και αφορούν θέματα που δεν συνιστούν καθ' εαυτά "ζητήματα" υπό την εκτεθείσα έννοια. 2) Ότι στην απόφαση ρητώς (και με αναλογική αιτιολόγηση) αναφέρεται, ότι τα εκ των αναιρεσειόντων φυσικά πρόσωπα γνώριζαν την αναλήθεια των δυσφημιστικών γεγονότων που διέδωσαν εις βάρος της αναιρεσιβλήτου και, επομένως, δεν έχει νομική σημασία το γεγονός ότι δεν χαρακτηρίζεται με πανηγυρικές εκφράσεις το σχετικό αδίκημά τους ως συκοφαντική δυσφήμηση.
Εξάλλου: α) ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια (παραβίαση δεδικασμένου) προβάλλεται απαραδέκτως λόγω της αοριστίας του, αφού δεν είναι σαφές σε ποια περιστατικά αυτός ερείδεται, και κυρίως ποιο ήταν το περιεχόμενο της απόφασης του Εφετείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 4449/2006), το εκ της οποίας δεδικασμένου φέρεται ότι παραβιάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
(β) Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 2 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση και αναφέρονται σχετικώς, κατά λέξιν, τα ακόλουθα: "Το εκδόν στην προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση: Ως προκύπτει εκ του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ένδικη υπόθεση, επί της οποίας αυτή εξεδόθη "κρίθηκε και αποφασίσθηκε στις 24 Απριλίου 2008" και η απόφαση "δημοσιεύθηκε στις 12 Ιουνίου 2008".
Εκ της ιδίας αποφάσεως προκύπτει ότι η εφέτης κα Μαρία Γκανιάτσου, μετέχουσα ως μέλος της συνθέσεως του εκδόντος δικαστηρίου (Εφετείο Αθηνών) κατά την συζήτηση της υποθέσεως εις το ακροατήριο, γενομένη κατά την δικάσιμο της 24-1-2008, υπέβαλε την από 15 Μαΐου 2008 δήλωση αποχή της από τα καθήκοντά της, η οποία έγινε δεκτή, και ακολούθως αντεκατεστάθη από την εφέτη κα Βασιλική Ηλιοπούλου.
Εξ αυτού αποδεικνύεται, ότι η προαναφερθείσα εφέτης κα Β. Ηλιοπούλου μετέσχε της συνθέσεως του δικαστηρίου μόνο εις την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία έγινε εις την έκτακτη συνεδρίαση του δικαστηρίου κατά την 12η Ιουνίου 2008, ουχί δε και κατά την 24η Απριλίου 2008, ότε εκρίθη η ένδικη υπόθεση και ελήφθη η προσβαλλομένη απόφαση, αφού κατά την ημέρα εκείνη, ήτοι κατά την 24-4-2008, δεν είχε αποφασισθεί η συμμετοχή εις την σύνθεση του δικαστηρίου.
Εκ της ιδίας προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αρχικώς ορισθείσα ως μέλος της συνθέσεως του δικαστηρίου εφέτης κα Μαρία Γκανιάτσου, δεν συμμετείχε μετά των άλλων δύο δικαστών όταν κατά τις 24-4-2008 εκρίθη η ένδικη υπόθεση και ελήφθη απόφαση επ' αυτής, διότι εν εναντία περιπτώσει δεν θα υφίστατο λόγος να υποβάλλει αύτη μεταγενέστερον και δη την 15-5-2008 την δήλωση αποχής της από τα καθήκοντά της.
Εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση ελήφθη με την συμμετοχή μόνον του κ. Προέδρου του δικαστηρίου και του κ. εφέτη - εισηγητού, ουχί δε και του κατά νόμον απαραιτήτου τρίτου μέλους της συνθέσεως του δικαστηρίου. Όθεν προδήλως δεν υπήρξε νόμιμη σύνθεση του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, συνεπεία δε τούτου ιδρύθη νόμιμος λόγος αναιρέσεως αυτής, προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ.".
Με το εκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός διατυπώνεται αορίστως και είναι, ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι αφενός μεν δεν είναι σαφές ποια είναι η νομική πλημμέλεια που προσάπτεται στην απόφαση σχετικώς με την σύνθεση του Εφετείου που την εξέδωσε, αφετέρου δε ερείδεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η διάσκεψη του Δικαστηρίου έλαβε χώρα την 24η Απριλίου 2008, ενώ - όπως προκύπτει από την 552/2009, διορθωτική της προσβαλλομένης, απόφασης του Εφετείου - τούτο συνέβη στις 22-5-2008.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-9-2008 αίτηση: (1) του νομικού προσώπου "Οικοδομικός Συνεταιρισμός - Ο Άγιος Σπυρίδων Συν.Π.Ε.", (2) του Χ2 και (3) του Χ3, για αναίρεση της 3354/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ